ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

29 Οκτωβρίου 2013

Τα χωράφια των Ελλήνων δεν είναι φορολογητέα ύλη. Είναι συστατικό ζωής ! ! !


Ενα συγκλονιστικό  άρθρο του Βύρωνα Πολύδωρα:

“Τα χωράφια των Ελλήνων δεν είναι φορολογητέα ύλη. Είναι συστατικό ζωής. Του Έλληνα. Και απόδειξη της ιστορικής επιβίωσής του. Είναι όρος και όριον και ορισμός. Του ελεύθερου Έλληνα.

Δεν είναι μόνον απλή μνήμη και ανάμνηση. Είναι μνήμα των προγόνων του. Δεν είναι στοιχείο της λογιστικής. Είναι «στοιχειό» της ψυχής και λογισμός του νου. Του Έλληνα. Είναι η ίδια η χώρα μας στο χαϊδευτικό υποκοριστικό της: Χωράφι.

Όχι «αγροτεμάχιο», πράγμα που είναι κάτι διάφορο, που καταχρηστικά υπάρχει όχι ως χωράφι, κτήμα ή περιβόλι, αλλά ως μέτρο και μέσο εξωαγροτικής συναλλαγής. Όχι τέτοια τεχνάσματα.

Και για να δουν οι αρμόδιοι το βαθμό της βαρβαρότητας της πράξεως ας πουν την αλήθεια ή ας επιγράψουν τον νόμο με το όνομά του – αν το τολμούν – ήτοι, «φορολογία χωραφιών».

Θα εννοήσουν τότε την ηθική διαφορά! Στα χωράφια βρίσκει κανείς το εμπράγματο νόημα του Σαλαμίνειου παιάνα που μας παραδίδει ο Αισχύλος, ο οποίος πολέμησε εκεί και τον τραγούδησε ο ίδιος:

«Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, Ελευθερούτε
πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων
νυν υπέρ πάντων αγών»!
(Ω παίδες Ελλήνων, εμπρός να κρατήσετε ελεύθερη την
πατρίδα, τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, τα ιερά
των θεών των πατέρων μας, και τους τάφους των προγόνων μας,
τώρα, για όλα αυτά ο αγώνας!)

Είναι το απόλυτο περιεχόμενο της προαιώνιας απάντησης «Μολών λαβέ»! Είναι το «γιατί» στο «ΟΧΙ» του ’40, που αναμνησθήκαμε και ετιμήσαμε σήμερα και πάντα (όσοι Έλληνες, πλην βεβαίως των αδιάφορων «κοσμοπολιτών» συγκατοίκων μας).

Δεν είναι μόνον η κυριότητα του μέρους, του απειροελάχιστου μεριδίου της χώρας. Δηλαδή του απόλυτου εμπράγματου δικαιώματος του ασκουμένου με εξουσία «κατ’ αρέσκειαν» που ανήκει πατροπαράδοτα και κληρονομικώ δικαίω και εξ αίματος σε έναν Έλληνα και όχι σε κάποιον ξένον, ίσως και ανώνυμο λόγω funds αγοραστή.

Είναι η ψυχική σύνδεση του Έλληνα με την έννοια του Συνταγματικού δικαίου «εδαφική ακεραιότητα».

Μέσω του χωραφιού η έννοια αυτή δεν είναι κούφια. Γίνεται μεστή περιεχομένου. Δεν συνδέεται ο Έλληνας πολίτης με την πατρίδα του μέσω του «τραπεζικού του λογαριασμού» ή έστω του διαμερίσματος σε πολυκατοικία ή και του «estate» ή της «farm» ή της hacienda (αγγλοσαξωνικού ή αμερικανικού ή του λατινομεξικάνικου τύπου ιδιοκτησίας αντίστοιχα).

Αλλά συνδέεται με την πατρίδα του μέσω του χωραφιού του, στο χωριό του, στον τόπο των προγόνων του. Και ας είναι αυτό μη μετρημένο σε στρέμματα, αλλά απλά οριοθετημένο με τα σύνορα του όμορου, του διπλανού του, και ας είναι χωρίς συμβόλαια, αλλά αποκτημένο όχι απλά διά χρησικτησίας αλλά με έναν άλλο πιο ισχυρό τρόπο κτήσεως κυριότητας, την πατροπαράδοτη και παμπάλαια χρήση (vetustas), και ας είναι άγονο και ας είναι χέρσο και ας είναι ακαλλιέργητο και ας είναι εγκαταλελειμμένο και ας είναι λογγωμένο.

Αυτός είναι ο ιερός δεσμός. Είναι η ιερή ουσία που σαν τον ιερό άρτο «μελίζεται και διαμερίζεται, μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων».

Αυτή είναι η σχέση μας. Όσοι δουλοπάροικοι στα λατιφούντια, στα μεγάλα φεουδοτιμάρια της Ευρώπης, μας θεωρούν ομοίους τους κάνουν λάθος. Είμαστε ανόμοιοι. Διαφέρουμε.

Εκείνοι βρέθηκαν ως πράγμα (res) στο κτήμα του αφέντη. Εμείς καταφύγαμε στο χωράφι που εκχερσώσαμε στα βουνά μας με τα νύχια μας, ούτε καν με τις αξίνες, για να βρούμε εκεί καταφύγιο επιβίωσης και ελευθερίας.

Από αυτά τα χωράφια – να μην ξεχνάμε – ετράφησαν οι επαναστάτες του 1821, οι πολεμιστές των Βαλκανικών πολέμων, της Μικρασίας, του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης! Από καμμιά άλλη επιμελητεία δεν ανετράφησαν, δεν έφαγαν ψωμί.

Τα χωράφια της υπαίθρου χώρας «έζησαν» και τους καταφυγόντες εκεί στην «Κατοχή» Αθηναίους και μέτοικους στις πόλεις.

Τους περίμεναν όχι με την αφθονία των αγαθών αλλά με τα ελάχιστα (των θαυματουργών «πέντε άρτων», με την πολλαπλασιαστική τους δύναμη διατροφής).

Και τους περιμένουν πάντα για να τους ζήσουν ξανά σε ώρα ανάγκης. Ο τόπος της ψυχολογικής ασφάλειάς τους. Το δυνητικό τους καταφύγιο.

Αυτά τα χωράφια επιχειρούν τώρα να τα δημεύσουν μέσω της φορολογίας, μολονότι κάτι τέτοιο είναι προδήλως αντισυνταγματικό. Το άρθρο 17 του Συντάγματος λέει: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους και κανένας δεν την στερείται παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια ύστερα από αποζημίωση…».

Δεν λέει ύστερα από δήμευση μέσω φορολογίας! Πώς το κρίνει κανείς αυτό, δεδομένου ότι το Κράτος ούτε έσοδα δεν θα μπορέσει να εισπράξει από τη φορολογία αυτή;

Σημειώνεται εν παρόδω ότι πουθενά στην Ευρώπη ή στον ελεύθερο δημοκρατικό κόσμο δεν φορολογείται γη ή άλλη ακίνητη περιουσία που δεν αποφέρει εισόδημα.

Το εισόδημα πάντα φορολογείται. Τότε γιατί το κάνουν;

Απλά, για να αποκόψουν τους Έλληνες από τις ρίζες τους. Ώστε ο άνεμος του πειράματος της παγκοσμιοποίησης να τους πάρει και να τους σηκώσει και να τους διώξει μακρυά. Και να μείνει έτσι μια χώρα ακατοίκητη.

Ή κατοικούμενη από ξένους και μετανάστες αλλόφυλους – απολογούμαι γιατί είμαι τόσο «βλάσφημος» και μιλώ τη γλώσσα του μη πολιτικώς ορθού – ή από κοσμοπολίτες, νεοείσακτους καταληψίες μέσω funds!

Έχει λεχθεί μέσα στη θύελλα μια φράση. Πολύ αληθινή. Σαν αίμα.

«Εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε».

Ας εννοήσουν οι κυβερνώντες – εάν μπορούν – το νόημα και τις αλήθειες των παραπάνω σκέψεων.

Η διαδικασία φορολόγησης των χωραφιών μας και της κατ’ ακολουθίαν τελικής πτωχοποίησης, ακόμη και της μετάλλαξής μας σε ακτήμονες και σε ανέστιους-αστέγους, θα μπορούσε να περάσει όπως έχει προ αιώνων (όχι σήμερα) περάσει στους «πολίτες» της Ευρώπης ή όπως είχε περάσει στους «πολίτες» του υπαρκτού σοσιαλισμού, αν δεν είχαμε μάθει εμείς να ζούμε με όσια και ιερά.

