ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

7 Νοεμβρίου 2013

Απο το δικό μας τον Πύργο, της Ηλείας !


"Gruss von Pyrgos Domenikakirche"

Σε μια βαριεστημένη μου βόλτα στα παλαιοπωλεία της Πλατείας Αβησσυνίας τον περασμένο Απρίλιο, φυλλομετρώντας ένα λεύκωμα με παλιές καρτ ποστάλ από τα νησιά και πλησιάζοντας στο τέλος του, το βλέμμα μου τράβηξε το όνομα «Pyrgos», γραμμένο επάνω σε μία κάρτα που έδειχνε το εσωτερικό μίας εκκλησίας. Το κείμενο στο περιθώριο της φωτογραφίας, που έχει αποσταλεί στις 8 Αυγούστου του 1906, είναι γραμμένο με μολύβι στη γερμανική γλώσσα. Αναρρωτήθηκα ποιος Πύργος από όλους να ήταν και σκέφθηκα ότι μάλλον θα ήταν της Τήνου. Μια δεύτερη ματιά με έκανε να προσέξω την οροφή, το ξυλόγλυπτο αέτωμα και το γυναικωνίτη σχήματος Π. Όλα έμοιαζαν με τα γνωστά της Αγίας Κυριακής. «Αν στα δεξιά του τέμπλου υπάρχει ο Άγιος Τρύφων, τότε σίγουρα είναι η Αγία Κυριακή του Πύργου», σκέφθηκα. Και όντως στα δεξιά διακρίνεται το βαΐον του φοίνικος που κρατεί ο Άγιος.
 Χαρούμενος για την ανακάλυψη, ρώτησα την τιμή. Τρία ευρώ! Καμμιά φορά οι θησαυροί μπορεί να στοιχίζουν ελάχιστα. Η συλλογή μου με παλιές φωτογραφίες της Ηλείας και του Πύργου έχει αρχίσει να αποκτά υπόσταση, ωστόσο ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα έβρισκα κάτι τέτοιο.
 Και μία γλωσσολογική παρατήρηση. Ο εκδότης απέδωσε στη γερμανική γλώσσα το όνομα της Αγίας Κυριακής ως Domenika. Ωστόσο η γερμανική λέξη για την εκκλησία "kirche" προέρχεται από την ελληνική λέξη «κυριακόν», αφού «κυριακόν δώμα» ονομαζόταν ο οίκος του Θεού, δηλαδή η εκκλησία, ο ναός. Η λέξη της ελληνικής κοινής διαμέσου των Γοτθικών ιεραποστολών πέρασε στις γερμανικές και τις αγγλικές διαλέκτους, αλλά και σε άλλες γλώσσες της Βόρειας Ευρώπης.
 Έτσι η Αγία προστάτις των Δημητσανιτών και των Πυργίων, παρά τη μετάφραση του ονόματός της, πήρε την εκδίκησή της με τη βοήθεια της εφευρετικής ελληνικής γλώσσας.

Πηγή: Βυτιναιος



Συμπληρώνω εγώ απο τη σελίδα:

http://dionisisfrance.wordpress.com/2013/04/30

 Ο Ιερός Ναός Αγίας Κυριακής είναι πιθανόν ο μοναδικός τού είδους του στην Ελλάδα, κι αυτό εξαιτίας του νεογοτθικού αρχιτεκτονικού ρυθμού του! Πρόκειται για εναν από τους πρώτους ναούς που κτίστηκαν στον Πύργο. Εγκαινιάστηκε επί βασιλείας Όθωνα (!) και φέρει τοιχογραφίες του Ζακυνθινού αγιογράφου Ταμβάκη. Μια παράδοση αναφέρει μάλιστα πως στα εγκαίνιά του, παρευρέθηκε ο ίδιος ο Όθωνας. Κάθε χρόνο στα τέλη Ιανουαρίου, η Αγία Κυριακή δέχεται τη θαυματουργή εικόνα του πολιούχου Αγίου Χαραλάμπους από το ναϊσκο του και η εορτή του τιμάται εκεί. Από αυτό το λόφο της πόλης ξεκινά και η συνοικία του Αγίου Χαραλάμπους ή Κανούλια και φτάνει έως το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας

 

4 Νοεμβρίου 2013

Το Κάστρο της Νεράϊδας...

Το Κάστρο της Νεράϊδας
(Παλιά ιστορία σε καινούργιο παραμύθι)


Μια φορά κι έναν καιρό, τον παλιόν καιρό, ζούσαν μέσα στες θάλασσες, στες λίμνες και στα ποτάμια κάτι πανώριες κορασιές, χωρίς νάχουν μάννα και πατέρα ή κι' αδέρφια , που δεν γέραζαν ποτέ, όσα χρόνια κι' αν περνούσαν από τα πάνω τους, κι' αυτές οι κορασιές λέγονταν Νεράιδες.

Σ' εκείνα τα μακρυνά χρόνια, που ζούσαν οι Νεράιδες στα διάφορα στεκούμενα νερά, ζούσαν κι άλλες πανώριες κορασιές, μέσα στ' απάτητα λόγγια, στα λαγκάδια και γύρα στες κρουσταλλένιες και καθαρογάργαρες βρύσες και στες νεροσυρμές, οι Ξωτικές, κι αυτές χωρίς μάννα και πατέρα κι αδέρφια, που δεν γνώριζαν ποτέ τα γεράματα κι είχαν απάνω-κάτω τα ίδια ιδιώματα με τες Νεράιδες.


