ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

28 Φεβρουαρίου 2025

Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ…Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά-Μ. Λουντέμης

 Μ. Λουντέμης: Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ…Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.

 
Μενέλαος Λουντέμης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Ένας συγγραφέας λυρικός και από τους πιο πολυδιαβασμένους. Ένας συγγραφέας που η πένα του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό.

Οι κοινωνικές ανισότητες, η φτώχεια, η αδικία, και ο ανεκπλήρωτος έρωτας κινούνται γύρω από τα μυθιστορήματά του με όχι επαγγελματική γραφή, αλλά με μια βαθιά επιθυμία να παρουσιάσει την πραγματικότητα.

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

Διαβάστε κάποια αποφθέγματα αλλά και αποσπάσματα από τα έργα του:

  • Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ… Το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά.Κείνος που στ’ αληθινά αγαπά το Λαό δε γίνεται ποτέ αρχηγός του, γίνεται υπηρέτης του.
  • Αν είσαι καλός πού ’ναι οι οχτροί σου;
  • Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν.
  • Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά!
    Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
  • Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες
  • Φοβού τον Θεόν αλλά τρέμε τους πιστούς του!
  • Το άπλυτο κορμί το πλένεις. Καθαρίζει. Η βρόμικη ψυχή πώς πλένεται; («Αγέλαστη Άνοιξη»)
  • Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί.
  • Εάν βυθισθώμεν, ας βυθισθώμεν εις τον ωκεανόν! Ουχί εις την σκάφην!
  • Ένας άνθρωπος που δίνει στο διψασμένο νερό ποτές δεν είναι κακός.
  • Όλες οι συμφορές στον κόσμο απ’ τα παρακάλια έγιναν.
  • Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων.
  • Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος (η πρώτη φράση από το «Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα»)
  • Άιντε, ένα χεράκι ακόμη και τη βγάλαμε τη ζωή… Να πάρουν σειρά οι άλλοι.
  • Τι τσινιάρικη φοράδα είν’ αυτή η Ελλάδα και δεν μποράνε να την κάνουν ζάφτι;
  • Τώρα που χρειάζονταν τα νιάτα, ήρθαν τα γηρατειά… (“Θυμωμένα Στάχυα”)
  • Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που αποφασίζουν γλήγορα. Σπάζουν εύκολα το κεφάλι τους κι ησυχάζουν.
  • Όλοι είμαστε άνθρωποι. Άνθρωποι που ήρθαμε για να φάμε όχι μόνο το μέλι αλλά και το κεντρί.
  • Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες;
  • Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ.

“Και περνούσα τις μέρες μου,
με τα χρώματά μου τακτοποιημένα.
Με τα όνειρά μου συγυρισμένα.
Με τα ποιήματά μου καθαρογραμμένα…
Γιατὶ έτσι τα ῾βλεπα.
Ἔτσι νόμιζα”.

“Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ᾿ ακούσουμε μαζί”.

“Το καπάκι του ματιού το ’χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το “ευγενέστερον ζώον”… Ζώον… μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!

Η λακωνικότερη ιστορία του κόσμου είναι η ιστορία των δειλών ανθρώπων. Τους περήφανους τους σέβονται και νεκρούς, τους δειλούς τους σιχαίνονται ακόμη και ζωντανούς.

Ζωντανός θα πει περήφανος! Όλα τα λόγια του θεού είναι καλά. Μόνο, βάρντα, να μην τα πάρουνε στο στόμα τους οι παπάδες.

Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα, αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά; Να κοιτάς κατάματα τον αντικρινό σου και να του λες αυτά που θέλεις, και όχι μόνο αυτά “που πρέπει”… είναι κιόλα μια νίκη, μια λύτρωση”, από το “Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα”.

“Η αγάπη είναι σαν τα πουλιά. Δυο – δυο. Δε γίνεται παραπάνου. Οι αναποδιές κι οι σκουντούφλες, τα ντέρτια κι οι μαύρες συντυχιές, στον κόσμο αυτόν πάνε μαζί μαζί. Έρχεται η μια και σου χτυπάει την πόρτα και ξοπίσω της μπουκάρουνε όλες μαζί. Μπουλούκι. Σαν τις καλιακούδες απάνου στο λέσι. Τι πολιτεία θα ’ταν αν δεν είχε και κανένα πεθαμένο; Ύστερα χρειάζεται κι αυτός για να βάλουν γνώση οι ζωντανοί – αν βάλανε ποτές”, από το “Συννεφιάζει”.

“Αν δε βρεθεί να πεθάνει κανείς για τη λευτεριά τότε θα πεθάνει η ίδια η λευτεριά. Φτηνά τη Λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και τη χαρίζουνε. Όσοι την πήραν χάρισμα τη χαράμισαν. Χρειάζεται πολύς καιρός για να μάθεις αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή κακός”, από τα “Θυμωμένα στάχυα”.

“Έχουμε την ανάγκη της, γι` αυτό δεν έρχεται. Σ` αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε. Μας λείπει, γι`αυτό το θέλουμε! Αν είχαμε όσα θέλαμε τι θα μας έλειπε; Κι αν δεν μας έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσαμε; Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς πεθυμιές; Όχι, να μου απαντήσεις!

Αγαπητέ μου φίλε, αλλοίμονο στον άνθρωπο που δεν απότυχε ποτέ. Κλάψ` τον! Πάρε όλα τα έργα. Δίπλα στα πολύ μεγάλα υπάρχουν τα πολύ μικρά. Και να το ξέρετε: Τα μεγάλα υπάρχουν χάρη στα μικρά. Μια μεγάλη αποτυχία φέρνει μια μεγαλύτερη επιτυχία. Ποτέ όμως η μεγάλη επιτυχία δε φέρνει μια μεγαλύτερη. Άμα πετύχαινε ο άνθρωπος στην πρώτη εξόρμηση, δε θα `κανε δεύτερη. Η δόξα είναι μια κορυφή που για να την ανέβεις πρέπει πρώτα να κατέβεις.

Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Από εκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε”, από το “Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος”.

“Η αγάπη είναι σαν το νερό που τρέχει… τρέχει… ασυλλόγιστα στους γκρεμούς, που δε διαλέγει αυλάκι, δε ρωτά τα λουλούδια που ποτίζει, ούτε και τα χαλίκια που κατρακυλά. Δε ρωτά τίποτα, μόνο τρέχει. Να πεις “όχι” στην αγάπη είναι σαν να κατσουφιάζεις μπροστά σ` ένα λουλούδι που ετοιμάζεται ν` ανοίξει. Σαν να βρίζεις το φως που σου έδειξε τον κόσμο”.

Κάτω από το πευκάκι ο κόσμος γίνεται απέραντος. Σωπαίνουν όλες οι φωνές που είχες μέσα σου. Γίνεται ησυχία. Οι ιδέες που βουίζουν μεσ` στ` αυτιά σου….τα παράπονα που φουσκώνουν το στήθος σου…Οι έγνοιες που χουν εκεί μέσα την φωλιά τους…Όλα πέφτουν στο νερό, σκορπούνε, χάνονται. Ακουμπάς στη ρίζα, αντίκρυ στην πεντάμορφη πόλη. Ύστερα κλείνεις την πόλη όξω απ` τα μάτια σου, και φέρνεις στη θέση της ένα κήπο. Δάσος οι νερατζιές…και το παγκάκι ολομόναχο κάτω από μια νερατζιά. Είναι τα μάτια της λαμπερά και σε λούζουν. Κείνη λέει τ`ονομά σου πολλές φορές. Ακουμπάει το χέρι της στην άκρη των μαλλιών σου -έτσι. Κι εσύ ο νιώθεις -το χέρι της!- το νιώθεις να κοκκινίζεις απ`την ντροπή. Τόσο όμορφο, τόσο ντροπαλό χέρι…πάει, δεν είναι πια να ξαναγίνει.
Ύστερα κάτι γίνεται κι όλα σταματούν… Οι νερατζιές απόμειναν σκυφτές από πάνω μας…Το φιλί της μοσχοβολούσε νιότη!… Αλίκη…Τ`ονομά σου έμεινε στα χείλη μου σαν το κλαδάκι της βραδυνής μας νερατζίας. Το κρατώ και μοσχοβολά ο κόσμος.
Τάρα (αγάπη μου…αγάπη μου..), τώρα ζηλεύω το παγκάκι που ακουμπούσε το φουστάνι σου…Και ζηλεύω και τον εαυτό μου που ήταν εκεί και το `δε…. Αλίκη.. θέλω να πω ένα τραγούδι και φοβάμαι μην καεί το στόμα μου.

Μα βλέπεις, η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει την ζωή μας….Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν την χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθηση της. Και την ξαναποκτούμε μόνο ότν την χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Καν`την τραγούδια, ξενύχτια. Καν`την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην την μοιρολογάς. Είναι σαν να την βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει”, από το “Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους”

  Πηγή: ΕΔΩ 
https://www.awakengr.com/m-loyntemis-agapo-tha-pei-
ego-agapo-to-ti-kanei-o-allos-einai-diki-toy-doyleia/
Σημείωση δική μου:
Ευχαριστώ πολύ τους διαχειριστές της καταπληκτικής
 ως άνω σελίδας www.awakengr.com, για την αδειά τους 
να αναδημοσιεύω άρθρα απο τους "θησαυρούς" τους ! 
Ι.Β.Ν. 
 

