ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

30 Ιανουαρίου 2016

Οι Τρεις Ιεράρχες και η οικοδόμηση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Η ηθική της γλώσσας / Γεωργίου Μπαμπινιώτη

Η ηθική της γλώσσας / Γεωργίου Μπαμπινιώτη
Είναι γνωστό ότι στους Τρεις Ιεράρχες οφείλεται κατ’ εξοχήν η υπέρβαση της αντιθέσεως Ελληνισμού και Χριστιανισμού και η οικοδόμηση του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Είναι επίσης γνωστό ότι οι τρεις Μεγάλοι Πατέρες της Ορθοδοξίας και ακαταγώνιστοι κήρυκες της χριστιανικής πίστεως απεδείχθησαν και εξαιρετικής ελληνικής παιδείας άνδρες υπήρξαν. Ο νεότερος από τους τρεις Πατέρες της Ορθοδοξίας (γεννήθηκε γύρω στο 350), καταγόμενος από την Αντιόχεια της Συρίας, δηλαδή από την Ανατολή κι αυτός, μαθητεύει για λίγο στον φιλόσοφο Ανδραγάθιο αλλά, κυρίως, σπουδάζει κοντά στον φημισμένο ρήτορα Λιβάνιο (στον οποίο εμαθήτευσε και ο Μέγας Βασίλειος). Ο Χρυσόστομος- αντίθετα προς τον Βασίλειο και τον Γρηγόριο – είναι και ο μόνος από τους τρεις που φοίτησε σε Θεολογική Σχολή, στην Σχολή της γενέτειράς του Αντιόχειας, όπου φοίτησε κοντά στον Καρτέριο και Διόδωρο. Με τέτοιες σπουδές είναι φανερό ότι ο Ιωάννης, όπως και οι άλλοι δύο Πατέρες, οπλίστηκε με σπάνια για σύγχρονούς του Χριστιανούς παιδεία, από την οποίαν και βαθιά γνώση απέκτησε και κυρίως καλλιέργεια του νου και της γλώσσας, που ακονίστηκε στη φιλοσοφία και στη ρητορική: ο Γρηγόριος διδάσκει ρητορική. Ο Βασίλειος και ο Ιωάννης εφαρμόζουν τη ρητορική στα δικαστήρια, ασκώντας ό,τι σήμερα θα ονομάζαμε δικηγορία. Και οι τρεις τους σύντομα εγκαταλείπουν το επάγγελμα που άρχισαν να ασκούν, για να αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στον λόγο του Θεού, στην ορθόδοξη πίστη και διδασκαλία.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ιδιαίτερα προσεκτικός έως επιφυλακτικός προς τις «έξωθεν μαθήσεις». Φοβάται τις παρεξηγήσεις που μπορεί να γεννήσει η πρώιμη διδασκαλία τους στα παιδιά σε σχέση με τα διδάγματα της Εκκλησίας. Ας μην ξεχνάμε ότι η κύρια σπουδή του Χρυσοστόμου υπήρξε η θεολογική και λιγότερο-σε σχέση με τους δύο άλλους-ελληνική. Αξιοσημείωτο, εν τούτοις, είναι ότι, αν ένας από τους τρεις υπήρξε πιο κοντά στον ελληνικό λόγο και επηρεάστηκε περισσότερο από αυτόν, ήταν ακριβώς ο Χρυσόστομος, για τον οποίο ο μεγαλύτερος κλασικός όλων των εποχών, ο Γερμανός Ulrich von Wilamowitz , είχε πει: « Είναι ένας γνήσιος Αττικιστής…. Όλοι οι Έλληνες της εποχής του, ακόμη και οι πιστοί της Πλατωνικής Ακαδημίας και οι συνεχιστές του Πλάτωνος, είναι βάρβαροι κακοτέχνες συγκρινόμενοι με αυτόν τον εκ Συρίας χριστιανό, ο οποίος περισσότερο από τον Αριστείδη αξίζει να συγκριθεί ως προς το ύφος με τον Δημοσθένη…Πρέπει να παραβάλει κανείς (τις ομιλίες του Χρυσοστόμου) με τα Υπομνήματα του Πρόκλου στον Πλάτωνα, για να αντιληφθεί ποιος είναι στην πραγματικότητα ο κληρονόμος του σωκρατικού πνεύματος…Το αττικό ύφος του Χρυσοστόμου δεν είναι απλώς ένα μέσο που το διδάχτηκε, αλλά είναι η αρμονική έκφραση μιας αττικής ψυχής». (Die Griechische und Lateinische Literatur und Sprache, Berlin 1905, σελ . 212).
Ο ιερός Χρυσόστομος, λοιπόν, περισσότερο με το προσωπικό του παράδειγμα και την απαστράπτουσα στον λόγο του ελληνική παιδεία δίδαξε, στην πράξη, την αξία των ελληνικών γραμμάτων. Ήξερε καλά ο διασημότερος ρήτορας του 4 ου αιώνα και δάσκαλος του Χρυσοστόμου, ο Λιβάνιος , όταν, στην ερώτηση ποιόν θα ήθελε για διάδοχό του, απάντησε: «( Ιωάννην ), ει μη τούτον Χριστιανοί εσύλησαν »! ( Σωζομενού , Εκκλ . Ιστορ . 8,2).
Ειδικότερα, ως προς την γλώσσα, το νέο που φέρνουν οι Τρεις Ιεράρχες και περισσότερο απ’ όλους ο Χρυσόστομος είναι, θα έλεγα, μια «ηθική της γλώσσας»: η χρήση της γλώσσας όπως ταιριάζει στο ήθος ενός χριστιανού. Ζητήματα γλωσσικής παιδείας, το θέμα της άσκησης σ’ ένα γλωσσικό ήθος και το μόνιμο πρόβλημα της εξασφάλισης μιας ποιότητας στη γλωσσική επικοινωνία επανέρχονται στα κείμενα του Χρυσοστόμου και αποτελούν πηγή σοφίας από τότε μέχρι σήμερα. Θα σταθώ ενδεικτικώς σε μερικά από τα γλωσσικά αυτά με διδάγματα.
Ο Χρυσόστομος, πιστεύοντας στην αγιότητα της γλωσσικής επικοινωνίας του ανθρώπου (αφού η γλωσσική επικοινωνία ως προσευχή είναι συγχρόνως και επικοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό) προτρέπει να μη μολύνουμε την γλώσσα και να τη διατηρούμε «αντάξια του Θεού», στον οποίο απευθυνόμαστε μ’ αυτήν. Γιατί «η γλώσσα ως προσευχή γίνεται το χέρι που αγκαλιάζει τα γόνατα του Θεού»: Μη δη καταισχύνης την γλώτταν∙ ποίησον αξίαν του παρακαλουμένου Θεού(ΕΠΕ 11, 98). Χείρ εστιν η γλώττα των ευχομένων και δι’ αυτής κατέχομεν τα γόνατα του Θεού (ΕΠΕ 11, 96).
Ο καλός ο λόγος, η καλή κουβέντα στον άλλο είναι ευλογία∙ συχνά είναι καλύτερος από το να δώσεις στον άλλον κάτι: Ευλογίας την γλώσσαν έμπλησον , ελεημοσύνης πολλής . Έστι γαρ και διά ρημάτων ελεημοσύνην ποιείν∙ κρείττον γαρ λόγος ή δόσις (ΕΠΕ 11, 98-100).
Βαθύς γνώστης της κοινωνικής πραγματικότητας ο Χρυσόστομος ξέρει καλά τι σημαίνει για τις ανθρώπινες σχέσεις ο τρόπος που μιλάμε ο ένας στον άλλο, η καλή ή κακή γλωσσική συμπεριφορά προς τους άλλους. Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις περνάνε μέσα από την γλώσσα και τον τρόπο που εκφραζόμαστε. Έτσι η γλώσσα, κατά τη ρήση του Χρυσοστόμου, γίνεται «βασιλικό άτι » να πετάς ή και «διαβολικό όχημα » που σε οδηγεί στην καταστροφή. Κύρια ευθύνη του καθενός μας, λοιπόν, είναι να χαλιναγωγήσουμε τη γλώσσα μας, να μετράμε και να ελέγχουμε καλά τα λόγια μας. Τη γλώσσα και τα μάτια σου, μας λέει ο Χρυσόστομος: «Εν χειρί γλώσσης ζωή και θάνατος» και « Από των λόγων σου δικαιωθήση και από των λόγων σου κατακριθήση ». Μάλλον τοίνυν της κόρης φύλαττε την γλώτταν . Ίππος εστι βασιλικός η γλώσσα . Αν μεν ούν επιθής αυτή χαλινόν και διδάξ ης βαδίζειν εύρυθμα , επαναπαύσεται αυτή και επικαθιείται ο βασιλεύς∙ αν δε αχαλίνωτον αφής φέρεσθαι και σκιρτάν , του διαβόλου και των δαιμόνων όχημα γίνεται (ΕΠΕ 11, 96-98).