Καμμιά φορά Νεράιδες και Ξωτικές, που θεωριώνταν συναμεταξύ τους ως πρωτοξαδέρφες, ανταμόνονταν, όπως τες έφερναν οι άνεμοι: ή στη θάλασσα και στες λίμνες, αν ο άνεμος είταν βουνίσιος, ή στους λόγγους αν ο άνεμος είταν θαλασσινός. Τότε γένονταν μεγάλο πανηγύρι και μεγάλη χαροκοπιά..


Τον καιρό εκείνο, που είχαν τα ποτάμια, οι λίμνες κι οι θάλασσες Νεράιδες, και τα λόγγια, οι λαγκαδιές, οι νεροσυρμές κι οι βρύσες Ξωτικιές, υπήρχαν κι εδώ στη λίμνη μας τέτοιες Νεράιδες και στα λόγγια μας, στα λαγκάδια μας, στες νεροσυρμές μας και στες βρύσες μας τέτοιες Ξωτικές....


Τον καιρό εκείνο, που υπήρχαν οι Νεράιδες κι οι Ξωτικιές στα νερά και στα λόγγια, δεν είταν ακόμα χτισμένα τα Γιάννινά μας αυτού που βρίσκονται σήμερα. Δεν υπήρχε καθόλου πολιτεία με τέτοιο όνομα. Υπήρχε όμως μια παλιά πολιτεία, κάτω από το Κάστρο των Ελλήνων, που λέγεται σήμερα Καστρίτσα και τώχε γκρεμίσει η Μονοβύζα πριν από πολλά - πολλά χρόνια. Αυτή η πολιτεία λέγονταν Εροιβιά. Την ώριζε ένα πανέμορφο βασιλόπουλο, μ' όλον τον τόπο: βουνά και κάμπους, που βρίσκονταν ολόγυρα. Αυτό το βασιλόπουλο, ενώ είχε όλα τα καλά του και τ' αγαθά του ως βασιλειάς, στέρνες γεμάτες φλωριά, αμέτρητα κοπάδια γιδιπρόβατα, χιλιάδες αλογοφοράδια, μουλάρια και βώδια, δεν γνώριζε καλή μέρα. Τώτρωγε μέρα-νύχτα η πίκρα την καρδιά. Δεν γελούσε, δεν τραγουδούσε, δεν χαίρονταν τα νειάτα του και δεν παντρεύονταν, γιατί δεν μπορούσε να βρη γυναίκα της αρεσιάς του, τη γυναίκα, πώβλεπε κάθε νύχτα στον ύπνο του. Περπάτησε Ανατολές και Δύσες γυρεύοντας την , αλλά δεν την απαντούσε πουθενά, όπου κι αν πήγαινε όπου κι αν γύριζε...


Ένας παλιός δούλος του παλατιού του, εκατοχρονιάρης, βλέποντας το βασιλόπουλο να μαραίνεται μέρα με την ημέρα, τον πόνεσε η καρδιά του και τον ρώτησε:
-Γιατί δεν γελάς και δεν χαίρεσαι, μον στέκεις πάντα μελαγχολικός και μαραίνεσαι;. Πες μου τον καϋμό σου, γιατ' είμαι εκατό χρονών γέροντας κι έχουν ιδεί πολλά τα μάτια μου στη ζωή μου και ξέρω πολλά πράγματα...
Ίσως μπορέσω να σου δώκω καμμιάν ορμήνεια....
-Αγαπώ μια πανέμορφη κορασιά, πλειό ώμορφη κι απ' τον αυγερινό, και τον αποσπερίτη, πλειό ώμορφη κι απ' τη χρυσαυγή...Μια κορασιά, που την βλέπω κάθε νύχτα στον ύπνο μου, κι έχω γυρίσει όλον τον κόσμο, Ανατολή και Δύση, και δεν μπόρεσα, ούτε μπορώ να την βρω!... Τι τα θέλω, λοιπόν, τα καλά , πώχω; Τι την θέλω τη ζωή, αφού δεν μπορώ να βρω και ν' αποχτήσω εκείνη, που κάνη την καρδιά μου να ματόνη; Καλύτερα να πεθάνω , μια για πάντα, παρά να πεθαίνω κάθε μέρα και να ζω έτσι που ζω, πεθαμένος κι άθαφτος!


Τότε του απάντησε ο γέρος:
-Αφού δεν σου αρέσει καμμιά γυναίκα στον Κόσμο, τότε να προσπαθήσης και να μπορέσης να πάρης καμμιά Νεράιδα για γυναίκα σου. Δύσκολο πράγμα αυτό, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να βρης και να πάρης την γυναίκα που εινορεύεσαι. Για να το κατορθώσεις αυτό, πρέπει να πας μια νύχτα, πριν τα μεσάνυχτα σε μιαν ακρολιμνιά της Λίμνης μας, πριν βγουν οι Νεράιδες να στήσουν το χορό τους και να κρυφτής σ' έναν καλαμιώνα, έτσι που να μην μπορεί να σε ιδή μάτι και να περιμένης εκεί ως που να βγούν, κατά τη συνήθειά τους από την Λίμνη, να ρίχνουν τους πέπλους τους απάνω στα καλάμια και ν' αρχίζουν να χορεύουν, και τες ακούσης να τραγουδούν, να πεταχτής απ' την κρυψώνα σου, σαν γεράκι γλήγορος και ν' αρπάξης έναν πέπλο, όποιο κι αν είναι, από τ' απλωμένα στα καλάμια και να φύγης προς το παλάτι σου....