Αν δεν είχαμε το δικό μας εικονοστάσι (αξιών και συμβόλων) εκεί, στο χωράφι του χωριού μας, συνυπάρχον με την ίδια την ύπαρξή μας ως λαού. Λαός σημαίνει, ας λεχθεί στο σημείο αυτό, βραχάνθρωπος, δηλαδή αυτοφυής, αυτόχθων πολίτης.

Τώρα, και πάντοτε όσο υπάρχουν ακόμη Έλληνες, η φορολόγηση-δήμευση των χωραφιών μας δεν περνάει. Ας το καταλάβουν καλά! Όσο γίνεται πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Για την κοινωνική ειρήνη και συνοχή!”.
 
Σημείωση δική μου:
Μπράβο πατριώτη μου Πολύδωρα !
Υψηλά νοήματα με υπέροχα ελληνικά !
 



28 Οκτωβρίου 2013

Μια βρετανική μαρτυρία για το θαύμα της Παναγίας το 1940 ! ! !

 Απο την Ομότιμο Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών  Μερόπη Σπυροπούλου  
Η υπερφυσική βοήθεια !
 (Michael Palairet, Άγγλος πρεσβευτής στην Ελλάδα την εποχή του πολέμου του 1940)
 «Νο 306
Από τη Βρετανική Πρεσβεία
ΑΘΗΝΑΙ Δεκέμβριος 9, 1940
 Κύριέ μου,
Εις την επιστολήν μου Νο 293 της 23ης  Νοεμβρίου, ανέφερα την ευρέως παραδεχομένην πίστιν εδώ ότι ο ελληνικός· στρατός απολαμβάνει της ιδιαιτέρας προστασίας της Παναγίας της Τήνου και ότι οι νίκες του, οι οποίες δύνανται ασφαλώς να ονομαστούν θαυματουργικές, οφείλονται εις την επέμβασίν της.
 Αυτή η πίστις έχει γίνει τώρα πεποίθησις και υπάρχουν αναρίθμητες ιστορίες της πα­ρουσιάσεων της Ευλογημένης Παρθένου εις στρατιώτας εις το μέτωπον ενθαρρύνοντάς τους εις την μάχην, με υποσχέσεις ότι η ιερο­συλία που έγινε από τους Ιταλούς εις τον Να­ό της κατά την εορτή της Κοιμήσεως θα ετιμωρείτο από μία μεγάλη ήττα… [...]
Φαίνεται ασύνηθες ν’ αφιερώνω μία επίση­μη επιστολή σε τοιούτο θέμα, αλλά, δεν υπάρ­χει αμφιβολία ότι η πεποίθησις ότι υποστηρίζεται από υπερφυσική βοήθεια έχει συμβάλει πολύ εις την ενθάρρυνσιν του Έλληνος στρα­τιώτου, εις την ακούραστη επιδίωξη του διά νίκη, και του Ελληνικού λαού εις τον ενθουσιασμό του διά τον πόλεμον…
Η επίθεσις κατά της «Έλλης» στην Τήνο απεδείχθη πράγματι ένα σοβαρό λάθος, διά το οποίον πρέπει να μετανοούν οι Ιταλοί τώρα σκληρά.
Όχι μόνον ένωσε την Ελλάδα, την εβοή­θησε από την αρχή με την πεποίθησιν ότι τα όπλα της εβοηθούντο θαυματουργικώς – μία πεποίθησις η οποία εις αυτήν την χώραν των ισχυρών και βαθέων θρησκευτικών παραδό­σεων έχει ανεκτίμητη αξία.
Έχω την τιμήν να παραμένω με τον μεγαλύτερον σεβασμόν, Κύριε μου,
Ο πλέον ταπεινός και πλέον πιστός υπη­ρέτης Σας.
«Michael Palairet».
 (Πηγή: Μερόπης Ν. Σπυροπούλου, Στην εποποιία του 1940-41 με πίστη, σ. 144-146)

20 Οκτωβρίου 2013

Στο Λόγγο...Παναγιώτης Μελτέμης, απο το Κοπανάκι Μεσσηνίας

   
Δημήτρης Κυριαζής, Παναγιώτης Μελτέμης, Όμηρος Πέλλας (μαθητές Ε΄ Γυμνασίου, Γυμνάσιο Κυπαρισσίας, 1936 ή 1937)    
 
Η μάννα μ΄επαιρνε κοντά που πήγαινε στο λόγγο
κι ως με την κόσσα κλάριζε το πράσινο πουρνάρι
και στίβες μαζευότανε ως δυό ζαλιές κι ακόμα,
καθόμουνα στην αντηλιά, στο δροσερό χορτάρι
κι έψαχνα για σαλίγγαρους, γυρίζοντας λιθάρια.
 
Όταν η μάννα απόσωνε τα ξύλα, σηκωνόμουν
και της επήγαινα κοντά, στα ξέφωτα, να βρούμε
λάχανα για δυό τρείς βρασιές και λέχουρδες που μόσκουν.
 
Τί καυκαλίθρες εύρισκε η μαννούλα, τι ροϊδίκια
και χίλια δυό χορταρικά, που ΄τάξερε ένα-ένα...
 
Σαν το σακκούλι γέμιζε τ΄απίθωνε στο ρέμμα
που κύλαε γάργαρο νερό, ζεστό σα μάννας χάϊδι,
τα ξέπλενε και σκούπιζε τον ίδρω στο λαιμό της
με το φακιόλι το καφέ που ήσκιωνε τα μαλλιά της.
 
Καθόμαστε πλάϊ στο νερό, κεί πούτρεχε βρυσούλα,
και τρώγαμε λίγο τυρί, λαγάνα και κοτσάνια
και πίναμε κρύο νερό, χωνευτικό, δροσάτο.
 
Υστερα ζάλωνε ζαλιά μεγάλην η μητέρα
και την βοηθούσα απο τα σκοινιά να την αργοσηκώση.
 
Με το σακκούλι, πούσταζε, στο χέρι, ξεκινούσε
κι εγύριζε και πού και πού στο γιό της να μιλήση
που κατσιμπούλες έπιανε και τα πουλιά κοιτούσε...
 
 Παναγιώτης Μελτέμης   
                                                                        
Το ποίημά του ειναι
απο την -Λαογραφική του ποίηση -"Τα χωριάτικα"

..και η βιογραφία του

από τη Βικιπαίδεια

          
Ο Παναγιώτης Μελτέμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Κ. Παπαδόπουλου) (1918-1978) ήταν Μεσσήνιος ποιητής και πεζογράφος.
Γεννήθηκε στο Κοπανάκι Μεσσηνίας το 1918. Μαθήτευσε στο Ημιγυμνάσιο Αετού, στο Γυμνάσιο Μελιγαλά και στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας. Σπούδασε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και σταδιοδρόμησε ως διοικητικός υπάλληλος του Ι.Κ.Α. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε πριν από τον πόλεμο, δημοσιεύοντας πεζά και ποιήματά του στις εφημερίδες «Θάρρος» της Καλαμάτας και «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με εκδοτικούς οίκους ως μεταφραστής. Έργα του διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς: το διήγημά του «Η Μηλίτσα» απέσπασε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος της Εργατικής Εστίας (1948), ενώ στον ποιητικό διαγωνισμό του περιοδικού «Εκλογή», με θέμα τη μετάφραση του σονέτου του Philippe Desportes, "Icare chut ici", η μετάφρασή του κατέλαβε την δεύτερη θέση (1949). Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστόρημα και μετέφρασε πεζά και θεατρικά έργα από τα γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά. Το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα «Η Μηλίτσα και άλλα διηγήματα» το εξέδωσε το 1950. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Τα Χωριάτικα» (1957) και το μυθιστόρημα «Έρημα Σημάδια» (1963).
Συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, όπως το περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», οι εφημερίδες «Μεσσηνιακή Αναγέννηση» και «Ηχώ της Μεσσηνίας» , στις οποίες διατηρούσε μόνιμες στήλες ευθυμογραφήματος με τίτλους, αντιστοίχως : «Οι κουβέντες του Μητσιοτάση» και «Τζιαναμπέτικα», καθώς και με άλλα έντυπα.
 
 

20 Σεπτεμβρίου 2013

Τα πρωτοβρόχια...Γ. Δροσίνης !



Με τα πρωτοβρόχια θα ’ρθουν τα μηνύματα
του χειμώνα: το ποτάμι θα θολώσει,
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα,
θα κρυώσει η νύχτα και θα μεγαλώσει.

Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
κυκλαμιές θ’ ανθούν στο χώμα ταίρια ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ’ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάσει ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
γι’ άλλων τόπων άνοιξη, μακριά απ’ τα χιόνια,
βράδυ βράδυ ως τα μεσούρανα θα χύνονται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.
 

17 Σεπτεμβρίου 2013

Στη μοναξιάν.. Λορέντζος Μαβίλης !

