ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

4 Δεκεμβρίου 2019

Βαρυχειμωνιά- Ένα Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη του 1891

Βαρυχειμωνιά

Ένα Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1891)
Όταν εξημέρωσε, το χωρίον ευρέθη κουκουλωμένον από άσπρο-άσπρο χιόνι. Και δεν ήτο ολίγον το λευκόν του χειμώνος προϊόν. Είχεν, αν αγαπάτε, τριών σπιθαμών πάχος, αρκετόν ώστε να βυθίζωνται οι πόδες των διαβατών μέχρι του γόνατος, και να διακοπή η συγκοινωνία των γυναικών μετά των φούρνων και των κήπων, των μόνον οδοιπορικών γραμμών, αίτινες εις τα χωρία διατελούσιν υπό την αποκλειστικήν χρήσιν των γυναικών.
Οδοί και στενωποί και καταλύματα, όλα έγειναν έν λευκότατον και καθαρώτατον στρώμα, μέσα από το οποίον ανέκυπταν οι οικίσκοι του χωρίου, λευκοί και αυτοί ως κύκνοι εντός παγωμένης λίμνης.

Τα πτηνά εσάστισαν απωλέσαντα το προσφιλές των πράσινον χρώμα της χλόης και με ημικλείστους τας πτέρυγας εσύροντο, εσύροντο, και είτα εκοκκάλοναν, ημιβυθιζόμενα επί της αφράτης χιόνος, αν δεν επρολάμβανον να πετάξωσιν επί της στενής αμμώδους παραλίας, ήτις — μια λωρίδα μόνον — έμενεν ελευθέρα ως τεφρόχρουν πλαίσιον της λευκής εικόνος.
Αι θύραι των χθαμαλών οικιών ήσαν ημίχωστοι εις την χιόνα, επί δε των στεγών εσωρεύθησαν βαρείς όγκοι στρογγυλούμενοι εύμορφα προς τα εμπρός και κλίνοντες προς τα γεισώματα, όμοιοι προς τα ρευστά σώματα, σαν άσπρα σύννεφα, τα οποία έμελλον, λέγεις, να καταρρεύσωσι, κι' επάγωσαν μετά την πρώτην κλίσιν των.
Το λευκόν θέαμα ήτο ιδίως γραφικόν εν τη μικρά της πόλεως αγορά, όπου αι αναδενδράδες επί ξυλίνων δοκών σκιάζουσι το θέρος τας εισόδους των καφενείων μέχρι του κρηπιδώματος της ακτής. Ήδη τα άφυλλα κλήματα, τα προτείνοντα ατάκτως και περιπλέγδην τας γυμνάς κληματίδας των, εφορτώθησαν ως με χιονώδεις χονδράς δαντέλλας, ως με αφρωτούς βαμβακερούς κροσσούς άλλους ως φούνταις και άλλους ως λοφιάς, ώστε εσχηματίσθησαν έκπαγλοι αποκρυσταλλώσεις, οποίαι γίνονται εμβαπτιζομένων των φυτών εις τα λουτρά της Αιδηψού· τόσον δε ηραιωμένη ήτο και αραχνοϋφής εκεί επάνω η χιών, ώστε ηδύνατο να εκλάβη τις αυτήν ως άνθος και φύλλα των αναδενδράδων χειμερινά εξ αλαβάστρου, άτινα μάτην θα προσεπάθει να φαντασθή η τέχνη. Μερικά μάλιστα απεξηραμμένα τσαμπιά σταφυλών, χιονισθέντα ήδη και κρεμάμενα μαρμάρινα υπό μαρμαρίνην χιονόλευκον στοάν, παριστών ωραίας ρώγας χιονώδεις, αι οποίαι ίσως δεν θα εξηπάτων τα πτηνά, ως συνέβη τούτο επί εζωγραφισμένων σταφυλών του αρχαίου ζωγράφου, αλλά θα επεθύμει τις όμως να τας επιπίλιζε πρωί-πρωί μετά ιδιαιτέρας ηδυπαθείας παγωτού.
Αλλά και μικρά τινα πλοιάρια, ηγκυροβολημένα εκεί εμπρός συνεπλήρουν την χιονώδη εικόνα των φανταστικών δημιουργημάτων της νυκτός εκείνης, ανυψούντα χιονισμένους ιστούς, με αλαβάστρινα προσδεδεμένους σχοινία, ενώ αι κωπασταί αυτών μετεμορφώθησαν εις έντεχνα ναυπηγικής στολίσματα, έργα μυστικά της απαλής του χειμώνος κόρης. Όσα δε πάλιν ήσαν προσδεδεμένα εγγύς της χιονισμένης αποβάθρας ενόμιζέ τις ότι εφόρτωνον χιόνι.
Ο άνεμος είχε κοπάσει· πλην ο ουρανός ήτο φαιός ακόμη και κάτωχρος, ως όταν χιονίζη, όλος μίαν συνεχή νεφελώδη μάζαν αποτελών, εν η δεν διεκρίνετο χαραυγή τις, ουδέ η θέσις του ηλίου, όστις προ πολλού είχεν ανατείλει. Ενίοτε δε ενεφανίζοντο ακόμη καμαρωταί-καμαρωταί, αραιαί τίνες νιφάδες, απαλαί, αβραί και αστεροειδείς, πάλλευκα, λέγεις, αστεράκια εκ ζύμης, τα οποία αόρατος χειρ εσκόρπιζεν ως χαιρετισμούς ραίνουσα το χωρίον μου, την λευκήν νύμφην, από του αχανούς ύψους, του οποίου ο θόλος εφαίνετο ότι πάρα πολύ είχε προσεγγίσει προς τα κάτω.
Αι νιφάδες αι μετ' ελαφρών στροβιλισμών χαριέντως κατερχόμεναι, και η παρατηρουμένη ανεπαίσθητος μελανή φρικίασις της θαλάσσης, η ρυτιδούσα πενθίμως τον λιμένα, ήσαν το μόνον κινούμενον και ζων σημείον επί της νεκράς ακινησίας του χιονισμένου χωρίου.
Ουδεμία άλλη κίνησις εσημειώθη την πρωίαν εκείνην, πλην του κώδωνος της γειτονικής εκκλησίας όστις αργά και αυτός εκρούσθη, κούφια-κούφια, ως να ήτο η εκκλησία μακράν εις το βουνόν, και των κραυγών των ορνίθων, αίτινες λησμονήσασαι να παρατηρήσωσι καλά, εξήλθον πρωί-πρωί των ορνιθώνων προς βοσκήν, και αίφνης ευρεθείσαι επί του λευκού και απαλού εκείνου λειβαδίου εβυθίσθησαν με τας πτέρυγας ανοικτάς, αι δείλαιαι, και εκραύγαζον θλιβερώς, αισθανθείσαι τον παγετόν του θανάτου.
***************
— Δε σ' τάλεγα, Κρατήρα;
Είπε προς την σύζυγόν του, εγερθείς την πρωίαν εκείνην ο μπάρμπα- Σταύρος, εννοήσας δ' εκ της νεκρικής σιγής των έξω ότι είχε χιονίσει.
— Για τ' μοίρα μ' πλειο! Τέτοια μέρα! — ήτο παραμονή των Χριστουγέννων — απήντησε πενθίμως η Κρατήρα, χασμωμένη και σουφρόνουσα περί τον κυρτούμενον προς τα εμπρός λαιμόν τους ημιγύμνους ώμους της· κομβώσασα δε και περιζώσασα καλώς χονδρήν λευκήν φανέλλαν — μόλις εγερθείσα — προσεπάθει ν' ανάψη το πυρ της εστίας.
Ο μπάρμπα-Σταύρος ρίψας εις τους ώμους του — αναπεταρίκι — μίαν παλαιάν γούναν, και χουχουλίσας τας χείρας του, και θωπεύσας είτα προς τα κάτω ως διά κτενίου τους μύστακάς του τους στακτερούς, ένθεν και ένθεν, ήνοιξεν ανυπόμονος το παράθυρον προς την οδόν διά να ίδη.
— Δεν έχ' π' θενά σήμερα! επανέλαβε.
— Νά τα! Νά τα! εψιθύριζε και η Κρατήρα σωρεύουσα πολλά φλέσσουρα εις την πυράν, ξηρά προσανάμματα.
— Ένα μπόι, Κρατήρα! επανέλαβεν ο μπάρμπα-Σταύρος, χαρμοσύνως θεωρών το πάλλευκον χρώμα της χιόνος.
— Νά τα! Νά τα! είπε πάλιν η Κρατήρα, γυνή υψηλού αναστήματος, μελάγχρους και χαρίεσσα, με ωραίους μαύρους μεγάλους οφθαλμούς και καστανήν κόμην. Αν και είχεν υπερβή τα τεσσαράκοντα έτη, όμως εφαίνετο ως εκ της ανθηράς υγείας της μόλις τριακοντούτις· διό πολύ εκαμάρωνεν ο μπάρμπα- Σταύρος, όταν του έλεγαν οι φίλοι του βλέποντες αυτόν πάντοτε φαιδρόν θωπεύοντα τον μύστακά του τον στακτερόν.
— Βέβαια, μπάρμπα-Σταύρο, το στρίβεις. Το ξέρω κι' εγώ! Είχεν ανάψει πλέον το πυρ η Κρατήρα·και ήδη κατεγίνετο να καθαρίση την ευρύχωρον εστίαν εν τη γωνία της οικίας, σαρώνουσα με μικράν εκ πτερών όρνιθος σκουπίτσαν την στάκτην και τα λοιπά λείψανα της αποβραδυνής φωτιάς.
— Άιντε τώρα να ζυμώσης και να πας 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!
Παρετήρησε πάλιν με το ειρωνικόν του μειδίαμα ο μπάρμπα-Σταύρος θωπεύων τον μύστακά του μετ' ενδομύχου ευχαριστήσεως. Κ' ενώ η Κρατήρα θλιβερώς έβλεπε την χιόνα ελθούσα εις το παράθυρον συμμαζευμένη εις την φανέλλαν της την καθαράν, ο μπάρμπα-Σταύρος προσεπάθει να ενδυθή τα τραχέα της εργασίας του ενδύματα, συνεχώς επαναλαμβάνων μετά φαιδρότητος.
— Άιντε τώρα 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!
— Δεν είνε τίποτα, παρετήρησεν η Κρατήρα, τώρα σε 'λίγο θα λυώση.
— Ναι, καρτέρ' να λυώση! απήντησεν ο μπάρμπα-Σταύρος. Ούτε με μια βδομάδα δεν θα λυώση.
Ο μπάρμπα-Σταύρος, κοντός και ευτραφής άνθρωπος πεντήκοντα και πέντε ετών, φαιδρός και γελαστός κτηματίας, με πολλούς ελαιώνας, έν μόνον είχεν ελάττωμα. Ήτο ο δυστυχής φιλάργυρος εις τα παραμικρά. Χωρίς παιδιά — η Κρατήρα, ήτο στείρα η ταλαίπωρος, — με τόσα κτήματα, αφειδώς δαπανών διά να τα καλλιεργή και να τα αυξάνη, εστενοχωρείτο τας καλάς ημέρας να βλέπη την γυναίκα του ζυμόνουσαν πολλά και μεγάλα ψωμία εξ αλεύρου της φάμπρικας, ενώ αι αποθήκαι του μπάρμα-Σταύρου έγεμον σίτου εγχωρίου. Ιδίως όμως εστενοχωρείτο το Πάσχα, και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ότε η ευλογημένη η Κρατήρα δεν έκαμνε νισάφι.
— Τι τα θέλ' ς, καϋμένη, τόσα πολλά; τα παιδιά έχεις;
Παρετήρει ο μπάρμα-Σταύρος βλέπων την Κρατήραν να επιστρέφη εκ του φούρνου την παραμονήν φορτωμένην απάν-'πανωτού τα χριστόψωμα με το σάμι και το μαυροκούκι. Και έλεγεν υπό τους στακτερούς του μύστακας:
— Θέλα φυτέψω ένα στρέμμα εληαίς με τα έξοδα αυτά τα χαμένα.
Δεν ετόλμα και φανερά να την επιπλήξη, διότι την ηγάπα την ωραίαν Κρατήραν. Την συνεβούλευε μεν προηγουμένως, πλην αφού δεν ήκουε, τι να κάμη;
— Να φέρω σύγχυσι και ταραχή; έλεγε κατ' ιδίαν.
Και πάλιν κολακεύων την αδυναμίαν του εψέλλιζε:
— Θα στρώση! Θα στρώση!
— Τώρα Μπάρμπα-Σταύρο, που εγήρασε σχεδόν;
Να τω είπη κανείς.
Αλλά και πάλιν καταπαύων την οργήν του επανελάμβανε.
— Πρέπει να τώχη ο άνθρωπος!
Η Κρατήρα όμως το έκαμνε και από επίδειξιν — νοικοκυρά αυτή με τόσα περιβόλια — αλλά ηρέσκετο και εις την φλυαρίαν των φούρνων. Διότι, ως γνωρίζετε, εις τα χωρία υπάρχουσι καφενεία διά τους άνδρας, και φούρνοι διά τας γυναίκας. Διά τούτο πολλάκις η Κρατήρα, αν και είχε ψωμίον, εύρισκεν αφορμήν να ζυμώση, για φρέσκο τάχα — πότε πίττα, πότε τυρόπιττα, διά να μανθάνη εις τον φούρνον τα νέα της γειτονίας της και του χωρίου.
Ενίοτε όμως ο μπάρμπα-Σταύρος εθύμωνεν. Όσον επιεικής και αν είνε κανείς, πάντοτε είνε καμωμένος από νεύρα. Βλέπων τα ράφια γεμάτα ψωμία, εις δε την τράπεζαν παρατιθεμένην κάτασπρην πίτταν, ωργίζετο, πλην εις βάρος του, διότι έτρωγεν αρπαχτά την ζεστήν πίτταν, — εζήλευε να τρώγη η Κρατήρα φρέσκο, και αυτός ξηροκόμματα, ως τα έλεγε τότε τα ψωμία από την ζήλειαν του — και έπιπτεν όλη εις το στομάχι του και παρεπονείτο την νύκτα.
Διά τούτο λοιπόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ιδών την χιόνα εχουχούλιζε τας χείρας του όχι τόσον ένεκα του ψύχους, όσον ένεκα της χαράς του, ότι η ανάγκη θα υπεχρέου την ευλογημένην Κρατήραν να κάμη οικονομίαν. Ποίος θα της φέρη τ' απαιτούμενα με τοιούτον χειμώνα, ποίος θα υπάγη εις τον φούρνον;
Τέλος ενεδύθη ο Μπάρμπα-Σταύρος, εφόρεσε το γεράνιο χειρίσιο βρακί του, το χονδρόν αμπαδίτικο γελέκι του, καταβαίνον μέχρι του υπογαστρίου με μαύρα στρογγυλά κομβία βαμβακερά, με μικραίς γιαλιστεραίς και μεταξωταίς φουντίτσαις, βιομηχανίαν της Χαλκιδικής, ενεδύθη καλά πλέον την παλαιάν και τριμμένην γούναν του και εζήτει τώρα τα υψηλά ναυτικά υποδήματά του, διά να εξέλθη μέχρι του καφενείου.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν κούφια πατήματα επί της χιόνος, έξω, και συγχρόνως φωνή παγωμένη.
— Άιντε, Μπάρμπα Σταύρο; Τι κάνεις; Πάνε η εληαίς!
— Ωχ! Ωχ! εκραύγασε τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος, ως να επόνεσεν αίφνης η καρδία του. Δεν το είχε σκεφθή αυτό, από την χαράν του, ότι ένεκα της χιόνος θα έκαμνεν οικονομίαν.
Ο φαιδρός πάντοτε γέρων αίφνης εμελαγχόλησε και συνωφρυώθη. Θαρρείς και η ψυχρά θέα της χιόνος, ην με τόσην περιπάθειαν έβλεπε προ μικρού, εζωντάνευσε μυστηριωδώς, και κρυσταλλωμένη τον ερράπισε τον δυστυχή φιλάργυρον.
— Έρμαις εληαίς! εψιθύρισε. Τέλος πάντων ο άνθρωπος ποτέ δεν απομένει ευχαριστημένος εις αυτόν τον παληόκοσμον! Κερδίζομεν από την μια μεριά τα έξοδα του φούρνου, χάνομεν από την άλλη τα δέντρα κ' έχουν μαξούλι ακόμη. Έρμαις εληαίς!
Και έχωσε μετά ταύτα τους δύο κοντούς και χονδρούς πόδας του μέσα εις τα βαρέα και βαθέα ρωσσικά υποδήματα, σκληρά και άκαμπτα ως εξ ελάσματος σιδήρου, αφού πρώτον η σύζυγός του εξετίναξε την επ' αυτών επικαθημένην κόνιν, καταβιβάσασα αυτά από τινος δοκού της αφατνώτου οροφής, αφ' ης εκρέμαντο όλον το έτος ως δύο γίγαντος πόδες μαύροι, μέχρι του γόνατος κομμένοι.
— Για πού χαζιρεύεσαι; ηρώτησεν η Κρατήρα.
— Δεν τάκουσες; Πάνε η εληαίς! απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και εκτύπα εις το σανιδένιον πάτωμα της οικίας τους βαρείς πόδας του εναλλάξ, όπως εφαρμόση αυτούς ακριβώς εντός των ρωσσικών υποδημάτων και βαδίζη χωρίς να πονή.