Από τον Όμηρο θυμόμαστε τη συχνά επαναλαμβανόμενη φράση «ποίόν σε έπος φύγεν έρκος οδόντων »  (ποια λέξη, ποια λόγια άφησες να βγουν από το στόμα σου). Ο Χρυσόστομος παίρνει τη φράση αυτή, τη συμπληρώνει με το δικό του τρόπο και δημιουργεί μια πολύ παραστατική εικόνα για το πώς ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο δύο στάδια ελέγχου των λόγων που βγαίνουν από το στόμα του: τα δόντια και τα χείλη. Μ’ αυτούς τους δύο φραγμούς, κατά τον Χρυσόστομο, μπορεί κανείς να χαλιναγωγήσει τα λόγια του: « Διπλώ τειχίω περιέβαλεν την γλώσσαν ο Θεός, τω των οδόντων διαφράγματι και τη των χειλέων περιβολή , ίνα μη ραδίως και απερισκέπτως εκφέρη τα ρήματα τα μη προσήκοντα. Χαλίνωσον αυτήν ένδον (ΕΠΕ 30, 538).
Ο Χρυσόστομος επιμένει πολύ στο κακό που μπορούν να κάνουν τα άκριτα λόγια, οι λεκτικές απρέπειες και επιθέσεις, οι κακολογίες, οι δυσφημήσεις, τα γλωσσικά ατοπήματα ενός « απύλωτου στόματος», που λέει από παλιά και μέχρι σήμερα ο λαός μας:  Απώλοντο μη φυλάξαντες τα Εαυτών στόματα (ΕΠΕ 7, 298) και Της απώλειας της ψυχής εστιν αρχή το αφύλακτον έχειν στόμα (ΕΠΕ 1, 562).   Οι φράσεις του Χρυσοστόμου, με την απαράμιλλη τέχνη του λόγου του, ακούγονται άλλοτε σαν αρχαία επιγράμματα κι άλλοτε πάλι σαν λαϊκά ρητά ή παροιμίες. Τα σχόλια του Χρυσοστόμου (ΕΠΕ 30, 534-6): Ουδέν γαρ ούτως επιτήδειον όργανον προς την απάτην και απώλειαν ημετέραν ως γλώττα ακόλαστος και στόμα αθύρωτον .
Αυτό που θέλει να περάσει στον χριστιανό ο Χρυσόστομος είναι ένα « ήθος της γλώσσας», ένα γλωσσικό ήθος που πρέπει να διέπει τη γλωσσική διαπαιδαγώγηση των νέων: Όχι στις διαβολές∙ όχι στις ύβρεις∙ όχι στα κουτσομπολιά, όχι στις βωμολοχίες. Σεβασμό στην ιερότητα της γλώσσας, ευπρέπεια, σεμνότητα, διακριτικότητα: Ρήματα παιδεύοντες το παιδίον , φθέγγεσθαι σεμνά και ευσεβή . Μη τοίνυν έστω τάφος το στόμα σου, αλλά θησαυρός (ΕΠΕ 5, 228). Παιδεύωμεν ούν την γλώτταν εύφημον είναι∙ «παύσον γαρ», φησί , «την γλώσσάν σου από κακού ». Ου γαρ διά τούτο αυτήν έδωκεν ο Θεός, ίνα κατηγορώμεν , ίνα υβρίζομεν , ίνα αλλήλους διαβάλλωμεν , αλλ ‘ ίνα τον Θεόν υμνώμεν , ίνα ταύτα λαλώμεν , α δίδωσι χάριν τοις ακούουσι , τα προς οικοδομήν , τα προς ωφέλειαν (ΕΠΕ 24, 224).
Όπως είναι φανερό, ο Χρυσόστομος δεν αναφέρεται απλώς στην αποφυγή αισχρολογιών και ύβρεων, σ’ ένα γλωσσικό καθωσπρεπισμό δηλαδή, αλλά σ’ ένα βαθύτερο «ήθος γλώσσας», όπου δεν έχει θέση κάθε είδους γλωσσική αναξιοπρέπεια, ευτέλεια ή παρεκτροπή.
Μιλώντας, όμως, για ήθος και ηθική γλώσσας, όπως τη διδάσκει ο Χρυσόστομος οδηγούμεθα αυτομάτως στο πρόβλημα της γλωσσικής χαλιναγώγησης, της γλωσσικής εγκράτειας και αυτοσυγκράτησης, στο πως μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει τα λόγια του και, δι’ αυτών, τα νοήματα. Με ποιον τρόπο μπορεί μέσω του πώς να δαμάσει το τι στην όλη γλωσσική επικοινωνία του, εξασφαλίζοντας συγχρόνως αυτό που λέμε «ποιότητα λόγου». Οι σκέψεις του Χρυσοστόμου:
Τον ηθικώτερον γυμνάσωμεν λόγον∙ παιδεύσωμεν την ημετέραν γλώτταν χαλινόν έχειν και μη πάντα απλώς εκφέρειν τα υπό της διανοίας∙ μη κακηγορείν τους αδελφούς , μη αλλήλους δάκνειν και κατεσθίειν . Των δακνόντων τα σώματα χείρους εισίν οι διά λόγων τούτο ποιούντες .
Ποιος θα μας προφυλάξει από την γλωσσική ακράτεια, από την αμετροέπεια και από τα δεινά που αυτή επιφέρει; Ο λογισμός, η σκέψη και η περίσκεψη, απαντά ο Χρυσόστομος. Τα λόγια του Χρυσοστόμου: Τις δ’ άν γένοιτο φυλακή άλλη ο λογισμός (…); Τούτον στήσον πυλωρόν και φύλακα και ουδέποτε ανοίξει την θύραν ταύτην ακαίρως , αλλ΄  εις καιρόν και επί κέρδει και μύριοις αγαθοίς (ΕΠΕ 7, 302).
Για να προσθέσει στοχαστικά ο σοφός Πατέρας της Εκκλησίας πως και η σιωπή έχει τη θέση της στον άνθρωπο. Είναι κι αυτή τρόπος επικοινωνίας και μάλιστα ιδιαίτερα δηλωτικός και έντονος: Έστι γαρ ότε η σιγή μάλλον ωφέλησε λαλιάς , ώσπερ και λαλιά μάλλον σιγής . Διά δη τούτο και ο σοφώτατος εκείνος έλεγε : «Καιρός του σιγήσαι και καιρός του λαλήσαι (…) και πιο επιγραμματικά: τότε γαρ δεί φθέγγεσθαι μόνον, όταν της σιγής τα λεγόμενα χρησιμώτερα η (ΕΠΕ 7, 296).
«Ο την γλώτταν χρυσορρήμων »    Ιωάννης, ο πνευματικός αυτός κολοσσός, δεν επιβλήθηκε μόνο για τη δύναμη της σκέψης του και τα απαράμιλλα διδάγματα της ορθοδόξου πνευματικότητας που συνέλαβε, αλλά και για τη βαθιά γνώση και δημιουργική αξιοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Σπάνια η θεολογική πένα έφθασε σε τόσο υψηλό επίπεδο εκφραστικής δύναμης είτε στις ευχές της Θείας Λειτουργίας είτε στην εξήγηση των Ευαγγελίων είτε στις καθαρά θεολογικές πραγματείες του. Η ευστοχία των λέξεων που χρησιμοποιεί στον δύσβατο χώρο των χαρακτηρισμών και ιδιοτήτων, δηλαδή στο χώρο του επιθέτου, ιδίως στις αναφορές στα πρόσωπα της Τριαδικής θεότητας, δείχνει το μέγεθος της γλωσσικής του ικανότητας. Το ίδιο παρατηρείται και στη δημιουργία νεολογισμών που ξεπερνούν τα όρια της συμβατικής γλώσσας. Όμοια κινείται και στον καθοριστικό για την επικοινωνία χώρο του ρήματος. Και βέβαια όλα αυτά συνδυασμένα με το χάρισμα της ποιητικότητας του λόγου, τη δύσκολη τεχνική του ρυθμού, το παιχνίδι της συνηχίας , την αξιοποίηση του συντακτικού παραλληλισμού και της μεταφοράς που κάνουν τον λόγο ελκυστικό παράλληλα προς τον λεπτό διανοητικό πλούτο και την ρώμη των επιχειρημάτων του, όταν χρειάζεται να υποστηρίξει δογματικά θέματα.
Η γραφή, το ύφος και η ποιότητα του χρυσοστομικού λόγου συναγωνίζονται τη δυναμικότητα της γλώσσας του Παύλου και την ποιητικότητα των στίχων του Γρηγορίου του Θεολόγου.

Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη, Χρυσοστομικό Συμπόσιο,κδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 2007, σελ. 583-587./ 



29 Ιανουαρίου 2016

Η φιλαργυρία. Η βαρειά αρρώστεια της ψυχής (Φώτης Κόντογλου)


«Ποιήσατε υμίν βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον έν τοις ουρανοίς, ό­που κλέπτης ουκ εγγίζει» (Λουκ. ιβ', 33)
«Ρίζα πάντων των κακών εστίν η φιλαργυ­ρία» (Α' Τιμόθ., στ', 10)
Απ’ όλες τις αρρώστειες που παθαίνει η ψυχή του ανθρώπου, η πιο σιχαμερή, κατά την κρίση μου, είναι η φιλαργυρία, η τσιγγουνιά. Από μικρός την απεχθανόμουνα. Και τώρα, μ' όλο που, με την ηλικία, άλλαξα γνώμη για πολλά πράγματα, για την τσιγ­γουνιά δεν άλλαξα. Προτιμώ νάχω να κάνω και μ' έναν φονιά ακό­μα, παρά μ' έναν τσιγγούνη. Γιατί, ο φονιάς μπορεί να σκότωσε σε αναβρασμό ψυχής, απάνω στον θυμό του, και να μετάνοιωσε ύστε­ρα, ενώ ο τσιγγούνης είναι ψυχρός υπολογιστής, ως το κόκκαλο χα­λασμένος. Στον φονιά μπορεί να βρεις και κάποια αισθήματα, στον τσιγγούνη δεν θα βρεις κανένα. Ο τσιγγούνης, είναι βέβαια πάντα εγωιστής, αγαπά μοναχά τον εαυτό του, αλλά, πολλές φορές, είναι ένα τέρας χειρότερο κι από τον εγωιστή, γιατί μπορεί να μην α­γαπά μήτε τον εαυτό του, και να τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα.
Μ' αυτό δείχνει ο άνθρωπος πώς μπορεί να καταντήσει σε μια κατάσταση που δεν καταντά κανένα από τα άλλα ζώα. Μοναχά αυτός, που ωνόμασε τον εαυτό του «βασιλέα των ζώων», φτάνει σε τέτοια σιχαμερή ανοησία, ώστε, από την τσιγγουνιά του, να κρύβει τα λεφτά μέσα στο στρώμα ή στο μαξιλάρι, και να πεθαίνει από την πείνα. Είδατε κανένα σκύλο τσιγγούνη; Ή κανέναν γάιδαρο, που νάχει μπόλικον σανό για να φάγει, κι ωστόσο να μην τον εγ­γίζει, και να τον βρίσκουνε ψόφιον από την πείνα; Βλέπεις πώς ο τσιγγούνης καταντά τρελλός, και μάλιστα ο πιο ασυμπάθιστος, ο πιο αντιπαθητικός τρελλός.
Αλλά κι εκείνος που είναι συνηθισμένος φιλάργυρος και που δεν φτάνει στο πάθος που είπα, και κείνος έχει απάνω του κάποια κρυάδα. Τον πλησιάζεις δισταχτικά. Δεν μπορείς να του φερθείς ελεύθερα, γιατί κι εκείνος είναι διπλοκουμπωμένος, «σπαγγοραμένος», όπως τον λένε. Γιατί, η τσιγγουνιά τον κάνει υποκριτή και καχύποπτον.
Τα λεφτά είναι επικίνδυνα πράγματα, και πολύ φαρμακερά για την ψυχή. Πολλοί αρχίζουνε από οικονομία, και, σιγά - σιγά, γίνουνται φιλάργυροι, στο τέλος τους καβαλλικεύει ο Μαμωνάς. Με τη φιλαργυρία, στενεύει η καρδιά του ανθρώπου, όπως με την ανοιχτοχεριά πλαταίνει. Ο τσιγγούνης είναι τσιγγούνης και στα αισθήματα, δε μπορεί νάχει μέσα του τίποτα γενναίο. Πώς να κά­νει θυσία για τον άλλον ένας τέτοιος άνθρωπος;
Η αγάπη των λεφτών φέρνει τις μεγαλύτερες συμφορές στην ανθρωπότητα. Ο Ιούδας ο φιλάργυρος παράδωσε τον Χριστό. Κι οι περισσότεροι καυγάδες ανάμεσα στους ανθώπους, οι γκρίνιες μέ­σα στις οικογένειες, οι πόλεμοι που ρημάζουνε τον κόσμο και τον γεμίζουν αίματα, τα καταραμένα λεφτά έχουνε για αιτία. Τα συμφέροντα.
Η Εκκλησία, τη Μεγάλη Βδομάδα, ψέλνει πολλά τροπάρια που κατακρίνουνε τη φιλαργυρία. Τον Ιούδα τον λέγει «γέννημα εχιδνών, δόλιον, προδότην, παράνομον», και μας ξορκίζει να διώξουμε από πάνω μας τη φιλαργυρία.
Τούτη η κακή αρρώστεια είναι σήμερα πολύ ξαπλωμένη και πολύ βαρειά, πάθος παγκόσμιο που τρώγει τις καρδιές σαν σκούληκας, σ' Ανατολή και Δύση. Ποτέ οι άνθρωποι δεν αγαπήσανε το χρήμα τόσο πολύ, όσο σήμερα. Γιατί, ο σημερινός άνθρωπος είναι υλιστής, δεν πιστεύει σε άλλη ζωή, επειδή δεν πιστεύει σε Θεό, και ρίχνεται με τα μούτρα ν' απολάψει τούτη τη ζωή. Τούτη τη ζωή, που, ως να προφτάσεις να τη δεις, φεύγει και χάνεται, σαν ίσκιος. Αυτόν, λοιπόν, τον ίσκιο κυνηγά ο δύστυχος άνθρωπος, σή­μερα, καί παιδεύεται και σκοτώνεται γι' αυτόν τον ίσκιο, θαρρών­τας πως με τα λεφτά κάνει κάτι.
Γνώρισα κάμποσους από κείνους, που έχουνε πολλά πλούτη κι είδα την αγωνία τους και τη δυστυχισμένη ευτυχία τους. Δεν μιλώ για όσους μποδίζουνται ν' απολάψουνε τη ζωή γιατί έχουνε αρρώστειες ή άλλες συμφορές, αλλά μιλώ για κείνους που έχουνε υ­γεία και κάθε μέσο για να ζήσουνε καλά. Όλα τα έχουνε, παρεκτός της ευτυχίας. Η ευτυχία, η αληθινή ευτυχία, βρίσκεται πο­λύ μακρυά τους, κατά πρώτο γιατί η ζωή είναι ένα πράγμα άστα­το, σαν τη βελόνα του Ναστραντίν - Χότζα, που στεκότανε απά­νω σ' ένα αυγό. Ευτυχία δίχως σιγουριά, δε μπορεί να γίνει. 
Ο πλούσιος είναι ολοένα ανήσυχος, φοβάται τι θα του έρθει αύριο, τι θα ξημερώσει. Ύστερα, τα πλούτη φέρνουνε ταραχή, μπερδέ­ματα, φροντίδες, κι όποιος είναι πολυμέριμνος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, γιατί δεν βρίσκεται ποτέ μοναχός με τον εαυτό του. Κι όποιος δεν μένει ποτέ με τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τι λογής είναι η ευτυχία. Η πηγή που αναβρύζει η ευτυχία, δεν εί­ναι η Τράπεζα, μήτε ο μπεζαχτάς, αλλά η ανθρώπινη καρδιά.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη», Εκδόσεις Παπαδημητρίου)


«Ποιήσατε υμίν βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον έν τοις ουρανοίς, ό­που κλέπτης ουκ εγγίζει» (Λουκ. ιβ', 33)