    
Στη μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
την κεφαλή του προς τα σύγνεφα και αφήνει
τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
και τα μαρμάρινα τα στήθη του να λύνει,

εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
ενώ μεσουρανίς φιλέρημη σελήνη
ασημοΰφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

αυτού η καρδιά μ' απ' τη χαρά της ξεχειλίζει
όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
αιθέρια μούσα μ' όλα τ' ουρανού τα κάλλη,
θαρρώ πως αγρικώ της λύρας της τους ήχους...

11 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ "ΕΠΟΧΕΣ" ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ !

 


 Αγαπητοί  Επισκέπτες,
Σας καλωσορίζουμε στην Αμπελιώνα Μεσσηνίας και στον Ξενώνα Εποχές. Ελπίζουμε αυτή η διαδρομή να σας μεταδώσει την ίδια χαρά και διάθεση την οποία εμείς απολαύσαμε στη σκέψη και κυρίως στη δημιουργία αυτού του ξενώνα, στον τόπο καταγωγής μας.
Σας προσκαλούμε να μας επισκεφθείτε και να απολαύσετε την απλότητα και την ανεμελιά των καλών στιγμών, που τόσο πολύ αποζητάμε και έχουμε ανάγκη όλοι μας.

Τα δωμάτια.
Τα πέτρινα, κεραμοσκεπή κτίρια, βαφτισμένα με ονόματα δένδρων της περιοχής, φιλοξενούν 22 δωμάτια: 13 ενός χώρου με δυνατότητα φιλοξενίας 2 ατόμων και 9 οικογενειακά δωμάτια δύο χώρων, με δυνατότητα φιλοξενίας 4 ατόμων.


Ανέσεις Όλα τα δωμάτια διαθέτουν:
διπλό ή δύο μονά κρεβάτια
τζάκι
δορυφορική τηλεόραση
room service
ανεμιστήρα οροφής
στεγνωτήρα μαλλιών
σετ μπάνιου
έπιπλα εξωτερικού χώρου

Τα δωμάτια δύο χώρων διαθέτουν επιπλέον: πλήρως εξοπλισμένες κουζίνες, τραπεζαρία και σαλόνι.

Αισθητική.
Το αρχιτεκτονικό ύφος είναι δεμένο με το φυσικό περιβάλλον δημιουργώντας την αίσθηση της συνέχειας ανάμεσα στον εξωτερικό και εσωτερικό χώρο. Οι χώροι, αναδεικνύουν την αρχιτεκτονική γραμμή της περιοχής, με εσωτερικά παραθυρόφυλλα, γυμνό ξύλο, πέτρα και τερακότα και προσκαλούν τον επισκέπτη να νιώσει άνετα και οικεία.
Το κάθε δωμάτιο έχει μοναδική ταυτότητα. Όπως και παλαιότερα τα έπιπλα και τα αντικείμενα έχουν τη δική τους, ανεξάρτητη θέση στο χώρο, παραμερίζοντας την εντοιχισμένη λογική. Οι ντουλάπες-έπιπλα, οι καλόγεροι, τα φωτιστικά, τα λεβέτια με τα κούτσουρα, τα μπρούτζινα στοιχεία στα μπάνια, τα παλαιά αντικείμενα, συνθέτουν το παρελθόν και το παρόν με φυσικότητα.

 Η κουζίνα μας.
Λένε πως το πιο νόστιμο φαγητό είναι το σπιτικό, γιατί φτιάχνεται με αγάπη.

Με τη γνώση και την εμπειρία των ντόπιων νοικοκυρών, με τοπικά υλικά και την αγάπη μας για το καλό, σπιτικό φαγητό μαγειρεύουμε για σας καθημερινά στο εστιατόριο του ξενώνα.
Ένα καλό, θρεπτικό πρωινό, φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, αχνιστός καφές και συναρπαστική θέα στο δάσος μας δημιουργούν πολύ όμορφη διάθεση. Εάν δε η μέρα είναι ηλιόλουστη, μπορείτε να απολαύσετε όλες τις λιχουδιές του μπουφέ μας στα ξύλινα τραπέζια της βεράντας του εστιατορίου.

Μεσημέρι και βράδυ, το τραπέζι είναι στρωμένο. Μοσχάρι κοκκινιστό με παραδοσιακές χυλοπίτες, λαχανοντολμάδες με αυγολέμονο, κόκορας κρασάτος με διάφορα αρωματικά είναι μερικά από τα καθημερινά μας πιάτα.

Την τελική γεύση ενός γεύματος δίνει το επιδόρπιο … γλυκά του κουταλιού, παραδοσιακή καρυδόπιτα, αχλάδι ψημένο σε σιρόπι από κόκκινο κρασί… είναι μερικοί από τους πειρασμούς που σας γαργαλούν τη συνείδηση…


Ώρες Λειτουργίας.
Πρωινό : 08:00 – 10:30
Μεσημεριανό : 13:30 – 15:30
Βραδινό : 20:00 – 22:30
 

 Το καθιστικό. 
 Στο ισόγειο του Κεντρικού κτιρίου, βρίσκεται το καθιστικό. Σε διαφορετικές γωνιές με καναπέδες και πολυθρόνες, ή δίπλα στο τζάκι, χαλαρώνετε …όπως αγαπάτε: διαβάζοντας ένα βιβλίο, παίζοντας επιτραπέζια παιχνίδια, βλέποντας μία ταινία, προκαλώντας σε μία παρτίδα μπιλιάρδο ή επιδιδόμενοι σε εξαντλητική μπιρίμπα!

Επειδή, όπως γνωρίζουμε καλά, οι συγκεκριμένες δραστηριότητες επιβάλλεται να συνοδεύονται πάντοτε από το ανάλογο ποτό ή αφέψημα, το μπαρ, μέσα στο καθιστικό, αναδεικνύει…δια της κάβας του, την κάθε σας στιγμή.





Η αυλή. 
Παλιά, η καρδιά ενός σπιτιού χτυπούσε στην κεντρική αυλή του. Έτσι κι εμείς, αφιερώσαμε στη δική μας αυλή τη θέση που της ταιριάζει. Καλντερίμια που συνδέουν τα κτίρια μεταξύ τους καταλήγουν στην πλακόστρωτη αυλή, ανάμεσα στα σπιτάκια και δίπλα στο εστιατόριο. Για τις ηλιόλουστες μέρες, υπάρχει ειδικά διαμορφωμένος χώρος με μεγάλα ξύλινα τραπέζια και πάγκους όπου μπορείτε να απολαύσετε τον καφέ σας τα πρωινά και τσίπουρο τα μεσημέρια.

Ο κτιστός φούρνος και η ψησταριά, περιμένουν υπομονετικά μία μικρή αφορμή για ένα μεγάλο φαγοπότι!

Το χωριό μας. 
H Αμπελιώνα βρίσκεται επάνω σε ένα νοητό τρίστρατο, το οποίο σχηματίζεται από την Ηλεία, τη Μεσσηνία και την Αρκαδία. Το όνομά της το οφείλει στα αμπέλια που παλαιότερα καλλιεργούσαν οι κάτοικοι. Τώρα, κρυμμένη ανάμεσα σε καστανιές αποτελεί ένα μικρό καταφύγιο φιλοξενίας και γαλήνης.

Η Αμπελιώνα εκπέμπει μιαν ιδιαίτερη γοητεία, που ξεδιπλώνεται σιγά- σιγά μέσα μας και μας κερδίζει ανεπιστρεπτί. Ένας περίπατος στο χωριό, ένα τσίπουρο με τους ντόπιους, μία βόλτα στο δάσος, μία μικρή στάση στις κρήνες του χωριού… όλα συνταιριάζουν και μας ευχαριστούν, το κάθε ένα, με το δικό του τρόπο.

Το μαγαζάκι του Σπύρου …το στέκι της Αμπελιώνας.
Λένε πως για να γνωρίσει κανείς ένα μέρος πρέπει να συναναστραφεί τους ανθρώπους του. Το μαγαζάκι του Σπύρου λοιπόν είναι το στέκι των Αμπελιωνιτών. Ο χώρος που θα σας καλωσορίσουν με απλότητα και ζεστασιά. Κατηφορίζοντας το δρομάκι από τον Ξενώνα και αφήνοντας στα δεξιά σας το παλιό σχολείο φτάνετε στην Κεντρική πλατεία, στο «μαγαζάκι του Σπύρου», ένα καφε-παντοπωλείο με εκλεκτά σπιτικά πιάτα, τσίπουρο του κυρ Παντελή, του ιδιοκτήτη και ελληνικός καφές με καλό καϊμάκι.