— Κάμε γλήγορα Κρατήρα! είπε ταχέως μπουρμπουλλίζων τας λέξεις ο γέρων, ως άνθρωπος βιαζόμενος. Δόσε μου το τσίπουρο!
— Με τα σωστά σου, Σταύρο; Παρετήρησεν εκπεπληγμένη η Κρατήρα, ήτις, προ της απροσδοκήτου αυτής ιδέας του συζύγου της να εξέλθη εις τον ελαιώνα, εύρε πολλήν την χιόνα και άβατον, ην πρότερον έκρινεν ολίγην, κολακεύουσα την αδυναμίαν της ως προς τους φούρνους.
— Με τέτοιο χιόνι!, επανέλαβε πάλιν η Κρατήρα και προσήνεγκε εις τον σύζυγόν της την μποτίλιαν με το τσίπουρο.
— Κάθε ένας με την ιδέαν του γυναίκα. Εσύ προτήτερα για τον σκοπόν σου το εύρισκες ολίγο το χιόνι, εγώ τώρα για τον σκοπό μου το βρίσκω πολύ. Πάνε, κακομοίρα, η εληαίς, πάνε!
Είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και ροφήσας μια, κατέβασεν ως την μέσην την μποτιλίτσα, υπολογίζων ότι είχεν ανάγκην ικανού θερμογόνου.
— Δεν βλέπεις, πώς τρέχει ο κόσμος πρωί πρωί, μόνε θέλεις ν' αφήσουμε τα χτήματά μας;
Παρετήρησεν ο Μπάρμπα Σταύρος.
Και αληθώς είδον και οι δύο από του παραθύρου να διέρχηται ο κράξας απέξω πρότερον: «άιντε Μπάρμπα Σταύρο,» με υποδήματα μεγάλα, με σουρτούκο μακρύ αμπαδένιο, με κασκέτο εκ δέρματος προβατίνας μαύρης, ακατεργάστου, ως μαλαχτάρι, και με ένα μάλλινον με πρασινοκόκκινα λωρία μανδήλι ως ζωνάριον περί τον λαιμόν, κρατών εις την κόκκινην εκ του ψύχους χείρα του βαρύ και μακρύ κοντάριον, και βυθιζόμενος εις την μαλακήν χιόνα βήμα προς βήμα, ήτις έτριζε πενθίμως υπό τα βαρέα υποδήματά του κατακαθίζουσα.
Αυτός ήτο ο πρώτος όστις διήρχετο προ της οικίας του Μπάρμπα- Σταύρου σχηματίζων επί της ηπλωμένης χιόνος μετά κόπου τα πρώτα ίχνη του ντορού, άτινα κατόπιν του έχαινον βαθέα, ως χωθέντα και απομείναντα εκεί κενά υποδήματος.
Άλλος κανείς δεν διήλθε, πλην ο γέρων κτηματίας εν τω φόβω του παρίστα τον κράξαντα ως όλον τον κόσμον, φαντασθείς ότι όλοι οι χωρικοί θα εξέλθουν με υποδήματα και με κοντάρια διά να ξεχιονίσωσι τας αθλίας ελαίας.
Ο Μπάρμπα Σταύρος ακολούθως εφόρεσεν ένα κόκκινο μισοτριμμένο φέσι χωρίς φούντα, το εστήριξε διά συνήθους μανδηλίου σφιγκτά πέριξ, και εζήτησε το βαρύ κοντάριον.
Έως ότου δε η Κρατήρα κομίση τούτο από το κατώγειον, συγκοινωνούν μετά της οικίας διά κλαβανής, αφανούς του πατώματος θύρας, ηκούσθη άλλη φωνή έξω.
— Ακόμα, Μπάρμπα-Σταύρο! Πάνε η εληαίς, όλαις σπάσανε!
— Ωχ! ωχ! απήντησε πάλιν ο φιλάργυρος γέρων, ως να επόνεσεν η καρδιά του πάλιν.
Και είδεν από το παράθυρον τον δεύτερον χωρικόν, όστις διήρχετο χωνόμενος εις τα ίχνη του πρώτου — ευκολώτερον — με τσαρούχια χονδρά ούτος και χονδραίς μάλλιναις κάλτσαις ποιμένος, με χονδρόν εγχώριον παντελόνι ως πάνναν ελαιοτριβείου, και με μίαν βαρείαν και ογκώδη ποιμενικήν κάπαν, κουκουλωμένος την κεφαλήν με την κατσούλαν της, και φανερόνων μόνον αγκυλωτούς μύστακας μαύρους και πώγωνα τραχύν αξύριστον, εν ώ αι σκληραί της κάπας του άκραι παρέσυρον την χνοώδη της χιόνος επιφάνειαν.
Εν ώ δε ο Μπάρμπα-Σταύρος με όλας τας διαμαρτυρίας της συζύγου του ητοιμάζετο να εξέλθη και αυτός εις τον ελαιώνα κρατών το βαρύ κοντάριον, ηκούσθη εις την αυλήν οξύς γρυλλισμός, ως να εμουρμούριζεν ιδιότροπος θυμώδης γέρων.
— Το γουρνόπουλο, Κρατήρα· είδες; εξεχάσαμε το γουρνόπουλο.
Και ανοίξας την θύραν πάραυτα είδεν υψηλόν εμπρός τοίχον εκ χιόνος, κοκκωτής αυτής, ουχί βαμβακοειδούς, ως αποκρυσταλλωθείσης εν τη στενή και ψυχρά αυλή.
Κοντός ως ήτο ο Μπάρμπα-Σταύρος έκαμνε να ίδη προς τα έξω, αλλά πού να φθάση εκείνο της χιόνος το ύψος.
Και ηκούετο μετά πόνου ο γρυλλισμός του χοιριδίου, το οποίον ανεστέναζε κάτω από τα ψυχρά εκείνα έγκατα της χιόνος.
— Το φκυάρι, Κρατήρα, γρήγορα το φκυάρι!
Και λαβών ο γέρων μικρόν κ' ελαφρόν πτύον σιδηρούν ήρχισε πάραυτα να σκορπίζη την απαλήν και παρθενικήν χιόνα, εδώ κ' εκεί σωρεύων αυτήν, και προσπαθών να διανοίξη πρόχειρον δίοδον προς την θύραν της αυλής, και προς το μέρος όπου ηκούετο ο γρυλλισμός του χοιριδίου.
— Το καϋμένο το γουρνόπουλο, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταύρος καταγινόμενος εις αυτήν την εργασίαν. Σε ξεχάσαμε κατακαϋμένο!
Κ' εκεί είδε τότε υπό την χιόνα σκάφην ξυλίνην ορθίαν εστηριγμένην επί του τοίχου, υπό την οποίαν ευκίνητον εγρύλλιζεν έν παχουλόν χοιρίδιον τεσσάρων το πολύ οκάδων, όπερ φαίνεται την νύκτα εννοήσαν το κακόν, εχώθη υπό την παρατυχούσαν εκεί σκάφην, το ευφυές ζώον, και εσώθη από βεβαίου παγερού θανάτου. Βλέπον δε εαυτό περιτριγυρισμένον από τον λευκόν και αδιάβατον εκείνον τοίχον εγρύλλιζε κάμνον γνωστόν εις τον κύριόν του τον κίνδυνον.
— Φθηνά την γλύτωσες, κατακαϋμένο, έλεγεν ο γέρων θωπεύων το παχουλόν χοιρίδιον και τους μύστακάς του συγχρόνως, εφ' ων επήγνυτο κρυσταλλουμένη η αναπνοή του.
— Να ιδούμε όμως τι θα πάθης έπειτα, καϋμένο! Εξηκολούθει ο Μπάρμπα-Σταύρος. Αν εγλύτωσες από το χιόνι, από εκείνο όμως που σε περιμένει δεν θα γλυτώσης!
Και το εχάιδευε. Και έτρεχεν εκείνο αστραπηδόν και πάλιν ίστατο και πάλιν ξανάτρεχε, εντός της οικίας γρυλλίζον με χαράν τώρα, εν ώ δύο γάτοι, άρρενες μεγάλοι και γηραιοί με παχείς λαιμούς και στιλπνόν κοκκινόλευκον τρίχωμα, το έβλεπον μελαγχολικώς μακρόθεν, κάμνοντες τάχα πως εκοιμώντο, καθήμενοι επί των οπισθίων ποδών παρά την θερμαίνουσαν εστίαν, ως δύο καπνοδοχεία παριστώντα γάτους.
Τωόντι δε ήτο πολύ συμπαθητικόν το μικρόν γουρουνόπουλον. Απαλόν, με καθαρόν ύπωχρον τρίχωμα, με το ρύγχος του προς τα κάτω και με τους ακινήτως παρατηρούντας το δάπεδον πονηρούς οφθαλμούς του, και με την μικράν ουρίτσαν του και εστριμμένην ως ξεφτισμένην φούνταν, ήτο ως να το έβλεπε κανείς ψητόν επί του λάμποντος ταψίου, με σταυρωμένα τα ποδαράκια του, κυρτωμένον την ράχιν, ροδισμένον, ευωδιάζον τρυφερότητα και νοστιμάδα, το ορεκτικόν και παχουλόν γαλαθηνόν χοιρίδιον. Ήτο δώρον του κολλήγα του ποιμένος, του Κομποδήμου, όστις το ανέθρεψεν εις το βουνόν καθαρόν και αμόλυντον με το γάλα της μητρός του, μιας ωραίας από σόι συός, τρεφομένης μόνον με ξηράν κολοκύνθην και τυρόγαλα της ποίμνης, και με τον καθαρόν του βουνού αέρα.
Και το είχε φέρει ο κολλήγας του προ μιας ημέρας, ο Κομποδήμος, εμφανισθείς πρωί-πρωί φορτωμένος με ένα σακκάκι δεμένον επάνω καλά περί τον λαιμόν.
— Γεια-χαρά σας! εφώνησεν ο Κομποδήμος με την έρρινον οξείαν φωνήν του, ηχούσαν ως γκάιδας ήχον. Και απέθεσε το σακκάκι με προσοχήν εις τα σανίδια του πατώματος.
— Καλώς τον κολλήγα! είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος, παρατηρών πονηρώς το σακκίδιον, το οποίον ήρχισε να κινήται εδώ κ' εκεί, δεμένον ως ήτο, εν ώ οι δύο γηραιοί και ευτραφείς κοκκινόλευκοι γάτοι, οσφρανθέντες το εντός κεκλεισμένον ζωντανόν, περιειργάζσντο αυτό κατσουλόνοντες τ' αυτιά των και κυρτούντες γραφικώς την ράχιν των και συνάμα μιαουρίζοντες εξ ευχαριστήσεως, ως να εκομίσθη δι' αυτούς το δώρον.
— Καμμιά ζημιά θ' άχουμε πάλι, γυναίκα, είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος κρυφίως εις την σύζυγόν του.
Και είτα στραφείς προς τον κολλήγαν ηρώτησε.
— Τι έχ'ς εδώ μέσα, μωρέ κολλήγα; Καμμιά γάτα αγόρασες για το μανδρί; Δεν έλεγες, καϋμένε, να σου δώση ένα από τα παιδάκια της η Κρατήρα; Κύτταξέ τα θρεμμένα που είνε. Σαν καλογερικά!
Και έδειξε τους δύο γάτους, οίτινες καμαρόνοντες εκεί ένθεν και ένθεν της εστίας, εκίνησαν αίφνης το μυστακοφόρον ρύγχος των ως να ήθελον ν' αποδιώξωσι παρερχομένην μυίαν.
Συνήθιζεν ενίοτε να πειράζη την σύζυγόν του ο Μπάρμπα-Σταύρος, διά την στείρωσίν της.
Ο ποιμήν εγέλασεν υπό τους μύστακάς του.
— Σας έφερα πεσκέσι, ένα γουρνόπουλο, κολλήγα, για τ' καλή χρονιά. Χριστούγεννα αύριο ξημερόνουν, μαθές.
— Δεν σου τόπα; διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αποτεινόμενος κρυφίως προς την Κρατήραν. Καμμιά ζημιά θ' άκαμε πάλι ο Κομποδήμος.
Τον είχε σπουδάσει καλά ο Μπάρμπα-Σταύρος τον κολλήγαν του τον πονηρόν, όστις πάντοτε, οσάκις έκαμνε καμμίαν ζημίαν εις τον ελαιώνα, επρόφθανεν αμέσως με τα δώρα, πότε με τσαντίλα μιζίθρα, πότε με κατσικάκι, πότε με καμμιά κόττα του βουνού παχείαν.
Ηγάλλετο δε τότε ο παράδοξος φιλάργυρος γέρων, αναλογιζόμενος ότι εσώζετο από την δαπάνην του φαγητού.
Καμμιά φορά μάλιστα δεν επρομηθεύετο κρέας, αναμένων τον κολλήγαν του.
— Δεν μπορεί, έλεγε, θ' άκαμε καμμιά ζημιά αυταίς ταις ημέραις. Δεν μπορεί!
Αλλά και ο πονηρός ποιμήν, ο Κομποδήμος, είχε σπουδάσει καλά τον κολλήγαν του. Εννοήσας την αδυναμίαν του προς τα πεσκέσια, έσπευδε πάντοτε πάσαν προξενουμένην ζημίαν εις τον ελαιώνα να προαναγγέλλη, ουχί με κενάς τας χείρας, ότε οι οφθαλμοί του Μπάρμπα-Σταύρου λαιμάργως προσατενίζοντες το δώρον, απερρόφων πάσαν αυτού την προσοχήν κλείοντες ιδίως τα ώτα του, εις τα οποία αβλαβώς αντήχει η αναγγελλομένη ζημία. Ανήγγελλε π. χ. ο Κομποδήμος, ικετευτικώς μεταβάλλων την ποιμενικήν φωνήν του, ότι τα πράμματα έφαγαν ένα θήλιασμα ελαίας. Αλλά το θήλιασμα τούτο το φαγωμένον παρουσίαζεν ο πονηρός ποιμήν φορτωμένον με μίαν μεγάλην- μεγάλην τσαντίλαν, επιφέρων:
— Ξέκοψε μια παληόιδα, κολλήγα, δεν την είδα.
Ο κολλήγας θα ήτο ανόητος τότε να καταμηνύση τον ποιμένα, όστις είχε παληόιδες που του έφερναν τόσον μεγάλαις τσαντίλαις. Έπειτα ευρίσκετο και ενώπιον διλήμματος, διότι αν δεν εδέχετο την τσαντίλαν και επροτίμα την μήνυσιν, η τσαντίλα ζεστή-ζεστή, αχνίζουσα, θα έπεφτε σαν στραβή μέσα εις ταις μεγάλαις χούφταις του ειρηνοδίκου, και τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος και την τσαντίλα θα έχανε και την μήνυσίν του, θα απέμενε δε μόνον το άθλιον θήλιασμα φαγωμένον, ελεεινόν και κατάξηρον, δυστύχημα ανεπανόρθωτον διά τον γέροντα κτηματίαν· τα ήξευρεν αυτά ο Μπάρμπα-Σταύρος, διότι τα είχε πάθει πολλάκις.
Αυτά και αυτά έκαμαν φιλάργυρον τον αγαθόν κτηματίαν. Ο μικροφιλάργυρος δεν γεννάται τοιούτος·γίνεται εκ διαφόρων του βίου περιστάσεων. Και ο Μπάρμπα-Σταύρος έγεινε τοιούτος, αφού προηγουμένως είδε πολλάς τσαντίλας να πέσουν και να καταπλακώσουν τας μηνύσεις του· διά τούτο τώρα επροτίμα να καταπλακώνουν τον στόμαχόν του, ενόσω πάντοτε εις τα χωρία θα υπάρχουν παληόιδες νοστιμευόμεναι τα τρυφερά θηλιάσματα και ειρηνοδίκαι αγαπώντες τα γαλακτώδη της ποίμνης δώρα.
— Για τ' καλή χρονιά, κολλήγα, εξηκολούθησεν ο ποιμήν. Εμείς πάντα σε καταπατούμε.
— Όχι εμένα, διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, τον ελαιώνα μου. Ας είνε· δεν πειράζει. Αφήσανε τουλάχιστον της κουτσούραις τα γίδια;
Ήτο και αστείος ο γέρων.
— Ας είνε! εξηκολούθησεν. Όσο και αν φάνε τα πράμματα, θ' απομείνουν πάντα η ρίζαις. Και θα ξαναβλαστήσουν.
Και εγέλασεν.
Ούτω λοιπόν απελευθερώσας το Χριστουγεννιάτικον δώρον του ο Μπάρμπα Σταύρος καθωδήγησε την Κρατήραν πώς να το μαδήση, αφού το δώση εις τον κρεοπώλην να το σφάξη, και είτα να το στείλη εις τον φούρνον παραγεμιστόν, όπως γνωρίζει.
Και λέγων ταύτα εκρότει τα χείλη μετ' ορέξεως ο Μάρμπα-Σταύρος νομίζων ότι έτρωγεν ήδη το παχύ γουρνόπουλο. Και είτα λαβών το βαρύ ξύλινον κοντάριον απήλθεν εις τον ελαιώνα να ξεχιονίση, ως είπε, τα δένδρα.
— Μας φθάνει αυτό, προσέθηκε, δεν θα ψωνίσω τίποτε άλλο.
Επειδή δε και άλλοι τινές είχον διέλθει έξωθεν μεταβαίνοντες εις τα κτήματα, η Κρατήρα καθησύχασεν ειπούσα μόνον εις τον σύζυγόν της, «αν δεν μπορή να βγη από τα χιόνια», να γυρίση. Το βέβαιον όμως είνε ότι η Κρατήρα επεθύμει ν' απομακρυνθή την ημέραν αυτήν από του οίκου ο σύζυγός της, ίνα ζυμώση με την ησυχίαν της, ως έκαμνεν άλλοτε την Παραμονήν, ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος έλειπεν εις τον ελαιώνα του. Διότι αφού έρριψεν από του παραθύρου τελευταίον βλέμμα εις τον αγαθόν κτηματίαν, όστις καλά κουκουλωμένος με την γούναν διεσκέλιζε της χιονώδους οδού τα ίχνη, ήρχισε να παρασκευάζη τα διά την ζύμην χρήσιμα εν αφθονία.