Φτάνοντας στο παλάτι να πετάξης αμέσως τον πέπλο στη φωτιά να γένη στάχτη...Τότες η Νεράιδα εκείνη θα γένη γυναίκα σου!
Ακούοντας αυτά τα λόγια το βασιλόπουλο, πήγε την ίδια νύχτα σε μια ακρολιμνιά την ώρα που βγήκαν οι Νεράιδες από τη Λίμνη κι άπλωσαν τους πέπλους.. αυτό πετάχτηκε... άρπαξε έναν πέπλο και δρόμο , σαν αλάφι, για το παλάτι του.
Βλέποντας αυτό η Νεράιδα..έτρεξε σαν τρελλή, από κοντά του, παρακαλώντας και κλαίγοντας, να της τον δώκη, αλλά πού της τώδινε αυτός, και τη στιγμή , που μπήκε στην αυλή του παλατιού του, αυτός μπροστά κι εκείνη πίσω, βρήκε τους ζυμωτάδες να ζυμώνουν ψωμί και τους φούρνους αναμμένους κι έρριξε τον πέπλο της Νεράιδας σ' έναν από τους αναμμένους φούρνους, κι έγεινε στάχτη.
Τότε η Νεράιδα έπαψε τες παρακάλιες και τα κλάματα, έπεσε στα γόνατα του, κι ώμωσε ότι γένονταν γυναίκα του. Το βασιλόπουλο την κύτταξε τότε κατάματα την Νεράιδα στο πρόσωπό της, την γνώρισε ότι είταν εκείνη, πώβλεπε τόσον καιρό στα είνορά του, και, μαγεμένος από την άρρητη ωμορφιά της, διαλάλησε την άλλη μέρα σ' όλο το Βασίλειο του, ότι βρήκε την γυναίκα, που γύρευε, κάλεσε στον γάμο όλη την αρχοντολογιά άντρες , γυναίκες και παιδιά, κι έγεινε ο γάμος κι χαρά που βάσταξαν βδομάδες....


Γενόμενη βασίλισσα η Νεράιδα , βαφτίστηκε Χριστιανή Ορθόδοξη κι ωνομάστηκε Γιάννω..
Η Νεραϊδοβασίλισσα Γιάννω, είταν, κατά το φαινόμενον μόνον ευτυχισμένη κι ευχαριστημένη με τη νέαν κατάσταση της ζωής της...
Μια μέρα την έπιασε ο Βασιλειάς ν' αγναντεύη την Λίμνη, να κλαίγη και να μοιρολογάη και να τρέχουν τα δάκρυα της , σαν βρύσες, απάνω στα κάτασπρα μάγουλά της.


- Δεν μ' αγαπάς, Βασίλισσα γυναίκα μου, της είπε. Δεν μ' αγαπάς...
-Σ' αγαπώ, άντρα μου Βασιλειά, του απάντησε εκείνη, σ' αγαπάω και σε λατρεύω, αλλά με τρώει κι ο πόνος των τριάντα εννιά αδελφάδων μου, που τες ξεχωρίστηκα και τες έχασα έτσι έξαφνα κι αναπάντεχα...
-Αλλ' αφού κάηκε ο πέπλος σου και δεν μπορείς να ζήσης πλειό μαζή τους , μέσα στα νερά της Λίμνης, όπως ζούσες έναν καιρό, γιατί κλαις στα χαμένα;
-Αλήθεια λές, άντρα μου Βασιλειά, θα μπορούσα όμως να παρηγορηθώ λίγο , αν μώχτιζες ένα παλάτι απάνω σ' εκείνον τον μεγάλο βράχο, που βρίσκεται ψηλά από την λίμνη κι αντίκρυ στο Νησί. Έτσι θα μπορούσα να βλέπω και ν'ακούω τες αδελφές μου τα μεσάνυχτα με το φεγγάρι, ή με την αστροφεγγιά και τα μεσημέρια το καλοκαίρι, κάτω από το ηλιοστάλαμμα.


-Μετά χαράς σου, Βασίλισσα γυναίκα μου! Θα γένη το θέλημά σου...
Της απάντησε ο βασιλειάς κι αμέσως διαλάλησε σ' όλα τα μαστοροχώρια και μαζεύτηκαν στην Εροιβιά χίλιοι μαστόροι και σε τρία χρόνια έχτισαν το Κάστρο της Νεραϊδοβασίλισσας Γιάννως, που σώζεται ως τα σήμερα, και στην άκρη του Κάστρου, ψηλά από τη Λίμνη, όπου είναι σήμερα το Τζιαμί του Ασλάν -Πασιά, της έχτισαν κι ένα πανώριο παλάτι με γυάλινον εξώστη, για να κάθεται αυτή μέσα, με σαράντα δούλες, ν' αγναντεύη τες τριάντα εννιά αδελφές της τες ώρες που βγαίνουν, νύχτα ή μέρα , από το νερό....