Η «Τρανή Βρύση»… ένας εγκάρδιος χαιρετισμός.
 Η πιο αρχοντική βρύση του χωριού. Με 4 κρουνούς, άφθονο τρεχούμενο νερό, με θόλο και καμάρες που στηρίζονται σε τρεις κίονες. Όλα, φτιαγμένα με πελεκητή πέτρα και θαυμάσια συντηρημένα, μαρτυρούν παλιές δόξες. Εκεί, σε άλλους καιρούς, συναθροίζονταν οι γυναίκες για να γεμίσουν τις στάμνες τους και οι οδοιπόροι, λίγο πριν αφήσουν πίσω τους το χωριό έκαναν μία τελευταία στάση, καθώς η Τρανή βρύση βρίσκεται στην εμπασιά του χωριού.

Η Πηγή Τρίτσελι… ανάμεσα στα ξωτικά.
Απέναντι από το μαγαζάκι του Σπύρου είναι το δρομάκι που κατευθύνεται προς το ποτάμι. Αφήστε την εκκλησία στο αριστερό σας χέρι και το χωριό πίσω σας και περπατήστε πάνω το πέτρινο μονοπάτι που κατεβαίνει την πλαγιά, καταλήγοντας στην καρδιά του ρέματος. Διασχίζετε το ξύλινο γεφυράκι και καθώς παίρνετε το μικρό μονοπάτι στα αριστερά, νιώθετε την θετική ενέργεια του ποταμίσιου νερού. Ανάμεσα σε φτέρες και πλούσια υδρόβια βλάστηση στέκεται η πηγή του Τρίτσελι. Ξαποστάστε στα πέτρινα καθίσματα, δοκιμάστε το φρέσκο νερό της και αφήστε την απόλυτη ησυχία να σας κυριεύσει. Λένε πως αν κανείς είναι τυχερός, θα συναντήσει τα μικρά ξωτικά των νερών…

Το Καστανοδάσος …
το μοναδικό στη Δυτική Πελοπόννησο. Στην πλαγιά απέναντι από το χωριό, είναι αναπτυγμένο αμφιθεατρικά ένα πυκνό καστανοδάσος. Λόγω της σημασίας του, η διατήρηση του επιχορηγείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορείτε να περιηγηθείτε στο δάσος, περπατώντας, οδηγώντας ή ποδηλατώντας.

Αν ήδη βρίσκεστε στην Πηγή Τρίτσελι, συνεχίζετε προς το βουνό αφήνοντας το γεφυράκι στο δεξί σας χέρι. Φτάνοντας στην πρώτη διχάλα μπορείτε να συνεχίσετε ευθεία καταλήγοντας, μέσα από μία σύντομη διαδρομή ενός περίπου χιλιομέτρου, πίσω στο χωριό, έχοντας το πάντα στα δεξιά σας. Είναι μία όμορφη βόλτα, ιδιαιτέρως γιατί σας δίνει μία πολύ ωραία εικόνα του χωριού, αλλά και γιατί μπορείτε να γεμίσετε τις τσέπες σας με κάστανα!

Η εναλλακτική διαδρομή από την Πηγή, είναι να στρίψετε στην διχάλα αριστερά και να κάνετε το γύρω του Καστανοδάσους σε ένα βατό και ευχάριστο περίπατο, απόστασης 4 χλμ. συνολικά, όσο να επιστρέψετε στο χωριό. Εναλλακτικά, αυτή τη διαδρομή μπορείτε να την κάνετε με ποδήλατο ή και με το αυτοκίνητό σας.


Περιήγηση & Δραστηριότητες.
Με ορμητήριο τις Εποχές, μπορείτε να κάνετε τις αγαπημένες σας δραστηριότητες, όπως yoga, πεζοπορία, κλπ., μέσα σε ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεστε σε απόσταση αναπνοής από όλα τα ιστορικά μνημεία της περιοχής.

Ο Ναός του Επικούρειου Απόλλωνα.
11 χλμ. από την Αμπελιώνα στο δρόμο για την Ανδρίτσαινα. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά μνημεία, όχι μόνο της συγκεκριμένης περιοχής, αλλά ολόκληρης της Ελλάδας. Κτίστηκε από τον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα της Ακρόπολης εξ ου και φέρει το όνομα ο ‘‘Παρθενώνας της Πελοποννήσου’’.

Ανδρίτσαινα.
17 χλμ. από την Αμπελιώνα.
Στο νομό Ηλείας, βρίσκεται η όμορφη κωμόπολη με τις πετρόχτιστες εκκλησίες, τα διατηρητέα κτίσματα και τις κατοικίες σημαντικών προσωπικοτήτων που μαρτυρούν το ένδοξο παρελθόν ενός σημαντικού κέντρου του ελληνισμού.

Καρύταινα.
35 χλμ. από την Αμπελιώνα.
Πάνω σε ύψωμα και κάτω από το κάστρο (δείγμα της φραγκικής αρχιτεκτονικής του 13ου αιώνα) της περιοχής προσφέρει μια εντυπωσιακή εικόνα στον επισκέπτη. Ο θρύλος το ‘χει πως το φάντασμα του «ιδιοκτήτη» του κάστρου, De Brigier, εμφανίζεται τα βράδια να περιφέρεται πάνω στα χαλάσματα.

Εντυπωσιακός είναι και ο ναός της Παναγίας, (11ος αιώνας), ο Άγιος Νικόλαος (11ος αιώνας), η Ζωοδόχος Πηγή (15ος αιώνας) και πολλοί άλλοι ναοί διάσπαρτοι στα δρομάκια του χωριού.

Νέδα ... Το θηλυκό Ποτάμι.
 Στην κοιλάδα της Νέδας βρίσκεται το μοναδικό θηλυκό ποτάμι της Ελλάδας, η Νέδα. Τα νερά της Νέδας ξεκινούν από το όρος Λύκαιο, διασχίζοντας εκπληκτικά φαράγγια και καταλήγουν μετά από 32 χλμ. στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Το καλοκαίρι και αργά την άνοιξη οι όχθες του ποταμού ενδείκνυνται για πεζοπορία αλλά καλύτερα να προτιμήσετε τις οργανωμένες εκδρομές γιατί η διάσχιση της Νέδας είναι δύσκολο εγχείρημα.

O ποταμός Λούσιος.
 Ένα από τα εντυπωσιακότερα ποτάμια της χώρας, µε τοξωτά γεφύρια, πηγές και πεντακάθαρα νερά. Η δημοφιλέστερη διαδρομή rafting στην Ελλάδα!

Ο Ναός της Αγίας Θεοδώρας.
33 χλμ. από την Αμπελιώνα, με προσανατολισμό προς τη Μεγαλόπολη, επισκέπτεστε το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας το οποίο αποτελεί αρχιτεκτονικό παράδοξο καθώς η σκεπή του «φιλοξενεί» 17 μεγάλα δέντρα. Αίνιγμα αποτελεί το πώς αντέχει το βάρος του ένα μικρό κτίσμα του 10ου αιώνα το οποίο δεν φαίνεται να έχει θεμέλια. Την απάντηση πρέπει να την ψάξουμε στο θρύλο…

Λύκαιον Όρος .
Στην κορυφή του Λυκαίου Όρους, λένε πως γεννήθηκε ο Δίας και το πρώτο ιερό που χτίστηκε αποτέλεσε τόπο λατρείας εξ ου και το όνομά του Ιερά Κορυφή των Αρκάδων. Στο Λύκαιο υπήρχε ιππόδρομος και στάδιο όπου λάμβαναν χώρα τα Λύκαια τα οποία αποτελούσαν θρησκευτική γιορτή και πολιτική συγκέντρωση με σκοπό την τελειοποίηση της ευγενικής άμιλλας και την ανύψωση της ψυχής. Μπορείτε να επισκεφθείτε, τους αρχαιολογικούς χώρους και το στάδιο του Λυκαίου Όρους. Για να πάτε στο Λύκαιο πρέπει να βρεθείτε στο χωριό Λύκαιο που βρίσκεται 10 χλμ μακριά από την Αμπελιώνα προς την Μεγαλόπολη. 

 Πρόσβαση 

Οδικώς από Αθήνα:
1. Εθνική οδός Αθηνών / Κορίνθου
2. Εθνική οδός Κορίνθου / Τριπόλεως
3. Νέα Εθνική Οδός Τριπόλεως / Καλαμάτας
4. Έξοδος στην πινακίδα Μεγαλόπολη - Λεοντάρι
5. Στη διασταύρωση αριστερά (υπάρχει πινακίδα Λύκαιο - Νέδα - Αμπελιώνα)
6. Στο 1 χλμ. περίπου που συναντάμε μία γέφυρα βγαίνουμε στην έξοδο και κάνουμε δεξιά
7. Ακολουθούμε τις πινακίδες προς Αμπελιώνα – Φτάνοντας στο Λύκαιο κάντε δεξιά προσοχή μην κατευθυνθείτε προς Κυπαρισσία (28 χλμ. από την γέφυρα μέχρι την Αμπελιώνα)


Οδικώς από Καλαμάτα:
Διαβολίτσι - Κάτω Μέλπεια – Αμπελιώνα (75 χλμ.)