25 Φεβρουαρίου 2025

Οι απόκριες στην Παλαιά Αθήνα που έσωσαν το καρναβάλι !

Οι απόκριες στην Παλαιά Αθήνα που έσωσαν το καρναβάλι !

Κάποτε η καρδιά του καρναβαλιού χτυπούσε στην Αθήνα! Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας έμεναν σε αυτήν και γιόρταζαν, με την ψυχή τους τις απόκριες.

Μόνο που οι εκδηλώσεις δεν σατίριζαν μόνο τις πολιτικές εξελίξεις ή την καθημερινότα, αλλά επηρεάζονταν από αυτές.

Για παράδειγμα, στα τέλη του 19ου αιώνα οι Απόκριες είχαν γίνει το μεγάλο γεγονός της Αθήνας. Η αφορμή για τρικούβερτο γλέντι. Αυτά μέχρι το 1896, λίγο πριν τους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες.

POKRIES SKITSO

Ακολούθησε ο άτυχος πόλεμος του 1897, τα οικονομικά μέτρα σε βάρος της Ελλάδας το 1898 και οι εκδηλώσεις ατόνισαν.

Το 1899 όμως οι καλύτερες οικογένειες της Αθήνας δημιούργησαν το «Κομιτάτο» κι αποφάσιαν να δώσουν και πάλι στην πόλη την Αποκριάτικη αίγλη.

Ουσιαστικά έσωσαν την Αθηναϊκή Αποκριά που για πολλά χρόνια κυριάρχησε και έβγαζε όχι μόνο τους κατοίκους της πόλης στους δρόμους, αλλά έφερνε και επισκέπτες σε αυτήν.

Μάλιστα αντί για τη «βασίλισα» του Καρναβαλιού αποφάσισαν να δημιουργήσουν τον «Αυτοκράτορα Καρνάβαλο Α’» που επισκέφθηκε την πόλη την Τσικνοπέμπτη. Ήταν 19 Φεβρουαρίου, στις 2.30 το μεσημέρι όταν ο «αυτοκράτωρ» και η σύζυγός του «Αποκριά» έμπαιναν στην πόλη.

Στην εφημερίδα «Εμπρός» διαβάζουμε την προσφώνηση προς τον «Αυτοκράτορα Καρνάβαλο» και τη σύζυγό του.

%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%97%CE%A3%CE%97

Η πομπή ήταν μεγαλοπρεπής. Αθηναίοι και Αθηναίες φορούσαν μεσαιωνικές στολές, υπήρχαν άλόγα και ακολουθούσαν ποδηλατιστές. Ο… αυτοκράτωρ απάντησε με έμμετρο που είχε γράψει ο δημοσιογράφος, συγγραφέας, από τους ιδρυτές της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων, Πολύβιος Δημητρακόπουλος.

%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%A5%CE%92%CE%98%CE%99%CE%9F%CE%A3 %CE%94%CE%97%CE%9C%CE%97%CE%A4%CE%A1%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%A3

Οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν μέχρι την Κυριακή που έγινε η μεγάλη παρέλαση. Μάλιστα υπήρχαν χρηματικά έπαθλά για τα καλύτερα άρματα. Τα χρήματα είχαν συγκενρτρωθεί από Αθηναίους που θέλησαν να δώσουν κίνητρο στους υποψλήφιους.
POL.DIMITRAKOPOULOS.
Ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος με την πένα του έδωσε πνοή στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του 1899 στην Αθήνα

Από τον τύπο της εποχής διαβάζουμε τους νικητές.

%CE%92%CE%A1%CE%91%CE%92%CE%95%CE%99%CE%91

Από τις εκδηλώσεις δεν μπορούσε να λείψει κα η πολιτική σάτιρα. Βασικός στόχος υπήρξε ο πρώην πρωθυπουργός Θόδωρος Δηλιγιάννης που έσυρε την Ελλάδα σε έναν άτυχο πόλεμο με βαρύ οικονομικό κόστος. Από τον «Νέο Αριστοφάνη» της εποχής είναι και η βασική φωτογραφία. Ο Δηλιγιάννης έβαλε τη χώρα στη λαιμητόμο του διεθνούς οικονομικού ελέγχου. Ποιός είπε ότι η ζωή δεν κάνει κύκλους;

https://www.olympia.gr/1617576/viral/oi-apokries-stin-palaia-athina-poy-esosan-to-karnavali-2/

23 Φεβρουαρίου 2025

 Λαογραφικά της Αποκριάς

Γράφει ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος
 Οι «απόκριες» γιορτάζονται και στον τόπο μας πολύ έντονα. Ίσως και να είναι η γιορτή που «την καταλαβαίνουμε» περισσότερο κι από τα Χριστούγεννα, περισσότερο κι από το Πάσχα! Και όπως ξέρουμε οι μεγαλύτεροι και ακούμε οι μικρότεροι, μερικά χρόνια πριν που τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή, «έσφυζαν» και τα έθιμα, οι συνήθειες, οι προλήψεις, τα γιορτάσια και πολλές ακόμα εκδηλώσεις, που σήμερα νοσταλγούμε.
Κάθε εμπορικό «χρώμα» των ημερών μάς ήταν παντελώς άγνωστο, όπως το ξέρουμε τις τελευταίες δεκαετίες. Το μόνο που, ίσως, μαρτυρούσε ότι οι ημέρες του μεγάλου ξεφαντώματος έφταναν, ήταν ο… χαλβάς και ο ταραμάς για την Καθαρά Δευτέρα, που είχαν πάρει «πρώτη θέση» στους πάγκους των μαγαζιών κάθε μαχαλά!
Το «πρόγραμμα» της αποκριάς δεν «άνοιγε» με το Τριώδιο, αλλά το πρωί της Τσικνοπέμπτης, που σφάζανε τα γουρούνια. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το… ομαδικό σκουσμάρι (1) τους, την ώρα που πηγαίναμε στο σχολείο!
Κάθε σπίτι είχε το ξαργοτιμάρικο (2) γουρούνι για την Τσικνοπέμπτη, που θα του εξασφάλιζε όχι μόνο το κρέας μέχρι «τις τελευταίες αποκρές», αλλά και τις τσιγαρίδες (3) στο λαήνι για όλο σχεδόν το χρόνο. Και ήταν ένα αληθινό τελετουργικό όλη η διαδικασία του σφαξίματος! Μια πραγματική γιορτή, που είχε επικρατήσει να γίνεται το πρωί, προτού «σκροπίσουνε» και οι άνδρες για τις δουλειές.
Τελευταία «πράξη» στη ζωή του γουρουνιού ήταν να το λιβανίσουνε τρεις φορές σταυρωτά. Αμέσως το λόγο είχε ο «μάστορας» που είχε κληθεί από το νοικοκύρη. Οι δεξιότεχνες κινήσεις του δεν άφηναν πολλά περιθώρια στο ζωντανό να αντιδράσει. Αν δεν το καρσίνταγε (4) όμως με την πρώτη και το πλήγμα δεν ήταν καίριο, αυτό αγρίευε και γινότανε επιθετικό. Με μεγάλη προσοχή τού βάνανε ύστερα στο στόμα ένα χαραγμένο λεμόνι και με τις τελευταίες εισπνοές, το κρέας του μοσχοβόλαγε από τη μυρωδιά του. Σε λίγο, και αφού το είχε ετοιμάσει ο «μάστορας», κόβανε ένα κομμάτι και το «πετάγανε» στ’ αναμμένα κάρβουνα. Τσικνίζανε έτσι και το λόγο είχαν τα ποτήρια με το κρασί να ευχηθούνε για τη γιορτή, την ημέρα και τις αποκρές που έρχονταν.
Με «τ’ άντερα» του ζώου κάνανε οι νοικοκυρές τις οματιές (5). Τη φούσκα (6) τη δίνανε στα παιδιά και την κάνανε…μπαλόνι, αφού η «αγοραστή φούσκα» δεν ήταν και τόσο συνηθισμένη. Άλλως τε, αυτή του ζώου ήταν πιο ανθεκτική! Κι ακόμα, κομμάτια από τη σγόρτσα (7 ) τα κράταγαν για τα παπούτσια.
Ο επίσημος εορτασμός της αποκριάς γίνεται την τελευταία Κυριακή, της Τυρινής. Γείτονες, φίλοι και συγγενείς μαζεύονται σε ένα σπίτι και αποκρεύουνε όλοι μαζί. Οι «μπούλες» είναι οι μεταμφιεσμένοι, με κάθε είδους επινόηση και πρωτοτυπία: Ρούχα του άλλου φύλου, τα δικά τους ρούχα ανάποδα, διάφορα άλλα «παλιόρουχα»! Δεν λείπουν ούτε οι «παππάδες», οι «νύφες», οι «γαμπροί», οι «γιατροί» με τις «νοσοκόμες», οι «μαμές» έτοιμες να ξεγεννήσουν την… επίτοκο! Απαραίτητη εδώ και μια παιδική κούκλα, που «παίζει» το ρόλο του νεογέννητου!
Οι μπούλες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και ξεσήκωναν με το τραγούδι, το κέφι και το χορό νοικοκυραίους και καλεσμένους, άνδρες και γυναίκες, γέρους, νέους και παιδιά και οι νοικοκυρές τις φιλεύουν γλυκά και μεζέδες.
Τα σημερινά «αξεσουάρ» μεταμφίεσης, δεν ήσαν γνωστά κάποια χρόνια πριν, αλλά ούτε και η (οικονομική) δυνατότητα απόκτησής τους υπήρχε. Τα πρόσωπα καλύπτονταν, κυρίως, με μαντήλια ή με σκέπες γυναικών, ή ακόμα και με κάλτσες. Οι φωνές τους πάντα αλλοιωμένες και αν τα πειράγματα ήταν τόσο τολμηρά, τα πρόσωπα δεν αποκαλύπτονταν με τίποτα! Ήταν όμως και κάτι φορές, που το κρασί τα… αποκάλυπτε πανεύκολα!
Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να ειπωθεί ότι το τραπέζι το βράδυ της τελευταίας αποκριάς ήταν το πλουσιότερο της χρονιάς! Και τι δεν είχε: Κρέατα, κεφτέδες, τυριά, γαλατόπιτες, οπωσδήποτε τηγανίδες, λαζάνια… Και το σπεσιαλιτέ της κάθε νοικοκυράς, η φουρμαελόπιττα (8). Απ’ ό,τι έφτιαχνε στο σπίτι της καθεμιά, έδινε και σε δυο-τρεις γειτόνισσες, για το δικό τους τραπέζι. Ανεξίτηλη στα μάτια μας η εικόνα τους, να βγαίνει από το σπίτι κρατώντας με το ένα της χέρι το πιάτο, που είχε το ιδιαίτερα προσεγμένο φαγητό της και με το άλλο την ποδιά της, που το σκέπαζε για προστασία από έντομα, σκόνες και… περίεργα μάτια!
«Αφού είχαν φάει όλοι μέχρι «σκασμού», ψένανε και αυγά στη χούσβελη (9), που ήταν και η τελευταία αρτυμή (10) της αποκριάς και η πρώτη του Πάσχα. Σε κάθε αυγό δίνανε και το όνομα ενός μέλους της οικογένειας και των καλεσμένων στο τραπέζι. Αυτόν που το αυγό του «ίδρωνε», τον περιμένανε πλούτη και «καλό τυχερό», αν ήταν ανύπανδρος! Αν το αυγό κάποιου «έσκαγε», είχε οχτρούς και του λέγανε:
«Να σκάσουν οι οχτροί σου, όπως το αυγό!».
Στις μαντικές…ικανότητες του αυγού δε, δίνανε μεγάλη σημασία. Μέχρι και προξενιά «κλείνανε», αν το αυγό της/του υποψήφιου για γάμο «ίδρωνε»!
Όλα τα σκεύη που είχαν χρησιμοποιηθεί εκείνο το βράδυ έπρεπε να πλυθούν σχολαστικά, που να μη μείνει ίχνος αρτιμής για την Καθαρή Δευτέρα. Τα αποφάγια, ιδίως τα λαζάνια, τα ρίχνανε πρωί-πρωί στις κότες για να κλωσήσουν καλά τα αυγά τους και να βγάνουνε πολλά πουλιά.
Την πετσέτα με την οποία είχανε σφουγκιστεί (11), την κόβανε λεπτές «λουρίδες», τόσες, όσοι και νοματαίοι που ήσαν στο τραπέζι. Την Καθαρή Δευτέρα το πρωί, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, δύο μέλη της οικογένειας – συνήθως γυναίκες – βγαίνανε στην αυλή κρατώντας τις λουρίδες αυτές. Η μεγαλύτερη έδενε μία σε μια φράχτη, κατά προτίμηση με βάτα.
«Τι κάνεις εφτού;», ρώταγε η δεύτερη.
«Δένω την αλπού, να μη φάει τις κότες!», απαντούσε η πρώτη.
Αμέσως λίγο παραπέρα η πρώτη έδενε κι άλλη. Η δεύτερη επαναλάμβανε την ίδια ερώτηση.
«Δένω το γεράκι, να μη φάει τις κότες», ήταν η απάντηση.
Το δέσιμο της τρίτης λουρίδας ήταν για το λύκο, να μη φάει τα πρόβατα, κι ύστερα για την κουρούνα να μην κινδυνέψουν τα κλωσσόπουλα. Η διαδικασία συνεχιζόταν μέχρι να… εξασφαλιστεί προστασία για όλα τα ζωντανά του σπιτιού από κάθε άγριο ζώο ή αρπακτικό. Μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς πόσο… καλά δένανε το κάθε τι που απειλούσε τα ζώα τους! Μερικοί τα βάζανε με τις γυναίκες τους, όταν «χάνανε κάνα πράμα» από τα αρπακτικά αυτά, γιατί δεν τα είχανε… «δέσει» καλά το πρωινό εκείνο, με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών!
Την Καθαρή Δευτέρα γινόταν μια πραγματική εξόρμηση στη φύση, όχι για τα κούλουμα, αλλά για το σκάψιμο των αμπελιών !
 