Αγρίως μεγαλοπρεπές ην το θέαμα της χιονισμένης νήσου έξω. Το έτος εκείνο εκτάκτως είχε πέσει πολλή χιών, όση ουδέποτε άλλοτε προ πολλών χρόνων, κατακαλύψασα κάμπους και βουνά, και ισοπεδώσασα τας βαθείας φάραγγας με τας κορυφάς των λόφων. Τα αλώνια, η πρώτη μικρά πεδιάς μετά την κώμην, όλη ήτο κατάλευκος ως να ηπλώθη παχύτατος βαμβακερός τάπης. Οι λόφοι κύκλω, τα βουνά ομοίως, πάλλευκα και ακίνητα και μόνον εδώ κ' εκεί πενθίμως η λευκότης διεκόπτετο υπό μαύρων σκιών, των υψηλών δένδρων, άτινα σειόμενα υπό του ανέμου απέρριπτον από τους κλώνους των την χιόνα, κ' εμαύριζαν μέσα εις την τόσην λευκότητα τα πράσινα φύλλα των, ως κλαδιά μεγάλα, στολίσματα πένθιμα λευκής μανδήλας, υπό την οποίαν εσίγησαν παγέντα τα ποικίλα κελαδήματα των πτηνών και ο ηδύς ψίθυρος των πυκνών θάμνων. Η δε τριγωνική φαλακρά κορυφή της Καραφιλτζανάκας ήτον όλη μία λευκή μάζα ως να κατέρρευσεν απ' αυτής πηγή γάλακτος παγέντος μέχρι των υπωρειών.
Ούτε ίχνος οδού, ουδέ σημείον. Πλην ο Μπάρμπα-Σταύρος γνωρίζων την οδόν καλώς, εβημάτιζεν επί της χιόνος προχωρών προς το κτήμα του κατηφής και κλαίων σχεδόν, διότι έβλεπε πλέον ότι μεγάλη ζημία εγένετο εις τον ελαιώνα.
Εκεί όπου έφθασεν, εθεώρει ήδη μακρόθεν τον ελαιόφυτον κάμπον όπου ην και το κτήμα του. Θρήνος και οδυρμός!
Τα ταλαίπωρα δένδρα είχον καταθραυσθή. Τόση χιών, επειδή ήτο νηνεμία καθ' όλην την νύκτα, είχε συσσωρευθή εις τους πυκνοφύλλους κλώνους των, ώστε ούτοι λυγίσαντες προς τα κάτω κατεχώσθησαν κατά πρώτον κ' εκαρφώθησαν στερεώς κάτω εις την παχείαν του εδάφους χιόνα, είτα και άλλης χιόνος συσσωρευθείσης δεν αντέσχον κ' εθραύσθησαν γηραιοί και ογκώδεις κλώνοι, ξεγκλισθέντες οικτρώς από των κορμών.
Πλην έβλεπε τωόντι ο Μπάρμπα-Σταύρος ότι ήτο αδύνατον πλέον να προχωρήση περαιτέρω μέχρι του κτήματός του. Η χιών ήτο βαθεία αληθώς, πέντε σπιθαμών, και ήτο φόβος να βυθισθή τις και απολεσθή.
— Δεν είνε χιόνι αυτό! εψιθύριζεν. Οργή Θεού!
Δυο-τρεις φοραίς κατέπεσε και ετρόμαξε να εγερθή εκ νέου.
Όμως επροχώρει, διότι δύο άλλοι προ αυτού εβάδιζον και αυτοί μετά καμάτου.
Τα πτηνά, φοβισμένα, κόσσυφοι και αγριοπεριστεραί και φάσσαι παχείαι, βλέποντα τους μαυρίζοντας οδοιπόρους εν μέσω της παλλεύκου πεδιάδος ετριγύριζον περί αυτούς ως περί κορμούς αχιονίστων δένδρων, και έπιπτον ακίνητα προ αυτών, μισοπαγωμένα.
Μετ' ολίγον οι προηγηθέντες απέστρεψαν αδυνατήσαντες να προχωρήσωσι, και παρεκίνουν και τον Μπάρμπα-Σταύρον να επιστρέψη.
Πλην αυτός δεν τους ήκουσε και επροχώρει ακόμη.
— Τουλάχιστον να ιδώ μονάχα! έλεγεν.
Ήδη μετά κόπου και αγωνίας πολυώρου, παρήλθεν η μεσημβρία ως υπελόγιζεν ο γέρων, έφθασεν εις την είσοδον του ελαιοφύτου κάμπου, εν μέσω του οποίου ην το κτήμα του.
Κ' ησθάνθη εκεί τρομακτικούς κρότους πρωτοφανείς και πρωτακούστους ως να κατέπιπτον σωροί κοκκάλων ξηρών από κατωφερείας.
Και τωόντι εθραύοντο μετά πενθίμου πατάγου εν τη νεκρά εκείνη ηρεμία οι καταπλακωμένοι των ελαιών κλώνοι, κ' εθραύετο η καρδία του Μπάρμπα-Σταύρου και εκόπτοντο τα ήπατα αυτού κ' ελύγιζον τα γόνατά του.
— Ερμαις εληαίς! Εψέλλιζε πενθίμως.
Και όμως επροχώρει. Και τι ήθελε κάμει ο άφρων; αλλ' ο άνθρωπος είνε πάντοτε ανόητος.
Εισελθών όμως ήδη εις την ελαιόφυτον πεδιάδα έχασε τον δρόμον συγχύσας τας χιονοσκεπείς ρίζας των ελαιών, και έβαινεν αγνοών, μετά προσοχής όμως πάντοτε βυθίζων τα βήματά του, αφού πρότερον εδοκίμαζε το έδαφος διά του ξυλίνου κονταρίου.
Πλην αίφνης, ενώ ήθελε να εξαγάγη τον δεξιόν πόδα και προχωρήση προς τα εμπρός, το κοντάριόν του το εμπηχθέν προηγουμένως εβυθίσθη ολόκληρον μη ευρόν στερεόν έδαφος· μέγα τεμάχιον χιόνος τότε απεκόπη αστραπιαίως και ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος με τα βαρέα ναυτικά του υποδήματα, με την παλαιάν του γούναν και το μισοτριμμένον αυτού φέσιον.
Ο τρυγμός των θραυομένων κλώνων των ελαιών εξηκολούθει φοβερός και άγριος ως κρότος μακρυνής βροντής.
Ο Κομποδήμος ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, μη προφθάσας ν' απέλθη την προηγουμένην νύκτα εις την ποίμνην του ζαλισθείς από τα κεράσματα των φίλων του, — το αγαπούσε ολίγον το έρμο — την επαύριον απεκλείσθη ολότελα ένεκα της χιόνος και μόλις απήλθεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και ενεφανίσθη προ της Κρατήρας ο Κομποδήμος με μίαν βαρείαν κάπαν και με την κελαειδούσαν ως γκάιδαν ρίνα του.
— Γεια-χαρά σας! εχαιρέτισεν ο ποιμήν.
Και εζήτησε πάραυτα πτύον να ξεχιονίση και σχηματίση ντορό.
— Ξεχνώ εγώ ποτέ τον κολλήγα μου!
Και συγχρόνως μαθών ότι ο κολλήγας του είχεν απέλθει εις τον ελαιώνα, τον κατέκρινε διά την τόλμην του.
— Δεν ήτανε καλό αυτό, κουμπάρα!
Είπε προς την Κρατήραν.
— Πάνε κι' άλλοι, απήντησεν η Κρατήρα, παρηγορουμένη μόνη της και καθησυχάζουσα τον φόβον της.
— Να ιδούμε πώς θα γυρίση πίσου!
Διέκοψεν ο ποιμήν.
— Ήτανε ανάγκη για τα δέντρα, να κινδυνέψη; εξηκολούθησεν απορών ο Κομποδήμος. Εμείς έχουμε ζωντανά και δεν κάνουμε έτσι. Ξέρεις τι χιόνι έπεσε; Πού μπορεις να ξεμυτίσης!
Και λαβών το πτύον, εξεχιόνισε καλά την αυλήν. Έκαμεν απέξω οδόν βαθείαν εις την χιόνα ως χάνδακα, κατόπιν εξελθών εις τον εξώστην εξετίναξε και απ' εκεί την σωρευμένην χιόνα μη πέση από το βάρος ο πεπαλαιωμένος εξώστης, διά ξύλου μακρού εις σταυρόν μετασχηματισθείσης της άκρας του, κατέρριψε την εστιβασμένην επί της στέγης και εν γένει υπηρέτησε καλώς τον κολλήγαν του ο ποιμήν.
Ακολούθως η Κρατήρα έχουσα τον νουν της εις το ζύμωμα εξαπέστειλε τον Κομποδήμον εις τον φούρνον να ίδη αν θα κολλήση.
— Ακούς λέει; απήντησεν επανελθών ο ποιμήν. Γένιτι τέτοια μέρα; Ξεφούρνισε τη πρώτη φουρνιά, και χαζιρεύει άλλη τώρα. Κάμανε ντουρό και είνε ο φούρνος γεμάτος γυναίκες.
— Νά τα! Νά τα! εμουρμούριζεν η Κρατήρα μετά ταύτα εμποδισθείσα τόσον από της πρωίας,
Ουχ ήττον ως φιλόπονος και δεξιά γυνή όλα έφερεν εις πέρας· και εζύμωσε, και ασβέστωσεν ολίγον την εστίαν και τα κάτω μέρη των τοίχων, εξετίναξε και εκαθάρισε το πάτωμα, έστρωσε τα καλά κυλίμια και ετοποθέτησε τας πανηγυρικάς προσκεφαλάδας, τα πλούσια προικιά της, και τέλος τη βοήθεια του ποιμένος όστις το έσφαξε μαδήσασα καλά-καλά το χοιρίδιον και παραγεμίσασα αυτό απέστειλεν εις τον φούρνον λευκόν, ως να ήτο και αυτό εκ χιόνος, το παχουλόν. Και παρεκάλεσε τον Κομποδήμον είτα να της σχίση ολίγα ξύλα, διά να έχη μικρά και ευκολοβόλευτα διά τας εορτάς, ότι συνήθιζεν αργά να κάθηται ο Μπάρμπα- Σταύρος παρά την εστίαν κρατσανίζων κιδώνια ευώδη, ή τρώγων κάστανα και πίνων από το ωραίον κρασί του το μοσχάτο.
Είχε παρέλθει το δειλινόν. Έξω ηκούετο θόρυβος και ταραχή εν τη αγορά χιονοβολουμένων των ναυτικών διά την καλή χρονιά. Ο ήλιος δεν εφαίνετο παντελώς, διά τούτο ταχύτερον ήρχισε να σκοτινιάζη κάπως και εφαίνετο ότι έκλινεν η ημέρα προς την δύσιν. Ήτο όμως ενωρίς ακόμη.
Ο ποιμήν απομείνας πλέον οριστικώς να εξυπηρετήση την κολλήγισσαν, επέστρεφεν από του φούρνου κομίζων καίοντα ακόμη τα ωραία χριστόψωμα με τα σισάμι και το μαυροκούκκι πιτουρισμένα, ότε ακούει ότι δύο-τρεις άλλοι χωρικοί, οι βαδίζοντες, ως είδομεν, προ του Μπάρμπα-Σταύρου, επιστρέψαντες διότι ήτο αδύνατον να προχωρήσουν, διηγούντο ότι ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν τους ήκουσε και επροχώρει μόνος του μέσα εις τα χιόνια, δύο και τρία μπόια βάθος.
Ως συνήθως εις τοιαύτας περιστάσεις, ότε το πολύ είνε πάντοτε πολύ, μη υπολογιζόμενον ακριβώς, δύναται ν' ανάγεται εις αριθμόν μεγαλείτερον ή μικρότερον, αναλόγως πάντοτε της φαντασίας του διηγουμένου.
Ετούτο ανήγγειλεν ο ποιμήν εις την Κρατήραν, ήτις κατετρόμαξε φαντασθείσα αμέσως κακόν τι· και εζήτησε να ίδη τους άλλους συνοδοιπόρους, να τους ερωτήση, να ακούση από το στόμα των και βεβαιωθή.
— Τρέξε, κολλήγα, είπε· τρέξε γρήγορα. Ο Θεός σε έστειλε σήμερα εδώ. Τι να γένω!
Αλλ' έως ου τους εύρη ο κολλήγας, οι χωρικοί μετέβησαν εις τον δήμαρχον και ανήγγειλαν φοβερώτερον το πράγμα, ότι δηλαδή είς τούτων, κατά τινα στιγμήν εν τη επιστροφή του παρατηρήσας τυχαίως, είδε μακρόθεν εν τω λευκώ οροπεδίω τον Μπάρμπα-Σταυρον να κλίνη ως τρικλίζουσα αιξ και να γείνη άφαντος έπειτα μέσα εις τα χιόνια.
— Εμείς δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω πλεια. Εδικαιολογήθησαν οι χωρικοί.
Ο δήμαρχος πάραυτα διέταξε να τηρήσωσι τα πράγμα μυστικόν από την σύζυγον του γέροντος κτηματίου, όστις απελάμβανε καλής υπολήψεως διά την ευπορίαν του, και σύμβουλος εκλεχθείς πολλάκις· και είπε ν' αποσταλώσιν άνθρωποι της αστυνομίας προς αναζήτησίν του.
Αλλά δυστυχώς δεν υπήρχον. Οι αγροφύλακες προσποιηθέντες ότι απεκλείσθησαν έξω, εκοιμώντο όλην την ημέραν εις τας οικίας των, ο δε μόνος κλητήρ ήτο απησχολημένος συνήθως εις την υπηρεσίαν της κυρίας δημάρχου. Διά τούτο ο δήμαρχος ανέθηκε την εντολήν αυτήν εις τον ποιμένα, τον κολλήγαν του Μπάρμπα-Σταύρου.
— Εσύ, εσύ ξέρεις καλλίτερα απ' αυταίς ταις δουλειαίς, γιατί ξεχιονίζεις τα κατσίκια ς', είπεν ο κ. δήμαρχος απεκδυόμενος την ευθύνην.
Διά τούτο ο Κομποδήμος συνεννοηθείς και μετά πέντε άλλων ναυτικών, συμπαθών ανθρώπων, προθύμων πάντοτε εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, απήλθε προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου, αφού προηγουμένως ανήγγειλε τούτο εις την Κρατήραν, απλώς ότι πηγαίνουν να ίδουν, χωρίς να προσθέση την φοβεράν είδησιν της πτώσεως· αν και ο ποιμήν γνωρίζων την δεξιότητα και αντοχήν του Μπάρμπα- Σταύρου, επίστευεν ότι δεν θα έπαθε τίποτε, αν έπεσεν. Αλλά πάλιν έλεγε:
— Ξέρ' κανένας, τι σκαρώνει ο Ζερζεβούλης;
Εν τούτοις η φουρνάρισσα μη βλέπουσα να έλθη κανείς να παραλάβη το χοιρίδιον, το οποίον ψηθέν ευωδίαζεν όλον τον φούρνον διαχέον γλυκύ άρωμα, ξηροψημένον και ξηροσκασμένον εδώ κ' εκεί, ώστε να υπολευκάζη η τρυφερά του επιδερμίς, επιδεικνύουσα ορεκτικώς την γαλακτώδη σάρκα, το παρέλαβε και το έφερε μόνη της εις την οικίαν του Μπάρμπα-Σταύρου και διά να μη πάθη τι εις τον φούρνον, αλλά κυρίως διά να μάθη θετικόν τι περί της διαδόσεως, η περίεργος.
— Αλήθεια πώς τον πλακώσανε τα χιόνια τον Μπάρμπα-Σταύρο;
Ηρώτησεν η φουρνάρισσα αποθέτουσα το ταψίον μετά του χοιριδίου επί τινος τραπέζης εκεί, από την ευωδίαν του οποίου ηνωχλήθησαν πρώτοι-πρώτοι οι δύο γηραιοί και παχείς γάτοι, οίτινες περιέσαινον επαιτικώς περί τους πόδας της τραπέζης εν αρμονική δυωδία.
Προς το άκουσμα τούτο η Κρατήρα ανεκραύγασεν ως να την εδάγκασεν όφις.
Και ανοίξασα το παράθυρον γοερώς εφώνει με λελυμένην την κόμην αναταράξασα όλην την γειτονίαν: Πωπώ! Πωπώ! έως ου ήλθον δύο αγαθαί γειτόνισσαι και καθησύχασαν αυτήν, παραμένουσαι διαρκώς πλησίον της, μέχρις ου επανέλθουν οι μεταβάντες προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου.
Και ήτο θλιβερόν να βλέπης την ωραίαν γυναίκα ωχράν, λυσίκομον, πνίγουσαν τους ολολυγμούς της και θεωρούσαν τα εύμορφα Χριστόψωμα πενθίμως ως μνημοσύνου προσφοράς. Το ταψίον μετά του χοιριδίου ως προκαλούν σκληροτέραν αντίθεσιν διά της ευωδίας του της ζωντανής εν τη νεκρική σχεδόν ταύτη σκηνή, αι γυναίκες το ησφάλισαν εις το εγγύς μικρόν δωμάτιον