Οδικώς από Πάτρα – Πύργο:
Πύργος - Ανδρίτσαινα – Αμπελιώνα (82 χλμ.)


Κρατήσεις.
 Για τιμές και κρατήσεις μπορείτε να επικοινωνείτε με τα Τηλέφωνα: +30 210 62 36 150 & +30 26260 23991-3, 6948 37 59 05. Φαξ: +30 210 80 17 451 &+30 26260 23980

Email: info@epohes.gr , book@epohes.gr
 
                

31 Ιουλίου 2013

Τίνους πιδούδ’ ήταν;

Τίνους πιδούδ’ ήταν;  

Του Γιάννη Τσίκουλα 

Ομοτίμου Καθηγητού Παιδιατρικής Α.Π.Θ.

 Στην αρχή ήταν ψίθυρος. Το άκουγα να το συζητούν ψιθυριστά η μάνα μου με τις φιλενάδες της στον πρωινό καφέ ή στον απογευματινό σόμπουρου. Δεν μπορεί. Κάτι συμβαίνει με τη Βασίλω έλεγαν. Η μια είχε παρατηρήσει ότι τα μάτια της ήταν κομμένα με μαύρους κύκλους γύρω-γύρω. Η άλλη, που τύχαινε να είναι γειτόνισσά της, την άκουγε να ξερνοβολάει όλη μέρα. Τέλος μια άλλη, κι αυτό κι αν ήταν πια τεκμήριο, την περασμένη Κυριακή στην εκκλησία παρατηρούσε τη Βασίλω συνεχώς απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της θείας Λειτουργίας και είχε πια σιγουρευτεί, κι ο Θεός ας τη συγχωρέσει, ότι η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Η Βασίλω ήταν αγκαστρωμένη!
Στην αρχή ήταν ψίθυρος. Ύστερα έγινε βούκινο. Η Βασίλω ήταν αγκαστρωμένη. Τι ρεζίλι ήταν αυτό; Θα μας κάψει ο Θεός ! Χάλασε ο κόσμος! Σόδομα και Γόμορα... Πρώτο θέμα συζήτησης σ’ όλον τον Πολύγυρο και βέβαια πρώτο και μοναδικό θέμα συζήτησης μεταξύ της μάνας μου και των φιλενάδων της. Τέλος μια μέρα που κατάλαβαν ότι τις άκουσα και κατάλαβα κι εγώ ότι το είχαν καταλάβει, τις ρώτησα όλως υποκριτικά: «Καλά τόσο κακό είναι που αγκαστρώθηκε η Βασίλω;». Τότε μια από αυτές, η θειά Γεωργία, με συγκαταβατικό και περισπούδαστο ύφος μου είπε:
«Αχ, πιδούδι μ’, δε ξέρ’ς ισύ απού τέτοια πράματα. Η Βασίλω είναι αγκαστρωμέν(η) αλλά δεν έχ(ι) άντρα. Ίνι αστεφάνωτ’. Μιγάλ(η) αμαρτία. Δε ξέρ’ς ισύ απού τέτοια πιδούδι μ’».
Εμένα μου λες που δεν ήξερα ! Τέλος πάντων αυτό είναι άλλη ιστορία.
Εν τέλει μέσα στη γενική κατακραυγή των Πολυγυρινών και λουσμένη από τα εφιαλτικά φώτα της δημοσιότητας η Βασίλω έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι χωρίς να 'χει άντρα. Αστεφάνωτη. Κρίμα μεγάλο. Έγκλημα. Περιφρονημένη από τους «καθώς πρέπει» συμπατριώτες της, αυτή η αμαρτωλή, μεγάλωνε το αγοράκι της μαζί με τη γριά μητέρα της. Μόνο αυτές ήξεραν πώς! Έχω ολοζώντανη την εικόνα του παιδιού εκείνου. Την εικόνα ενός τετράχρονου χαριτωμένου και έξυπνου παιδιού, που όμως ήταν καταδικασμένο να πληρώνει κάθε μέρα ακριβά το «αμάρτημα της μητρός του».Να είναι φορτωμένο ενοχές για κάτι για το οποίο δεν ήταν ένοχο. Ενοχές που του φόρτωνε μια υποκριτική, μια ανελέητη κοινωνία, που διασκέδαζε χτυπώντας το αδυσώπητα.
Όλοι ήξεραν ότι το παιδί αυτό ήταν «μπαστάρκου» κι έτσι το προσφωνούσαν κι έτσι το περιγελούσαν όπου κι αν πήγαινε, όπου κι αν βρισκόταν τα μεν παιδιά αρχίζοντας το μαρτύριό του με την ερώτηση «τίνους πιδί, είσι αρέ;», οι δε μεγάλοι, ιδίως οι γυναίκες, με την ερώτηση «τίνους πιδούδ’ είσι καλό μ’» και να ξεσπούν μετά σε γέλια και χαρακτηρισμούς. Και έβλεπες τότε το δύστυχο παιδάκι, ένα νήπιο απροστάτευτο, να χαμηλώνει το κεφαλάκι του, να ταχύνει το βήμα του και να απαντάει φωνάζοντας, όπως προφανώς το είχε δασκαλέψει η μάνα του: «Δε ξέρου. Δε ξέρου τίνους πιδί είμι. Κινά μη σας μέλλ’(ει) ισάς».
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του παιδιού, το καθημερινό του μαρτύριο ήταν το ότι καθώς έβγαινε από το σπίτι του και πήγαινε να παίξει λίγο παρακάτω, έπρεπε να περάσει από το σπίτι μιας γριάς, που καθόταν μονίμως μπροστά από την αυλόπορτά της πλέκοντας ένα σκουφούνι με περασμένη την κλωστή γύρω από το λαιμό της. (Ετσι μου έμεινε στη μνήμη μου η εικόνα της).
Το ανόητο και χαιρέκακο αυτό γραΐδιο κάθε που περνούσε μπροστά της το παιδάκι δεν παρέλειπε να του κάνει τη στερεότυπη ερώτηση «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’» με ένα μελιστάλακτο ύφος, που προσπαθούσε να καλύψει την ανείπωτη χαιρεκακία της και να την συνοδεύει από ανατριχιαστικά χαχανητά. Ήταν η καθημερινή της διασκέδαση. Η δύστυχη η μάνα απελπισμένη από τη συμπεριφορά του κόσμου και ιδίως αυτού του γραϊδίου, που ήταν ο καθημερινός βραχνάς του παιδιού, κατέφυγε σε έναν ιερέα για να τη συμβουλεύσει πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Τι να πει στο παιδί. Τι να απαντάει στην εφιαλτική ερώτηση «τίνους πιδί είσι αρέ» των άλλων παιδιών και «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’» των μεγάλων.
Υπήρξα μάρτυρας μαζί με μια παρέα άλλων παιδιών, που παίζαμε εκεί έξω από το σπίτι της γριάς και της τελικής λύσης του θέματος. Περνούσε πάλι το παιδάκι έξω από την πόρτα της κι αυτή καθισμένη στην αυλόπορτα έπλεκε το σκουφούνι, κρεμασμένο όπως πάντα από το λαιμό της και ετοιμάστηκε να το προσβάλλει και να το γιουχαΐσει για χιλιοστή φορά ρωτώντας το στερεότυπο «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’». Και τότε της ήρθε καταπέλτης απρόσμενος η απάντηση του παιδιού, την οποία διδάχτηκε από τον ιερέα: «Είμι πιδούδ τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού», της είπε με θάρρος κοιτάζοντάς την στα μάτια.
Πάγωσε το γραΐδιο και λούφαξε. Παγώσαμε κι εμείς και λουφάξαμε. Δεν ξέρω αν εμείς τα παιδιά το καταλάβαμε αυτό που είπε με τη λογική. Σίγουρα όμως το νιώσαμε με την καρδιά μας. Ναι, το παιδάκι είχε πεισθεί και έπεισε και τους άλλους ότι ήταν παιδί «τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού». Είχε κι αυτό όπως και όλα τα παιδιά ολοκληρωμένη οικογένεια, αλλά δεν το ήξερε μέχρι τότε. Του το έμαθε ο ιερέας. Του έμαθε τη μεγάλη αλήθεια. Ότι κανένα παιδί δεν είναι και δεν ανήκει στην πραγματικότητα στους γονείς του. Όλα τα παιδιά περνάνε μέσα από τους γονείς, αλλά είναι παιδιά «τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού» και σ’ αυτούς ανήκουν.
 