                                *************************
1 Το «ουσιαστικό» του «σκούζω».
2 Κάτι που προορίζεται για κάποιον ειδικό σκοπό. Κάτι το ξεχωριστό. (To χοιρινό της αποκριάς, πάντα ιδιαίτερα προσεγμένο και καλοθρεμμένο).
3 Το παστό χοιρινό.
4 Καρσιντάω ή καρσιντάου: Πετυχαίνω ακριβώς το στόχο μου στη σκόπευση. Πετυχαίνω αυτό που προσπαθώ.
5 Είδος λουκάνικου, η γέμιση του οποίου περιέχει στάρι βραστό (κυρίως), ψιλοκομμένα εντόσθια του γουρουνιού, ψιλοκομμένες φλοίδες λεμονιού και πορτοκαλιού, σταφίδα, αρωματικά φυτά και καρυκεύματα. Ψήνεται στο φούρνο.
6 Η ουροδόχος κύστη του γουρουνιού. «Φούσκα» όμως λέγαμε και το μπαλόνι.
7 ( Ή «ζγόρτσα»): Δέρμα του χοιρινού με λίπος. Κομμάτια του δέρματος του ζώου με πολύ λίπος, χρησίμευαν και στο «γυάλισμα» των παπουτσιών για επίσημες-γιορτινές εμφανίσεις και για την εκκλησία.
8 Πίτα από «ειδικό» τυρί, τη «φουρμαέλα», ή «φορμαέλα». Λέγεται έτσι, γιατί παρασκευάζεται σε «φόρμα».
9 Η (περισσότερο) γνωστή μας χόβολη.
10 Κάθε αρτύσιμο φαγητό.
11 Σφουγγίζω ή «σφουγγάω»/«σφουγγάου»: Σκουπίζω.


Πηγές: «Λειβάρτζι, σ’ ευχαριστώ!» (του γράφοντος), έκδοση 2002.
 

 Ο Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.

21 Φεβρουαρίου 2025

Οδυσσέας Ελύτης: Παλεύουμε για ένα τίποτε, πού ωστόσο είναι το παν

 Οδυσσέας Ελύτης: Παλεύουμε για ένα τίποτε, πού ωστόσο είναι το παν

-Και μία τελευταία ερώτηση: Τι σας απασχολεί, τι σας ανησυχεί περισσότερο, όταν αναλογίζεστε το μέλλον;

-Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις.

Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.

Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν.

Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα.

  https://periergaa.blogspot.com/2025/02/blog-post_87.html

20 Φεβρουαρίου 2025

Λασιών και Ακρώρεια !