«Ρίζα πάντων των κακών εστίν η φιλαργυ­ρία» (Α' Τιμόθ., στ', 10)

Απ’ όλες τις αρρώστειες που παθαίνει η ψυχή του ανθρώπου, η πιο σιχαμερή, κατά την κρίση μου, είναι η φιλαργυρία, η τσιγγουνιά. Από μικρός την απεχθανόμουνα. Και τώρα, μ' όλο που, με την ηλικία, άλλαξα γνώμη για πολλά πράγματα, για την τσιγ­γουνιά δεν άλλαξα. Προτιμώ νάχω να κάνω και μ' έναν φονιά ακό­μα, παρά μ' έναν τσιγγούνη. Γιατί, ο φονιάς μπορεί να σκότωσε σε αναβρασμό ψυχής, απάνω στον θυμό του, και να μετάνοιωσε ύστε­ρα, ενώ ο τσιγγούνης είναι ψυχρός υπολογιστής, ως το κόκκαλο χα­λασμένος. Στον φονιά μπορεί να βρεις και κάποια αισθήματα, στον τσιγγούνη δεν θα βρεις κανένα. Ο τσιγγούνης, είναι βέβαια πάντα εγωιστής, αγαπά μοναχά τον εαυτό του, αλλά, πολλές φορές, είναι ένα τέρας χειρότερο κι από τον εγωιστή, γιατί μπορεί να μην α­γαπά μήτε τον εαυτό του, και να τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα...
Μ' αυτό δείχνει ο άνθρωπος πώς μπορεί να καταντήσει σε μια κατάσταση που δεν καταντά κανένα από τα άλλα ζώα. Μοναχά αυτός, που ωνόμασε τον εαυτό του «βασιλέα των ζώων», φτάνει σε τέτοια σιχαμερή ανοησία, ώστε, από την τσιγγουνιά του, να κρύβει τα λεφτά μέσα στο στρώμα ή στο μαξιλάρι, και να πεθαίνει από την πείνα. Είδατε κανένα σκύλο τσιγγούνη; Ή κανέναν γάιδαρο, που νάχει μπόλικον σανό για να φάγει, κι ωστόσο να μην τον εγ­γίζει, και να τον βρίσκουνε ψόφιον από την πείνα; Βλέπεις πώς ο τσιγγούνης καταντά τρελλός, και μάλιστα ο πιο ασυμπάθιστος, ο πιο αντιπαθητικός τρελλός.Αλλά κι εκείνος που είναι συνηθισμένος φιλάργυρος και που δεν φτάνει στο πάθος που είπα, και κείνος έχει απάνω του κάποια κρυάδα. Τον πλησιάζεις δισταχτικά. Δεν μπορείς να του φερθείς ελεύθερα, γιατί κι εκείνος είναι διπλοκουμπωμένος, «σπαγγοραμένος», όπως τον λένε. Γιατί, η τσιγγουνιά τον κάνει υποκριτή και καχύποπτον.
http://dimitrisotiropoulosbooks.ecwid.com/
Τα λεφτά είναι επικίνδυνα πράγματα, και πολύ φαρμακερά για την ψυχή. Πολλοί αρχίζουνε από οικονομία, και, σιγά - σιγά, γίνουνται φιλάργυροι, στο τέλος τους καβαλλικεύει ο Μαμωνάς. Με τη φιλαργυρία, στενεύει η καρδιά του ανθρώπου, όπως με την ανοιχτοχεριά πλαταίνει. Ο τσιγγούνης είναι τσιγγούνης και στα αισθήματα, δε μπορεί νάχει μέσα του τίποτα γενναίο. Πώς να κά­νει θυσία για τον άλλον ένας τέτοιος άνθρωπος;

Η αγάπη των λεφτών φέρνει τις μεγαλύτερες συμφορές στην ανθρωπότητα. Ο Ιούδας ο φιλάργυρος παράδωσε τον Χριστό. Κι οι περισσότεροι καυγάδες ανάμεσα στους ανθώπους, οι γκρίνιες μέ­σα στις οικογένειες, οι πόλεμοι που ρημάζουνε τον κόσμο και τον γεμίζουν αίματα, τα καταραμένα λεφτά έχουνε για αιτία. Τα συμφέροντα.

Η Εκκλησία, τη Μεγάλη Βδομάδα, ψέλνει πολλά τροπάρια που κατακρίνουνε τη φιλαργυρία. Τον Ιούδα τον λέγει «γέννημα εχιδνών, δόλιον, προδότην, παράνομον», και μας ξορκίζει να διώξουμε από πάνω μας τη φιλαργυρία.
Τούτη η κακή αρρώστεια είναι σήμερα πολύ ξαπλωμένη και πολύ βαρειά, πάθος παγκόσμιο που τρώγει τις καρδιές σαν σκούληκας, σ' Ανατολή και Δύση. Ποτέ οι άνθρωποι δεν αγαπήσανε το χρήμα τόσο πολύ, όσο σήμερα. Γιατί, ο σημερινός άνθρωπος είναι υλιστής, δεν πιστεύει σε άλλη ζωή, επειδή δεν πιστεύει σε Θεό, και ρίχνεται με τα μούτρα ν' απολάψει τούτη τη ζωή. Τούτη τη ζωή, που, ως να προφτάσεις να τη δεις, φεύγει και χάνεται, σαν ίσκιος. Αυτόν, λοιπόν, τον ίσκιο κυνηγά ο δύστυχος άνθρωπος, σή­μερα, καί παιδεύεται και σκοτώνεται γι' αυτόν τον ίσκιο, θαρρών­τας πως με τα λεφτά κάνει κάτι.

Γνώρισα κάμποσους από κείνους, που έχουνε πολλά πλούτη κι είδα την αγωνία τους και τη δυστυχισμένη ευτυχία τους. Δεν μιλώ για όσους μποδίζουνται ν' απολάψουνε τη ζωή γιατί έχουνε αρρώστειες ή άλλες συμφορές, αλλά μιλώ για κείνους που έχουνε υ­γεία και κάθε μέσο για να ζήσουνε καλά. Όλα τα έχουνε, παρεκτός της ευτυχίας. Η ευτυχία, η αληθινή ευτυχία, βρίσκεται πο­λύ μακρυά τους, κατά πρώτο γιατί η ζωή είναι ένα πράγμα άστα­το, σαν τη βελόνα του Ναστραντίν - Χότζα, που στεκότανε απά­νω σ' ένα αυγό. Ευτυχία δίχως σιγουριά, δε μπορεί να γίνει. Ο πλούσιος είναι ολοένα ανήσυχος, φοβάται τι θα του έρθει αύριο, τι θα ξημερώσει. Ύστερα, τα πλούτη φέρνουνε ταραχή, μπερδέ­ματα, φροντίδες, κι όποιος είναι πολυμέριμνος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, γιατί δεν βρίσκεται ποτέ μοναχός με τον εαυτό του. Κι όποιος δεν μένει ποτέ με τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τι λογής είναι η ευτυχία. Η πηγή που αναβρύζει η ευτυχία, δεν εί­ναι η Τράπεζα, μήτε ο μπεζαχτάς, αλλά η ανθρώπινη καρδιά.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη», Εκδόσεις Παπαδημητρίου)
- See more at: http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2015/06/blog-post_785.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed:+blogspot/hellas-orthodoxy+(Hellas-Orthodoxy)#sthash.68y7ideS.dpuf

26 Ιανουαρίου 2016

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα....-(Μή βιάζεστε...!)

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.
Γνωρίζω πολύ καλά πως την αγαπάς, μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.

-Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.
-Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ, της είπα έντονα.
-Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.
Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
-Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
-Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί, της απάντησα. Οι δυο μας μόνοι… Τί λες; 
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε:
-Θα το ήθελα πολύ.
Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό της παλτό , είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
-Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν, μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν "Η Πρώτη Κυρία της χώρας."
Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που "έπιαναν" τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. 
-Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;
-Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη, απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
-Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση, μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.
-Πώς πήγε το ραντεβού; θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
-Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα, της απάντησα. 
Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου "έφυγε" από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε: 
"Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!"
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως "ΣΕ ΑΓΑΠΩ".
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν. 
Εάν ζει η μητέρα σου… Απόλαυσε τη στιγμή. 
Εάν δεν ζει… Να τη θυμάσαι... 
Εάν έχεις μητέρα… Προώθησε αυτό κείμενο.
Αμέσως θα κάνεις κάποιον να αισθανθεί κάτι για κάποια που ξέχασε, για αυτό το υπέροχο ον που αποκαλείται… ΜΗΤΕΡΑ! 
Και να θυμάσαι πάντοτε: 
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!