Πηγή: Παγχαλκιδικός Λόγος [ www.panchalkidikos.gr ] 

Περιοδική Έκδοση Παγχαλκιδικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης», τεύχος 12ο, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2012.
 
www.diakonima.gr

Σημείωση δική μου:
Ευχαριστώ πολύ τον καθηγητή παιδίατρο κύριο Τσίκουλα για την ευγένειά του και την καλοσύνη του να μου επιτρέψει-μετά χαράς μου είπε-να αναδημοσιεύσω και αυτό το καταπληκτικό του διήγημα. Ο κύριος Τσίκουλας είναι ένας ανθρωπος προσηνής και ευπροσήγορος κι ας έχει ενα τόσο μεγάλο επιστημονικό βεληνεκές. Φαίνεται ότι οι "μεγάλοι" είναι περισσότερο καταδεκτικοί...

Εκτός όμως από την επιστήμη του και τις υπηρεσίες που προσφέρει στον αάνθρωπο- στα παιδιά-, ασχολείται και με το θέατρο, τη ζωγραφική, την ποίηση, τη λαογραφία και τη λογοτεχνία.
Έτσι , λοιπόν , κύριε καθηγητά, εκτός από τον σεβασμό μου, σας καταθέτω και τον ειλικρινή θαυμασμό μου !

Μετά τιμής
Ντινόπουλος Ιωάννης 

26 Ιουλίου 2013

Το εκκλησάκι Της Αγ.Παρασκευής των Ντιναίων.




  

 


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθλοφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

23 Ιουλίου 2013

Τι έτρωγε η Στιλούδα !

 Γράφει ο Γιάννης Τσίκουλας
Πλημμυρίζει τύψεις η συνείδησή μου, μαυρίζει η ψυχή μου, όταν μου έρχεται στο νου το περιστατικό με τη Στιλούδα το ανοιξιάτικο εκείνο δειλινό στην αλάνα των παιδικών μου παιχνιδιών. Η Στιλούδα ήταν ένα κοριτσάκι 4-5 χρονών, λεπτό και εύθραυστο σαν μίσχος λουλουδιού, ένα κοριτσάκι φοβισμένο και κλεισμένο στον εαυτό του σα πουλάκι λαβωμένο.
Ήταν η αμέσως μετά την κατοχή εποχή, η ταραγμένη, η φριχτή για την πατρίδα μας περίοδος, η εποχή του εμφυλίου.
Η Στιλούδα ζούσε με τη μάνα της σε ένα σκοτεινό κατώι ενός σπιτιού της γειτονιάς μου, όπου βρήκαν καταφύγιο, όταν ήρθαν πανικοβλημένες στον Πολύγυρο από ένα χωριό της Χαλκιδικής μέσα στη δίνη των καιρών. Η μάνα της Στιλούδας μια λιπόσαρκη ταλαιπωρημένη γυναίκα μαυροφορούσα και μαυρομαντηλούσα έχασε τον άνδρα της, όταν είχε ακόμα στην κοιλιά της τη Στιλούδα. Έτσι χωρίς πόρους, χωρίς στήριξη πήρε το παιδί της και ήρθε, όπως είπα, στον Πολύγυρο και προσπαθούσε να επιβιώσει ξενοδουλεύοντας.
Η Στιλούδα έμενε κλεισμένη στο κατώι, όσο έλειπε η μάνα της στη δουλειά, όλο το πρωινό. Όταν όμως ερχόταν το απόγευμα και τα παιδιά της γειτονιάς μαζεύονταν σε κάποια αλάνα ή στο δρόμο και ξεσήκωναν τον κόσμο με τα γέλια και τις φωνές τους, τότε έβλεπες και τη Στιλούδα να ξεμυτίζει και να έρχεται δειλά δειλά στη μάζωξη των παιδιών της γειτονιάς. Κούρνιαζε πάντα σε μία άκρη, μια ψυχούλα τόση δα, που φαινόταν ακόμα μικρότερη καθώς καθόταν συνεσταλμένη και μαζεμένη και παρακολουθούσε με τα μεγάλα μάτια της με ζέση και ενδιαφέρον όσα έκαναν τα άλλα παιδιά χωρίς να τολμάει όμως να συμμετέχει στο παιχνίδι.
Εκείνα τα χρόνια υπήρχε συνήθεια, τηρουμένη με θρησκευτική ευλάβεια από το σύνολο των παιδιών, κάθε παιδί, όταν έβγαινε για παιχνίδι, να κρατάει στο ένα του χέρι μια φέτα ψωμί (το λεγόμενο γουνίδ’ ή γουνίδα) και στο άλλο του χέρι κάποιο φαγώσιμο. Αυτό το άλλο φαγώσιμο οι παλιοί συνήθιζαν να το χαρακτηρίζουν «αυτό, που ξεγελάει το ψωμί να κατιβαίν’(ι) σιακάτ». Το σύνηθες συνοδό του ψωμιού ήταν το τυρί. Μια φέτα λοιπόν μεγάλη ψωμί στο ένα χέρι και ένα συνήθως μικρό κομμάτι τυρί στο άλλο χέρι, το λεγόμενο ψωμοτύρι, ήταν το παραδοσιακό απογευματινό των παιδιών, που το έτρωγαν, όπως είπαμε, πάντα παίζοντας στο δρόμο. Απαραίτητα η μάνα έδινε στο παιδί της κάθε φορά την οδηγία: «Να δαγκάνεις πολύ ψωμί αλλά τσιμούδα τυρί». Προφανώς για να επαρκέσει το λιγοστό τυρί να ξεγελάσει όλο το ψωμί για να κατεβεί σιακάτ’!
Εκτός όμως από το τυρί υπήρχαν και διάφορα άλλα συνοδά του ψωμιού για «να το ξεγελάσουν». Έτσι έβλεπες κάποια παιδιά να κρατούν μια φέτα ψωμί βρεγμένη και πασπαλισμένη με ζάχαρη, κάποια άλλα μια φέτα περιχυμένη με λάδι και επάνω αλάτι και ρίγανη ή αλειμμένη με λίγδα, ταραμά, πολτοποιημένες ελιές ή μέλι. Σπάνια έβλεπες κάποιο παιδί να έχει τη φέτα του αλειμμένη με βούτυρο και ζάχαρη ή βούτυρο με μέλι ή βούτυρο με μαρμελάδα. Αυτά ήταν το άκρον άωτον της γαστρονομικής πολυτέλειας της εποχής.
Εξαίρεση στην απογευματινή αυτή συνήθεια των παιδιών δε θα μπορούσε βέβαια να αποτελέσει η Στιλούδα. Όπως καθόταν, μαζεμένη και θλιβερή στην ακρούλα της, κρατούσε κι αυτή κάποιο φαγώσιμο κι έτρωγε εναλλάξ μια μπουκιά ψωμί και μια από το άλλο φαγώσιμο. Και όλα συνέχιζαν το ρυθμό τους μέχρι που έγινε η μεγάλη αποκάλυψη, επακολούθησε ο μεγάλος χαμός και ο μεγάλος διασυρμός της Στιλούδας και η αιτία των μεγάλων τύψεων που με κατατρέχουν μέχρι σήμερα.
Ένα παιδί κάποια στιγμή διαπίστωσε ότι η Στιλούδα στο ένα της χέρι κρατούσε βέβαια μια φέτα ψωμί, αλλά στο άλλο της χέρι δεν κρατούσε τυρί ή κάποιο άλλο φαγώσιμο, αλλά κρατούσε, άκουσον άκουσον, και στο άλλο της χέρι επίσης ένα μικρό κομμάτι ψωμί και το έτρωγε με πολύ μικρές μπουκιές εναλλάξ με τη φέτα του ψωμιού από την οποία δάγκωνε πολύ μεγαλύτερες μπουκιές.
Έγινε, όπως είπα, χαμός μετά τη φοβερή αυτή αποκάλυψη. Το παιδί που την έκανε το έβγαλε αμέσως βούκινο: «Όϊντε, αυτήν’(ι) τρώει ψουμί μι ψουμί αντί να τρώει ψουμί κι τυρί».
Σε λίγο όλο το τσούρμο των παιδιών, με εμένα ανάμεσά τους, είχε μαζευτεί γύρω από τη Στιλούδα χαχανίζοντας και φωνάζοντας και ξαναφωνάζοντας: «Όϊντε, αυτήν’(ι) τρώει ψουμί κι ψουμί. Γιατί, μαρή, τρως ψουμί μι ψουμί;» (είναι πολύ σκληρά τα παιδιά, έμαθα όταν μεγάλωσα πια).
Η Στιλούδα ζάρωσε, μίκρυνε πιο πολύ από ότι ήταν και σίγουρα ευχόταν να άνοιγε η Γη να την καταπιεί. Ήταν ένα θέαμα αξιοθρήνητο, εφιαλτικό με θύτες το σύνολο των παιδιών και θύμα τη φτωχή Στιλούδα. Τέλος όταν ύστερα από ώρα τα γιουχαΐσματα και τα ξεφωνητά άρχισαν να καταλαγιάζουν, κατόρθωσε η Στιλούδα ξέπνοα να ψιθυρίσει: «Ιμείς δεν έχουμι πατέρα στου σπιτ’ να μας αγουράζ’(ι) τυρί κι η μάναμ’ μι δίν’(ι) να τρώου μια φέτα ψουμί κι ένα κουμματούδ’ ψουμί να του τρώου για τυρί».
Νέα χάχανα και νέα «όϊντε» και νέος διασυρμός επακολούθησε μετά τα λόγια της Στιλούδας. Η δύστυχη μικρούλα πιο μαζεμένη από ποτέ σηκώθηκε κι έφυγε και δε θυμάμαι να ξαναφάνηκε στο απογευματινό παιχνίδι των παιδιών της γειτονιάς μου μετά το γεγονός αυτό.
Αργότερα έμαθα ότι κάποιες μάνες όταν δεν είχαν να δώσουν κάτι συνοδό της φέτας του ψωμιού, έδιναν στο παιδί τους μαζί με τη φέτα και ένα μικρό κομματάκι ψωμί και του έλεγαν αυτό να το τρώει λίγο λίγο με μικρές μπουκιές για τυρί, ενώ τη φέτα του ψωμιού να την τρώει κανονικά, όπως τρώνε το ψωμί με μεγάλες μπουκιές!
Η πρώτη μου όμως επαφή με το γεύμα της Στιλούδας «ψωμί με ψωμί» ήταν για μένα μια εμπειρία πρωτόγνωρη για τότε και πηγή, όπως είπα, συνεχών και μεγάλων τύψεων για το σήμερα. Τύψεων για τη βάρβαρη συμμετοχή μου στο διασυρμό της μικρής Στιλούδας, που ήταν λεπτή σα μίσχος λουλουδιού και πονεμένη σα πουλάκι λαβωμένο.
πηγή: 
Παγχαλκιδικός Λόγος, τεύχος 15, Απρίλιος – Μάϊος – Ιούνιος 2013, σελ.31-32.
www.pemptousia.gr
Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο.
   