Ιστορία
Στο κέντρο της Αρχαίας Φολόης, της σημερινής Κάπελης, ονομαστή και αξιόλογη πόλη της Ακρώρειας ήταν ο Λασιών(-ωνος) και από τον Πολύβιο Λασίων(-ωνος) παραγομένη από τον Λάσιο (σκιερός τόπος), ο οποίος ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ιπποδάμειας, που νικήθηκε στην Αρματοδρομεία από τον Οινόμαο και στην συνέχεια σκοτώθηκε όπως όλοι, εκτός από τον Πέλοπα. Οι αρχαιότεροι κάτοικοι του ήταν οι Αχαιοί, οι οποίοι ήταν συγγενείς με τους Αρκάδες, τους Πελασγούς και τους Αιολείς. Ήταν αναμεμειγμένοι με τους προέλληνες κατοίκους της περιοχής, καθώς και με άλλα ελληνικά φύλα από τη Θεσσαλία, την Αιτωλία, τη Λοκρίδα, την Αττική, τη Βοιωτία, τη Μ.Ασία και την Κρήτη (αποτελούσαν τους Ομηρικούς Εποιούς).
Ο Λασιών βρισκόταν μεταξύ Κουμανέικης Γκούρας (θέση Κούτι)-Αγ. Παρασκευής -Λακανάστας και Χάνι του Μπάμπη κατά μήκος του δρόμου κοντά στο Καλιμάνι, ανατολικά του Αντρωνίου και βόρεια του Κούμανι. Το κάστρο της πόλης, το οποίο ανακάλυψε και περιέγραψε ο Welker το 1842, είναι χτισμένο στη μεγαλοπρεπή θέση (φτιαγμένη από την φύση της να χρησιμεύει σαν φρούριο), που επέλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας μεταξύ δύο συμβαλλομένων ποταμών. Η θέση αυτή είναι γνωστή ως (βράχος) Κούτι ή Παλιόκαστρο.
Άλλοι αρχαιολογικοί χώροι της πόλης βρίσκονται στο Καλιμάνι, στη Λακανάστα και στη διαδρομή Κροϊφύκου-Κούτι.
Το κυρίως οχυρό βρίσκεται στην ανατολική πλευρά που ήταν και η είσοδος στην πόλη, διότι οι άλλες πλευρές κατεβαίνουν κοφτά και απότομα προς τον Κοκκαλάκι από την πλευρά του Αντρωνίου και την Κουμανέϊκη Γκούρα, παραποτάμους που σε οξεία γωνία ενώνονται στην Λίμνα και σχηματίζουν τον Ομηρικό Σελλήεντα ή Πηνειακό Λάδωνα, που είναι παραπόταμος του Πηνειού.
Τα ποτάμια που πηγάζουν από τις παρυφές του Ερυμάνθου στο Διβριέϊκο, στην Μπαρμπότα, στο Καλιμάνι, στου Κροϊφίκου, στην Κουμανέικη Γκούρα, στην Αντρωνέικη Γκούρα. Κατά τον Όμηρο (Ιλ.0,531) το βουνό που πηγάζει ο Σελλήεις ή Λάδων λέγεται Λασιών.
Η θέση της πόλης μέχρι και τα μέσα του 18ου αιώνα δεν ήταν γνωστή. Ο Διόδωρος (ΙΕ 77) εσφαλμένα την αποκαλούσε «Πόλιν και φρούριον της Τριφυλίας» και ο Στέφανος Βυζάντιος «Πόλιν και Φρούριον Τριφυλίας ή Ήλιδος». Το τελευταίο και σπουδαιότερο είναι η επεξήγηση ή επιτυχής διόρθωση, όσα περί Εφύρας είχε πει ο Στράβων ¨επιθαλαίωνας "(το σωστό είναι «επί Λασιώνας").
Για τον Λασιώνα έγραψε λίγα και ο Κούρτιος (πελ.Β΄, 106, σημ.4),ο Bursian (γεωγρ. αρχ. Ελλάδας B΄σελ.306), ο Bischer, o Boblaye και άλλοι.
O Λασιών και οι άλλες πόλεις τις Ακρώρειας δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκαν.
Κατοικήθηκε στην αρχή από Αρκάδες- λόγω της θέσης της- και αργότερα περιήλθε στην Ηλεία κατά την κάθοδο των Ηρακλειδών.
Ο Λασιών δεν μνημονεύεται στις μυθολογικές παραδόσεις, ούτε από τους προϊστορικούς ποιητές. Μεταγενέστερος ποιητής των Διονυσιακών (ΙΓ 288) ο Νόνος λέει ότι: «Αρισταίος ο υιός Φοίβου και Κυρήνης ο ακολουθήσας τον Διόνυσον εν τη κατά των Ινδών εκστρατεία ως ηγεμών των Αρκάδων έλαβε μεθ'εαυτού στρατιώτας και εκ Λασιώνος». Αυτό μας γνωστοποιεί ότι η πόλις υπήρχε επί Νόνου.
Το 748 π.χ. ο Φείδων βασιλιάς του Άργους, που πρώτος έκοψε νομίσματα στην Αίγινα, όταν κυρίεψε τον Λασιώνα, έφερε το θησαυροφυλάκιο του για ασφάλεια στο φρούριο.
Το 402-400 π.χ. στον Ηλειοσπαρτιατικό πόλεμο οι Ηλείοι παραχωρούν τον Λασιώνα και τις άλλες πόλεις της Ακρώρειας στον Βασιλιά Άγη της Σπάρτης και αυτός με την σειρά του τους παραχωρεί στους συμμάχους του Αρκάδες.
Ο μεταγενέστερος Διόδωρος (20μ.χ.) διαφωνεί προς τον Ξενοφώντα και τον Παυσανία ότι στον πόλεμο ήταν ο άλλος βασιλιάς της Σπάρτης, Παυσανίας (όχι ο Άγης) ο οποίος με 4000 στρατιώτες έρχεται δια μέσου της Ψωφίδας (Τριπόταμα-Δίβρη) ή από την Θέλπουσα (Τουμπίτση). Καταλαμβάνει με έφοδο τον Λασιώνα και τις άλλες πόλεις της Ακρώρειας Θραιστόν, Ευπάγιον και Οπούντα όπου κατεβαίνει και κυριεύει την Ηλιακή Πύλο.
το 400 π.χ. ο Λασιώνας μένει ελεύθερος.
Το 395-387 π.χ. οι Λασιώνιοι, οι Ακρώριοι, οι Ηλείοι και οι Τριφύλιοι συμμαχούν με τους Λακεδαιμόνιους κατά των Θηβαίων και λαμβάνουν μέρος στην μάχη της Κορίνθου με 3000 στρατό το 394 π.χ. (Ξεν. Ελλ. IV,2,16).
Το 370 προσχωρεί στην Αρκαδική συμμαχία.
To 365 την παίρνουν πάλι για λίγο οι Ηλείοι με ολιγαρχική κυβέρνηση και έρχονται σε ρήξη με τους Αρκάδες (Ηλειοαρκαδικός πόλεμος από πείσμα γιατί οι Ηλείοι δεν εισήλθαν στην Θηβαϊκή συμμαχία), όπου ορμώμενοι από την Ψωφίδα εισβάλλουν στην Ακρώρεια και κυριεύουν τις πόλεις της εκτός του Θραυστού.
Κατακτιέται πάλι από τους Ηλείους, που διακηρύσσοντας τα δικαιώματα που είχαν στην Ακρώρεια, επιτίθενται αιφνιδίως και ανακαταλαμβάνουν τον Λασιώνα και την Ακρώρεια .
Μετά από σκληρές μάχες επικρατούν οι Αρκάδες που κυριεύουν την Ακρώρεια εκτός του Θραυστού, φθάνουν μέχρι την Ολυμπία και την Ηλειακή Πύλο, τους λεηλατούν και φεύγουν (Ξεν. Ελλ.VII,4,12).
Το 364 εκστρατεύουν πάλι οι Αρκάδες κατά των Ηλείων, που μετά από πολλές μάχες συνθηκολογούν. Ο Λασιώνας και η Ακρώρεια περνούν στους Αρκάδες.
Το 245 π.χ. η Ήλιδα, σύμμαχος των Αιτωλών και των Μακεδόνων, πολεμά κατά των Αχαιών και των Αρκάδων και ανακτά τον Λασιώνα και την Ψωφίδα.
Κατά τον Ηλειοσπαρτιατικό πόλεμο επαναστατεί μαζί με τις άλλες πόλεις της Ακρώρειας και αυτονομείται.
Στον πόλεμο μεταξύ του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένους και των Αχαιών το 226π.χ., οι Ηλείοι σύμμαχοι των Σπαρτιατών ανακτούν τον Λασιώνα, που είχαν καταλάβει οι Αρκάδες και διώχνουν τους Αχαιούς από την Ακρώρεια και την Ψωφίδα.
Οι πόλεις της Ακρώρειας δέχονται συνεχώς επιθέσεις και λεηλασίες, άλλοτε από τους Ηλείους και άλλοτε από τους Αχαιούς και τους Αρκάδες.
Ο Λασιών, μια από τις σημαντικές πόλεις της Ήλιδας, έστελνε Ελλανοδίκη γυναίκα στα Ηραία (αγώνας δρόμων γυναικών), που διοργάνωναν στην Ολυμπία, η Ήλιδα με την Πισάτιδα από κοινού (8+8 Ελλανόδικες επιτροπές). Οι αγώνες γινόνταν κάθε 5 χρόνια. Οι γυναίκες Ελλανοδίκες ύφαιναν πέπλο, με το οποίο έντυναν το άγαλμα της Ήρας. Αυτό κράτησε μέχρι το 170 π.χ.
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Πολλά δεινά υπέστη η Ηλεία εις το συμμαχικό πόλεμο (220-217 π.χ.), κατά τον οποίον πολέμησαν οι Αιτωλείς με συμμάχους τους Ηλείους και τους Λακεδαιμονίους ενάντια στους Αχαιούς με συμμάχους τους Ηπειρώτες, Ακαρνάνες, Θεσσαλούς και Μακεδόνες με αρχηγό τον προτελευταίο βασιλιά των Μακεδόνων Φίλιππο E΄ πατέρα του Περσέα. Μετά από παράκληση των συμμάχων του, με 6000 στρατό δια μέσω της Ψωφίδας (219-218 π.χ.) καταλαμβάνει την πόλη Στράτον και το Λασιώνα της Ακρώρειας που είχαν εγκαταλείψει οι Ηλείοι, προξενώντας μεγάλες καταστροφές. Παραχώρησαν το Λασιώνα και την Ψωφίδα στους Αχαιούς και την πόλη Στράτον στους Αρκάδες. Η θέση της πόλης Στράτος κοντά στον Λασιώνα δεν έχει εξακριβωθεί.
Ενώ ο Φίλιππος ετοιμαζόταν για ειρήνη με τους Αιτωλούς επέστρεψε το 217, για να μην φανεί δειλός, από το Αίγιο στο Λασιώνα και διαμέσω του Λεοντίου Τριταίας και της Ακρώρειας, κατέλαβε «...τον εν τοις περιπίοις Πύργον» φρούριο δυτικά του Λασιώνα στην κατηφόρα της Πηνείας. Γύρισε στο Πάνορμον της Αχαΐας και υπέγραψε ειρήνη λήγοντας τον βλαβερό συμμαχικό πόλεμο (Πολύβ.V.102).
ΡΩΜΑΪΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Κατά τα έτη 211-205 π.χ. οι Αιτωλοί και οι Ηλείοι συμμαχούν με τους Ρωμαίους με αποτέλεσμα να επικρατήσουν οι τελευταίοι (μετά από πολλές μάχες) εκμεταλλευόμενοι τη διχόνοια των Ελλήνων.
Το 191 π.χ. ο Λασιώνας εντάσσεται ως ανεξάρτητο μέλος στην Αχαϊκή συμπολιτεία μαζί με την Ψωφίδα και τις Τριφυλικές πόλεις.
Το 146-145 π.χ. περνά η Πελοπόννησος στους Ρωμαίους του στρατηγού Μομμίου. Φαίνεται, δεν δεινοπάθησε ο Λασιών από την οργή του Μόμμιου.