Από τ' όνομα λοιπόν, της νεραϊδοβασίλισσας Γιάννως, ωνομάστηκε το Κάστρο " Κάστρο της Νεράιδας" κι η πολιτεία που χτίστηκε αργότερα , Γιάννινα...
( απόσπασμα)

Η ιστορία αυτή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην επιθεώρηση Ελλοπία, Ιωάννινα, Δεκ. 1930, ετ. Α΄αρ 5, σελ 113-115. Αναδημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων : Χρήστος Χρηστοβασίλης, Γιαννιώτικα Διηγήματα, εκδόσεις Ροές- Οι Ηπειρώτες, Αθήνα 2007.

Πηγή:
http://ofisofi.blogspot.gr/2012/03/blog-post_03.html

31 Οκτωβρίου 2013

Είς την πατρίδα ....


Είς την πατρίδα

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ', οι λαγκαδιές
στέλνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!

Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ' η λίμνη,
χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
σ' άπειρ' αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
τ' αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.

 Κι αυτός σηκώνει τ' αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,
κι η κάθε στάλ' από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ' ο ουρανός.

Κι οι νύχτες σου με τ' άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
με τ' αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ' άστρα,
με το φεγγάρι που περνά, σαν τ' όνειρο ευτυχίας
στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.

Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ' ασημοϋφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ' ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μεσ' απ' αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.

Κι ανάμεσα στα χρώματ' από χίλια ουράνια τόξα,
προβαίνει πάλ' ο ήλιος σου εις όλη του τη δόξα.
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.

Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.


Λορέντζος Μαβίλης


Σημείωση δική μου:

Αυτά βλέπουνε οι ξένοι και βγάνουνε πετάλες και καντήλες...
Ι.Β.Ν.

29 Οκτωβρίου 2013

Τα χωράφια των Ελλήνων δεν είναι φορολογητέα ύλη. Είναι συστατικό ζωής ! ! !


Ενα συγκλονιστικό  άρθρο του Βύρωνα Πολύδωρα:

“Τα χωράφια των Ελλήνων δεν είναι φορολογητέα ύλη. Είναι συστατικό ζωής. Του Έλληνα. Και απόδειξη της ιστορικής επιβίωσής του. Είναι όρος και όριον και ορισμός. Του ελεύθερου Έλληνα.

Δεν είναι μόνον απλή μνήμη και ανάμνηση. Είναι μνήμα των προγόνων του. Δεν είναι στοιχείο της λογιστικής. Είναι «στοιχειό» της ψυχής και λογισμός του νου. Του Έλληνα. Είναι η ίδια η χώρα μας στο χαϊδευτικό υποκοριστικό της: Χωράφι.

Όχι «αγροτεμάχιο», πράγμα που είναι κάτι διάφορο, που καταχρηστικά υπάρχει όχι ως χωράφι, κτήμα ή περιβόλι, αλλά ως μέτρο και μέσο εξωαγροτικής συναλλαγής. Όχι τέτοια τεχνάσματα.

Και για να δουν οι αρμόδιοι το βαθμό της βαρβαρότητας της πράξεως ας πουν την αλήθεια ή ας επιγράψουν τον νόμο με το όνομά του – αν το τολμούν – ήτοι, «φορολογία χωραφιών».

Θα εννοήσουν τότε την ηθική διαφορά! Στα χωράφια βρίσκει κανείς το εμπράγματο νόημα του Σαλαμίνειου παιάνα που μας παραδίδει ο Αισχύλος, ο οποίος πολέμησε εκεί και τον τραγούδησε ο ίδιος:

«Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, Ελευθερούτε
πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας,
θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων
νυν υπέρ πάντων αγών»!
(Ω παίδες Ελλήνων, εμπρός να κρατήσετε ελεύθερη την
πατρίδα, τα παιδιά μας, τις γυναίκες μας, τα ιερά
των θεών των πατέρων μας, και τους τάφους των προγόνων μας,
τώρα, για όλα αυτά ο αγώνας!)

Είναι το απόλυτο περιεχόμενο της προαιώνιας απάντησης «Μολών λαβέ»! Είναι το «γιατί» στο «ΟΧΙ» του ’40, που αναμνησθήκαμε και ετιμήσαμε σήμερα και πάντα (όσοι Έλληνες, πλην βεβαίως των αδιάφορων «κοσμοπολιτών» συγκατοίκων μας).

Δεν είναι μόνον η κυριότητα του μέρους, του απειροελάχιστου μεριδίου της χώρας. Δηλαδή του απόλυτου εμπράγματου δικαιώματος του ασκουμένου με εξουσία «κατ’ αρέσκειαν» που ανήκει πατροπαράδοτα και κληρονομικώ δικαίω και εξ αίματος σε έναν Έλληνα και όχι σε κάποιον ξένον, ίσως και ανώνυμο λόγω funds αγοραστή.

Είναι η ψυχική σύνδεση του Έλληνα με την έννοια του Συνταγματικού δικαίου «εδαφική ακεραιότητα».

Μέσω του χωραφιού η έννοια αυτή δεν είναι κούφια. Γίνεται μεστή περιεχομένου. Δεν συνδέεται ο Έλληνας πολίτης με την πατρίδα του μέσω του «τραπεζικού του λογαριασμού» ή έστω του διαμερίσματος σε πολυκατοικία ή και του «estate» ή της «farm» ή της hacienda (αγγλοσαξωνικού ή αμερικανικού ή του λατινομεξικάνικου τύπου ιδιοκτησίας αντίστοιχα).