Σημείωση δική μου:
Αν δάκρυσε κανείς...
...τα δάκρυα δεν ομορφαίνουν...μόνον τα μάτια...όπως λένε...
Ομορφαίνουν ,κυρίως, την ψυχή...και τη λειαίνουν...και τη γλυκαίνουν...και τη ζεσταίνουν...
Ι.Β.Ν.

24 Ιανουαρίου 2016

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ - Αχιλλέας Παράσχος, 1879

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ
Α’
Χριστέ ! σε τούτα τ’ άπιστα, καταραμένα χρόνια,
Που δεν πιστεύουν τίποτε, ούτ’ αγαπούν κανένα,
Που φως μας οδηγεί τυφλό και μας παγώνουν χιόνια,
Εγώ πιστεύω κι’ αγαπώ ολόψυχα Εσένα !
Πιστεύω σαν τη μάνα μου, πιστεύω σαν παιδάκι
Πίνω τα’αθάνατο νερό κι’ αφήνω το φαρμάκι.
-----
Δεν είμ’ εγώ απ’ τους σοφούς που βλέπουν στα σκοτάδια,
Κι’ απ’ της υγείας βγάζουνε φαρμάκι το χορτάρι,
Πώχουν το νου τους έρημο και την καρδιά τους άδεια,
Και την ελπίδα σβύνουνε στου τάφου το λιθάρι.
Τη σκοτεινή σοφία τους στον άδη την αφήνω,
Το φως κ’ Εσέν’ ακολουθώ και στο σταυρό σου κλίνω !
-----
Δεν έγεινα τόσο σοφός ακόμα για να σβύσω
Μονάχος την υστερινή ελπίδα …και δεν τρέχω
Εις τους πιθήκους, ευγενείς προπάππους να ζητήσω
Πατέρα το θεόπλαστο Αδάμ αρκεί να έχω.
Ας χαίρονται την υψηλή αυτοί καταγωγή τους,
Και την ελπίδα ας σβύνουνε με τη σοφή πνοή τους !
----
Όνειρα βλέπουν κ’ οι τυφλοί στου ύπνου την αγκάλη
Βλέπουν το φως που δεν μπορούν ημέρα να το ιδούνε,
Κι’ όταν ξυπνούνε, μένουνε σε μαύρη νύχτα πάλι
Μα στο σκοτάδι με το φως ονείρου περπατούνε…
Αφήστε τους, τον ύπνο τους φωτίζει ο θεός τους
Όταν ξυπνάτε τους τυφλούς, τους κλέβετε το φως τους !
-----
Τυφλός αν ήμαι, τ’ όνειρο του ύπνου μου με φθάνει
Βλέπω μακρύτερα μ’ αυτό τ’ αφώτιστο λαγκάδι,
Της χρυσαλίδος τα φτερά ο λύχνος στάχτη κάνει
Τυφλών’ η λάμψις η πολλή, το φωτεινό σκοτάδι.
Άστρα και ήλιοι της νυχτιάς γεμίζουν τον αιθέρα,
Όμως την νύχτα φαίνονται, δεν λάμπουν την ημέρα…
-----
Άχ ! ένα μόνο ξέρω φως που λάμπει και δεν βλάφτει,
Ακοίμητο, αβασίλευτο μες στην καρδιά μας ένα,
Όπου το δίνει ο Θεός κ’ η πίστις το ανάφτει,
Και δεν το βλέπουν των σοφών τα μάτια τα κλεισμένα.
Το φως αυτό δεν τώχουνε, στα σκότη περπατούνε,
Για τούτο κάτω πέφτουνε, γι’ αυτό παραλαλούνε.
-----
Κείνο που βλέπεις μέσα σου δεν βλέπεις με το μάτι
Κείνο που φθάνει η καρδιά ο νους δεν το εγγίζει.
Άσε το δρόμο τον πλατύ και πάρε μονοπάτι….
Απ’ το Σωκράτη πιο πολλά ένα παιδί γνωρίζει !
Με μάτι κύτταζε αγνό νάχης το νου γεμάτο
Ωσάν παιδί περπάτησε και δεν θα πέσης κάτω.
Β΄
Το γάλα που εβύζαξα στης μάνας μου τα στήθεια,
Που την καρδιά μου πλάτυνε και ψήλωσε το νου μου,
Δεν το πουλώ για σκοτεινή αμφίβολη αλήθεια,
Και δεν θρονιάζω το μηδέν στο θρόνο του Θεού μου !
Ωσάν τους πάππους μου κ’ εγώ θα ζήσω, θα πεθάνω,
Νάχω θεό κάτω στη γη, νάχω θεό επάνω.
-----
Τη θλιβερή μου τη ζωή μονάχος δεν γυμνώνω
Θέλω να έχω κάτι τι σαν φυλαχτό κοντά μου,
Όταν με δέρνη συμφορά, το μάτι να υψώνω
Και να δροσίζω με νερό ελπίδος την καρδιά μου.
Κι ’ όταν αγαπημένους μου στη γη ο χάρος βάλη,
Να λέγω " εταξείδεψαν, θ’ανταμωθούμε πάλι."
-----
Θέλω και γη και ουρανό να γεφυρώνη ελπίδα
Μαλλιά και μάτια αγγελικά να βλέπω στ’ όνειρό μου,
Τον τάφο μου αθάνατη να σχίζω χρυσαλίδα,
Και Παναγιάς χαμόγελο εις το προσκέφαλο μου…
Κι’ επάνω μου να βρίσκεται όταν κοιμούμ’ Εκείνος,
Πούναι θεός στον ουρανό κ’ εδώ αγγέλου κρίνος !
-----
Θέλω λαμπάδαις κίτριναις να παίρνω τη Λαμπρή μου
Μ’ ανθούς τον Επιτάφιο της Εκκλησιάς να ραίνω,
Αυγά να βάφω κόκκινα το Πάσχα στην αυλή μου,
Κ’ εις ΄ρημοκκλήσι κάτασπρο καμμιά φορά να μπαίνω.
Θέλω ν’ αγιάζη ο σταυρός στον τάφο το κορμί μου,
Και να μ’ ανάφτη ένα κερί θλιμμένο το παιδί μου !
Γ’
“Πιστεύω !” να τα φώτα μου το Ευαγγέλιο μου
Διαβάζω μ’ άδολη καρδιά κ’ ευρίσκω το Θεό μου.
Και πιο σκοτάδι, ποια νυχτιά αυτό δεν εξορίζει;
Σαν ήλιος κάθε του ψηφί και γράμμα με φωτίζει.
Βλέπω, ακούω το Θεό σε κάθε του σελίδα,
Και πιάνω με τα χέρια μου, την πιάνω την ελπίδα !
-----
Χριστέ μου ! στα πελάγη σου δροσίζω την ψυχή μου,
Και κρίνο κάνω κάτασπρο τ΄αμαρτωλό κορμί μου.
Ότι κι’ αν λένε, σ’ αγαπώ, Χριστέ, και σε λατρεύω
Όπου κι’ αν πας σ’ ακολουθώ, τους λόγους σου πιστεύω.
Δεν εξετάζω από πού ο ήλιος ανατέλλει
Ας έχω φως, κι’ ας έρχεται απ’ όπου και να θέλη.
-----
Ναι σαν τους πάππους μου κ’ εγώ θα ζήσω, θα πεθάνω
Με τ' όνειρο του ουρανού στους κόλπους Σου επάνω.
Άλλοι ας ονειρεύωνται θεό τον εαυτό τους,
Και ας αδειάζουν την καρδιά από τον θησαυρό τους.
Της περηφάνειας τα φτερά την ίδια την κρεμίζουν.
Όσοι αδειάζουν την καρδιά το νου τους δεν γεμίζουν !
-----
Ψυχή δεν είμαι που φωτιά του άδου τη γεννάει,
Και με την πίστι του Χριστού κοιμούμαι πλάϊ πλάϊ.
Η φύσις χέρια μού δωσε να κάνω το σταυρό μου,
Κι όχι φτερά για ν’ ανεβώ να ρίξω το Θεό μου.
Δεν έχω κύμα στη ψυχή και πάθη φλογοβόλα
Είμαι λαός εις την καρδιά, στο νου, σε πίστι, σ’ όλα !