Οι Ρωμαίοι επιβάλλουν φόρους και τους επιτρέπουν να αυτοδιοικούνται και να εποπτεύονται από τον στρατηγό της Μακεδονίας αρχικά και αργότερα από τον ανθύπατο της Αχαΐας και της Κορίνθου. Εδώ αρχίζει και η ανοικοδόμηση του Λασιώνα.
Επί Αυγούστου (31π.χ.-14μ.χ.) έχουν την αυτονομία τους χάριν της Ολυμπίας και επί Νέρωνος (64-75π.χ.) είναι ελεύθεροι διότι ανακηρύσσουν αυτόν Ολυμπιονίκη σε όλα τα αγωνίσματα.
Πολλά αγάλματα από την Ηλεία και τον Λασιώνα μεταφέρονται στη Ρώμη. Φαίνεται όμως ότι επί των χρόνων του Δίωνος του Χρυσοστόμου (λόγος 1 de regno) περί το 100μ.χ. η ορεινή της Ολυμπίας περιοχή είναι σχεδόν ακατοίκητη.
Η Ηλεία στα Ρωμαϊκά χρόνια εξακολουθεί να ευημερεί. Λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων συρρέουν σε όλη την περιοχή άνθρωποι από όλη τη γνωστή δύση (αθλητές και θεατές) φέρνοντας πλούτο.
Ο δεύτερος αιώνας είναι εποχή ευημερίας και ακμής για όλη την Ελλάδα χάριν του Ιερού της Ολυμπίας. Οι Ρωμαίοι ευεργετούν τις Ηλειακές πόλεις και το Λασιώνα με πλουσιοπάροχες δωρεές.
Όμως οι Γότθοι επιδρομείς το 267μ.Χ. βλάπτουν όλη την Ηλεία.
Ο τρίτος αιώνας είναι περίοδος συμφορών και παρακμής. Με την εισβολή του Δέκιου με τους Γότθους (251 μ.Χ.) έρχεται συγχρόνως και ο τρομερός λοιμός.
Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΦΡΑΓKΟΒΕΝΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (395μ.Χ.-1460μ.Χ.)
Με το θάνατο του Μ. Θεοδοσίου και το διαχωρισμό της αυτοκρατορίας το 396 μ.Χ., ο ηγεμόνας των Γότθων Αλάριχος, απαίσιος και βάρβαρος, ανενόχλητος από την Θεσσαλία κατεβαίνει στην Πελοπόννησο, καταστρέφοντας και λεηλατώντας ό,τι βρίσκει μπροστά του. Εγκαθίσταται και κάνει κέντρο των επιχειρήσεων του το οροπέδιο Φολόη.
Τότε ο Στηλίχων αποφασίζει μόνος του από την Ιταλία (την άνοιξη του 397 μ.Χ). να αποβιβασθεί στο Λέχαιο και να τους περικυκλώσει στο οροπέδιο Φολόη αιφνιδιάζοντας τους Γότθους. Πολλούς σκοτώνει και τους υπόλοιπους, μαζί με τον Αλάριχο, τους αναγκάζει να κρυφτούν στο δάσος, στις σπηλιές και στις ρεματιές.
Ο Αλάριχος διαμελίζει το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία και καταστρέφει ανεπανόρθωτα τις πόλεις της Ακρώρειας, το Λασιώνα, τον Οπούντα και την πόλη Ψωφίδα.
Η σύγκλητος της Κωνσταντινούπολης χαρακτηρίζει την κίνηση του Στηλίχωνα προδοσία (γιατί δεν άφησε να καταστραφεί τελείως ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός), ο δε Αλάριχος κατορθώνει να φύγει από τον Κορινθιακό Κόλπο στην Ήπειρο και από εκεί το 401μ.χ. στη δύση.
Ο Θεοδόσιος ΄Β (408-450) μπροστά στις μεγάλες συμφορές και την εξαθλίωση αναγκάζεται να τους απαλλάξει από τους φόρους. Ο ίδιος αργότερα με το διάταγμα της 13ης Νοεμβρίου 426 μ.Χ. επιβάλλει να κλείσουν όσοι αρχαίοι ναοί ήταν ακόμη σε λειτουργία. Η περιοχή γνωρίζει νέες καταστροφές από τους Βανδάλους.
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Η ολική καταστροφή έρχεται τον 6ο αιώνα (522μ.Χ.) με το μεγάλο σεισμό που συγκλονίζει την Ηλεία και την Αχαΐα.Όσα μνημεία σώζονταν, καταρρέουν, ενώ τότε φαίνεται ότι καταρρέει και ο ναός του Δία της Ολυμπίας. Επιπλέον, μεγάλες μετακινήσεις και κατολισθήσεις όγκων χωμάτων μετατοπίζουν τις κοίτες των ποταμών και γενικά προξενούν μεγάλες μεταβολές στη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμη και των ακτών, κλείνοντας έτσι την ιστορική διαδρομή των πόλεων της Ακρώρειας. Όσοι από τους κατοίκους σώθηκαν έχτισαν τα σημερινά χωριά.
ΣΗΜΕΡΑ
Σήμερα σώζονται ίχνη των τειχών στη θέση Κούτι (Μεγαλοπρεπές Παλιόκαστρο) μεταξύ Κούμανι και Αντρώνι. Είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, ανατολικά στην κυρίως πόλη και δυτικά στην ακρόπολη ή φρούριο. Η ακρόπολη με την ανατολική πλευρά χωρίζεται με τοίχους που ήταν η κυρίως πύλη στο φρούριο. Η θέση του είναι μεγαλοπρεπής και είναι φτιαγμένο από τη φύση του σαν ασφαλές φρούριο. Στην κυρίως πόλη και στην ακρόπολη είναι διάσπαρτα ερείπια κτισμάτων με τετραγωνισμένες πέτρες, κομμάτια κιόνων, τάφοι, τύμβοι (που λέγεται ότι ένας ήταν του Κένταυρου Φόλου), πήλινα αγγεία και αρχαία νεκροταφεία. Σε ολόκληρη την περιοχή βρίσκονται παντού αρχιτεκτονικά μέλη, θραύσματα επιγραφών, αγάλματα, αγγεία καθώς και μικρά ευρήματα. Λέγεται ότι εδώ ήταν τα εργαστήρια των αγαλμάτων και των χρυσών αντικειμένων της Ολυμπίας. Αυτό φαίνεται από το έδαφος που σε μερικά σημεία είναι μαύρο επεξεργασμένο. Ακόμη, τα μηχανήματα ανίχνευσης, αντί χρυσού εντοπίζουν χρυσόπετρες, με τις οποίες είναι γεμάτη η περιοχή. Υδρευόταν από τις πηγές του Κροϊφύκου και το Καλιμάνι όπου βρέθηκαν πήλινοι αγωγοί που υδροδοτούσε τον Λασιώνα.
Στην ακρόπολη πάνω σε ερείπια αρχαίου ναού είναι τα ερείπια νεότερου ναού του Αγίου Δημητρίου.
Λόγω των Ολυμπιακών αγώνων περνούσαν επισκέπτες από τον τότε γνωστό κόσμο γι' αυτό σήμερα βρίσκονται διάσπαρτα νομίσματα από πόλεις της Ελλάδος, των Συρακουσών, Αλεξανδρινά, Ρωμαϊκά, Κωσταντινάτα, κ.α.
Το βυθισμένο κομμάτι βορειο-δυτικά του Κούτι ονομάζεται Αργάλιζες (από τον αργαλειό), όπου ο θρύλος λέει ότι η βασιλοπούλα θάφτηκε στο σεισμό μαζί με τον χρυσό αργαλειό.
Η βελανιδιά στο ίσωμα, το πουρνάρι και η αριά στα ρέματα, με το βελανίδι τους έθρεφαν πολλά αγριογούρουνα που ήταν η κύρια τροφή για τους ανθρώπους. Οι κάτοικοι για να το τιμήσουν έφτιαξαν τη χρυσή γουρούνα με δώδεκα χρυσά γουρνόπουλα. Ο μύθος αυτός ακούγεται μέχρι σήμερα από γενιά σε γενιά.
Σχετικά με το κυνήγι στην περιοχή σώζεται το επίγραμμα του Αντιπάρου με αριθμό 111 από την παλαιά Ελληνική ανθολογία που λέει:
Τον έλαφον, Λάδωνα (ηλειακόν) και αμφ'Ερυμάνθιον ύδωρ
Νώτα τε θηρονόμου φερβομέναν Φολόης, παίς ο Θεαρίδαο Λασιώνιος είλε Λυκόρμας, πλήξας ρομβωτώ δούρατος ουριάχω δέρμα δε και δικέραιον από στόρθυγγα μετώπων σπασάμενος, κούρα θήκε παρ' αγρότιδι.
Δηλαδή αυτό έγινε από τον πολίτη του Λασιώνος Λυκόρμου, γιού του Θεαρίδου, ο οποίος φόνευσε στο δάσος της Φολόης ελάφι το δέρμα και τα δύο κέρατα του οποίου αφιέρωσε σαν δείγμα ανδρείας στην Άρτεμη.
Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Ι. Αλεξανδρόπουλος στην θέση λεύκα νοτιο-ανατολικά του Κούμανι βρήκε και παρέδωσε διάφορα ευρήματα τα οποία βρίσκονται στο εθνικό μουσείο της Αθήνας με αριθμό «13704» και τα οποία είναι ιππάρια πάνω σε διάτρητες βάσεις και πτηνό στην ίδια βάση, περόνες χάλκινες και ζώνες διακοσμημένες με αλλεπάλληλους κύκλους. Μπορούμε να έχουμε πολλά ονόματα χωριανών μας για να μιμηθούν τον συμπατριώτη μας και να γραφτούν με χρυσά γράμματα...
Σε εφημερίδα το 219 μ.Χ. δημοσιεύτηκε από τον Α. Σκιάν ότι ο ίδιος μέτρησε 150 τάφους που είχαν λεηλατηθεί από τυμβωρύχους. Από τα οστά φαίνεται ότι οι πρόγονοι μας είχαν δύο μέτρα ύψος περίπου.
Από αφηγήσεις γνωρίζω ότι οι τάφοι που έχουν ανοιχθεί ξεπερνούν τους 500! Μάλιστα ανοίγονται δρόμοι δήθεν για καλλιέργεια, για να περάσουν μεγάλα μηχανήματα εκσκαφής.
Πολλά σπίτια και μάντρες έχουν χτιστεί με τετραγωνισμένες πέτρες από την αρχαία πόλη. Σε σπίτι στο Κούμανι είναι χτισμένο μάρμαρο από τον Λασιώνα με την επιγραφή «ΙΠΠΟΝΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΛΑΪΔΑΣ ΙΠΠΕΙΑ».
Δυστυχώς στο Κούμανι παλαιότερα και στο Αντρώνι πρόσφατα εγκαταστάθηκαν μαζί με τις οικογένειες τους για μεγάλο χρονικό διάστημα Γερμανοί με ηλεκτρονικά μηχανήματα, με αστείες δικαιολογίες που οι αθώοι χωρικοί εξυπηρετούσαν...
Πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης χτίστηκε αργότερα Φράγκικος Πύργος.
Εδώ υπάρχει θαμμένος ένας σημαντικός πολιτισμός με σπουδαία ιστορία (όπως μας άφησε γραμμένο ο αείμνηστος φίλος μου Γιώργος Παναγόπουλος), αλλά δυστυχώς οι κορυφαίοι γεωγράφοι περιηγητές και οι νεότεροι ιστορικοί και αρχαιολόγοι έστρεψαν την προσοχή τους κυρίως στην γειτονική Ολυμπία και την Ήλιδα αδιαφορώντας τελείως για τις πόλεις της Ακρώρειας.