Αλλά συνδέεται με την πατρίδα του μέσω του χωραφιού του, στο χωριό του, στον τόπο των προγόνων του. Και ας είναι αυτό μη μετρημένο σε στρέμματα, αλλά απλά οριοθετημένο με τα σύνορα του όμορου, του διπλανού του, και ας είναι χωρίς συμβόλαια, αλλά αποκτημένο όχι απλά διά χρησικτησίας αλλά με έναν άλλο πιο ισχυρό τρόπο κτήσεως κυριότητας, την πατροπαράδοτη και παμπάλαια χρήση (vetustas), και ας είναι άγονο και ας είναι χέρσο και ας είναι ακαλλιέργητο και ας είναι εγκαταλελειμμένο και ας είναι λογγωμένο.

Αυτός είναι ο ιερός δεσμός. Είναι η ιερή ουσία που σαν τον ιερό άρτο «μελίζεται και διαμερίζεται, μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων».

Αυτή είναι η σχέση μας. Όσοι δουλοπάροικοι στα λατιφούντια, στα μεγάλα φεουδοτιμάρια της Ευρώπης, μας θεωρούν ομοίους τους κάνουν λάθος. Είμαστε ανόμοιοι. Διαφέρουμε.

Εκείνοι βρέθηκαν ως πράγμα (res) στο κτήμα του αφέντη. Εμείς καταφύγαμε στο χωράφι που εκχερσώσαμε στα βουνά μας με τα νύχια μας, ούτε καν με τις αξίνες, για να βρούμε εκεί καταφύγιο επιβίωσης και ελευθερίας.

Από αυτά τα χωράφια – να μην ξεχνάμε – ετράφησαν οι επαναστάτες του 1821, οι πολεμιστές των Βαλκανικών πολέμων, της Μικρασίας, του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης! Από καμμιά άλλη επιμελητεία δεν ανετράφησαν, δεν έφαγαν ψωμί.

Τα χωράφια της υπαίθρου χώρας «έζησαν» και τους καταφυγόντες εκεί στην «Κατοχή» Αθηναίους και μέτοικους στις πόλεις.

Τους περίμεναν όχι με την αφθονία των αγαθών αλλά με τα ελάχιστα (των θαυματουργών «πέντε άρτων», με την πολλαπλασιαστική τους δύναμη διατροφής).

Και τους περιμένουν πάντα για να τους ζήσουν ξανά σε ώρα ανάγκης. Ο τόπος της ψυχολογικής ασφάλειάς τους. Το δυνητικό τους καταφύγιο.

Αυτά τα χωράφια επιχειρούν τώρα να τα δημεύσουν μέσω της φορολογίας, μολονότι κάτι τέτοιο είναι προδήλως αντισυνταγματικό. Το άρθρο 17 του Συντάγματος λέει: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους και κανένας δεν την στερείται παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια ύστερα από αποζημίωση…».

Δεν λέει ύστερα από δήμευση μέσω φορολογίας! Πώς το κρίνει κανείς αυτό, δεδομένου ότι το Κράτος ούτε έσοδα δεν θα μπορέσει να εισπράξει από τη φορολογία αυτή;

Σημειώνεται εν παρόδω ότι πουθενά στην Ευρώπη ή στον ελεύθερο δημοκρατικό κόσμο δεν φορολογείται γη ή άλλη ακίνητη περιουσία που δεν αποφέρει εισόδημα.

Το εισόδημα πάντα φορολογείται. Τότε γιατί το κάνουν;

Απλά, για να αποκόψουν τους Έλληνες από τις ρίζες τους. Ώστε ο άνεμος του πειράματος της παγκοσμιοποίησης να τους πάρει και να τους σηκώσει και να τους διώξει μακρυά. Και να μείνει έτσι μια χώρα ακατοίκητη.

Ή κατοικούμενη από ξένους και μετανάστες αλλόφυλους – απολογούμαι γιατί είμαι τόσο «βλάσφημος» και μιλώ τη γλώσσα του μη πολιτικώς ορθού – ή από κοσμοπολίτες, νεοείσακτους καταληψίες μέσω funds!

Έχει λεχθεί μέσα στη θύελλα μια φράση. Πολύ αληθινή. Σαν αίμα.

«Εμείς το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε».

Ας εννοήσουν οι κυβερνώντες – εάν μπορούν – το νόημα και τις αλήθειες των παραπάνω σκέψεων.

Η διαδικασία φορολόγησης των χωραφιών μας και της κατ’ ακολουθίαν τελικής πτωχοποίησης, ακόμη και της μετάλλαξής μας σε ακτήμονες και σε ανέστιους-αστέγους, θα μπορούσε να περάσει όπως έχει προ αιώνων (όχι σήμερα) περάσει στους «πολίτες» της Ευρώπης ή όπως είχε περάσει στους «πολίτες» του υπαρκτού σοσιαλισμού, αν δεν είχαμε μάθει εμείς να ζούμε με όσια και ιερά.

Αν δεν είχαμε το δικό μας εικονοστάσι (αξιών και συμβόλων) εκεί, στο χωράφι του χωριού μας, συνυπάρχον με την ίδια την ύπαρξή μας ως λαού. Λαός σημαίνει, ας λεχθεί στο σημείο αυτό, βραχάνθρωπος, δηλαδή αυτοφυής, αυτόχθων πολίτης.

Τώρα, και πάντοτε όσο υπάρχουν ακόμη Έλληνες, η φορολόγηση-δήμευση των χωραφιών μας δεν περνάει. Ας το καταλάβουν καλά! Όσο γίνεται πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Για την κοινωνική ειρήνη και συνοχή!”.
 