Αχιλλέας Παράσχος, 1879
Σημείωση δική μου:
Σαν να γράφτηκε χτές .....
Ι.Β.Ν.

18 Ιανουαρίου 2016

Η ελληνική οικογένεια στο ...απόσπασμα!

Γράφει ο Αντιστράτηγος (ε.α) Νίκος Ταμουρίδης 
Επίτιμος Α' Υπαρχηγός ΓΕΣ 
Λίγο πριν το τέλος του ''έτους της εθνικής ντροπής 2015'', το μείζον των βουλευτών της Βουλής των Ελλήνων ψήφισε το λεγόμενο ''σύμφωνο συμβίωσης'' των ομοφύλων, επιφέροντας έτσι ένα ακόμη καίριο πλήγμα κατά του ιερού θεσμού της ελληνικής οικογένειας! Ένα συνονθύλευμα από εθνομηδενιστές, δειλούς, δήθεν προοδευτικούς, άθεους και απάτριδες εκτέλεσαν το καθήκον τους απέναντι στους ξένους πάτρωνές τους! Τα κόμματά τους δεν έχουν πλέον κανένα ηθικό δικαίωμα να αποτελούν οντότητες στην πολιτική γεωγραφία της χώρας, οι οποίες να διεκδικούν την ψήφο Ελλήνων πολιτών που έχουν γαλουχηθεί με τα νάματα της Ελλάδας και της Ορθοδοξίας. Προσωπικά τάσσομαι απέναντι με όλη μου τη δύναμη! 
Πριν προλάβει κάποιος δήθεν δημοκράτης και δήθεν ανθρωπιστής να χρησιμοποιήσει τους εύκολους λαϊκίστικους και ηλίθιους χαρακτηρισμούς της αριστερής προπαγάνδας, δηλώνω ότι φασισμός και ρατσισμός και κάθε είδους ...φοβισμός είναι να μην επιτρέπεται στον κάθε έλληνα πολίτη να έχει την άποψή του και να την παρουσιάζει ελεύθερα και δημοκρατικά! 
Διαφωνώ λοιπόν απόλυτα με αυτό που ψηφίστηκε. Για ένα πολύ απλό και λογικό λόγο.
Είναι δεδομένο (και όποιος δεν το δέχεται είναι κοινωνικά και επιστημονικά τυφλός) ότι οι ''ιδιαιτερότητες'' των ομοφύλων είναι ''παρά φύσιν'', αφού η φύση έχει ως αρχές της την ισορροπία και την διαιώνιση των ειδών και αυτές οι αρχές έχουν αποτυπωθεί στο σώμα των ανθρώπων και των ζώων με τις διαφορές κάθε φύλου και έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνική ζωή με τη συνεύρεση ανθρώπων διαφορετικού φύλου.
Επιπλέον, κατά τον Αριστοτέλη, επιδίωξη της ζωής του ανθρώπου είναι η ευτυχία, η οποία επιτυγχάνεται δια των αρετών. Η απόκτηση των αρετών προϋποθέτει φύση κανονική, μάθηση σωστή και άσκηση επίμονη και μακροχρόνια. 
Ας ζει λοιπόν ο καθείς όπως και με όποιον θέλει, ας κάνει τις όποιες επιλογές του, χωρίς να προκαλεί, κανείς δεν το απαγορεύει. Γιατί όμως αυτό να γίνεται επίσημα, με κρατική νομοθέτηση, παραβαίνοντας τους φυσικούς νόμους;
Γιατί θα πρέπει η πολιτεία να λέει ΝΑΙ σε οποιοδήποτε αίτημα ισχνών μειοψηφιών, παραβιάζοντας τα δικαιώματα των συντριπτικών πλειοψηφιών; Ακόμη κι αν θεωρεί ότι είναι θέμα σεβασμού της διαφορετικότητας (νέες έννοιες!), γιατί να πει ναι; Υπάρχει και το ΟΧΙ της αγάπης! 
Γιατί να υπακούει η Ελλάδα σε κάθε ξενόφερτη οδηγία ή κάθε ύπουλη εντολή από τους εντολείς της Δύσης, της Ευρώπης; 
Αλλά, ποιας Δύσης; Αυτής που απλώνει τα νύχια της για να ξεσκίσει τις σάρκες της αδύναμης Ελλάδας, εκμεταλλευόμενη βέβαια τις αμαρτίες των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών; Αυτής που με τις άστοχες ενέργειές της, βάζοντας φωτιά στην ευρύτερη περιοχή, μας γέμισε με αλλοεθνείς και αλλόθρησκους πρόσφυγες και μετανάστες αλλοιώνοντας την εθνική μας σύσταση;
Ποιας Ευρώπης; Της κόρης της Ύβρεως; Της οικτρά αποτυχημένης πολυπολιτισμικότητας; Του ψευδεπίγραφου ουμανισμού; Της σύγχρονης οικονομικής και κοινωνικής γκιλοτίνας; Αυτής που δεν της καίγεται καρφί για την τραγική κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα μας; Αυτής που νομιμοποιεί την παιδοφιλία και την κτηνοβασία και κάθε είδους ανωμαλία, στο πλαίσιο δήθεν της ιδιωτικής ελευθερίας και των προσωπικών δεδομένων; Ποιων προσωπικών δεδομένων; Αυτών που ήδη κατέχουν και ετοιμάζονται σε λίγο μέσω της κάρτας του πολίτη να μας μεταμορφώσουν σε ''μαρκαρισμένα'' ζώα;
Ας αφήσουμε λοιπόν τη παραφιλολογία αυτή κι ας δούμε κατάματα την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι μια. Θέλουν να μας διαλύσουν τελείως! Η πατρίδα μας δέχεται ένα ανηλεή πόλεμο από τους σύγχρονους βαρβάρους με την ανοχή ή και τη συνενοχή των ντόπιων εντολοδόχων τους. Ο βασικός στόχος τους είναι η ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας. Αφού κτύπησαν και διέλυσαν την πολιτική και την οικονομία, τώρα κτυπούν τα ''ιερά τέρατα'' της δόμησης του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα, την εθνική παιδεία και την οικογένεια. Με τη μέθοδο δε του σαλαμιού, ακολουθούν η εκκλησία και οι ένοπλες δυνάμεις.
Αντισταθείτε!

Σημείωση δική μου:
Τα σέβη μου Στρατηγέ !
Ι.Β.Ν.

13 Ιανουαρίου 2016

Για τις νύχτες του Γενάρη...

Ο Γενάρης του 1904. Ένα ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη
Είναι ένα από τα "Κρυμμένα" ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ποίημα μνήμης του απωλεσθέντος έρωτα. Το ποιητικό υποκείμενο τις "απελπισμένες νύχτες" του Γενάρη του 1904 ανακαλεί στη μνήμη του την οπτασία της ερωτικής μορφής που σβήνεται και χάνεται...
Κ. Καβάφης, Ο Γενάρης του 1904
A ! οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.

Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική. 
Edvard Munch, Αυτοπροσωπογραφία. Ο περιπλανώμενος της νύχτας. 1923-24. Μουσείο Munch. Όσλο.

12 Ιανουαρίου 2016

Καθηγήτρια της Έκθεσης προς παλιό μαθητή της: Μπερδεύτηκες;

Καθηγήτρια της Έκθεσης προς παλιό μαθητή της:

Μπερδεύτηκες και είσαι τώρα πελαγωμένος.