19 Φεβρουαρίου 2025

Όλα του γάμου δύσκολα-Β. Ραφαηλίδης

 Όλα του γάμου δύσκολα
Σε μια ηλικία γύρω στα είκοσι περίπου, η γυναίκα αρχίζει να ψάχνει για σύζυγο. Σε μια ηλικία γύρω στα τριάντα περίπου, ο άντρας αρχίζει να ψάχνει για σύζυγο. Με το ψάξε ψάξε, τελικά ο άντρας και η γυναίκα συνευρίσκονται. Και άπαξ και συνευρεθούν, τα ήθη απαιτούν να παντρευτούν.
Αν τύχει και δεν παντρευτούν, η «χαμένη τιμή» της κοπέλας θα ανεβάσει στα ύψη την τιμή της προίκας. Ενώ η ηθική με την οικονομία θα μπλεχτούν τόσο, που μόνο ένα μαχαίρι θα μπορούσε τελικά να τις ξεμπλέξει. Ξέρουμε άλλωστε πως σ’ όλες τις περιπτώσεις η τιμή έχει ένα οικονομικό νόημα «σε τελική ανάλυση» (για να θυμηθούμε τον Αλτουσέρ).
Έτσι είχαν τα πράγματα σ’ ένα παρελθόν όχι και τόσο μακρινό, τότε που οικονομικά υπόχρεος για την τιμή της τιμής της ατιμασμένης και εγκαταλελειμμένης ήταν κυρίως ο δύστυχος μεροκαματιάρης πατέρας, που κοντά σ’ όλα τ’ άλλα βάσανά του είχε κι αυτό της προίκας της κόρης του. Με το δίκιο του, λοιπόν, απαιτούσε μια μείωση του προικώου ποσού, που γινόταν δυνατή στην περίπτωση που η κόρη είχε συνείδηση της οικονομικής αξίας της παρθενίας της και δεν τη χάριζε δωρεάν, αλλά τη φύλαγε για προίκα, το αντίτιμο της οποίας αφαιρούνταν απ’ την κυρίως ειπείν προίκα και ο πατρικός ισολογισμός ερχόταν έτσι στα λογικά του όρια. Όμως, με την «έκλυση των ηθών» τούτο το λεπτότατο σύστημα ανταλλαγών κατεστράφη εντελώς: Σήμερα σχεδόν κανείς δε δίνει ή δε ζητάει προίκα. Και η παρθενία έμεινε στα αζήτητα του καταστήματος.
Ωστόσο, εκτός απ’ την οικονομικά χρεοκοπημένη πλέον παρθενία, η σύγχρονη γυναίκα, όταν τυχαίνει να μην είναι και τόσο φανατική φεμινίστρια, διαθέτει κρυμμένα πίσω απ’ τον (και) οικονομικά αχρηστευμένο υμένα κι άλλα πράγματα για πούλημα. Και δεν εννοούμε καθόλου την πορνεία, όπου η κατάσταση είναι σαφής και τίμια: Δίνεις και παίρνεις χέρι χέρι και σε τιμή προκαθορισμένη απ’ το τρέχον τιμολόγιο, που καθορίζεται απ’ το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης (Σήμερα η προσφορά είναι μεγάλη κι αυτό έχει σαν συνέπεια μια πτώση των τιμών στα «λαϊκά καταστήματα». Όμως, παρατηρείται άνοδος των τιμών στις «μπουτίκ πολυτελείας», κυρίως εξαιτίας μιας αφθονίας πετροδολαρίων).
  Οι φίλες της νύφης ετοιμάζουν τα προικιά, μία εβδομάδα πριν από τον γάμο.
Θα περίμενε κανείς η «έκλυση των ηθών» που λέγαμε να λειτουργήσει υπέρ του φεμινιστικού κινήματος, αφού η γυναίκα, ακριβώς εξαιτίας της «έκλυσης των ηθών», απαλλάχτηκε απ’ τον ανατριχιαστικό θεσμό της προίκας (Ουδέν κακόν αμιγές καλού). Δυστυχώς, όμως, τα οικονομικοσεξουαλικά πράγματα δεν εξελίχθηκαν προς τη φεμινιστικά ποθητή κατεύθυνση. Διότι ο άντρας παραμένει άντρας, είτε πληρώνεται τοις μετρητοίς, είτε πληρώνεται επί πιστώσει και με εγγύηση την ισχύ του φύλου του: Ο άντρας είναι αυτός που συνήθως διαλέγει τη γυναίκα του περίπου με την ίδια έννοια που θα διάλεγε και τη γραβάτα του απ’ το κατάστημα της γωνίας. Αλλά και η γυναίκα «αφήνεται να διαλεχτεί», εφόσον έχει συνείδηση της ανταλλαχτικής αξίας της ομορφιάς της, ή όποιων άλλων προσόντων διαθέτει (Σε τούτη την παραλλαγή της συναλλαγής μετράει ακόμα και το «ολίγον πιάνο», ο «ολίγος χορός» και τα «ολίγα γαλλικά», που αν τα σουμάρεις σχηματίζουν ένα κομματιαστό μεν, σεβαστό δε άθροισμα προσόντων).
Δυστυχώς, λοιπόν, η παρθενία έπεσε εντελώς άδικα στο πεδίο της μάχης των τιμών (με τη διπλή έννοια, που είναι μονή). Και έπεσε τόσο άδοξα, που ούτε καν τη θυμούνται στα συχνά προσκλητήρια των πεσόντων στο «πεδίο της τιμής», παρά το γεγονός πως κι αυτή στο πεδίο της τιμής έπεσε.
 Έπεσε άδικα, διότι ο άντρας μπορεί μεν να έχασε την προίκα, κέρδισε όμως το μισθό της εργαζόμενης γυναίκας του, που, αν τον αθροίσεις σ’ όλα τα χρόνια του έγγαμου βίου, του δίνει ένα ποσό πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό της παραδοσιακής προίκας. Γι’ αυτό είπαμε πως τώρα οι γυναίκες πωλούνται επί πιστώσει. Αν μάλιστα συνυπολογίσεις και την «εν οίκω εργασία» και τις εντός της κρεβατοκάμαρας υπερωρίες της γυναίκας, τότε τα κέρδη του άντρα από ένα γάμο, που, βέβαια, δεν έγινε καθόλου από συμφέρον, είναι πάρα πολύ σημαντικά. Αυτό σημαίνει πως παρά την αλλαγή των ηθών, τα ήθη παραμένουν αμετάλλαχτα στις περιπτώσεις εκείνες που ο άντρας βρίσκεται καλά οχυρωμένος πίσω από προνόμια δυόμισι χιλιάδων ετών, που κανένας νόμος δεν θα μπορούσε να τα αλλάξει «εκ των άνω». Διότι «εκ των κάτω» λειτουργούν τα ισχυρότερα των νόμων ήθη — και τα ήθη συνεχίζουν να τα υπαγορεύουν οι άντρες στις περισσότερες των περιπτώσεων.
  Καβαλάρι Ζαγορίου, παλικάρι, 1913 - Φρεντ Μπουασονά
Ούτως εχόντων των ηθών, ο άντρας πρέπει να φερθεί πάντα σαν άντρας και να τραβήξει και μαχαίρι αν το απαιτήσει ο θιγμένος ανδρισμός του. Και επειδή η δολοφονία δεν είναι οικονομικά συμφέρουσα πράξη, ο «έξυπνος» άντρας πριν καταλήξει στην έσχατη αυτή κτητική (και κτηνώδη) πράξη, που δε θα του αποδώσει παρά ένα πτώμα και κάμποσα χρόνια φυλακή, θα ασκήσει όλα τα εκ των ηθών απορρέοντα προνόμιά του. Για παράδειγμα, ύστερα από μερικά χρόνια χρήσεως του γυναικείου σώματος της «αγαπημένης», θα πιστέψει πως απόκτησε εφ’ όρου ζωής το δικαίωμα της χρησικτησίας και θ’ αρχίσει να χρησιμοποιεί αφειδώς και απερίσκεπτα τις κτητικές αντωνυμίες: το κορίτσι «του» πρέπει να γίνει γυναίκα «του», για μόνο το λόγο πως υπήρξε κορίτσι «του» για κάμποσο χρόνια. Και τούτο γιατί εξαρχής δεν έψαχνε για «κορίτσι» αλλά για σύζυγο, δοκιμάζοντας διάφορες και καταλήγοντας τελικά σε μία. Διάολε, δεν αγοράζει κανείς «γουρούνι στο σακί», ούτε γυναίκα στο... σώβρακό της. Η ποιότητα του εμπορεύματος πρέπει να δοκιμαστεί. Επίσης και η παιδοποιητική ικανότητα της παιδοποιητικής μηχανής: Μια έκτρωση επί του προκειμένου είναι μια καλή απόδειξη πως η μηχανή μοντάρει με τον επιθυμητό τρόπο.
Φυσικά, όλο αυτό το αλισβερίσι θα πάρει τη μορφή έρωτα, αφού κανείς πια δε θεωρεί και τόσο αξιοπρεπή τον από συνοικέσιο γάμο. Ο υποψήφιος γαμπρός θα κάνει φιλότιμες προσπάθειες να ερωτευτεί την υποψήφια νύφη. Κι αν δεν τα καταφέρει, δε χάλασε ο κόσμος. Αρκεί που ενδιαφέρεται γι’ αυτήν και δείχνει το ενδιαφέρον του με χίλιους τρόπους: Με τη ζήλια, με τα σούρτα φέρτα με το αυτοκίνητο, με την ντισκοτέκ και, σε περιπτώσεις οικονομικής δυσπραγίας, με μια σκέτη γρανίτα στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς. Φυσικά, δε θα παραλείψει να της τηλεφωνεί δυο τρεις φορές την ημέρα, ανάλογα με το κόστος του τηλεφωνήματος τη συγκεκριμένη περίοδο. Κι αν έχει διαθέσιμο χρόνο, θα στηθεί με τις ώρες κάτω απ’ την πόρτα της. Δυστυχώς, το ωραίο έθιμο της καντάδάς επιβιώνει στοιχειωδώς μόνο στην Επτάνησο κι έτσι τα συγκινησιακά όπλα του υποψηφίου συζύγου έχουν μειωθεί κατά ένα.
Όμως, τα πράγματα για τον υποψήφιο γαμπρό θα ευκολυνθούν πολύ όταν η υποψήφια νύφη (που αυτός διάλεξε) είναι μια «γυναίκα υπό επίδραση», όπως θα έλεγε ο Τζον Κασσαβέτης. Και τούτη η επίδραση μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους. Η φτώχεια είναι ο πιο σημαντικός: Μια φτωχούλα θα δυσκολευτεί να βρει γαμπρό και συνεπώς θα ενδώσει ευκολότερα σε μια πίεση που δε χρειάζεται, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, να είναι και πολύ μεγάλη. Ενώ μια φτωχούλα και μαζί ομορφούλα καταρχήν θα προσπαθήσει να αξιοποιήσει το πανίσχυρο όπλο της ομορφιάς (είδατε ποτέ εκατομμυριούχο παντρεμένο με άσχημη;) κι αν ατυχήσει σκοπεύοντας λάθος στόχο, τότε θα υποταχθεί στην κακή μοίρα της φτώχειας κι όχι στην καλή μοίρα της ομορφιάς.
 