Σημείωση δική μου:
Μπράβο πατριώτη μου Πολύδωρα !
Υψηλά νοήματα με υπέροχα ελληνικά !
 



28 Οκτωβρίου 2013

Μια βρετανική μαρτυρία για το θαύμα της Παναγίας το 1940 ! ! !

 Απο την Ομότιμο Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών  Μερόπη Σπυροπούλου  
Η υπερφυσική βοήθεια !
 (Michael Palairet, Άγγλος πρεσβευτής στην Ελλάδα την εποχή του πολέμου του 1940)
 «Νο 306
Από τη Βρετανική Πρεσβεία
ΑΘΗΝΑΙ Δεκέμβριος 9, 1940
 Κύριέ μου,
Εις την επιστολήν μου Νο 293 της 23ης  Νοεμβρίου, ανέφερα την ευρέως παραδεχομένην πίστιν εδώ ότι ο ελληνικός· στρατός απολαμβάνει της ιδιαιτέρας προστασίας της Παναγίας της Τήνου και ότι οι νίκες του, οι οποίες δύνανται ασφαλώς να ονομαστούν θαυματουργικές, οφείλονται εις την επέμβασίν της.
 Αυτή η πίστις έχει γίνει τώρα πεποίθησις και υπάρχουν αναρίθμητες ιστορίες της πα­ρουσιάσεων της Ευλογημένης Παρθένου εις στρατιώτας εις το μέτωπον ενθαρρύνοντάς τους εις την μάχην, με υποσχέσεις ότι η ιερο­συλία που έγινε από τους Ιταλούς εις τον Να­ό της κατά την εορτή της Κοιμήσεως θα ετιμωρείτο από μία μεγάλη ήττα… [...]
Φαίνεται ασύνηθες ν’ αφιερώνω μία επίση­μη επιστολή σε τοιούτο θέμα, αλλά, δεν υπάρ­χει αμφιβολία ότι η πεποίθησις ότι υποστηρίζεται από υπερφυσική βοήθεια έχει συμβάλει πολύ εις την ενθάρρυνσιν του Έλληνος στρα­τιώτου, εις την ακούραστη επιδίωξη του διά νίκη, και του Ελληνικού λαού εις τον ενθουσιασμό του διά τον πόλεμον…
Η επίθεσις κατά της «Έλλης» στην Τήνο απεδείχθη πράγματι ένα σοβαρό λάθος, διά το οποίον πρέπει να μετανοούν οι Ιταλοί τώρα σκληρά.
Όχι μόνον ένωσε την Ελλάδα, την εβοή­θησε από την αρχή με την πεποίθησιν ότι τα όπλα της εβοηθούντο θαυματουργικώς – μία πεποίθησις η οποία εις αυτήν την χώραν των ισχυρών και βαθέων θρησκευτικών παραδό­σεων έχει ανεκτίμητη αξία.
Έχω την τιμήν να παραμένω με τον μεγαλύτερον σεβασμόν, Κύριε μου,
Ο πλέον ταπεινός και πλέον πιστός υπη­ρέτης Σας.
«Michael Palairet».
 (Πηγή: Μερόπης Ν. Σπυροπούλου, Στην εποποιία του 1940-41 με πίστη, σ. 144-146)

20 Οκτωβρίου 2013

Στο Λόγγο...Παναγιώτης Μελτέμης, απο το Κοπανάκι Μεσσηνίας

   
Δημήτρης Κυριαζής, Παναγιώτης Μελτέμης, Όμηρος Πέλλας (μαθητές Ε΄ Γυμνασίου, Γυμνάσιο Κυπαρισσίας, 1936 ή 1937)    
 
Η μάννα μ΄επαιρνε κοντά που πήγαινε στο λόγγο
κι ως με την κόσσα κλάριζε το πράσινο πουρνάρι
και στίβες μαζευότανε ως δυό ζαλιές κι ακόμα,
καθόμουνα στην αντηλιά, στο δροσερό χορτάρι
κι έψαχνα για σαλίγγαρους, γυρίζοντας λιθάρια.
 
Όταν η μάννα απόσωνε τα ξύλα, σηκωνόμουν
και της επήγαινα κοντά, στα ξέφωτα, να βρούμε
λάχανα για δυό τρείς βρασιές και λέχουρδες που μόσκουν.
 
Τί καυκαλίθρες εύρισκε η μαννούλα, τι ροϊδίκια
και χίλια δυό χορταρικά, που ΄τάξερε ένα-ένα...
 
Σαν το σακκούλι γέμιζε τ΄απίθωνε στο ρέμμα
που κύλαε γάργαρο νερό, ζεστό σα μάννας χάϊδι,
τα ξέπλενε και σκούπιζε τον ίδρω στο λαιμό της
με το φακιόλι το καφέ που ήσκιωνε τα μαλλιά της.
 
Καθόμαστε πλάϊ στο νερό, κεί πούτρεχε βρυσούλα,
και τρώγαμε λίγο τυρί, λαγάνα και κοτσάνια
και πίναμε κρύο νερό, χωνευτικό, δροσάτο.
 
Υστερα ζάλωνε ζαλιά μεγάλην η μητέρα
και την βοηθούσα απο τα σκοινιά να την αργοσηκώση.
 