Προσήγγιζεν η εσπέρα, ότε πέντε άνθρωποι με βαρέα ναυτικά υποδήματα, κομβωμένοι καλώς εις τας γούνας των τας θερμάς του Δουνάβεως, με χονδρά εκ δέρματος ακατεργάστου κασκέτα ως άρκτοι, σκυφτοί-σκυφτοί διεσκέλιζον το χιονισμένον οροπέδιον του ελαιώνος της νήσου, κρατούντες και οι πέντε τα πτύα εις τους ώμους των και στηριζόμενοι διά χονδρής ράβδου. Το ψύχος ην δριμύ, καυστικόν — πώς καίει και το ψύχος! — κοκκινίζον και παγόνον τα ώτα ιδίως, τα οποία προσεπάθουν οι πέντε άνδρες να προφυλάξωσι, καταβιβάζοντες τα πετσία του κασκέτου ένθεν και ένθεν.
Εμπρός προηγείτο, έκτος αυτός, εγχώριος ποιμήν κουκουλωμένος εντός της βαρείας κάπας του ως κορμός δρυός ή πλατάνου ογκώδης. Ενόμιζέ τις ότι ην κύριος πέντε άρκτων, τας οποίας ωδήγει εις την καλύβην του, απολεσθείσαν εντός των χιόνων.
Μερικά όρνεα μεγάλα, όσα δεν κατεπλακώθησαν εντός των χασμάδων των βράχων, καταφυγόντα υπό τινας κλάδους ελαιών ημιφαινομένους επάνω- επάνω ως θάμνους του χιονώδους πεδίου, ακούοντα τα αιφνίδια πατήματα των έξ οδοιπόρων, εξετρύπονον φοβισμένα, κατεπλήσσοντα είτα περισσότερο σαστίζοντα προς την λευκήν θέαν, και πάλιν ετρύπονον πτήσσοντα εις τους αυτούς των ελαιών κλώνους, απολέσαντα τας φωλεάς των.
— Νά, από 'δω θα έκαμεν ο κολλήγας μου, είπεν ο ποιμήν προς τους πέντε άλλους, δεικνύων μεγάλα ίχνη επί της χιόνος.
Ο ποιμήν ούτος ήτο ο Κομποδήμος, ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, εις αναζήτησιν του οποίου μετέβαινε μετά των πέντε άλλων ναυτικών.
Και οι έξ ηκολούθουν τα ίχνη τα υποδειχθέντα, τα μόνα προς εκείνο το μέρος όπου έκειτο ο ελαιών του Μπάρμπα-Σταύρου. Και ήρχιζε να φωνάζη ο ποιμήν:
— Κολλήγα! Κολλήγα! Μωρέ Κολλήγα!
Και η φωνή του μη προσκόπτουσα εις τα δένδρα και εις τας φάραγγας εκυλίετο βραγχνή και άχρους επί των χιόνων παγώνουσα και σβεννυμένη πάραυτα, ως από τηλεφώνου φωνή. Οι οδοιπόροι ήρχισαν να φοβώνται πλέον.
— Τι λες; Κομποδήμο; ηρώτησέ τις των ναυτικών.
— Τι να 'πω κ' εγώ! απήντησεν ο ποιμήν, τρέμων ενδομύχως.
Κ' επανέλαβεν:
— Ο βλοημένος ήρθε να ξεχιονίσ'! Αυλή τ' νάτανε, και πάλι δεν θα μπορούσε, σαν δεν πάινε ο κολλήγας του.
— Δε μ' λες, Κομποδήμο, προσέθηκέ τις των ναυτικών αστεϊζόμενος, λυόν' ο πεθαμένος 'ς το χιόν';
— Ξέρου κι' 'γώ; Δε δουκίμασα!
— Τι κάθεσθε και λέτε; παρετήρησεν έτερος των ναυτικών. Ο Μπάρμπα- Σταύρος θάνε σαν ρουφός μες 'ς τον πάγο, φρέσκος-φρέσκος, όπως διατηρούν φρέσκα 'ς την Αθήνα τα ψάρια.
— Ας μη λαχταράη το ψάρι, παρετήρησεν ο Κομποδήμος, και περίμενε να 'ς το κάνη φρέσκο το χιόνι. Τι, θάλασσα είνε το χιόνι νάχη φρέσκα ψάρια;
Αίφνης ο ποιμήν ο οδηγός εσταμάτησε κατηφής. Εάν έκυπτες και παρετήρεις υπό την κατσούλαν της κάπας του, θα έβλεπες κάτωχρον το πρόσωπον του Κομποδήμου το άγριον.
— Βρε, παιδιά, λέγει, κακά μαντάτα! Να, άλλα πατήματα δεν βλέπω. Να, κ'ττάξ 'τε και σεις.
Τωόντι άλλα ίχνη επί της χιόνος δεν υπήρχον, εκτός ολίγων τινών ακόμη, και παραπέρα ηπλούτο η χιών σιωπηλή, άθικτος.
— Να, εκεί είνε το κτήμα του, υπέδειξεν ο ποιμήν, και έδειξε τον ελαιώνα του Μπάρμπα-Σταύρου. Μάλιστα, έκαμε και λάθος. Νά, έχασε τον δρόμο· από 'κεί έπρεπε να κάμη. Χωρίς άλλο αυτά είνε τα πατήματά τ', γνωρίζω εγώ τα ποδήματα του Κολλήγα.
Έλεγεν ο Κομποδήμος και εσχεδίαζεν εις το συγκεχυμένον εκείνο χιονισμένον πεδίον.
— Για φωνάξ' τε μια, βρε παιδιά!
Και οι έξ τότε έβαλον κραυγήν φοβεράν.
— Μπάρμπα-Σταύρο!
Αλλ' η φωνή προσέπεσεν αθλίως επί των χιόνων απομείνασα παγωμένη, νεκρά και άηχος!
Ουδείς απήντησε. Μόνον οι υπόκωφοι κρότοι των υπό την χιόνα θραυομένων ελαιών ηκούοντο πάντοτε, γοερώς και επωδύνως αντηχούντες εις τα ώτα των οδοιπόρων.
Έφθασαν εις το τελευταίον ίχνος του υποδήματος.
— Μα αναλήφθηκες, Μπάρμπα-Σταύρο; παρατηρεί τότε είς των οδοιπόρων.
— Ξέρεις τι τρέχει; λέγει έτερος. Ο Μπάρμπα-Σταύρος θα είνε τώρα 'ς τη φωτιά του και 'ς την Κρατήρα του, και εμείς ψάχνουμε του κάκου. Δεν βλέπετε; Νά, άλλο σημάδι δεν υπάρχει. Θα γύρισε πίσω. Παιδί ήτανε να χαθή;
— Μα σου λέγει, έπεσε. Προσθέτει έτερος.
— Ε, καλά· πού έπεσε;
Αίφνης εκεί οπού εξήταζε τα πέριξ ο Κομποδήμος, κράζει:
— Σωπάτε! σωπάτε!
Όλοι εσιώπησαν σκυφτοί-σκυφτοί, με της γούναις των και με τα πρόβεια κασκέτα των, και ηκροώντο, του ποιμένος κυρτωθέντος με την κατσούλαν του μέχρι της χιόνος.
Ηκούετο ως τις στεναγμός βαθύς και ασθενής, μακρυνός-μακρυνός ήχος.
— Ακούτε; ηρώτησεν ο ποιμήν.
Και τότε ως εκ κοινού συνθήματος κράζουν και οι έξ άνδρες.
— Μπάρμπα-Σταύρο!
Η βοή η νεκρά της φωνής των συνωδεύθη ήδη υπό τινος γογγυτού μυστηριώδους:
— Ωχ!
— Μωρέ εδώ είνε ο κατακαϋμένος! Παρετήρησεν εν πεποιθήσει ο ποιμήν.
Και συγχρόνως ιδών το ρήγμα της χιόνος το σχηματισθέν κατά την πτώσιν του Μπάρμπα-Σταύρου, είπεν ως ενώπιον κινδύνου.
— Καρδιά, παιδιά, καρδιά, και τον ηύραμε!
— Νά, είπον και οι λοιποί. Εδώ εις το μέρος αυτό είνε χανδάκι.
Και εκ νέου εκραύγασαν πάλιν:
— Μπάρμπα-Σταύρο!
Και πάλιν εις το τέλος ήκουσαν ως ηχώ στυγεράν της φωνής των :
— Ωχ!
Πάραυτα τότε σιωπηλοί και υποτρέμοντες ως ενώπιον τραγικού συμβάντος, ότε δεν γνωρίζει τις αν θα συναντήση ζωήν ή θάνατον, ήρχισαν με τα πτύα και οι έξ να ξεχιονίζωσι το μέρος εκείνο μέχρι του εδάφους. Μετά τινα εργασίαν συνήντησαν βράχον μέγαν, το έδαφος της γης εκεί, υπό τον οποίον εξέχοντα, εσχηματίζετο σπηλαιώδης κρύπτη, οπού παρακάτω εξηκολούθει η κατωφέρεια του εδάφους, σχηματιζομένου εκεί μικρού χάσματος. Η χιών είχε συνενώσει όλα αυτά εις μίαν επιφάνειαν· και ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος, είχε πατήσει επί της χιονώδους επιφανείας της συνενούσης την άκραν του βράχου μετά της κατωφερείας, χωρίς να επακκουμβά αύτη επί του στερεού εδάφους της γης· εξείχε δηλαδή από της άκρας του βράχου η χιών κλίνουσα ως κλίνει εν ταις στέγαις των οικιών, αστήρικτος. Εκεί λοιπόν επάτησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και κατήλθε μετά της αποσπασθείσης χιόνος κάτω-κάτω, όπου εσχηματίζετο η σπηλαιώδης οπή του βράχου.
Οι οδοιπόροι εκαθάρισαν πάραυτα καλώς το μέρος, εύρον την κατωφέρειαν και κατήλθον εις την σπηλαιώδη οπήν, εν η εύρον τον Μπάρμπα-Σταύρον, ημιπαγωμένον, βαρέως αναπνέοντα, με ημικλείστους τους οφθαλμούς, κατακείμενον εκεί εις το χώμα της κρύπτης, ενώ το ξύλινον κοντάριόν του τεθραυσμένον εις δύο παρέκειτο.
— Μπάρμπα-Σταύρο! Μπάρμπα-Σταύρο!
Ήρχισαν να φωνάζωσιν εν χαρά οι ναυτικοί, περικυκλώσαντες τον γέροντα.
— Κολλήγα! Κολλήγα! έλεγε και ο ποιμήν καταχαρούμενος, αλλά μη πεποιθώς ακόμη.
Ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς και ανεστέναξεν επανειλημμένως.
Τότε είς των ναυτικών, γνωρίζων από τέτοια — πόσαις φοραίς εις την Μαύρην θάλασσαν ξεπαγιάζουν οι ταλαίπωροι — είχε παραλάβει μεθ' εαυτού φιαλίδιον ρωμίου και ήρχισε να προστρίβη τα μέλη του γέροντος, ξεκομβώσας τα χονδρά φορέματά του και εξαγαγών τα υποδήματά του.
— Ο Θεός σ' εφώτισε παιδί μ'!
Έλεγεν ο Κομποδήμος βλέπων το ευώδες ρώμι, το οποίον εμοσχοβόλησε θερμότητα και ζωήν, μέσα εις την παγωμένην εκείνην σχισμάδα της γης και εις την ρίνα του ποιμένος παγωμένην ομοίως.
Μετά μικρόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς του, συνελθών τελείως και κινηθέντων των μελών αυτού.
— Ακόμα λιγάκι και πάαινα!
Είπε μετά στεναγμού βαθέος ο γέρων.
Τότε πλέον καθησύχασεν ολοτελώς ο Κομποδήμος, εγέλασεν υπό την σκοτεινήν κατσούλαν της κάπας του και είπε:
— Πού θα πάαινες, κολλήγα, που σε περιμένει το γουρνόπουλο; Να ιδής του βλουημένου, τετράπαχου! Τώσφαξα, του μάδ' σα, του παραγέμισι η κουμπάρα. Να ιδής!
Και εκρότει ο ποιμήν τα τραχέα χείλη του ως να εγεύετο ήδη το τρυφερόν του γαλαθηνού χοιριδίου κρέας.
Μειδίαμα ελαφρόν διήλθεν από το κάτωχρον του Μπάρμπα-Σταύρου πρόσωπον προς το άκουσμα τούτο. Πλην τα χείλη του ήσαν κλειστά ακόμα.
— Τι κάνουμε, παιδιά; ηρώτησεν ο ποιμήν, υπόδρα βλέπων την μποτιλίτσα μετά υπόλοιπον του ρωμίου, ως τέσσαρα δάκτυλα.
— Να πηγαίνουμε! Προσέθηκεν επιτακτικώς ο Κομποδήμος. Και πάραυτα εσφύριξε το υπόλοιπον του ρωμίου, το οποίον τόσην ώραν είχε πληρώσει ευωδίας την ρίνα του, έλαβε τον Μπάρμπα Σταύρον υπό την μασχάλην του και υπό την κάπαν ως τράγον ξεπαγιασμένον, και επανήρχετο εις το χωρίον, ακολουθούντων εν χαρά και των λοιπών ναυτικών, είς των οποίων έλαβεν εις χείρας και τα βαρέα υποδήματα του Μπάρμπα Σταύρου, άτινα εθεώρησαν βαρύ διά τον ποιμένα να θέσωσι πάλιν εις τους πόδας του γέροντος.
Φεγγοβολεί η πυρά εις την καθαράν της Κρατήρας οικίαν. Ξύλα μεγάλα αναδίδουσιν οφιοειδείς γλώσσας φλογός εν μέσω της παλλεύκου εστίας, και θερμαίνεται και φέγγει όλος ο οίκος.
Κυλίμια χρωματιστά εύμορφα είναι στρωμένα κάτω εις τον χθαμαλόν σοφάν, κατέναντι της εστίας, όπου ακκουμβισμένος επί μαλακού προσκεφαλαίου πεπληρωμένου πτίλων αναπαύει τα θερμανθέντα πλέον μέλη του ο Μπάρμπα Σταύρος, λευκόν φορών εσώβρακον, λευκόν σαν το χιόνι, λευκασμένον την άνοιξιν 'ς τον Μέγαν Γιαλόν υπό της καθαράς και σεμνής νοικοκυράς Κρατήρας, και λευκόν ωσαύτως σκούφον μάλλινον εις την κεφαλήν κυρτούμενον και κλίνοντα όπισθεν και απολήγοντα εις μαλλίνην λευκήν ωσαύτως φούνταν. Την γούναν του την έχει ρίψει εις τους ώμους του — αναπεταρίκι — και φουμάρει μακρόν τσιμπούκιον, ου ο χρυσοποίκιλτος λουλάς επακκουμβά επί του γεισώματος της εστίας. Ανακινεί τα χείλη του ηδυπαθώς ο μπάρμπα- Σταύρος πιπιλίζων την κεχριμπαρένιαν άκραν του τσιμπουκίου του, βλέπει ευφροσύνως τον καπνόν αναθρώσκοντα κυκλοειδώς και διαλυόμενον εις την οροφήν του οίκου, και ενίοτε θωπεύει μαλακά- μαλακά τους στακτερούς του μύστακας.
Παρέκει κάθηται άνευ της κάπας του ο ποιμήν ο Κομποδήμος, έχων εις το πλευρόν του φιάλην χιλιάρικην, πεπληρωμένην οίνου μαύρου σπιτίσιου, και από καιρού εις καιρόν πληροί το ποτήριον εκεί πλησίον κείμενον και αυτό, και πίνει με κατακόκκινον το πρόσωπον και ημιδακρύοντας τους οφθαλμούς — εκ της χαράς τάχα ή εκ του οίνου;
Και ακούει διηγούμενον τον μπάρμπα-Σταύρον το επεισόδιον της πτώσεώς του το τραγικόν.
— Έπεσα μαζί με το χιόνι κάτω βαθειά. Τα έχασα. Πάει, είπα, χάθηκα. Αλλά βλέπω εκεί μια σπηλιά·εχώθηκα μέσα έως να συνέλθω. Αλλά τι με τούτο ; Έπρεπε να αναιβώ επάνω. Μα πώς να αναιβώ; Τοίχος από δω και από εκεί υψηλός· κάστρο από χιόνι· αρχίζω τότε με το κοντάρι να κάμω δρόμο. Αλλά πώς; Εληά ήτανε να την ξεχιονίσω;
— Ας πάνε 'ς την οργή κι' αυταίς η εληαίς, κολλήγα. Κόντεψε να σε χάσουμε. Ας πάνε ς' την οργή!
Διέκοψεν ο κολλήγας, κενών άλλο ποτήριον εις τον λάρυγγά του.
— Η εληαίς μονάχα κολλήγα, ή και τα θηλιάσματα μαζί;
Ηρώτησεν ο μπάρμπα-Σταύρος γελών και θωπεύων τούς μύστακάς του τους στακτερούς.
— Όλο να με πειράζης, κολλήγα. Τα θηλιάσματα λυπάσαι; Εσύ νάσαι καλά, κολλήγα, παρετήρησεν ο ποιμήν, ετοιμάζων άλλο ποτήριον.
— Και το γουρνόπουλο!
Προσέθηκεν ο μπάρμπα-Σταύρος.
— Ναι, τώρα είπες καλά.
Είπεν ο Κομποδήμος και εκένωσεν εις τον διψαλέον λάρυγγά του άλλο ποτήριον και ηρώτησε:
— Να το φέρω ;
Και έσειε την κεφαλήν του, ασκεπής με την κόμην ακτένιστον επαναλαμβάνων:
— Σου έγεινε ένα πράμα!
Το κάλυμμά του, είς επαναστατικός μαύρος κούκος από τον καιρόν τον Θεσσαλικών, είχε πέσει κάτω χωρίς να το εννοήση.
— Ακόμα· νάρθη και η Κρατήρα· απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος· και εξηκολούθησε την διήγησίν του :
— Λοιπόν που λες, μπορούσα με το κοντάρι να κάμω δρόμο μέσα σε τόσο χιόνι; Έδωσα, έδωσα, κολλήγα μου, ως που έσπασε το ξύλο. Τότε απηλπισμένος άρχισα να φωνάζω· αλλά ποιος να με ακούση!
Κάτι άγρια πουλιά επέρασαν από 'πάνω μου, ένα κοπάδι, και τα είδα με απελπισίαν. Μ' εφοβήθηκαν! Εκρύωνα. Εζάρωσα εις την σπηλιά και είπα:
— Έρμαις εληαίς!
Και απόμεινα εκεί όπως με ηύρατε. Λίγο ακόμα, και θα τελείωνα με της παληοεληαίς, Κολλήγα!
— Μη της ξαναλές πλεια, Κολλήγα. Ας πάνε στο καλό. Είσαι όμως και λίγο αράθυμος.
Ο ποιμήν δεν ηθέλησε να τον αποκαλέση φιλάργυρον.
— Κίνησες να πας, προσέθηκε, με τόσα χιόνια!
— Λυπάται κανείς, υπέλαβεν ο γέρων.
— Λυπάται κανείς! μα εγώ δεν έχω ψυχή; Πέτρα έχω 'γώ;
Εκραύγασεν ολίγον ωργισμένος ο Κομποδήμος· και εκένωσεν άλλο ποτήριον, σπογγίζων με την χείρα τους μύστακάς του κατόπιν, διότι είχε πληρωθή φαίνεται ο στόμαχός του ο λαίμαργος και εχύνετο πλέον και απέξω το ευφρόσυνον ποτόν, το οποίον έλαμπεν εν τω ποτηρίω εκεί εις την φλόγα της πυράς ως απόσταγμα βυσσίνων.
— Να σ' πω όμως, κολλήγα. Είμαι και ασφαλισμένος, Μη κυττάζης. Το χειμαδιό είναι καταμεσής 'ς της κουκουναριαίς, γερό σαν σπίτι.
Ας πέση όσο χιόνι θέλη· τα γίδια του κολλήγα σου θα χορεύουν τώρα γύρω 'ς τη φωτιά, και ο γυιος μου θα παίζη το σουράβλι.
Και είτα επανέλαβε πάλιν.
— Να σ' πω. Να πάω να το φέρω;
Και ηγέρθη ημιτρικλίζων ο ποιμήν.