  Ακράτα, αυλές 1903 - Φρεντ Μπουασονά
Εκτός απ’ την άμεση οικονομική επίδραση υπάρχουν κι άλλες, συχνά πιο πιεστικές, αλλά που κι αυτές ανάγονται σε «τελική ανάλυση» στο οικονομικό πρόβλημα (Δεν ξεχνάμε ποτέ τον Αλτουσέρ, που με τούτη τη σπουδαία θεωρητική του εφεύρεση έβγαλε το μαρξισμό από πολλές δύσκολες καταστάσεις). Συνήθως η καλύτερη προξενήτρα είναι η μαμά, που ενδιαφέρεται ειλικρινέστερα απ’ τον καθένα για την «αποκατάσταση» της κόρης. Επειδή όμως το προξενιό έχει συμπαρασυρθεί στην πτώση απ’ την εκπεσμένη προ πολλού παρθενία, ενώ στις περιπτώσεις που παραμένει αναγκαίο αναλαμβάνουν πια την υπόθεση ειδικευμένα γραφεία, και επειδή ακόμα ο έρωτας παίζει πια πρωταγωνιστικό ρόλο, ακόμα και στην εκπεσμένη μορφή της «σχέσης», επειδή προσέτι η υποψήφια νύφη απαιτεί ελευθερία κινήσεων και επιλογών, η μαμά προξενήτρα ασκεί την επίδρασή της όχι σαν δηλωμένη προξενήτρα, αλλά σαν προαγωγός ή αντιπροαγωγός, κατά την περίσταση: Ενθαρρύνοντας την κόρη ευθέως όταν ο γαμπρός είναι της αρεσκείας της και αποθαρρύνοντάς την όταν δεν είναι της αρεσκείας της. Την ίδια επίδραση μπορεί ν’ ασκήσει και ο πατέρας αλλά με διαφορετικό στιλ, πιο αυστηρό και πουριτανικό, όπως αρμόζει στο φύλο του αλλά και στην ιδιότητά του σαν πατέρα: Θα κάνει «στραβά μάτια» όταν εγκρίνει τη «σχέση» και θα γίνει από βίαιος έως βάναυσος όταν δεν την εγκρίνει.
Ιδού λοιπόν επί σκηνής οι τέσσερις πρωταγωνιστές του δράματος (αν υπάρχουν αδέρφια οι πρωταγωνιστές πολλαπλασιάζονται): Ο πρώτος ρόλος κρατιέται απ’ τον υποψήφιο γαμπρό. Ο δεύτερος ρόλος κρατιέται απ’ την υποψήφια νύφη (που κατά κανόνα θα συνεχίσει να παίζει δεύτερο ρόλο για πάντα). Ο τρίτος ρόλος κρατιέται απ’ τη μαμά. Και ο τέταρτος ρόλος (επικουρικός αυτός) απ’ τον μπαμπά. Καμιά φορά στο δράμα παίρνουν μέρος και οι γονείς του γαμπρού, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στις πλούσιες οικογένειες. Όμως, όταν ο υποψήφιος γαμπρός είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο ελαττωματικός, τότε οι γονείς του θα παρακολουθούν εναγωνίως απ’ τις κουίντες την εξέλιξη του δράματος, χωρίς να μπορούν να επέμβουν: Κανείς δεν θα τολμούσε να διαλαλήσει σκάρτο πράγμα στην αγορά. Εκτός κι αν η συναλλαγή γίνεται ανάμεσα σε εμπόρους που και οι δυο ανταλλάσσουν σκάρτο πράγμα, οπότε η υπόθεση εξομαλύνεται αυτομάτως, αφού τώρα οι κανόνες του παιχνιδιού είναι ίδιοι και για τις δύο ομάδες των παιχτών.
Κι όλη αυτή η σύγχυση γιατί ο γάμος δεν είναι πια ούτε μια καθαρή και Τίμια συναλλαγή, όπως την εποχή της προίκας, όπου όλα διακανονίζονταν με ανοιχτά χαρτιά στη στρογγυλή τράπεζα των διαπραγματεύσεων, ούτε μια ελεύθερη και αβίαστη ανθρώπινη σχέση, όπου ο γάμος θα αντιμετωπιζόταν σαν μια υπόθεση που αφορά αποκλειστικά και μόνο δύο ανθρώπους. Που όμως δεν θα εξέπιπταν στην πλήρη αναξιοπρέπεια να κοροϊδεύονται αμοιβαία, παριστάνοντας, ας πούμε, τους ερωτευμένους ίσα ίσα για να δώσουν στους εαυτούς τους συναισθηματικά άλλοθι για μια πράξη που παραμένει συναλλαγή, έστω κι αν σ’ αυτή δεν παίρνει μέρος κανένας μεσάζων. Όχι γιατί η συναλλαγή είναι αξιόμεμπτη πράξη, αλλά διότι δεν εμφανίζεται εξαρχής σαν τέτοια, με συνέπειες τραγικές για όσους δεν μπορούν να καταλάβουν πως πίσω απ’ τον «έρωτα» και τη «σχέση» κρύβεται μια πολύ απλή και κοινότατη κατάσταση! Η επιθυμία δύο ανθρώπων, όχι να συνάψουν ανθρώπινες σχέσεις βαθιές και ουσιαστικές, αλλά να συνυπάρξουν όπως όπως και ίσα ίσα για να εκπληρώσουν κάτι που το αντιλαμβάνονται σαν καθήκον και προς τους εαυτούς τους και προς τους δικούς τους και προς την κοινωνία.