Με το σακκούλι, πούσταζε, στο χέρι, ξεκινούσε
κι εγύριζε και πού και πού στο γιό της να μιλήση
που κατσιμπούλες έπιανε και τα πουλιά κοιτούσε...
 
 Παναγιώτης Μελτέμης   
                                                                        
Το ποίημά του ειναι
απο την -Λαογραφική του ποίηση -"Τα χωριάτικα"

..και η βιογραφία του

από τη Βικιπαίδεια

          
Ο Παναγιώτης Μελτέμης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Κ. Παπαδόπουλου) (1918-1978) ήταν Μεσσήνιος ποιητής και πεζογράφος.
Γεννήθηκε στο Κοπανάκι Μεσσηνίας το 1918. Μαθήτευσε στο Ημιγυμνάσιο Αετού, στο Γυμνάσιο Μελιγαλά και στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας. Σπούδασε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και σταδιοδρόμησε ως διοικητικός υπάλληλος του Ι.Κ.Α. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε πριν από τον πόλεμο, δημοσιεύοντας πεζά και ποιήματά του στις εφημερίδες «Θάρρος» της Καλαμάτας και «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με εκδοτικούς οίκους ως μεταφραστής. Έργα του διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς: το διήγημά του «Η Μηλίτσα» απέσπασε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος της Εργατικής Εστίας (1948), ενώ στον ποιητικό διαγωνισμό του περιοδικού «Εκλογή», με θέμα τη μετάφραση του σονέτου του Philippe Desportes, "Icare chut ici", η μετάφρασή του κατέλαβε την δεύτερη θέση (1949). Έγραψε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστόρημα και μετέφρασε πεζά και θεατρικά έργα από τα γαλλικά, ιταλικά και αγγλικά. Το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα «Η Μηλίτσα και άλλα διηγήματα» το εξέδωσε το 1950. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Τα Χωριάτικα» (1957) και το μυθιστόρημα «Έρημα Σημάδια» (1963).
Συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, όπως το περιοδικό «Ο Λογοτέχνης», οι εφημερίδες «Μεσσηνιακή Αναγέννηση» και «Ηχώ της Μεσσηνίας» , στις οποίες διατηρούσε μόνιμες στήλες ευθυμογραφήματος με τίτλους, αντιστοίχως : «Οι κουβέντες του Μητσιοτάση» και «Τζιαναμπέτικα», καθώς και με άλλα έντυπα.
 
 

20 Σεπτεμβρίου 2013

Τα πρωτοβρόχια...Γ. Δροσίνης !



Με τα πρωτοβρόχια θα ’ρθουν τα μηνύματα
του χειμώνα: το ποτάμι θα θολώσει,
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα,
θα κρυώσει η νύχτα και θα μεγαλώσει.

Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
κυκλαμιές θ’ ανθούν στο χώμα ταίρια ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ’ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάσει ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
γι’ άλλων τόπων άνοιξη, μακριά απ’ τα χιόνια,
βράδυ βράδυ ως τα μεσούρανα θα χύνονται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.
 

17 Σεπτεμβρίου 2013

Στη μοναξιάν.. Λορέντζος Μαβίλης !

    
Στη μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
την κεφαλή του προς τα σύγνεφα και αφήνει
τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
και τα μαρμάρινα τα στήθη του να λύνει,

εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
ενώ μεσουρανίς φιλέρημη σελήνη
ασημοΰφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

αυτού η καρδιά μ' απ' τη χαρά της ξεχειλίζει
όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
αιθέρια μούσα μ' όλα τ' ουρανού τα κάλλη,
θαρρώ πως αγρικώ της λύρας της τους ήχους...

11 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ "ΕΠΟΧΕΣ" ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ !

 


 Αγαπητοί  Επισκέπτες,
Σας καλωσορίζουμε στην Αμπελιώνα Μεσσηνίας και στον Ξενώνα Εποχές. Ελπίζουμε αυτή η διαδρομή να σας μεταδώσει την ίδια χαρά και διάθεση την οποία εμείς απολαύσαμε στη σκέψη και κυρίως στη δημιουργία αυτού του ξενώνα, στον τόπο καταγωγής μας.
Σας προσκαλούμε να μας επισκεφθείτε και να απολαύσετε την απλότητα και την ανεμελιά των καλών στιγμών, που τόσο πολύ αποζητάμε και έχουμε ανάγκη όλοι μας.

Τα δωμάτια.
Τα πέτρινα, κεραμοσκεπή κτίρια, βαφτισμένα με ονόματα δένδρων της περιοχής, φιλοξενούν 22 δωμάτια: 13 ενός χώρου με δυνατότητα φιλοξενίας 2 ατόμων και 9 οικογενειακά δωμάτια δύο χώρων, με δυνατότητα φιλοξενίας 4 ατόμων.


Ανέσεις Όλα τα δωμάτια διαθέτουν:
διπλό ή δύο μονά κρεβάτια
τζάκι
δορυφορική τηλεόραση
room service
ανεμιστήρα οροφής
στεγνωτήρα μαλλιών
σετ μπάνιου
έπιπλα εξωτερικού χώρου

Τα δωμάτια δύο χώρων διαθέτουν επιπλέον: πλήρως εξοπλισμένες κουζίνες, τραπεζαρία και σαλόνι.