— Κάθησαι, κάθησαι, είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος. Τώρα θα απολύση η Εκκλησία.
Ούτως ο Κομποδήμος υπήκουσε πάλιν και επανήλθεν, αφού είχε μεταβή εις το μικρόν εγγύς δωμάτιον λέγων:
— Ευωδιάζει το σκυλοφαωμένο!
Η Κρατήρα είχεν υπάγει εις την Εκκλησίαν. Ήσαν περασμένα τα μεσάνυκτα. Οι κώδωνες του ναού και οι δύο είχον κρουσθή προ πολλού, σκληρώς πως αντηχούντες επί της χιονισμένης κώμης. Ο Μπάρμπα-Σταύρος εν κακή καταστάσει κομισθείς, ως είδομεν, αφού έτυχε τόσων θερμών περιποιήσεων εκ μέρους της συζύγου του, ήτις ανατσουτσουρωμένη, φρικιώσα είδε να τον φέρουν τον αγαπητόν της άνδρα υπό μάλης ως σακκί — εφρόντισαν όμως να προείπωσι προς αυτήν το συμβάν, ίνα μη καταπλαγή — εκάθητο εντελώς καλά πλέον εγγύς της πυράς, θερμαινόμενος και διηγούμενος το πάθημά του, ως άνθρωπος σωθείς από θάνατον, και ευφραινόμενος να διηγήται την σωτηρίαν του, ως να ήθελε να βεβαιωθή διά της επαναλήψεως, ότι αληθώς εσώθη. Όταν ήκουσε τους κώδωνας, επόθησε να παραστή εις την ωραίαν ακολουθίαν των Χριστουγέννων, ν' ακούση τους ωραίους ψαλμούς και να ευφρανθή μετά τόσην νηστείαν. Πλην εφοβήθη να εκτεθή εκ νέου εις το υπερβολικόν ψύχος της νυκτός και εις τον παγετόν των πλακών του ναού. Ουχ ήττον υπεχρέωσε την συζυγόν του να μεταβή αύτη, διότι του εφαίνετο πολύ σκληρόν να λείψουν και οι δύο από την πανήγυριν.
— Χρονιάρα μέρα! είπεν.
Ο δε αγαθός ποιμήν δεν ηδύνατο πλέον να παραμερίση. Αφ' ης στιγμής εισήλθε φέρων υπό μάλης τον γέροντα, κεκμηκώς και ασθμαίνων, δεν απεμακρύνθη, έως ου τον είδεν άσπρον-άσπρον, ως εξαχθέντα εκ της χιόνος, να κάθηται εγγύς της εστίας καπνίζων το γλυκύ τσιμπούκιόν του· και τότε λαβών την χιλιάρικην εξεκουράζετο ο καϋμένος θερμαινόμενος και απ' έξω και από μέσα.
— Ξέρ' 'ς τίποτα κολλήγα; ηρώτα ενίοτε.
Κι' εκεί που ο γέρων διεσκέδαζε θεωρών τον καπνόν του τσιμπουκίου του, έλεγεν ο ποιμήν:
— Όποιος δεν πάει ς' την εκκλησιά, δεν θα φάγη γουρνόπουλα.
Και μετ' ολίγον πάλιν έλεγε:
— Νά, μόνον η κουμπάρα θα φάη.
Τέλος του Μπάρμα-Σταύρου του ήλθε μικρός ύπνος. Αφού έπιε δύο τρία τσιμπούκια, έρεγχε μακαρίως ο γέρων, ενώ η φλοξ εχαριεντίζετο παίζουσα και αναλάμπουσα κεκινημένως επί του πραέος αυτού προσώπου. Ότε κρότος οξύτατος ως να εκρούσθη ηχηρώς μέγα ταψίον, τον αφύπνισεν έντρομον τον Μπάρμπα- Σταύρον διακόψας τρομακτικόν αυτού όνειρον.
— Πιάστε με! εκραύγασεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αναπηδήσας.
Και περιέβλεπεν εαυτόν παραδόξως, θεωρών τα κατάλευκα φορέματά του και τινάσσων αυτά ως να εξεχιονίζετο.
— Χιόνι και να κάμνη τόσον κρότον!
Ωνειρεύετο.
— Τι είνε, κολλήγα; εκραύγασε και ο ποιμήν τότε, ημικοιμώμενος από της ζάλης.
— Μωρέ τουφεκιαίς πέφτουν! παρετήρησεν.
Ο γέρων ήρχισε να γελά.
— Αναστήσανε πλεια! είπεν ο ποιμήν.
Κ' έτεινε την χείρα προς τον Μπάρμπα Σταύρον λέγων:
— Χριστός ανέστη, Κολλήγα! Να το φέρω το γουρνόπουλο;
Ο ταλαίπωρος εν τη μέθη του συνέχεε τα Χριστούγεννα με την Ανάστασιν.
Την στιγμήν εκείνην εκρότησε και το κατσαμπίδι της θύρας· και εισήλθεν η Κρατήρα, στολισμένη εορταστικώς και κρατούσα το αντίδωρον ευλαβώς εν τη κλειστή δεξιά της.
Επανήρχετο από την εκκλησίαν.
Εκτύπησεν επί του πατώματος μετά προσοχής τους πόδας της εναλλάξ, όπως καταπέσωσιν αι προσκεκολλημέναι επί των υποδημάτων της χιόνες· ετίναξεν ωσαύτως και την άκραν γύρω-γύρω του φουστανίου και προχωρήσασα προς την εστίαν.
— Καλή χρονιά! είπε, χαιρετίζουσα ευφροσύνως, διπλήν αισθανομένη η ταλαίπωρος την χαράν της μεγάλης ημέρας.
Και έδωκεν εις τον σύζυγόν της το εν τη παλάμη φυλασσόμενον αντίδωρον.
— Αμ' εγώ ξέχασα κ' ήπια τσιμπούκι, Κρατήρα!
Παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος μετά θλίψεως, ήτις εφαίνετο ζωηρά εις το πρόσωπόν του.
— Τι να γείνη! επανέλαβεν. Ας είμεθα καλά του χρόνου!
— Φέρε το 'δώ, διέκοψεν αποτόμως ο Κομποδήμος χασμώμενος, εγώ είμαι νηστικός!
— Ναι, παρετήρησε γελώσα η Κρατήρα, και ρίπτουσα λοξόν βλέμμα εις την κενήν χιλιάρικην· σου έπεσε λίγο!
— Όσο γι' αυτό, — ηθέλησε να είπη κάτι τι ο ποιμήν υποτραυλίζων.
— Ας είνε, προσέθηκεν η Κρατήρα, και ετοποθέτησε το αντίδωρον υπό τι ποτήριον ανάστροφα επί του αρχαίου της εστίας. Έκαμα εγώ πολλούς σταυρούς για όλους σας. Καλή χρονιά σας! Εχάσατε όμως. Ήτανε πολύ ώμορφα. Δεν ξέρω πού βρέθηκε με τέτοιο χειμώνα και ήρθε ο Χρήστος πούνε γραμματικός του νεροδικείου εις την Αγία Άννα — χωρίον της Ευβοίας — κι' έψαλε το «χερουβικό»και το «Μεγάλυνον ψυχή μου» πολύ ώμορφα. Αμ' να ιδήτε πάλιν και μια ταραχή. Κρίμα τον καϋμένο! Στο τέλος 'ς 'ν απόλυσι, θέλησε ο κακόμοιρος να πάη πρώτος- πρώτος να πάρη αντίδωρο, και του πάτησε μια βρισιά ο δήμαρχος, που τον έκαμε τον κακόμοιρο απ' άσπρου.
— Να σ' πω κουμπάρα. Κατάλαβες τίποτα; διέκοψεν αίφνης εγερθείς ο ποιμήν.
— Τι; ηρώτησεν η Κρατήρα.
— Δεν κατάλαβες τίποτα ακόμα; Νά! Και ωσφραίνετο ηχηρώς ο Κομποδήμος.
— Ωχ!
Τωόντι από της ανοικτής κλαβανής ανήρχετο από του κατωγείου ευώδης οσμή ψητού· και μάλιστα ψητού χοιριδίου.
Ενόμιζέ τις ότι η ευσεβής Κρατήρα, επανελθούσα από την θείαν λειτουργίαν των Χριστουγέννων, εκόμισε μεθ' εαυτής και το χορταστικόν άρωμα της κρεωφαγίας μετά την τεσσαρακονθήμερον νηστείαν.
— Εγώ το κατάλαβα, Κρατήρα, είπε τέλος ο Μπάρμπα-Σταύρος, οσφρανθείς και αυτός της ευωδίας του τρυφερού κρέατος. Τον κολλήγαν σας τον έπιασε λίγο.
— Χριστός και Παναγία! ανεκραύγασεν η Κρατήρα ακούσασα την βαρείαν φράσιν.
— Το κρασί, καλέ! διώρθωσεν αμέσως ο Μπάρμπα-Σταύρος. Στρώσε λοιπόν το τραπέζι, Κρατήρα.
Και προσατενίζων προς τον Κομποδήμον προσέθηκε:
— Τώρα πλεια, κολλήγα, θα ιδούμε και το πεσκέσι σου. Ήταν τυχερό βλέπεις να το φάμε μαζί.
— Το βλέπεις και χωρίς να το ιδής, κολλήγα. Γέμισε όλο το σπίτι μυρωδιά. Αχ! Να τρως και να λες νάχα και άλλο, κολλήγα· αξίζει αυτό όχι ένα θήλιασμα, δέκα θηλιάσματα αξίζει.
Είπεν ο Κομποδήμος ετοιμαζόμενος.
Η Κρατήρα αφαιρέσασα τότε το τσόχινον μπαμπουκλί της και περιβληθείσα μίαν λευκήν και χονδρήν φανέλλαν, καταβαίνουσαν μέχρι της οσφύος, ήρχισε να παραθέτη την τράπεζαν εγγύς της πυράς επί του σοφά.
Ανέπτυξε κατά πρώτον και έστρωσε μέγα τετράγωνον τραπεζομάνδηλον, έργον των χειρών της, υφασμένον με κυανόλευκα λωρία στενά· παρέθηκε κατά σειράν καθαρά λευκά πιάτα, μαχαίρια και πηρούνια και ποτήρια, την αλατιέρα, ένα μέγαν λάζον ναυτικόν του Ποταμού διά τον διαμελισμόν του χοιριδίου· και έφερεν έν από τα αφράτα ψωμία της εορτής και φιάλην εκλεκτού οίνου μοσχάτου. Ο Μπάρμπα Σταύρος ήρχισε να κόπτη φέταις μετά προσοχής, τοποθετηθείς εγγύς της τραπέζης, προς ην κατέναντι επλησίασε και εκάθησεν ο Κομποδήμος με ημικλείστους τους οφθαλμούς του, έχων ανάγκην ύπνου μάλλον ή τροφής· η δε Κρατήρα απήλθεν εις το εγγύς μικρόν δωμάτιον, όπου είχεν εξασφαλίσει αφ' εσπέρας το χοιρίδιον, μόλις το είχε φέρει η φουρνάρισσα, ως είδομεν.
— Να σ' πω, κολλήγα, παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος. Είπα να το κρατήσω για 'μπρός, αλλά πάλιν είπα: ο κολλήγας θα μας φέρη άλλο· τι βγήκε!
— Ακούς εκεί! παρετήρησεν ο ποιμήν. Ο κολλήγας μου νάναι καλά και τα θηλιάσματά του· και γουρνόπουλα όσα θέλεις.
Αλλ' ιδού αίφνης· επανέρχεται η Κρατήρα εντροπαλή, κατακόκκινη, κομίζουσα κενόν το γανωμένον ταψίον.
— Χορατεύετε, θαπώ!
Παρετήρησεν αποθέτουσα το κενόν ταψίον επί της τραπέζης· και προσέθηκεν:
— Εσείς το φάγατε και με γελάτε!
— Ο Μπάρμπα Σταύρος ανεπήδησεν επάνω κατάλευκος, κρατών εις χείρας το τσιμπούκιόν του ως εάν επρόκειτο να δείρη τους γάτους του όπου ήσαν λαίμαργοι πολύ και κακομαθημένοι.
— Καλή χρονιά σας! επανέλαβεν η Κρατήρα ειρωνικώς και λυπημένη.
Ο Κομποδήμος ιδών κενόν το παρατεθέν ταψίον με ολίγην παγωμένην ακόμη σάλτσα, τώρα συνήλθεν από της μέθης, ξεζαλισθείς ολίγον.
— Το πήρε η οργή, κολλήγα, ανεφώνησεν. Θα μας το άρπαξαν οι γάτοι· γιατί, όταν επήγα προτήτερα να το φέρω, δεν με άφησες; τους είδα κ' εφύλατταν απόξω καραούλι, ο ένας από 'δω και ο άλλος από 'κεί από την πόρτα.
— Μήπως άφησες ανοικτή την πόρτα, κολλήγα;
— Δε θυμάμαι, να σ' πω!
Και ερωτών την Κρατήραν λέγει:
— Πού το ηύρες το ταψί, κουμπάρα;
— Κάτω ς' τα σανίδια πεταγμένο ανάποδα.
— Ωχ μωρέ τα σκυλόγατα! είπεν ο ποιμήν.
— Κρίμα ς' το γουρνόπουλο! εφώνησεν ο Μπάρμπα Σταύρος τεθλιμμένος και κρατών το τσιμπούκιον επροχώρησεν ολίγα βήματα ως να μη επίστευεν, αν και έβλεπε το ταψίον το κενόν, και ήθελε να ίδη την θέσιν όπου έκειτο.
Και προχωρών κατήλθε διά της κλαβανής εις το κατώγειον οπόθεν ανήρχετο η ευωδία.
Η Κρατήρα απέμεινε μ' εσταυρωμένας τας χείρας, ο δε Κομποδήμος βλέπων το ταψίον εψιθύρισε:
— Δεν τώπερνα εγώ προτήτερα!
Μετ' ολίγον ηκούσθησαν κτύποι πυκνοί από του κατωγείου ως να εκρούετο ραβδίον επί του δαπέδου και συγχρόνως φωναί:
— Νά! Νά! Νά!
Ο Κομποδήμος κατήλθε τότε παραπατών εις το κατώγειον. Κατόπιν ηκολούθησε και η Κρατήρα.
Οι κτύποι και αι φωναί επανελήφθησαν.
— Νά! Νά! Νά!
Και μετά μικρόν επανήλθεν ο Μπάρμπα Σταύρος ωχρός από της οργής, κρατών εις χείρας τεθραυσμένον το τσιμπούκιον και ψελλίζων:
— Κρίμα ς' το γουρουνόπουλο!
Κατόπιν του ανέβη ο Κομποδήμος έχων εις χείρας του την κεφαλήν του χοιριδίου με ροδισμένον εδώ κ' εκεί το τρυφερόν δέρμα και λέγων:
— Μπρε τα παληόγατα!
Η Κρατήρα ωχρά πλέον και αυτή, δεν εγνώριζεν εις ποίον να ρίψη το πταίσιμον.
Τωόντι όταν ηκούσθη ο κρότος εκείνος ο οξύς ον ο Κομποδήμος εξέλαβεν ως τουφεκιάν ο δε Μπάρμπα-Σταύρος ως κρότον πιπτούσης χιόνος, εάν εξήρχετο κανείς θα συνήντα τους δύο γάτους, οι οποίοι αφ' εσπέρας παραφυλάσσοντες ως φρουροί ακοίμητοι προ της θύρας του δωματίου, εν ώ είχεν εναποτεθή το χοιρίδιον, ευρόντες ανοικτήν την θύραν, αφεθείσαν ούτως υπό του Κομποδήμου, εισήλθον κρυφά-κρυφά και παρέλαβον το ξεροψημένον χοιρίδιον ως δύο καλοί λωποδύται, κρατούντες αυτό εύμορφα ο μεν από τους προσθίους πόδας ο δε από τους οπισθίους, και κατήλθον από της κλαβανής εις το κατώγειον, εν ώ όπισθέν των αντήχει οξέως το καταρριφθέν ταψίον. Εκεί κάτω τους εύρεν ο Μπάρμπα- Σταύρος και τους δύο λαιμάργως καταπίνοντας δι' αγρίων βρυγών τας τρυφεράς του ωραίου χοιριδίου σάρκας, ων η ευωδία επλήρου τον οίκον όλον, ως είδομεν. Είχον αποτελειώσει πλέον το γεύμα των καταπιόντες και τα τρυφερά οστάρια, και μόνον την κεφαλήν ως μεζέν αφήσαντες τελευταίαν, ότε ο Μπάρμπα Σταύρος πλήρης οργής θέλων να τους κτυπήση έθραυσεν επί του ξηρού εδάφους του κατωγείου το ωραίον τσιμπούκιόν του, διότι οι γάτοι μόλις είδον αυτόν επήδησαν ταχείς ως πτερωτοί εις το ανοικτόν υπέρθυρον της θύρας του κατωγείου, εκύτταξαν μια τον γέροντα αγρίως κινούντες τους μύστακάς των, και εγένοντο άφαντοι, καταλιπόντες μόνον την κεφαλήν, ψητόν λείψανον του βασιλικού γεύματός των.
— Τις έπταιε!
Διελογίζετο ο Μπάρμπα-Σταύρος, ου η όρεξις, αναμένοντος τόσας ώρας την πλουσίαν και ορεκτικήν τράπεζαν μετά τόσα παθήματα και τόσην νηστείαν, είχε καταντήσει εις οργήν και λύπην.
— Ο Κομποδήμος έπταιε μόνος, ή και η ευλαβής Κρατήρα; Ή μήπως έπταιε περισσότερον όλων ο Μπάρμπα-Σταύρος, αλλ' εντρέπετο και να το σκεφθή τώρα;
Το αληθές είνε ότι τας αμαρτίαις όλων φορτώνεται ο πταίων τελευταίος.
Ούτος δε ήτο ο ποιμήν όστις είχεν αφήσει ανοικτήν την θύραν του μικρού δωματίου.
Αλλά τι δικαίωμα είχον να οργισθώσι πλέον κατά του ταλαιπώρου ποιμένος, όστις τόσα υπέστη αυτήν την νύκτα και την προηγουμένην ημέραν, όστις τον έσωσε σχεδόν τον Μπάρμπα-Σταύρον, διότι αυτός είχε κοπιάσει προς τούτο, και όστις τέλος πάντων ως Χριστουγεννιάτικον δώρον είχε προσφέρει το γαλακτώδες χοιρίδιον.
Διά τούτο ο Μπάρμπα-Σταύρος πληρώσας το ποτήριον του ποιμένος οίνου εκλεκτού, πληρώσας και άλλο ιδικόν του, ίνα διά του ηδέος ποτού ωθήση προς τον παμφάγον στόμαχον την εκχειλίζουσαν οργήν του, εκραύγασε μετά ψυχρότητος μεν γελών, πλην γελών όμως:
— Καλή χρονιά, κολλήγα, εσύ νάσαι καλά και τα θηλιάσματα, και γουρνόπουλα όσα θέλεις έχουμε.
Και θεωρών την σύζυγόν του προσέθηκεν ο γέρων:
— Κι' άλλη φορά, κυρά Κρατήρα, τα παιδιά σου να τ' αναθρέψης καλλίτερα.
— Ναι! τώρα είπες καλά, εκραύγασε και ο ποιμήν. Και κρατών την ευωδιάζουσαν κεφαλήν του χοιριδίου εστρώθη οκλάδην παρά την τράπεζαν γελών και λέγων:
— Εσείς δεν θα τρώτε τώρα από το γατοφαγωμένο. Και ήρχισε να τρώγη, εν ώ οι δυο σύζυγοι μη έχοντες άλλο τι έφαγον άρτον και τυρίον απλούν, διότι εν τη φιλαργυρία του ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν είχε προμηθευθή ολίγον κρέας διά να κάμουν σούπαν. Και λησμονήσας την χαράν της σωτηρίας του από την φιλαργυρίαν του προσεπάθει άνευ ορέξεως να ωθήση προς τον λάρυγγά του το ψυχρόν τυρίον, επαναλαμβάνων ενίοτε μετά στεναγμών ως επιτάφιον εγκώμιον, αισθανόμενος εγγύς του το άρρητον άρωμα του χοιριδίου:
— Κρίμα 'ς το γουρνόπουλο!