Σημείωση δική μου:
Στο χωριό μου, κύριε καθηγητά, αυτό που βοηθούσε το ψωμί να κατεβεί σακάτ΄, το λέγαμε προσφάϊ, στο δε λεξικό το είχα βρεί ως:  
"ηδυμιγής -ές, αυτός που έχει αναμιχθεί ευχάριστα, που αποτελεί ευχάριστο μίγμα."
Ηδυμιγές, λοιπόν, το συνοδευτικό του ψωμιού, για να κάνει γλυκό το μίγμα...
Μια αναφορά κάνει και ο Δημητράκος στο "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", στον 7ο τόμο, σελ. 3234α.
Απ' ότι φαίνεται εκεί, η λέξη απαντάται σε επίγραμμα του Λεωνίδα Ταραντίνου (3ος αι. π.Χ.) (στην "Παλατινή Ανθολογία", VII, 736).
Ολόκληρη η φράση είναι:  
"Ηδυμιγής είη χόνδρος εποψίδιος" (εποψίδιος = κατάλληλος να τρώγεται ως συνοδευτικό, ως συμπλήρωμά του ψωμιού)

  Όσο για την ιστορία που διηγηθήκατε, με κάνατε να βουρκώσω...
...και είμαι σίγουρος ότι και ως παιδίατρος  θα είσθε άριστος...

Τα σέβη μου κύριε !
Ι.Β.Ν.


13 Ιουνίου 2013

Η Μάχη στο Λάλα - Ηλείας (13 Ιουνίου 1821)




Μία από τις πρώτες νικηφόρες μάχες των επαναστατημένων Ελλήνων στην Πελοπόννησο.

 Το Λάλα είναι χωριό της ορεινής Ηλείας στο όρος Φολόη («Λαλαίος» ο κάτοικος του και «Λαλιώτης» ο καταγόμενος από αυτό). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κατοικούσαν οι Λαλαίοι ,οι οποίοι προέρχονταν από Αλβανούς που εξισλαμίστηκαν στα 1715, όταν συμπληρώθηκε η κατάκτηση της χώρας από τους Τούρκους. Οι Χοττομαναίοι, άρχοντες της Γαστούνης, τους χρησιμοποίησαν για να επιβάλλουν την εξουσία τους στην περιοχή της Ηλείας. Έτσι οι Λαλαίοι άρχισαν να αποκτούν δύναμη και όταν παρουσιάστηκαν στα βουνά οι κλέφτες, αυτοί έπαιξαν το ρόλο του χωροφύλακα. 


Το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσουν τρομερή δύναμη, την οποία μετέτρεψαν σε τυραννία και καταδυνάστευαν όλη την Ηλεία. Λεηλατούσαν με αρπαγές και βιαιότητες όλη την γύρω περιοχή. Στις 3 Απριλίου του 1821 οι Λαλαίοι Τουρκαλβανοί λεηλάτησαν τον Πύργο και τότε αισθάνθηκαν τι είναι το Λαλέικο τουφέκι. Την ίδια τύχη είχε στις 24 Απρίλη και η Αγουλινίτσα, ενώ λίγο αργότερα σε φονική μάχη στο Σμίλα σκοτώθηκε ο υπερασπιστής του Πύργου, Βιλαέτης.
 Στην αρχή της Επανάστασης του '21, οι Λαλαίοι θεωρήθηκαν απειλή για την πορεία του Αγώνα. Γι' αυτό το λόγο, οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας ίδρυσαν στην ευρύτερη περιοχή στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη φυγή τους προς την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο των επαναστατών.
 Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσαν δύο απόψεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των Λαλαίων. Οι Επτανήσιοι, οι οποίοι αποτελούσαν την πιο οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, ήθελαν να επιτεθούν αμέσως εναντίον τους, ενώ οι ντόπιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία.
 Από την πλευρά τους, οι Λαλαίοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και να διασπάσουν το Ελληνικό στρατόπεδο, κυκλοφορώντας φήμες ότι ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Στις 2 Ιουνίου 1821 ο κεφαλλονίτης Παναγής Μεσσάρης τους μετέφερε επιστολή των Επτανησίων αρχηγών Κωνσταντίνου και Ανδρέα Μεταξά, Ευαγγέλη Πανά, Παναγιώτη Στρούζα, Μιχαήλ Κουτουφά και Διονυσίου Σαμπρικού, που τους καλούσαν να καταθέσουν τα όπλα. Οι Λαλαίοι άρχισαν να κωλυσιεργούν, υποστηρίζοντας ότι, την όποια απόφαση, θα έπρεπε να πάρουν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι απουσίασαν από το χωριό. Τότε οι επαναστάτες αποφάσισαν να δράσουν και να τους επιτεθούν από τρία σημεία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Πλαπούτα, τους αδελφούς Μεταξά και τον Γεώργιο Σισίνη.
 Από κακό συντονισμό, ο Πλαπούτας επιτέθηκε μόνος του στις 9 Ιουνίου και φυσικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την αντεπίθεση των Λαλαίων. Μέσα στη σύγχυση και τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε, ο Πλαπούτας άφησε την τελευταία του πνοή. 14 ακόμη Έλληνες έχασαν τη ζωή τους (11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι). Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες των Λαλαίων.
 Οι Λαλαίοι αναθάρρησαν και αυτοί, όταν είδαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από την Πάτρα στις 11 Ιουνίου. Επικεφαλής 1.000 Τουρκαλβανών ήταν ο Γιουσούφ Πασάς. Ο Γιουσούφ ήθελε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση και στις 13 Ιουνίου επιτέθηκε με τους άνδρες του στη θέση Πούσι, όπου ήταν οχυρωμένοι οι Έλληνες. Βασικός του στόχος, να αποσπάσει πρώτα τα κανόνια που διέθεταν οι Επτανήσιοι και στη συνέχεια να τους πετσοκόψει με την ησυχία του.
 Η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα και η ανδρεία των Ελλήνων ανάγκασε τις δυνάμεις του Γιουσούφ να υποχωρήσουν και μαζί με τους Λαλαίους την επομένη να πάρουν τον δρόμο για την Πάτρα. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έχασαν 84 άνδρες (60 Πελοποννήσιοι και 24 Επτανήσιοι). Ανάμεσα στους πολλούς τραυματίες ήταν και ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς, κατοπινός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την ίδια μέρα (14 Ιουνίου) οι επαναστάτες εισήλθαν στο έρημο χωριό και το πυρπόλησαν. Συνολικά, γύρω στα χίλια σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.
 Η νίκη των Ελλήνων σήμανε το τέλος της επιβολής των Λαλαίων στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Από την Πάτρα, όπου κατέφυγαν, αγωνίσθηκαν κατά της επανάστασης ως το τέλος και μετά τη σύσταση του Ελληνικού κράτους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην περιοχή του Πλαταμώνα της Μακεδονίας και αργότερα στη Βάρνα της Βουλγαρίας.