Ξέχασες το κείμενο του Τερζάκη μας που έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι δούλος ενός «μηχανισμού εξανδραποδισμού*» που δεν τον αφήνει να επιλέγει μόνος του για τη ζωή του, αλλά του υπαγορεύει τις ανάγκες του και τον σπρώχνει να προχωρά από τον ένα στόχο στον άλλο, να μη σταματά και τελικά να μην έχει ποτέ το αίσθημα της αυτάρκειας που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει ελεύθερος. Κρίμα που είχες γράψει και μια καλή έκθεση για τον αλλοτριωμένο άνθρωπο που την δύσκολη στιγμή διαπιστώνει ότι οι επιλογές του, οι σκέψεις του, οι επιθυμίες του, οι ιδέες του και τα συναισθήματά του δεν ήταν ποτέ δικά του και τότε αισθάνεται χαμένος και έωλος.
Ξέρω σε παρέσυρε η επικρατούσα αντίληψη. Μες στον ορυμαγδό πώς να ακουστεί ο Παπανούτσος μας που μιλούσε για τον «κοινωνικό κομφορμισμό**» για την «χειραγώγηση», για το «ένστικτο της αγέλης» και την «μαζοποίηση»; Πώς να σου έρθει στο μυαλό η γελοιογραφία μας που έδειχνε κάποιους νέους, άλλον με μακριά μαλλιά, άλλον με γένια, άλλον μ’ ένα περίεργο σκούφο, που έμπαιναν μέσα σε μια τεράστια κρεατομηχανή με επιγραφή το ΣΥΣΤΗΜΑ και βγαίνανε από την άλλη πανομοιότυποι, μοναχικοί και αξιολύπητοι σαν τα ανθρωπάκια του Γαϊτη;
Σε μαλώνω λίγο γιατί θέλω να γίνω ο καμπανοκρούστης της συνείδησής σου, γιατί θέλω να αντισταθείς, να σταθείς όρθιος και να βρεις λύσεις, γιατί θέλω να σε δω ευτυχισμένο, γιατί είμαι η δασκάλα σου.

Ανδράποδο*=άνθρωπος άνδρας, γυναίκα ή παιδί που αιχμαλωτίζεται στον πόλεμο, και μεταβάλλεται σε δούλο. Μεταφορικά αυτός που έχει το χαρακτήρα ανδράποδου, ο άβουλος, ο δουλοπρεπής. Στις εκφυλισμένες χώρες οι πολιτικοί καταντούν να είναι ανδράποδα των οικονομικών συμφερόντων
Κομφορμισμός**=προσαρμογή ενός ατόμου στις απαιτήσεις και στους τύπους συμπεριφοράς της ομάδας στην οποία ανήκει !