3 Δεκεμβρίου 2019

Χριστουγεννιάτικα Ευχητήρια...!

Ευχητήρια

Όλοι όσοι προσέφεραν δημόσιες υπηρεσίες είχαν πάντα έτοιμο έναν έμμετρο καλό λόγο και ευχές για τις γιορτές. Και οι πολίτες, ανταποκρίνονταν με γενναιοδωρία.
«Το εφετεινόν ευχητήριον του σκουπιδιάρη της συνοικίας ήτο συντεταγμένον εμμέτρως:
Ολοχρονίς γυρίζομε
Τους δρόμους καθαρίζομε
Και πάντοτε τα ίδια

Μαζεύομε σκουπίδια!...
Έτσι άρχιζεν η μούσα του σκουπιδιάρη. Στο δεύτερο τετράστιχο εψάλλετο με αβρούς στίχους ο κόπος του ατυχούς επαγγελματίου, εις το τρίτο τετράστιχο τα βάσανα της συντεχνίας του και το τέταρτο και τελευταίο κουπλέ κατέληγεν ως εξής:
Εφ’ όσον κουραζόμαστε
Μαζύ κι’ από συμφώνου
Όλοι μαζύ ευχόμαστε
Υγείαν κι’ από Χρόνου!...
Δεν γνωρίζω αν ο σκουπιδιάρης έλαβε τα ετήσια φιλοδωρήματά του διά τους κόπους του ή το στιχουργικό του τάλαντον. Πάντως θα έπρεπε να αμειφθή δια το δεύτερον πολύ περισσότερον από ό τι οι σουρρεαλισταί ποιηταί.
Το ευχητήριον του σκουπιδιάρη μου έφερε εις την μνήμην παλαιοτέρας καλάς εποχάς, τότε που τα ευχητήρια ήσαν περισσότερα και τα περισσότερα τούτων έμμετρα.

Ευχητήρια εμοίραζεν και ο φανοκόρος της συνοικίας. Σήμερον ο τύπος αυτός δεν υπάρχει. Εσβέσθη όπως και ο παλαιϊκός φανός του. Το ευχητήριον του Φανοκόρου έλεγεν επί λέξει: 
Είναι ο πόθος μου κρυφός
Όταν ο ήλιος δύση
Ν’ ανάβω τακτικά το φως
Χωρίς ποτέ να σβύση!...

Έχω κι’ εγώ τον τρόπο μου
Και τρέχω μετά πόνου
Και δώστε μου τον κόπο μου
Για το καλό του χρόνου!

Μετά τον φανοκόρον, φιλοδώρημα έπερνε και ο «νεροκράτης», ο υπάλληλος του Δήμου με το τεράστιο κλειδί που «άνοιγε το νερό». Αυτός εις το ευχητήριό του ήτο συντομώτερος:
Εγώ ανοίγω το νερό
Και θέλω πουρμπουάρ γερό!...
Ο άνθρωπος είχε δίκηο. Εζητούσε πουμπουάρ διότι και το νερό «που μπουάρ» το άφηνε, αν συζητήσωμεν γαλλιστί.
Έπερνε και αυτός το φιλοδώρημά του, και έφευγε δια να εμφανισθούν οι γκαζιέρηδες ή οι «φυσηταί του αεριόφωτος» όπως έγραφεν η κάρτα των.
Αυτοί δεν ίππευαν Πηγάσους. Ήσαν πεζότατοι και έλεγαν απλώς ότι «εύχονται υμίν το νέον έτος 1899 αίσιον και ευτυχές»
Αλλά μετά τους «φυσητάς του αεριόφωτος» η υπηρέτρια εφώναζε στην κυρία της: 
-Κυρία οι γκαζιέρηδες!
-Πάλι;
-Αυτοί είνε άλλοι.
-Άλλοι είμαστε κυρά!

Ηκούετο από την εξώθυραν ανδρική φωνή.
Πράγματι άλλοι ήσαν. Αυτοί εκαλούντο εις το έντυπον ευχητήριό των «οι εργάται επισκευής των μολυβδοσωλήνων του φωταερίου» και ηύχοντο και αυτοί επίσης «το νέον έτος με πάσαν υγιείαν και ευτυχίαν». Πεζοί και αυτοί, πεζότατοι.
Κατ’ αντιδιαστολήν ποιηταί ήσαν και οι εφημεριδοπώλαι οι οποίοι άφιναν και αυτοί ευχητήρια:
Πάντα πουλάμε εφημερίδες
Κι’ ο νέος χρόνος νάρθη μ’ ελπίδες!
Εμείς που φέρνομε τόσες ειδήσεις
Εμείς σου ευχόμαστε αφέντη να ζήσης!...
Και τα λοιπά και τα λοιπά… Παληά καλά χρόνια που πέρασαν τόσο γρήγορα και σάρωσαν στο διάβα τους, τόσα όνειρα, τόσες παιδικές μας ελπίδες και άφησαν αναμνήσεις και μόνον αναμνήσεις που μόλις διακρίνονται κρυμμένες μέσα σε τούφες χιονάτα μαλλιά!».

Νέα Ελλάς, 1940, Δημήτρης Γιαννουκάκης

Πηγη

2 Δεκεμβρίου 2019

Δεκέμβρης...

Δεκέμβρης
Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του ηλιακού μας έτους, αλλά ο δέκατος μήνας, όπως το λέει και το όνομά του (εκ του λατινικού decem = δέκα), από την πρωτοχρονιά της 1ης Μαρτίου, όταν το έτος των Ρωμαίων ήταν δεκάμηνο.
Στο Αττικό αρχαιοελληνικό ημερολόγιο ήταν ο έβδομος μήνας και ονομαζόταν «Ποσειδεών» ή «Ποσειδών» (16 Δεκ. – 15 Ιαν.), προς τιμήν του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα. Αυτόν τον μήνα σύμφωνα με τις δοξασίες των Αρχαίων Αθηναίων, ο Ποσειδώνας με την Τρίαινά του, το σύμβολο της δυνάμεως και εξουσίας, συντάρασσε τις θάλασσες και προκαλούσε μεγάλες τρικυμίες όταν θύμωνε μαζί τους' γεγονός που φοβούνταν ιδιαίτερα για τα ταξίδια τους οι ναυτικοί.
Ως προς την πλευρά της αυστηρότητας ο Ποσειδών μπορεί να συσχετιστεί ως θαλασσινός θεός -προστάτης της θάλασσας- με τον δικό μας Άγιο Νικόλαο, ο οποίος τον αντικατέστησε στην πίστη του λαού. Οι Χριστιανοί ναυτικοί μας θεωρούν ότι οι δύσκολες ώρες της θάλασσας οφείλονται στον θυμωμένο άγιο Νικόλαο που είναι αγριεμένος μαζί τους. Για να τον εξευμενίσουν ρίχνουν στα τρικυμισμένα νερά λάδι από το καντήλι του Αγίου, κόλλυβα από αυτά που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα της γιορτής του, ψίχουλα, άρτο ή και μια μικρή εικόνα του. Τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: «Αϊ Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου!»
Μία «σύγχρονη» ναυτική παράδοση για τον Αϊ Νικόλα τον Κυβερνήτη απ'τη θαλασσινή Μάνη:
«Τα καράβια και τα καϊκια, στα παλιά χρόνια, ταξίδευαν χωρίς τιμόνι (μόνο σε γαληνεμένη θάλασσα). Τη συγκοινωνία από το Διακόφτι στα Βάτικα, απέναντι, την έκανε ένας περάτης, άγνωστος, που δεν ήταν ντόπιος. Κάθε φορά όμως που σηκωνόταν τρικυμία (πολύ συχνά), το καράβι, χωρίς τιμόνι, τσακιζόταν στους βράχους και οι άνθρωποι πνίγονταν. Ο περάτης όμως δεν πάθαινε τίποτε και κάθε φορά παρουσιαζόταν με νέο καράβι. Ήταν δαίμονας που χαιρόταν για το κακό των ανθρώπων. Ώσπου κάποτε μπήκε επιβάτης και ένας γεράκος, με άσπρα μαλλιά και γένια. Κρατούσε και στο χέρι του ένα παράξενο ξύλο, που πλάταινε προς τα κάτω. Το καΐκι συνάντησε πάλι τρικυμία, οπότε ο γεράκος τρέχει και στερεώνει το ξύλο του στο πίσω μέρος, το κρατάει γερά (ήταν το πρώτο τιμόνι) και κυβέρνησε το πλοίο, ώστε να μην τσακιστεί στα βράχια. Οι άνθρωποι σώθηκαν, κι ο περάτης, από το κακό του εξαφανίστηκε. Την ίδια ώρα εξαφανίστηκε κι ο γεράκος, που ήταν ο άγιος Νικόλαος και νίκησε το δαίμονα, μαθαίνοντας και στους ναυτικούς το τιμόνι.»
Τα δημώδη ονόματα του Δεκεμβρίου είναι: Δεκέ(μ)βρης ή Δεκέμηρης, Γιορτινός (λόγω των πολλών εορτών), Αϊ-Νικολιάτης, Χριστουγεννιάτης, Χριστουγεννάς, Χιονιάς, Ασπρομηνάς κλπ.
Στη ζωή των Ελλήνων αγροτών τρεις είναι οι εμπειρίες που προεξάρχουν: το κρύο, το τέλος της σποράς, και η μείωση του φωτός.
Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη: της Αγίας Βαρβάρας (4), του Αγίου Σάββα (5) και του Αγίου Νικολάου (6) -τα λεγόμενα Νικολοβάρβαρα. Οι παροιμίες λένε: «Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), Αϊ Σάββας σαβανώνει, Αϊ Νικόλας παραχώνει», «Αγία Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), Αη Σάββας το δέχτει κι Αη Νικόλας έτρεξε να πάει να το δαφτίσει (το βάφτισε χιόνι)».
Αλλά και για τη χρονική εγγύτητα των τριών εορτών λέγεται:
«Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει».
Οι γεωργοί θέλουν να ευχαριστήσουν τα ζώα τους (βόδια, άλογα) για τη βοήθεια που τους προσέφεραν στη σπορά και γι'αυτό τα γιορτάζουν στις 18 Δεκεμβρίου, του Αγίου Μοδέστου (στο συναξάρι του αναφέρεται ότι ανέστησε πολλά ζώα). Οι ζευγάδες ράντιζαν με τον αγιασμό τα σπαρμένα χωράφια, έριχναν κόλλυβα στη γη και τάιζαν τα ζώα τους μ'αυτά, αλλά και με άρτο (ύψωμα).
Ο Δεκέμβριος έχει τις μεγαλύτερες νύχτες. «Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα – καλησπέρα», λέει μια παροιμία. Ο Ήλιος έχει τώρα τη μεγαλύτερη απόκλιση νότια του ισημερινού, με αποτέλεσμα το βόρειο ημισφαίριο να φωτίζεται πολύ λιγότερο από το νότιο. Από τις 22 Δεκεμβρίου (μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο), η απόκλιση αρχίζει να λιγοστεύει, οπότε στο βόρειο ημισφαίριο η μέρα μεγαλώνει. Με το Ιουλιανό ημερολόγιο, το χειμερινό ηλιοστάσιο έπεφτε το 19ο αιώνα στις 9 Δεκεμβρίου (Αγ. Άννας). Παρετυμολογώντας, λοιπόν, το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα (12) έλεγαν: «Απ'του αγίου Σπυρίδωνα μεγαλώνει η μέρα κατά ένα σπυρί». Και στις 19 παραμονή του Αγ. Ιγνατίου, που η αύξηση του φωτός ήταν πια σημαντική, έλεγαν: «αύριο είναι ο άγιος Αγνάντιος' αγναντεύει ο ήλιος προς το καλοκαίρι».
Οι ευχές όλη τη διάρκεια του Δεκεμβρίου κυριαρχούν και καθορίζουν τόσο τις άφθονες εορτές του μήνα, όπως του Αγίου Ελευθερίου (15) και του Αγίου Διονυσίου (17) όσο και τα επικείμενα Χριστούγεννα (25), την πρώτη μέρα του Δωδεκαημέρου*, καθώς και τη διαβατήρια ώρα της μεταβάσεως στον καινούργιο χρόνο.
Ο Δεκέμβρης είναι ο μήνας με τις μικρότερες μέρες.
Από τα Χριστούγεννα όμως και μετά, αρχίζουν και μεγαλώνουν.
Το κρύο συνδέεται με τρεις κυρίως γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη.
Της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα, και του Αη Νικόλα.
Λέγανε παλιά: «Βαρβάρα βαρβαρωνει, αι Σάββας σαβανώνει, αι Νικόλας παραχώνει»!
Στις ορεινές περιοχές της Ηπείρου, της Δυτικής Μακεδονίας, της Ρούμελης, το κρύο συνδέεται και με την γιορτή του Αγίου Αντρέα.
«Ο Αγι Αντρέας έφτασε, το κρύο αντρειεύει».
Ο Δεκέμβρης στην παράδοση μας, έχει και το όνομα Αντριάς (η Ντριάς), λόγω του κρύου.
Η δεύτερη εμπειρία, όπως είπαμε, είναι το τέλος της σποράς.
Εκφράζεται και αυτή με παροιμίες.
Για την σπορά λένε: «Δικεμβρις, δικιος σπόρος», η «Δεκέμβρη δίκαια σπέρνε», και αυτό γιατί ο «ζευγάς», δεν πρέπει να ρίχνει το σπόρο μήτε πολύ αρια , μήτε πολύ πυκνά, γιατί το χώμα είναι αρκετά ποτισμένο από την βροχή, και έτσι δεν υπάρχει πλέον ο φόβος μη τυχόν και δεν φυτρώσει ο σπόρος.
Ένα άλλο έθιμο που τηρούσαν οι παλιοί τον Δεκέμβρη, ήταν που «ευχαριστούσαν» τα ζώα τα οποία τους βοηθούσαν στη σπορά!
Μια ξεχωριστή γιορτή, στις 18 του Δεκέμβρη, είναι του Αγίου Μοδεστου.
Στο Δρυμό, στην γιορτή του αγίου, δίνουν στα ζώα τριμμένους άρτους και αντίδωρο από την εκκλησία, για να φάνε τα ζώα και να γίνουν γερά!
Βέβαια σήμερα, τα ζώα έχουν αντικατασταθει από τα τρακτέρ.
Στη Λήμνο, οι ζευγάδες κάνουν κόλλυβα που τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς, και τα ρίχνουν έπειτα στην «ταγή» για τα ζώα.
Η τρίτη εμπειρία για τον Δεκέμβρη, είναι το φως.
«Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα καλησπέρα» έλεγαν οι παλιοί, για να τονίσουν το πόσο μικρές μέρες και μεγάλες νύχτες έχουμε αυτό το μήνα.

Από την καρδιά μου, ξανοίγω δρόμο στον ουρανό για να περάσει ολόλαμπρο το φως των Χριστουγέννων

30 Νοεμβρίου 2019

Η σάρξ !... Του Αντώνη Σαμαράκη !