 Η Aγγλική «προστασία» των Επτανήσων. 

Η Επτάνησος, όταν εκδηλώθηκε η εθνεγερσία του 1821, παρ’ ότι διέθετε Σύνταγμα, κυβέρνηση, Βουλή και Γερουσία, τελούσε ουσιαστικά υπό αγγλική κατοχή• παρά την απατηλή ονομασία της προστασίας. Η δε Αγγλική πολιτική ήταν και παρέμεινε τουλάχιστον μέχρι το 1825 φιλοτουρκική. Ο ύπατος αρμοστής σερ Τόμας Μαίτλαντ, ένας στρατιωτικός σκληρός και αυταρχικός, απείλησε και στη συνέχεια επέβαλε ποινές φυλάκισης, εξορίας και δήμευσης περιουσίας στους Επτανήσιους, που άμεσα ή έμμεσα, συνέδραμαν τον αγώνα των Ελλήνων επαναστατών.
 Οι Κεφαλλονίτες και οι Ζακυνθινοί, που έφθασαν την άνοιξη του 1821 στην Ηλεία και συμπαρατάχθηκαν με τους ντόπιους οπλαρχηγούς, παρουσίαζαν συνεπώς δύο χαρακτηριστικά που τους ξεχώριζαν από αυτούς. Κατά πρώτον, τα κίνητρά τους δεν ήταν άμεσα αλλά συναισθηματικά, καθώς οι ίδιοι δεν τελούσαν υπό τον τουρκικό ζυγό. Κατά δεύτερον, δεν εξέθεταν σε κίνδυνο μόνο τη ζωή τους αλλά και την ευτυχία και το μέλλον των οικογενειών τους. Οι Κεφαλλονίτες και οι Ζακυνθινοί της μάχης του Λάλα δεν είχαν να κερδίσουν απολύτως τίποτα• αντίθετα, προθυμοποιήθηκαν να χάσουν τα πάντα.


 Οι Μωραΐτες οπλαρχηγοί. 

Ηγετική προσωπικότητα στην Ηλεία ήταν ο Γεώργιος Σισίνης από τη Γαστούνη, ο μόνος στον οποίο αναφέρθηκαν οι Λαλαίοι στο γράμμα τους προς τους αδελφούς Μεταξά, αποκαλώντας τον «Ψευτογιώργη». Κοντά του ο Χαράλαμπος Βιλαέτης από τον Πύργο, που είχε υπηρετήσει στον αγγλικό στρατό ως λοχαγός με τον Κολοκοτρώνη και οι οπλαρχηγοί: Γεώργιος Πλαπούτας από τη Γορτυνία, Τζανέτος Χριστόπουλος από την Ολυμπία και Παναγιωτάκης Φωτήλας από τα Καλάβρυτα. Ο Βιλαέτης, που έφτασε από τη Ζάκυνθο με ένα σώμα 150 ανδρών, αναγνωρίστηκε αμέσως ως αρχηγός των επαναστατικών δυνάμεων της Ηλείας, αλλά σκοτώθηκε και αποκεφαλίστηκε στις 10 Μαΐου, στη διάρκεια μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης των Λαλαίων στο χωριό Λαντζόι.

 Ιόνιοι πατριώτες στην επαναστατημένη Ηλεία. 

Ήδη από τον Απρίλιο είχε φθάσει στην Ηλεία ένα σώμα 100 Κεφαλλήνων υπό τον πλοίαρχο και Φιλικό Ευαγγέλη Πανά, με δύο σιδερένια κανόνια σε κιλλίβαντες. Το κυρίως όμως κεφαλλονίτικο εκστρατευτικό σώμα από 360 άνδρες αποβιβάστηκε στη Γλαρέντζα στις 9 Μαΐου, υπό τους κόμητες Κωνσταντίνο και Ανδρέα Μεταξά, με δύο ορειχάλκινα θαλασσινά κανόνια που μεταφέρονταν με μουλάρια. Το σώμα αυτό έφθασε με πλοίο των αδελφών Γεράσιμου και Αναστασίου Φωκά, εκ των οποίων ο Γεράσιμος πήρε μέρος και στην εκστρατεία.
Τα έξοδα ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, ενώ ο απόπλους επιτεύχθηκε χάρη στη μεσολάβηση του δεσπότη Αγαθάγγελου Τυπάλδου-Κοζάκη. Ο τελευταίος κατόρθωσε να αποπροσανατολίσει τον Άγγλο διοικητή Ρόμπερτ Τρέιβερς, με συνέπεια όταν έγιναν γνωστά τα γεγονότα του Λάλα ο δεσπότης να καθαιρεθεί και να μεταφερθεί δέσμιος στην Κέρκυρα. Με τους Κεφαλλονίτες συμπαρατάχθηκε λίγο αργότερα ένα μικρότερο σώμα Ζακυνθινών υπό τους Διονύσιο Σεμπρικό - Κατσιλίβα και Παναγιώτη Στρούζα.
 Το επτανησιακό εκστρατευτικό σώμα στην Ηλεία δεν λειτούργησε απλά στην ενίσχυση• λειτούργησε και ως εμψυχωτικό πρότυπο. Οι Κεφαλλονίτες αρχηγοί, έχοντας την εμπειρία των γαλλικών και των αγγλικών στρατευμάτων κατοχής, φρόντισαν να οργανώσουν τους Επτανήσιους εθελοντές κατά τρόπον ανάλογο. Δηλαδή με σκοπιές, συνθήματα, επιθεώρηση σκοπιών, προσκλητήρια πρωί και βράδυ και σαλπίσματα που κατηύθυναν τις κινήσεις τόσο κατά τη στρατοπέδευση όσο και κατά τη μάχη.
Αν στα χαρακτηριστικά της πειθαρχίας, του συντονισμού και της ενιαίας διοίκησης, συνυπολογίσει κανείς και τη δύναμη πυρός των 4 κανονιών έχει την εικόνα του ρόλου που έπαιξε το επτανησιακό σώμα, ουσιαστικά και ψυχολογικά, στα γεγονότα του Λάλα.

...κι΄ενα δημοτικό τραγούδι...

"Τί έχεις καϋμένε κόρακα που σκούζεις και φωνάζεις;
Μη δε διψάς για αίματα για Τούρκικα κεφάλια;
Σαν δε διψάς για αίματα για Τούρκικα κεφάλια,
πέρασε από του Μπαστηρά και από το πέρα Λάλα,
να δης κορμιά πως κείτονται, κορμιά δίχως κεφάλια,
Κι εκεί ν’ ακούσεις κλάματα, Τούρκικα μοιρολόγια,
Κλαίνε μανάδες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες..."

Πηγές:
Αποκάλυψη
ellinikoarxeio

11 Ιουνίου 2013

Το Ligakaikala στην υποδοχή του Πατριάρχου Μόσχας κ.κ. Κυρίλλου, στο Αγιον Ορος !

Φωτογραφίες Ντινόπουλος Ιωάννης 

Εντονη κινητικότητα...Διακριτικές συστάσεις, απαγορεύσεις, περιορισμοί, ελεγχοι..
Διάχυτη μυστικότητα που ..πρόδιδε υπηρεσιακή αγωνία-λογικό-για την επιτυχία της αποστολής των Λιμενικών και των Αστυνομικών Αρχών. Η επιχείρηση επρεπε να στεφθεί με απόλυτη επιτυχία..
Ο "υψηλός" μας επισκέπτης επρεπε να καταπλεύσει στο Αγιον Ορος ασφαλής. Ηταν "βαρύτητος" Αρχηγού Κράτους και παν-Χριστιανικής εμβελείας..Ηταν ο Πατριάρχης Μόσχας κ.κ.Κύριλλος με τη συνοδεία του και την προσωπική του "ασφάλεια" οπως προβλέπει το πρωτόκολλο.
 
  







Η τελευταία φωτογραφία ειναι απο την αποχώρηση του Πατριάρχου κ.κ.Κυρίλλου, που ειχε να ερθει στην Ελλάδα (Πατριάρχης Ρωσσίας ) εικοσι ενα χρόνια..

Σε ολους εσάς που με διαβάζετε μεταφέρω την ευλογία του και την τιμή που ετυχε να εχω παρευρισκόμενος στην υποδοχή του !
Ι.Β.Ν.