11 Ιανουαρίου 2016

6 Ιανουαρίου 2016

Τ΄ Αγια Θεοφάνεια ! Ο πλούτος και η ευτυχία-Γρηγορίου Ξενόπουλου

-Γιαγιά, άλήθεια άπόψε άνοίγει ό ούρανός;
-Ναί, παιδάκι μου, γιατί ξημερώνουν τ’ άγια Θεοφάνεια. Καί όποιος άγρυπνήση καί προφτάση σ’ έκείνη τήν άπόκρυφην ώρα.. 
-Τό ξέρω, γιαγιά μου, τό ξέρω μπορεί νά ζητήση ό,τι θέλει άπ' τό Θεό καί τού γίνεται.
-Ναί, μά φτάνει νά ζητήσης ένα πράμα μονάχα.
Τό παιδάκι άποφάσισε ν' άγρυπνήση, Κοντά στήν κάμαρά του άπάνω ψηλά ήταν ή πόρτα πού έβγαινε στό λιακωτό. Χωρίς νά τό ίδή κανείς, κουκουλώθηκε μέ τό παπλωματάκι του, πήρε τό προσκεφάλι του καί πήγε νά ξαπλωθή έκεί έξω. Δεν είχε φόβο κανένα. Ο παπάς είχε βγή έκείνη τήν ήμέρα μέ τήν άγιαστούρα του καί είχε διώξει όλους τούς καλικαντζάρους, πού περπατούσαν στή χώρα καί παίρναν τά παιδιά. Στή χειμωνιάτικη νύχτα τό ζέσταινε τό πάπλωμα καί ή έλπίδα.
Ήταν άργά. . . Σκοτάδι καί σιωπή άπλωνότανε κάτω σ' όλη τήν κοιμισμένη πόλη, Εδώ κι’ έκεί μονάχα έτρεμόκαιγε κανένα φανάρι σάν μάτι νυσταγμένο, καί τ' άγιασμένα νερά τής λίμνης έκεί πέρα έλαμπύριζαν στή μυστική άστροφεγγιά, Απέραντος θόλος σάν άπό μαύρο βελούδο, καρφωμένο με διαμαντένια καρφιά, τό σκέπαζει ό ούρανός, Καί τόν έκοίταζε μέ άνήσυχα μάτια τό παιδάκι καί περιμένει ήσυχα ν' άνοίξη, 'Ο,τι ζητούσε τότε θά γινόταν—μά φτάνει νά ζητούσε ένα μονάχα— καί τό παιδάκι είχε τό σκοπό του…
Οί ώρες περνούσαν έτσι καί οί πετεινοί, ζωντανά ρολόγια, τίς έλεγαν με τή βραχνή τους φωνή ο ένας στόν άλλον.
Ήλθε τέλος πάντων καί ή άπόκρυφη ώρα πού άνοιξε ό ουρανός, Μέσ' στήν άστροσπαρμένη μαυρίλα ξεπρόβαλε έξαφνα μιά λάμψη ζωηρή, πού έσβηνε όλα τ’ άστέρια, Ένα φως γλυκό χύθηκε τότε στήν κτίση, καί τ’ άγιασμένα νερά τής λίμνης έκεί πέρα έλαμψαν σάν άναμμένα,
Στό θέαμα αυτό τό παιδάκι τά σάστισε. Τού φάνηκε σάν νά είδε άγγέλους νά πετούν έκεί ψηλά μέσ' στό φωτεινό άνοιγμα καί ένα όλόχρυσο ποταμό νά τρέχη, τόν ούράνιο, καθώς λένε, ’Ιορδάνη... Στόν τρόμο του, στή θάμπωσή του, στή σαστιμάρα του, λησμόνησε τί είχε νά ζητήση καί έβλεπε βουβά. . .
Μονάχα τήν τελευταία στιγμή πού συνήλθε λιγάκι, επρόφτασε νά πή ένα λόγο. Καί σβηνόταν πιά ή θεία λάμψη, σάν άκούστηκε στόν άέρα τής νύχτας ή ψιλή φωνούλα τού παιδιού :
- Πλούτε !!
Εγύρισε τρέμοντας στό κρεβατάκι του. Σκεπάστηκε άπ' τό κεφάλι κι' έπροσπάθησε νά κοιμηθή. Μά τόν άφησε γιά πολλή ώρα άγρυπνο τό έκπληκτικό θέαμα άπ' τόνα μέρος πού έβασάνιζε άκόμα τά μάτια του, καί μιά άνήσυχη σκέψη άπό το άλλο, πού έβασάνιζε τό μυαλά του. . . Τί λαμπρό καί άπίστευτο θάμα ! Κά τόν άκουσε τάχα ό θεός ; 'Επρόφτασε νά μιλήση σέ κατάλληλη στιγμή; Άχ, καί θ ' άποκτούσε τόν πλούτο, τό ένα πράγμα πού ζήτησε μέ τήν καρδιά του τό φτωχό παιδάκι ;
Σάν άποκοιμήθηκε κατά το πρωί είδ’ ένα παράξενο όνειρο· ένα όνειρο τόσο ζωηρό, πού ακόμα καί τώρα δέν ξέρει έάν έκοιμώτανε πραγματικώς ή άν άγρυπνούσε με πυρετό,
Τού φάνηκε πώς μπήκε έξαφνα στήν κάμαρά του ένας άνθρωπος, Ήταν νέος, παιδί μάλιστα αμούστακο, Τό πρόσωπό του έλαμπε απ' τήν ομορφιά καί ή φορεσιά του άπ' τήν πολυτέλεια. Από πάνω ώς κάτω ήταν πνιγμένος στό χρυσάφι, στό μετάξι, στά πετράδια, Ένα σύννεφο κάτασπρο υποστήριζε τά πόδια του, Στά χέρια του κρατούσε ένα χρυσό ραβδί. Είχε φτερούγια χιονάτα καί χαμόγελο γλυκό.
—Νά με ! Τί μέ θέλεις ; είπε μέ τρυφερή φωνή.
—Άγγελος, …. εψιθύρισε τό παιδάκι τρομαγμένο.
—Δέν είμαι άγγελος, άποκρίθηκε ό νέος, είμαι ό Πλούτος πού ζήτησες άπόψε, 'Εκείνος πού όδηγεί τά βήματά μου είδε τή φωτιά τής καρδιάς σου καί μ' έστειλε. Μιά στιγμή πρωτύτερα άν πρόφθανες νά πής τ' όνομά μου, θάρχόμουν νά σέ φορτωθώ άνερώτητα. Μά τώρα πού άργησες νά μιλήσης καί έγινε ζήτημα άν έπρεπε νά σού γίνη ή χάρη ή όχι, άποφασίστηκε νά έλθω μονάχα νά σε ξαναρωτήσω... καί ό,τι μού πής θά κάνω. 'Επιμένεις άκόμα στό λόγο σου ; Κι μένα ζητείς καί έπιθυμείς πραγματικώς, άφού ξέρεις ότι μονάχα ένα πράγμα έχεις τό δικαίωμα νά ζητήσης ; Άν είν’ έτσι, πές μου το καί μένω μαζί σου γιά πάντα.
Τό παιδάκι πήρε θάρρος, βγήκε περισσότερο άπ' τό σκέπασμά του καί είπε :
-Σένα θέλω, Πλούτέ μου, σέ θέλω νά μείνης πάντα μαζί μου. Είδα ότι όλη ή εύτυχία βρίσκεται πάντα μέ σένα, καί άπό πολύν καιρό σύ είσαι τ’ όνειρό μου.
-Βλέπω ότι μ' άγαπάς πραγματικώς καί ήθελα νά μείνω μαζί σου... Αλήθεια ! Τί έμορφη ζωή πού θά περνούμε ! Παντού ό κόσμος θά σκύφτη στό διάβα μας σάν θά βγαίνωμε συντροφιασμένοι. Θά κατοικούμε σέ παλάτια όλομάρμαρα, θά κοιμώμαστε σε όλόχρυσο κρεβάτι, θά σκεπαζώμαστε με σεντόνια μεταξωτά, Τό γυαλιστερό άτλάζι καί τό χνουδωτό βελούδο θά μάς τριγυρίζουν παντού, στό πάτωμα, στους τοίχους, στό ταβάνι, στά καθίσματα, παντού όπου θ’ άκουμπά τό κορμί, ή θ’ άναπαύεται τό βλέμμα. Θά φορούμε λαμπρά φορέματα καί στολίδια, Θάχωμε δούλους καί δούλες καί γνώριμους πολλούς. Βαλσαμωμένος θά είναι ό άέρας πού θ' άναπνέωμε άπό τάνθη καί τά μυρωδικά, Τό τραπέζι μας θά λάμπη στό χρυσάφι καί στό κρύσταλλο, θά βγαίνωμε στόν περίπατο με άμάξια καταστόλιστα, θά πηγαίνωμε στά θέατρα, στους χορούς, στά ιπποδρόμια, πάντα στήν καλύτερη θέση. Θά ταξιδεύωμε με κάθε άνεση τό καλοκαίρι ή τό χειμώνα, Καί θά έχωμε μέσα σε μιά κάμαρα, ζεστή σά φωλιά, ένα ντουλάπι λουστραρισμένο με πολλά κλειδιά, γεμάτο χρυσά φλωριά τόσα, ώστε νά μπορούμε να κάνωμε κάθε επιθυμία, πού ήθελε μάς γεννηθή.....
—Ά ! Τί καλά ! έφώναξε τό παιδάκι, καί τό γέλιο δέν θά λείπη άπ’ τό χείλι μας καί ή χαρά άπ' τήν καρδιά μας. Κάθισε, Πλούτο μου. θέλω νά είμαι μαζί σου δοξασμένος καί ευτυχής.
'Ο νέος έχασε μέ μιάς τό γέλιο του, άκούμπησε άπάνω στό ραβδί του καί είπε μέ περίλυπη φωνή :
—Αύτό είναι ίσα-ίσα πού θέλω νά σού πώ,.. ’Εγώ δέν μπορώ νά σού εγγυηθώ ότι δέν θά λείπη άπ' τό χείλι σου τό γέλιο καί άπ' τήν καρδιά σου ή χαρά... Ά, όχι, όχι..
—Μά γιατί ;
—Γιατί ;... Δίν σε άφησε ,λοιπόν ή άγάπη πού μου έχεις νά τό σκεφθής ποτέ... Καί τί μπορώ τάχα νά σού κάμω έγώ, όταν θά έρχεται ό πόνος καί ή θλίψη; Ποιός ξέρει άν δεν θά με θέλης γιά νά πληρώνης πάντα γιατρούς καί γιατρικά ; Ποιός σούπε πώς μαζί μου δέν θά δοκιμάσης ποτέ άγωνία βασάνου σέ δικαστήριο ; Ποιός σού είπε πώς δεν θά σέ πληγώση ό θάνατος σ' ό,τι έχεις πιό άγαπημένο στόν κόσμο καί πολύτιμο;.. Ποιός σού είπε άν μ' έμένα θά βρής τήν άληθινή άγάπη, τήν άδελφική φιλία έκείνη πού θέλεις, καί τί θά σού χρησιμεύω σάν θα σε μαχαιρώνη ή άχαριστία, ή κακία, τό ψέμα, ό φθόνος, ή έπιβουλή ;... Ποιός σού υποσχέθηκε ότι μαζί μου θ’ άπολαύσης τίς χαρές τής καλής καρδιάς, τού φωτισμένου μυαλού, τής καθαρής συνειδήσεως ; Ποιος σ' έβεβαίωσε ότι στό σπίτι σου θά βασιλεύη ή τιμή, ή άγάπη, ή χαρά, ή άρμονία; Ά, πόσο έστάθηκες, παιδάκι μου, άπατημένος ! 'Εγύρεψις άπό μένα έκείνο πού έπρεπε νά γυρέψης άτό τήν Ευτυχία.
— Άπό τήν Ευτυχία ,.. ψιθύρισε το παιδάκι μέ άπελπισμένη φωνή.
— Μάλιστα, άπό τήν Εύτυχία. Καί πώς; δέν τήν ξέρεις ; Είν' ένα κοριτσάκι μικρό αυτή ή Εύτυχία, έμορφο, γελαστό, μέ κάτασπρη άπλή φορεσιά σάν τό χιόνι. Φιλία σταθερή μαζί της δέν έχομε, γιατί μ’ άφήνει τίς περισσότερες φορές καί πηγαίνει μέ τή Φτώχεια, όπως κι έγώ πηγαίνω καμμιά φορά μέ τή δυστυχία. Τί τά θέλεις, παιδί μου !  Αυτή είναι δώρο άληθινό καί άπόλαυση ! Τήν άκολουθεί σά σωματοφυλακή ένα πλήθος παιδάκια μέ γέλια καί φωνές, πού γεμίζουν τόν άέρα Αύτή μονάχη είναι ίκανή, όταν σέ πάρη καί σένα στήν άκολουθία της, νά σέ κάμη νά μή λείπη άπ' τό χείλι σου τό γέλιο καί άπ' τήν καρδιά σου ή χαρά, άδιάφορο άν θά κατοικήτε στήν καλύβα ή στό παλάτι, άν θά φορήτε χρυσά ή κουρέλια.
—Πλούτε μου, καλέ μου φίλε, συγχώρησέ με, δέν τό σκέφτηκα. 'Εκανα λάθος. Τήν εύτυχία έπρεπε νά ζητήσω, τήν Ευτυχία ζητούσα, τήν Εύτυχία ζητώ. 'Ενα πράμα μονάχα, βλέπεις, μού είναι συχωρεμένο νά έχω καί άλλο καλύτερο άπ’ τήν Ευτυχία δέν υπάρχει... άχ, ούτε σύ, καλέ μου Πλούτε ! Τό βλέπω, τώρα τό έννοώ.
-Θέλεις λοιπόν τήν Ευτυχία. Καλά, έγώ φεύγω, Καί φεύγω άκουσε, όχι γιατί δέν μέ θέλεις, άλλά γιατί δέν επρόφτασες νά μέ ζητήσης τήν κατάλληλην ώρα. Τί τυχερός πού στάθηκες.  Άλλοιώτικα δέν θά έφευγα άπό κοντά σου καί θά ήταν περιττή κάθε σου μετάνοια... Χαίρε, είπε ό Πλούτος κ’ εξαφανίστηκε.
Τό παιδάκι έδόξασε τό θεό. Ετσι είχε καιρό πάλι τού χρόνου, και φωτισμένο καί πιό ήσυχο, ν’ άγρυπνήση τήν ίδια νύχτα καί νά ζητήση άπ' τόν ουρανό τήν Εύτυχία, μονάχα τήν Ευτυχία.

Γρηγορίου Ξενόπουλου
Από το Βιβλιο Νεολληνικά Αναγνώσματα δια τους μαθητές Α Τάξης
Βιβλιοπωλείον Ιωάνης Σιδέρης 1924