Διάβαζε τον ψαλμό ΞΘ’, όταν άκουσε τη βροχή που είχε πιάσει.
-Βρέχει, σκέφτηκε. Περίεργο! Δε φαινόταν από νωρίς πως ήτανε για βροχή ο καιρός.
Διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του. Η βροχή ήταν ένα εξωτερικό γεγονός και δεν άξιζε να διακόψει τον ψαλμό γι’ αυτήν. Ξανάρχισε τον ψαλμό:
«μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου, εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός βοηθησόν μοι».
Έξω η βροχή δυνάμωνε ολοένα.
Είχε δύο βδομάδες περίπου που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτήν τη συνοικία. Ήτανε η πρώτη του ενορία. Η αλήθεια είναι πως είχε ζητήσει ο ίδιος να τοποθετηθεί σε λαϊκή συνοικία. Είχε πει στους αρμοδίους:
- Θα ήθελα να αρχίσω το στάδιό μου ως εφημέριος σε μία λαϊκή συνοικία.
Οι δύο αυτές λέξεις «λαϊκή συνοικία» χτυπούσανε μέσα του με παράξενο ήχο. «Είμαι ένας ρομαντικός, φαίνεται», συλλογιζότανε καμιά φορά. Ήτανε νέος και δεν είχε ως τότε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή από πολλές πλευρές. Η οικογένειά του, μια μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας του, τραπεζικός υπάλληλος. Είχε πεθάνει πρόπερσι. Από αυτόν είχε κληρονομήσει τον φόβο του Θεού και την αφοσίωση στις εντολές Του. Γράφτηκε στη Θεολογική σχολή, τελειώνοντας το γυμνάσιο, και το όνειρό του ήτανε να γίνει ιερεύς. Να υπηρετήσει έτσι το Θεό. Να φέρει κοντά στον Ποιμένα όσα μπορούσε περισσότερα «απολωλότα πρόβατα».
Από τη διπλανή κάμαρα ακουγότανε η βαριά ανάσα της γυναίκας του. Η πόρτα ήτανε μισάνοιχτη.
Δύο βδομάδες μονάχα είχε σ’ αυτήν τη συνοικία, όμως είχε κιόλας την ευκαιρία να διαπιστώσει πως οι ενορίτες του, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε μακριά από το δρόμο του Θεού. Ιδίως από την άποψη ηθών, η κατάσταση απελπιστική. Ωστόσο ο ίδιος δεν απελπιζότανε. Την περασμένη Κυριακή είχε μιλήσει στη μικρή Εκκλησία πάνω στο θέμα των ηθών. Πύρινος ο λόγος του. Έκανε μεγάλη εντύπωση. Και κατάστρωνε το σχέδιό του, που θα το έβαζε σ’ εφαρμογή το συντομότερο. Είχε έρθει κιόλας σ’ επαφή με μερικούς ευσεβείς ενορίτες, μέλη μιας χριστιανικής οργάνωσης, που ήτανε κι αυτοί σύμφωνοι πως η διαφθορά είχε προχωρήσει πολύ στη συνοικία τους.
- Οι εγκόσμιοι πειρασμοί κυριαρχούν εις την συνοικίαν μας, είπε, σε μια συγκέντρωση που κάνανε, ο μεγαλύτερος μπακάλης της γειτονιάς, που ήταν εξέχον μέλος της χριστιανικής οργάνωσης. (Στην Κατοχή, είχε πλουτίσει με τη μαύρη αγορά αλλά τούτο δεν είχε σημασία για τη χριστιανική οργάνωση. Έτερον εκάτερον…)
- Η σάρξ! Πετάχτηκε ένας άλλος, έμπορος ψιλικών. Προπαντός, η σάρξ!
Η φωνή του είχε τόνο υστερικό.
- Επιμένω επί της σαρκός! συνέχισε, και το καρύδι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε.
- Και εγώ επιμένω επί του αλκοολισμού! είπε κάποιος άλλος.
Ο καθένας είχε κάτι και σ’ αυτό επέμενε. Ο εφημέριος τους ησύχασε, και καταλήξανε όλοι στο συμπέρασμα πως πρέπει να προχωρήσουν με σχέδιο μελετημένο καλά, για να κατατροπώσουν τη διαφθορά.
Διάβαζε τώρα τον ψαλμό Ος΄. Ρεύτηκε την ψαρόσουπα που είχε φάει πριν από λίγο. Η γυναίκα του την πετύχαινε πολύ.
Η βροχή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.
Ξαφνικά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα.
- Ανοίχτε! μια φωνή που του φάνηκε παιδική.
Έριξε το παλτό του, γιατί ήτανε με τα νυχτικά του, άνοιξε. Μπήκε ένα αγόρι, ίσαμε δώδεκα χρονώ, μούσκεμα από τη βροχή.
- Τι συμβαίνει; το ρώτησε.
- Με έστειλε η μάνα μου, είναι ένας πεθαμένος, λέει, και να κάνεις γρήγορα να τον μεταλάβεις, λέει, γιατί όπου νάναι πεθαίνει.
Του έδωσε μια πετσέτα να σκουπιστεί.
- Δε βαριέσαι, έκανε το παιδί και την άφησε.
Ήθελε να ντυθεί. Στην κρεβατοκάμαρα κοιμόταν η γυναίκα του, φοβότανε μη την ξυπνήσει.
- Γύρισε το κεφάλι σου στον τοίχο, είπε του παιδιού για να περάσει το παντελόνι του.
Το είδε που κρυφοκοίταζε.
- Φοβερή εξαχρείωσις! συλλογίστηκε
Βγήκανε, τέλος, οι δυό τους. Θα πέρναγε από την Εκκλησία να πάρει το δισκοπότηρο. Είχε αφήσει ένα σημείωμα, δύο λόγια στη γυναίκα του, μην ξυπνήσει και δεν τον δει και τρομάξει.
Η βροχή έπεφτε πάντα δυνατή. Μπροστά πήγαινε το παιδί.
- Που μένει; το ρώτησε.
- Παρακάτω.
Το παιδί δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Βάδιζε μπροστά και η βροχή το χτυπούσε. Ακολουθούσε αυτός, βαστώντας το δισκοπότηρο σφιχτά στο στήθος του.
Βαδίζοντας, η σκέψη του δούλευε. Ήταν η πρώτη φορά που θα κοινωνούσε ετοιμοθάνατο. Ήτανε φυσικό νάναι συγκινημένος. Και μάλιστα, που τύχαινε η πρώτη αυτή φορά νάναι σε μια περιοχή οπού οι άνθρωποι είχανε ξεχάσει το Θεό και ζούσανε στην αμαρτία.
Προσευχήθηκε, περπατώντας, και ζήτησε από το Θεό να του δώσει δύναμη, κείνη τη νύχτα, να φέρει κοντά του ένα «απολωλός πρόβατον».
Το παιδί βούλιαξε σε μια λακκούβα γεμάτη νερό.
- Τα κέρατά σου, δήμαρχε! βλαστήμησε.
Συλλογίστηκε πως έπρεπε να του κάνει την παρατήρηση για τις βλαστήμιες που έλεγε κάθε τόσο. Θα του μιλούσε αργότερα.
- Εδώ ‘μαστε, είπε το παιδί.
Το δωμάτιο, 3 Χ 3 περίπου, ήτανε στο βάθος της αυλής. Κι ο άνθρωπος ήτανε μόνος εκεί, στο σιδερένιο κρεβάτι, το κεφάλι του και το ένα χέρι, το αριστερό, έξω από την κουβέρτα.
Από ένα άλλο δωμάτιο ακουγότανε γραμμόφωνο.
- Έχει γούστο να πέθανε κιόλας, είπε το παιδί.
Δεν προχώρησε όμως. Στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζε.
Μια λάμπα πετρελαίου, πάνω σ’ ένα μικρό τραπέζι, έριχνε λιγοστό φώς. Στο γυαλί της μια φουρκέτα.
Έκλεισε την ομπρέλα του. Άφησε το δισκοπότηρο στο τραπέζι κι έσκυψε πάνω στον άνθρωπο. Ήταν ακίνητος, με κλειστά μάτια. Ίσαμε εξήντα χρονώ. Όμως, δεν είχε πεθάνει. Ανάσαινε.
Η βροχή εξακολουθούσε, πιο δυνατή. Κείνη τη στιγμή, τον είδε και άνοιξε τα μάτια του. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. Ο άνθρωπος ξανάκλεισε τα μάτια κι έπεσε στο λήθαργο του.
- Δεν πέθανε, είπε το παιδί από τη γωνιά.
- Όχι, είπε αυτός.
Γίνηκε σιωπή. Σε λίγο ρώτησε:
- Μόνος του είναι;
- Ναι.
- Είναι καιρός που αρρώστησε;
- Είναι.
- Τι έχει;
Το παιδί ήθελε να πει «πείνα», δεν είπε τίποτα. Του φάνηκε παράξενο που ο παπάς δεν είχε καταλάβει ακόμα τι έτρεχε κει μέσα, που δεν είχε καταλάβει τι αρρώστια είχε ο άνθρωπος. Δεν ήταν βέβαια παρών ο παπάς τις προάλλες που ήρθε ο γιατρός και είπε: «Δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύ εξαντλημένος. Είναι πολύ αργά.»
Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο είχε μερικά έπιπλα, το σιδερένιο κρεβάτι, το τραπέζι, μια καρέκλα και ένα ντουλάπι.
Ήταν κι ένα ημερολόγιο στον τοίχο. Έδειχνε Πέμπτη, 10 Ιουλίου, ενώ ήτανε Νοέμβρης.
Ήτανε ακόμα ένα κάδρο που παρίστανε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Κι ένα δίπλωμα απονομής πολεμικού μεταλλίου, σε κάδρο, μαζί με το μετάλλιο.
Ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του.
-Ήρθες; είπε.
Η φωνή του έβγαινε με πολύν κόπο από μέσα του.
- Ναι, είπε. Ήρθα.
- Γιατί φοράς μαύρα; ρώτησε ο άνθρωπος.
Κοίταξε το παιδί. Η ανάσα του ανθρώπου γινόταν ολοένα και πιο βαριά.
- Ήθελα να σου μιλήσω, είπε, κι έσκυψε πάνω στο κατακίτρινο πρόσωπο.
Να, τώρα θα του έλεγε για το Θεό, για την αιωνιότητα. Όμως ο άνθρωπος έκλεισε ξανά τα μάτια του.
Το γραμμόφωνο στο διπλανό δωμάτιο έπαιζε πάντα. Το παιδί στεκότανε σαν απολιθωμένο στο βάθος.
Ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο του ανθρώπου. Ήτανε ιδρωμένο. Ένας ιδρώτας παγωμένος.
Πήρε το δισκοπότηρο από το τραπέζι. Έγνεψε του παιδιού, που ήρθε κοντά και τον ανασήκωσε λίγο. Άνοιξε τα μάτια του.
Έβαλε μετάληψη στη λαβίδα.
- Έλα, είπε.
Μισάνοιξε το στόμα του.
Πήγε να πει αυτός:
- Εις το όνομα του Πατρός…
Δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Δώσ’ μου! είπε ο άνθρωπος, προτού καταπιεί καλά καλά.
Τον κοίταξε.
- Δώσ’ μου!
Το στόμα του, μισάνοιχτο, περίμενε. Κι αυτός που ήταν έτοιμος να πει για την αιωνιότητα! Μια σύγχυση ήτανε μέσα του.
- Δώσ’ μου!
Κάτι ξέσπασε μες στο στήθος του, μια στοργή, μια τρυφερότητα, σαν πατέρας ένοιωθε που ταΐζει το παιδί του που πεινάει. Άρχισε να δίνει τη μία κουταλιά ύστερ’ από την άλλη.
Τα μάτια του ανθρώπου ήταν αλλιώτικα τώρα. Τα μάτια του παιδιού ήταν αλλιώτικα τώρα.
Η βροχή έπεφτε πάντα. Το γραμμόφωνο έπαιζε πάντα.
- Θεέ μου! είπε ο άνθρωπος.

Δεν είπε τίποτα αυτός.

http://periodikoendon.blogspot.gr/2010/03/blog-post.html
Πηγη

17 Νοεμβρίου 2019

Ελληνίδα του 1881...και του 2019

http://largesizepaintings.blogspot.gr/2015/08/sophie-anderson-greek-girl-1881.html

Image result for BBLRvpJ-Ελλάδα

Πηγή εδώ

Σημείωση δική μου:
Πίνακας και φωτογραφία … Πάντα πολύ όμορφη η Ελληνίδα ! ! !
Ι.Β.Ν.

13 Νοεμβρίου 2019

Πραγματικός εκπαιδευτικός !

Ένας νεαρός κύριος συναντά έναν ηλικιωμένο.

-Με θυμάστε;
-Όχι.
-Υπήρξα μαθητής σας.

-Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι;
-Έγινα κι εγώ καθηγητής.
-Κρίνεις ότι είσαι καλός στη δουλειά σου;
-Η αλήθεια είναι πως ναι. Εσείς με εμπνεύσατε και ήθελα να σας μοιάσω.
Περίεργος ο ηλικιωμένος κύριος, ρωτά να μάθει τι του έμεινε στο μυαλό και τον ενέπνευσε σε τέτοιο βαθμό ώστε να θέλει να γίνει κι ο ίδιος καθηγητής. Και ο νεαρός του διηγείται την ακόλουθη ιστορία.
-Κάποια μέρα ένας συμμαθητής μου – που ήταν και φίλος μου – ήλθε στην τάξη και μου έδειξε ένα πανέμορφο καινούργιο ρολόι που είχε στην τσέπη του. Δεν άντεξα στον πειρασμό και κάποια στιγμή του το έκλεψα. Σε λίγο, αντιλήφθηκε ότι το ρολόι έλειπε από την τσέπη του και αμέσως ενημέρωσε τον καθηγητή που μας δίδασκε εκείνη την στιγμή στην τάξη, που ήσασταν εσείς. Εσείς, λοιπόν, απευθυνθήκατε στην τάξη και είπατε:
- Το ρολόι κάποιου συμμαθητή σας εκλάπη κατά την διάρκεια του τρέχοντος μαθήματος. Όποιος το έκλεψε, παρακαλώ να το επιστρέψει αμέσως.
-Ντράπηκα τόσο πολύ την ταπείνωση μπροστά στους συμμαθητές μου, που δεν τόλμησα να αποκαλυφθώ. Έπειτα εσείς κλείσατε την πόρτα, μας είπατε όλοι να σταθούμε όρθιοι και ότι θα ψάχνατε τις τσέπες όλων μας μέχρι να το βρείτε. Αλλά θέσατε και μια προϋπόθεση. Ότι έπρεπε να έχουμε όλοι μας τα μάτια μας κλειστά για να μην δούμε τον ένοχο. Έτσι και συνέβη. Όταν φτάσατε σε μένα, το βρήκατε στην τσέπη μου και το πήρατε. Όμως συνεχίσατε το ψάξιμο στις τσέπες όλων και όταν τελειώσατε, μας είπατε «Και τώρα, μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια σας όλοι. Το ρολόι βρέθηκε!» Δεν αναφέρατε ποτέ το όνομά μου στην τάξη και ούτε μου σχολιάσατε ποτέ το περιστατικό σε προσωπικό επίπεδο. Περίμενα να με επιπλήξετε και να μου κάνετε κατήχηση, αλλά τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Εκείνη την ημέρα σώσατε την αξιοπρέπειά μου για πάντα. Εκείνη ήταν η πιο ντροπιαστική μέρα της ζωής μου όλης και μου δώσατε με τον τρόπο σας ένα ηχηρό μάθημα. Θυμηθήκατε τώρα το περιστατικό κ. Καθηγητά;
-Ναι, ακούγοντάς σε, τα θυμήθηκα όλα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν θυμάμαι και αυτό είσαι εσύ, γιατί κι εγώ είχα τα μάτια μου κλειστά όταν σας έψαχνα  όλους!!!

ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Αν πρέπει να ταπεινώσεις κάποιον μπροστά στα μάτια όλων των συμμαθητών του για να τον συνετίσεις, τότε όχι μόνον δεν λέγεσαι εκπαιδευτικός, απλά, δεν είσαι. Τέτοιοι καθηγητές χαράζουν ψυχές και μένουν ανεξίτηλα χαραγμένοι στη μνήμη των μαθητών.

http://boraeinai.blogspot.com/2019/11/blog-post_12.html
Facebook/ Kostas Termentzoglou

11 Νοεμβρίου 2019

«Διασκεδάζουμε όλοι στην κηδεία», Χρήστος Γιανναράς


ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ 

Ανερμήνευτη, σωστό αίνιγμα, η παθητικότητά μας των σημερινών Ελληνώνυμων για όσα συμβαίνουν στη χώρα μας, στο (ακόμα ή περίπου) κοινό μας σπίτι. Θυμίζω:
Επίσημη «Ανεξάρτητη Αρχή» ανακοινώνει ότι «μεγάλη μερίδα» παιδιών (δεν λέει αριθμό ούτε ποσοστό) τελειώνουν το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο (εννέα χρόνια υποχρεωτικής εκπαίδευσης) χωρίς να έχουν μάθει ανάγνωση και γραφή – είναι παιδιά «λειτουργικώς αναλφάβητα». Εχουν προαχθεί από τάξη σε τάξη και από τη «στοιχειώδη» στη «μέση εκπαίδευση» χωρίς να μπορούν, τα δύστυχα, ούτε να διαβάζουν, ούτε να γράφουν. Η είδηση δημοσιεύεται πρωτοσέλιδη («Κ» 13.9.2019), αλλά αντίδραση καμιά – «δεν κουνιέται φύλλο». Κανένας σχολιασμός από τους πολιτικά υπεύθυνους για την εκπαίδευση, απόλυτη σιγή και αδιαφορία από τα πανεπιστήμια, άφωνοι οι λαλίστατοι συνδικαλιστές. Θέμα ζωής ή θανάτου για την ελληνική κοινωνία, και τα αντανακλαστικά μας νεκρωμένα. 
Δεύτερο σύμπτωμα παθητικότητας που βεβαιώνει ανενεργά τα αισθητήρια, νεκρωμένο το ένστικτο αυτοσυντήρησης: η αγλωσσία, ο πρωτογονισμός της εκφραστικής. Στα δυσαρίθμητα τηλεοπτικά κανάλια και ραδιόφωνα η ελληνική γλώσσα κατακρεουργείται ατιμωτικά, βιάζεται, εξαθλιώνεται, και κανένας ποτέ δεν επεμβαίνει. Δεν υπάρχει έλεγχος, ούτε καν δειγματοληπτικός για εκφοβισμό – η γλώσσα υποβαθμίζεται αδιάντροπα από πρωθυπουργούς και κορυφαίους των θεσμών, ο πρωτογονισμός διαχέεται σαν αυτονόητος ως την έσχατη πτυχή του δημόσιου βίου. Η αγραμματοσύνη περιθωριοποιεί τη διαχρονική γλωσσική περιουσία αιώνων, εκχυδαΐζει τον δημόσιο βίο. 
Τρίτο, παμμέγιστο σκάνδαλο συλλογικής παθητικότητας, σύμπτωμα επιθανάτιας νάρκης: Η αφελέστατη, βοσκηματώδης ανοχή ή η εμφανέστατα εξαγορασμένη συνέργεια στην προγραμματική αλλοίωση των δημογραφικών δεδομένων του ελλαδικού πληθυσμού. Ολοι οι Ελληνώνυμοι, κάποια χρόνια τώρα, κάθε μέρα, βλέπουμε και ακούμε στα Δελτία Ειδήσεων το σταθερό θέαμα και δράμα χιλιάδων, πολλών εκατοντάδων χιλιάδων, αρχικά κατατρεγμένων και τώρα πια κυρίως βουλιμικών ανθρώπων, λιμασμένων για τον ηδονικό «πολιτισμό» της «ελευθερίας των Αγορών» να φτάνουν παράνομα στις ακτές μας.
 Ευαίσθητος ο Ελληνας συγκινήθηκε με τους πρώτους πρόσφυγες, τους φυγάδες από τον αγοραίων σκοπιμοτήτων πόλεμο, το ρήμαγμα της ζωής και τη σφαγή. Εμπειροι της προσφυγιάς και του διωγμού, βγήκαμε στους δρόμους να μοιραστούμε την μπουκιά μας με αλλόγλωσσους και αλλόπιστους φυγάδες από τη συμφορά. Σύντομα όμως στους φυγάδες προστέθηκαν τα σμήνη των λαθραίων, που η Τουρκία τους κρατάει ενέχυρο εκβιασμών, ντοπαρισμένους από τη λιγούρα για το πέρασμα στον «παράδεισο» του Βίζεγκραντ. 
Ωσάν να μη βλέπουμε πια οι Ελληνες, να μην αντιλαμβανόμαστε το παιχνίδι που παίζεται. Ποιοι τώρα καταφθάνουν, κατά χιλιάδες, με τη μεσολάβηση χρυσοπληρωμένων δουλεμπόρων, στις ακτές των ελληνικών νησιών. Τους υποδέχονται έμμισθοι υπάλληλοι του ελλαδικού κράτους και μισθοφόροι ατζέντηδες «μη κυβερνητικών οργανώσεων», δηλαδή ιδιώτες που επίσημα, δίχως προσχήματα, πρακτορεύουν συμφέροντα: τουρκικών υπηρεσιών ή του οργανωμένου δουλεμπορίου. 
Οταν στα ελληνικά (ακόμα) νησιά ο αριθμός των εισβολέων ξεπερνάει για κάποιο διάστημα τον αριθμό των μόνιμων κατοίκων, τότε ναυλώνονται πλοία «της γραμμής» (με χρήματα του λεηλατημένου από τη φορολόγηση πολίτη) για να μεταφερθούν οι εισβολείς στην «ενδοχώρα». Με ταχύτητα απίστευτη ετοιμάζονται οικισμοί, που παρόμοιους δεν γνώρισε ποτέ η εμπειρία Ελλήνων σεισμοπαθών, πυροπαθών, πλημμυροπαθών. Και η πελώρια απορία είναι, γιατί; Γιατί τόση εξευτελιστική χαμέρπεια σε αυτό το κράτος, όποια κι αν είναι η κυβέρνηση, όποιος κι αν εισπράττει τη χαμέρπεια. Ποιος λογαριάζεται αφεντικό και τον υπακούνε τυφλά τόσο η «πρώτη φορά Αριστερά» όσο και η «προοδευτική» στον μηδενισμό της Δεξιά; 
Ανεξήγητος εφησυχασμός συνοδεύει και την κατεστημένη πια αβελτηρία, ενδημική και αυτονόητη συνολικά στους «προοδευτικούς» κύκλους. Αβελτηρία σημαίνει: νωθρότητα, οκνηρία της σκέψης, μωρία, ηλιθιότητα. Γεννάει την αβελτηρία ο δογματισμός, και δογματισμός είναι το ηδονικό αφιόνι για την ανεπάγγελτη, δίχως ελπίδα ή προοπτικές νεολαία. Με το αφιόνι του δογματισμού της όποιας μπαγιάτικης ιστορικο-υλιστικής κονσέρβας, Αριστερής τάχα ή τάχα «προοδευτικής» Δεξιάς, κάποια νεολαία βαυκαλίζεται ότι έχει «πεποιθήσεις». Λογαριάζει την ψυχολογική εγκύστωση στο Τίποτα σαν προνομία συστράτευσης στις «προοδευτικές δυνάμεις». 
Πατρίδα, Ιστορία, κοινωνία - κοινότητα, σημαία, Γιορτή, κοινό όραμα, όλα αυτά, τα «ανοιχτά μυαλά» οφείλουν να τα χλευάζουν. Ακόμα και η αναισχυντία δικαιώνεται από την «προοδευτική» διαμαρτυρία. Τα κορίτσια της Νέας Φιλαδέλφειας καμάρωναν σαν άδειες ψυχές, μόνο για να χλευάσουν το συμβατικό Τίποτα της εθνικής γιορτής, το Τίποτα που παρελαύνει σαρκώνοντας το κενό και την άγνοια. Ενας δάσκαλος παλιός (που θα πει: πολύ ατίθασος στον συμβιβασμό) μπροστά στην «προοδευτική» αναισχυντία που βεβήλωνε τη γιορτή της πατρίδας, απλώς, με ευγένεια και σεβασμό, θα έβγαζε σιωπηρά το καπέλο του. Οπως όταν περνάει από μπροστά μας ένα φέρετρο, σε κηδεία. 
Το παιχνίδι έχει τελειώσει, είναι οριστικά χαμένο. Η Ιστορία θα διασώσει, ίσως, κάποια εικόνα της νεκροπομπής. Σηκώνουν το φέρετρο οι αυτουργοί της εκφερόμενης νέκρας, οι πρόσφατοι: Κεραμέως, Γαβρόγλου, Αρβανιτόπουλος, Βερυβάκης. Πλαισιώνουν, όλοι όσοι ασέλγησαν στο σημερινό πτώμα, συνειδητοί «προοδευτικοί» ή τυχάρπαστες μετριότητες.
Είκοσι οχτώ υπουργοί Παιδείας, σε σαράντα τέσσερα χρόνια. Ετοίμασαν την ασχημοσύνη των κοριτσιών της Νέας Φιλαδέλφειας.

https://www.kathimerini.gr

6 Νοεμβρίου 2019

Ντοπαμίνη ή σεροτονίνη; Πώς η ευχαρίστηση αντιστρατεύεται την ευτυχία !

Ντοπαμίνη ή σεροτονίνη; Πώς η ευχαρίστηση αντιστρατεύεται την ευτυχία
To 1953, σε ένα διάσημο πείραμα, οι ερευνητές Τζέιμς Ολντς (James Olds) και Πίτερ Μίλνερ (Peter Milner) τοποθέτησαν ηλεκτρόδια στους εγκεφάλους ποντικιών. Με το πάτημα ενός μοχλού στο κλουβί των ζώων, διοχετευόταν στους μικρούς τους εγκεφάλους ηλεκτρικό ρεύμα, που τους προκαλούσε ευχαρίστηση. Πολύ σύντομα, τα ποντίκια έμαθαν να ελέγχουν τη ροή του ηλεκτρικού ρεύματος και να προκαλούν έτσι κύματα ικανοποίησης στον εγκέφαλό τους. Τα κακά νέα είναι πως δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Πολύ σύντομα βυθίστηκαν στην εξάρτηση. Πατούσαν τον μοχλό αδιάκοπα. Τα σταματούσαν μόνο οι πόνοι από τα άσχημα πληγιασμένα τους πόδια ή ο θάνατος από ασιτία και αϋπνία.
Οι σύγχρονοι δυτικοί μοιάζουμε πολύ με αυτά τα ποντίκια. Ο διαφωτισμός καλλιέργησε την ατομικότητα που με με τη σειρά της οδήγησε στην ηδονοθηρία. Η αναζήτησή της ευχαρίστησης αναδείχθηκε στο απόλυτο νόημα της ζωής μας.
Στο νευροφυσιολογικό επίπεδο, η ευχαρίστηση συνδέεται με την έκκριση ντοπαμίνης. Θα μπορούσε κανείς να περιγράψει την ιστορία του δυτικού πολιτισμού των τελευταίων αιώνων σαν την ανάδυση ενός πολιτισμού της ντοπαμίνης. Η ζάχαρη και τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, η νικοτίνη και τα εξτρίμ σπορτς, η πορνογραφία και τα κοινωνικά δίκτυα, όλα βασίζουν την επιτυχία τους στην έκκριση ντοπαμίνης. Αυτός ο νευροδιαβιβαστής, παράγεται για να διευκολύνει τη δράση και σχετίζεται με την ευχαρίστηση. Αλλά η υπερέκκρισή του δημιουργεί εξάρτηση, που καθορίζει τις συμπεριφορές και στενεύει τις προσωπικές επιλογές. Η οδός της ντοπαμίνης οδηγεί στην κατάθλιψη, στην παχυσαρκία, στην ανικανότητα, στην άνοια και στον θάνατο. Όπως αναφέρει στον Γκάρντιαν ο Ρόμπερτ Λάστιγκ (Robert H. Lustig), ομότιμος καθηγητής παιδιατρικής στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, η ξέφρενη αναζήτησή της ευχαρίστησης οδηγεί ήδη σε μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης στη Δύση και σε πρωτοφανή επίπεδα τις αυτοκτονίες των νέων.
Η νευροφυσιολογία διαφωτίζει γιατί συμβαίνει αυτό. Η ευχαρίστηση (η ντοπαμίνη) όχι μόνο δεν οδηγεί στην ευτυχία, αλλά μας αποκλείει από αυτήν. Η ευτυχία εξαρτάται από την έκκριση ενός άλλου νευροδιαβιβαστή, της σεροτονίνης, που συνδέεται με την ηρεμία, την χαλάρωση, την ασφάλεια, τη συγκέντρωση, την επικοινωνία. Οι δύο νευροδιαβιβαστές είναι ανταγωνιστικοί. Αν εκκρίνεται πολλή ντοπαμίνη, η ευτυχία είναι απροσπέλαστη.
Για εμάς τους χριστιανούς, όλα τούτα τα καινοφανή και επιστημονικά, μοιάζουν πολύ οικεία. Το εκκλησιαστικό ήθος μας επισημαίνει πως τα πάθη υποδουλώνουν τον άνθρωπο. Η «ηδυπάθεια» είναι πλάνα -δεν μας οδηγεί στην ευτυχία όπως υπόσχεται, αλλά στην αστοχία και το «οψώνιον» του θανάτου. Οφείλουμε να διατηρούμε ισορροπία στη ζωή μας -η πνευματικότητα να αντισταθμίζει την κοσμικότητα, η νηστεία τη λαιμαργία, η προσευχή την εργασία, η απομόνωση την κοινωνικότητα, η αγάπη τη λαγνεία, η προσφορά τη φιλαργυρία.
Παραδόξως, η επιδίωξη της ευχαρίστησης οδηγεί στη δυστυχία. Ζωή που αξίζει να τη ζει κανείς είναι αυτή που η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη βρίσκονται σε ισορροπία. Ο οδικός χάρτης της εκκλησίας είναι πολύ πιο κατατοπιστικός από εκείνον του κυρίαρχου καταναλωτισμού για το πώς να φτάσουμε έως εκεί.

2 Νοεμβρίου 2019

Να πέθαινα και να 'βρεχε... Κ.Γεροδήμος - Α.Μετσοβίτης....Γράφει -σχολιάζει ο Ντινόπουλος Ιωάννης


Γράφει -σχολιάζει ο Ντινόπουλος Ιωάννης

Μια παρέα Γιαννιωτών από λεβέντισσες και λεβέντες χορεύουν ένα παλιό ερωτικό δημοτικό τραγούδι. Αν δείτε τον πρώτο που χορεύει θα προσέξτε ότι είναι "ντοπαρισμένος" με ο,τι ευγενέστερο υπάρχει στο είδος, με έρωτα ! Και όπως ο έρωτας κάνει χορευτικές φιγούρες και μας συνεπαίρνει το μυαλό, το ίδιο και ο χορός έχει ερωτικές αφετηρίες που οδηγούν τις κινήσεις των ποδιών και του κορμιού του χορευτή...

(Ακολουθεί ένα απόσπασμα από τα "ερωτικά" μου με τίτλο ..."απ΄τα νεανικά μου παράπονα" ! 
...Ο έρωτας που είναι και αντάρτης και αλήτης ! Γιατί δεν υπακούει σε πρωτόκολλα και κοινωνικές νόρμες.. Για αυτό ο χορευτής που είναι ερωτευμένος -και όταν χορεύει κυρίως ζεϊμπέκικο-είναι σαν να μιλάει με το Θεό !
Και να είστε σίγουροι ότι Του μιλάει για 'κείνη !
Ως γιος της Πενίας και του Πόρου είναι φτωχός και κουβαρντάς ! Ανατρέπει την καθημερινότητα και βγαίνει από τη λογική και το συμβιβασμό! Ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα του μυαλού και της ψυχής και ακροβατεί ανάμεσα στο ευγενές και την ευτέλεια ! Προκαλεί φόβο γιατί υπηρετεί το απροσδόκητο και τον σίγουρο πόνο που καταδεικνύει τα ανθρώπινα όρια ανάμεσα στη μικρότητα και το μεγαλείο ! Μέγας αλτρουιστής, θυσιάζει τον εαυτό του ο ερωτευμένος για την αγαπημένη του ! Αδειάζει το "είναι" του όλο, όπως το ανατρεπόμενο φορτηγό αδειάζει την άμμο μπροστά  στην νεοαναγειρόμενη οικοδομή ! Δομικό υλικό ενός ιδανικά σχεδιασμένου παλατιού με κήπο και πανέμορφα λουλούδια, που όμως θα κατοικηθεί για λίγο, ή δεν θα κατοικηθεί ποτέ ! Αυτή είναι η μοίρα του ! Και η άμμος που μόλις άδειασε θα σκορπιστεί δεξιά-αριστερά από τα πόδια της ίδιας του της αγαπημένης ! ! Με όσα ψήγματα χρυσού και αν βρίσκονται στους κόκκους της ! Αυτή είναι και πάλι η μοίρα του! Αδερφός του καταστροφέα θανάτου ο έρωτας, αποτελεί μαζί του το δίδυμο-κατά τον Λιαντίνη-των δύο πανεπίσκοπων νόμων του Σύμπαντος Θεού και του Σύμπαντος κόσμου !
...Δεν ελέγχει τη δύναμη του και σφίγγοντάς την την πονάει... Της πονάει τα όμορφα χέρια της και του το παραπονείται...Της λέει ότι αντλεί από τα μάτια της ζωή και δροσιά και εκείνη κολακεύεται !
Την θεωρεί Μούσα του και Θεά του και της λέει την αλήθεια ! Γίνεται ποιητής για χάρη της ! Να της έχει άραγε γράψει άλλος ποιήματα ; Μακάρι όχι ! και να έχει στο αρχείο της καρδιάς της μόνον τα δικά του !
Θέλει να την ακουμπήσει στο υπογάστριο, στο πιο ιερό σημείο της ανατομίας της γυναίκας, εκεί ακριβώς που είναι "ενσωματωμένη" η μήτρα. Το καλούπι της ζωής, κυριολεκτικά και μεταφορικά !
Γιατί σκέφτεται ότι θα μπορούσε-εν δυνάμει-να είναι αυτός που θα "τοποθετούσε" τον "πόλο του πνεύματός του" σ' αυτήν (την μήτρα δηλαδή) και να γίνει για χάρη τής αγαπημένης του, συνδημιουργός με το Θεό ! Πόσες το γνωρίζουν αυτό ; Πόσες από σάς, ευγενέστατες θεϊκές υπάρξεις, γνωρίζετε ότι όταν γίνεστε "αντικείμενο" του έρωτα κάποιου από εμάς, είναι το μεγαλύτερο εύσημο που θα μπορούσατε να εισπράξετε γιατί θεωρείστε μοναδική στο κόσμο ; !
Αν δεν μπορείτε να το αντέξετε αυτό και αν δεν μπορείτε ή φοβάστε να ανταποκριθείτε, αντιμετωπίστε τουλάχιστον τον ερωτά μας με ευγένεια (πόσες φορές θα σας τύχει στη ζωή σας;)...και μήν αυτοανερείστε στα μάτια εκείνου που σας θεωρεί-για όσο καιρό τουλάχιστον διαρκεί η φαινυλεθυλαμίνη*-ως τη μοναδική γυναίκα στον Κόσμο !
Ως τη μοναδική !..



*Πρόκειται για ισχυρό νευροδιαβιβαστή που λειτουργεί ως φυσική αμφεταμίνη για να ερεθίσει τον εγκέφαλο και μπορεί να μεταμορφώσει τις αισθήσεις, ακόμη και να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα...
Ι.Β.Ν.