  Οικογένεια στο Ζεμενό Κορινθίας, 1903- Φρεντ Μπουασονά
Η οικογένεια που θα φτιαχτεί μ’ αυτό το φρικαλέο τρόπο θα είναι αναγκαστικά συμβατική. Και δεν θα μπορέσει ποτέ να παίξει έστω και το στοιχειώδη ρόλο που της απόμεινε, ύστερα απ’ τη σχεδόν πλήρη καταστροφή του θεσμού κάτω απ’ τις αλλαγμένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες: Αυτόν της τεκνοποιίας. Τα παιδιά που θα γεννηθούν από γονείς που παντρεύτηκαν «υπό επίδρασιν» θα μεγαλώσουν κι αυτά «υπό επίδρασιν» και πέρα απ’ το βιολογικά αναγκαίο όριο, όπου η επίδραση είναι επιβεβλημένη από την ίδια τη φύση. Η αλλοτρίωση αρχίζει με τις στρεβλές σχέσεις μέσα σε μία στρεβλή οικογένεια, που έγινε στρεβλή σχεδόν εσκεμμένα: Μ’ ένα γάμο που δεν προοιώνιζε τίποτα το αισιόδοξο εξαρχής. Και που ωστόσο έγινε σχεδόν χωρίς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι να καταλάβουν το πώς και το γιατί. Έγινε από ρουτίνα, από συνήθεια, από πανικό, από μια τυφλή και άκριτη προσκόλληση στους θεσμούς.
Ο γάμος είναι μια πράξη λογική στο έπακρο. Και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με τον έρωτα, που είναι μια ψυχοσυναισθηματική κατάσταση εντελώς άσχετη με το γάμο.  
Δεν είναι τυχαίο που οι πιο πετυχημένοι γάμοι είναι αυτοί που γίνονται από καλά μελετημένο συνοικέσιο. Και δεν είναι καθόλου ντροπή να παντρεύεται κανείς με συνοικέσιο. Αρκεί το συνοικέσιο να μην είναι επιβεβλημένο από γονείς που βιάζονται να ξεφορτωθούν τα παιδιά τους.
 Σήμερα στην Ευρώπη και στην Αμερική διαδίδεται συνεχώς και περισσότερο το λεγόμενο «αυτοσυνοικέσιο». Που σημαίνει μεθοδική, λογική και ψύχραιμη επιλογή του συζύγου και της συζύγου που θα αποτελέσουν το μελλοντικό ζευγάρι, μέσα από ένα αμοιβαίο ψάξιμο χωρίς μεσάζοντες. Κι αυτό γιατί κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα ήταν δυνατό πια να μπερδέψει τον έρωτα με το γάμο που, επαναλαμβάνουμε, είναι δύο εντελώς, μα εντελώς διαφορετικές καταστάσεις. 
Οι ερωτευμένοι ζουν τον έρωτά τους όσο είναι ερωτευμένοι και μετά χωρίζουν, για να ξαναερωτευτούν ενδεχομένως. Για το γάμο, που είναι μια κατάσταση κοινωνική και όχι συναισθηματική και θα έπρεπε να διαρκεί, δεν υπάρχει χειρότερος σύμβουλος απ’ τον έρωτα, που είναι μια καθαρά συναισθηματική κατάσταση που διαρκεί όσο αντέχει και που κατά κανόνα δεν αντέχει πάρα πολύ. Ο γάμος είναι πράξη λογοκρατούμενη. Ο έρωτας είναι πράξη τρελή, κάτι σαν μια υπέροχη αρρώστια απ’ την οποία εύχεται κανείς να μη γιατρευτεί ποτέ. Κι όσοι ισχυρίζονται ότι παραμένουν ερωτευμένοι ύστερα από ατελείωτα χρόνια γάμου, απλώς εκλαμβάνουν σαν έρωτα την ειρηνική συνύπαρξη, ή τη συντροφικότητα, ή ακόμα και τη συνήθεια, που είναι και άλλου είδους και άλλης ποιότητας ψυχολογικές καταστάσεις.

Από το βιβλίο του Β.Ραφαηλίδη Κείμενα το Έθνος 4, Θέμα, Αθήνα 1988, σελ. 335
24 Αυγούστου ’86
 
 
 

16 Φεβρουαρίου 2025

Το Παρίσι ! Ορέστης Λάσκος

 Το Παρίσι !

Ορέστης Λάσκος

 

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ,

που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί

για το Παρίσι...

στη συντροφιά μας όταν έρθει να καθήσει.

 

 Λένε γι’ αυτόν

πως από τα μαθητικά τα χρόνια είχεν ορίσει

μοναδικό μες στη ζωή του ιδανικό,

να πάει στο Παρίσι. 

 

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε 

τ’  ονειρεμένο αυτό ταξίδι

που ποθούσε. 

 

Παντού για κείνο συζητούσε 

μέσ’  στα όνειρά του αυτό θωρούσε 

τόσο,  που ο πόθος του με τον καιρό 

τούγινε μέσ’  στην ύπαρξή του ένα στολίδι λαμπερό.

 

Να πάει στο Παρίσι…

 

Για το ταξίδι αυτό τ’ ονειρευτό,

σκότωνε φευγαλέες επιθυμίες 

κι έκανε αιματηρές οικονομίες,

για να το πραγματοποιήσει. 

Να πάει στο Παρίσι…

 

Και να,

που κάποια μέρα στα στερνά το κατορθώνει.

Κι ένα πρωί, μέσα στου τραίνου ένα βαγόνι 

για το Παρίσι μεθυσμένος ξεκινά. 

 

Μα...

μόλις αντίκρυσε απο μακριά 

τον πύργο του ‘Αιφελ ν’ αχνοδιαγράφεται

 στο φόντο τ’ ουρανού, 

φριχτή μια σκέψη εισόρμησε 

στην κάμαρα του νου:

 

“Κι ύστερα;  Κι ύστερα τι θα γινόταν; 

Πως θα μπορούσε πιά να ζήσει...

με δίχως τη λαχτάρα αυτή, 

για το Παρίσι;”

 

 Γιατί ένοιωθε τώρα καλά

 πως όταν σε λίγο στο Παρίσι θα βρισκόταν

 μέσα σ’ ελάχιστο διάστημ’  ασφαλώς θα το βαρυόταν. 

Και τότε;

Και τότε πήρε μια τεράστια απόφαση,

που ως τώρα δεν ευρέθηκε να του τη συγχωρήσει

κανείς...

Αντίς να προχωρήσει στο Παρίσι 

κατέβηκε σ’  ένα προάστειο 

στο Σαιν Ντενίς. 

 

Και το πρωί απ την ίδια οδό

ξανάρθε εδώ.

Και τώρα, σαν και τότε προτού φύγει, 

πάλι, με μια λαχτάρα σαν και πριν μεγάλη, 

μιλάει και λεει παντού, πως έχει ορίσει

 μοναδικό μέσ’ στη ζωή του ιδανικό

... να πάει, μια μέρα, στο Παρίσι...

 

  https://ardin-rixi.gr/archives/228773

 

 Σημείωση δική μου !

Το θυμάμαι απο τα μαθητικά μου χρόνια με τίτλο : Ο σκοπός...

.. και μήπως, λέω, και οι μεγάλοι έρωτες που δεν πραγματοποιήθηκαν, 

δεν κατακτήθηκαν, έχουν κάποια σχέση με τό ΄νειρο: 

"του να πάμε κάποια  μέρα ...στο Παρίσι ;"

Ετσι, για τη γλυγειά γοητεία της...προσμονής ! Ή  για την ομορφιά

που φανταζόμαστε ότι έχει το... Παρίσι ! 

Και που αυτή την "ομορφιά" θα την κρατάμε για πάντα μέσα μας !

Απλά, μια σκέψη έκανα...

Ι.Β.Ν.