Αισθητική.
Το αρχιτεκτονικό ύφος είναι δεμένο με το φυσικό περιβάλλον δημιουργώντας την αίσθηση της συνέχειας ανάμεσα στον εξωτερικό και εσωτερικό χώρο. Οι χώροι, αναδεικνύουν την αρχιτεκτονική γραμμή της περιοχής, με εσωτερικά παραθυρόφυλλα, γυμνό ξύλο, πέτρα και τερακότα και προσκαλούν τον επισκέπτη να νιώσει άνετα και οικεία.
Το κάθε δωμάτιο έχει μοναδική ταυτότητα. Όπως και παλαιότερα τα έπιπλα και τα αντικείμενα έχουν τη δική τους, ανεξάρτητη θέση στο χώρο, παραμερίζοντας την εντοιχισμένη λογική. Οι ντουλάπες-έπιπλα, οι καλόγεροι, τα φωτιστικά, τα λεβέτια με τα κούτσουρα, τα μπρούτζινα στοιχεία στα μπάνια, τα παλαιά αντικείμενα, συνθέτουν το παρελθόν και το παρόν με φυσικότητα.

 Η κουζίνα μας.
Λένε πως το πιο νόστιμο φαγητό είναι το σπιτικό, γιατί φτιάχνεται με αγάπη.

Με τη γνώση και την εμπειρία των ντόπιων νοικοκυρών, με τοπικά υλικά και την αγάπη μας για το καλό, σπιτικό φαγητό μαγειρεύουμε για σας καθημερινά στο εστιατόριο του ξενώνα.
Ένα καλό, θρεπτικό πρωινό, φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα, αχνιστός καφές και συναρπαστική θέα στο δάσος μας δημιουργούν πολύ όμορφη διάθεση. Εάν δε η μέρα είναι ηλιόλουστη, μπορείτε να απολαύσετε όλες τις λιχουδιές του μπουφέ μας στα ξύλινα τραπέζια της βεράντας του εστιατορίου.

Μεσημέρι και βράδυ, το τραπέζι είναι στρωμένο. Μοσχάρι κοκκινιστό με παραδοσιακές χυλοπίτες, λαχανοντολμάδες με αυγολέμονο, κόκορας κρασάτος με διάφορα αρωματικά είναι μερικά από τα καθημερινά μας πιάτα.

Την τελική γεύση ενός γεύματος δίνει το επιδόρπιο … γλυκά του κουταλιού, παραδοσιακή καρυδόπιτα, αχλάδι ψημένο σε σιρόπι από κόκκινο κρασί… είναι μερικοί από τους πειρασμούς που σας γαργαλούν τη συνείδηση…


Ώρες Λειτουργίας.
Πρωινό : 08:00 – 10:30
Μεσημεριανό : 13:30 – 15:30
Βραδινό : 20:00 – 22:30
 

 Το καθιστικό. 
 Στο ισόγειο του Κεντρικού κτιρίου, βρίσκεται το καθιστικό. Σε διαφορετικές γωνιές με καναπέδες και πολυθρόνες, ή δίπλα στο τζάκι, χαλαρώνετε …όπως αγαπάτε: διαβάζοντας ένα βιβλίο, παίζοντας επιτραπέζια παιχνίδια, βλέποντας μία ταινία, προκαλώντας σε μία παρτίδα μπιλιάρδο ή επιδιδόμενοι σε εξαντλητική μπιρίμπα!

Επειδή, όπως γνωρίζουμε καλά, οι συγκεκριμένες δραστηριότητες επιβάλλεται να συνοδεύονται πάντοτε από το ανάλογο ποτό ή αφέψημα, το μπαρ, μέσα στο καθιστικό, αναδεικνύει…δια της κάβας του, την κάθε σας στιγμή.





Η αυλή. 
Παλιά, η καρδιά ενός σπιτιού χτυπούσε στην κεντρική αυλή του. Έτσι κι εμείς, αφιερώσαμε στη δική μας αυλή τη θέση που της ταιριάζει. Καλντερίμια που συνδέουν τα κτίρια μεταξύ τους καταλήγουν στην πλακόστρωτη αυλή, ανάμεσα στα σπιτάκια και δίπλα στο εστιατόριο. Για τις ηλιόλουστες μέρες, υπάρχει ειδικά διαμορφωμένος χώρος με μεγάλα ξύλινα τραπέζια και πάγκους όπου μπορείτε να απολαύσετε τον καφέ σας τα πρωινά και τσίπουρο τα μεσημέρια.

Ο κτιστός φούρνος και η ψησταριά, περιμένουν υπομονετικά μία μικρή αφορμή για ένα μεγάλο φαγοπότι!

Το χωριό μας. 
H Αμπελιώνα βρίσκεται επάνω σε ένα νοητό τρίστρατο, το οποίο σχηματίζεται από την Ηλεία, τη Μεσσηνία και την Αρκαδία. Το όνομά της το οφείλει στα αμπέλια που παλαιότερα καλλιεργούσαν οι κάτοικοι. Τώρα, κρυμμένη ανάμεσα σε καστανιές αποτελεί ένα μικρό καταφύγιο φιλοξενίας και γαλήνης.

Η Αμπελιώνα εκπέμπει μιαν ιδιαίτερη γοητεία, που ξεδιπλώνεται σιγά- σιγά μέσα μας και μας κερδίζει ανεπιστρεπτί. Ένας περίπατος στο χωριό, ένα τσίπουρο με τους ντόπιους, μία βόλτα στο δάσος, μία μικρή στάση στις κρήνες του χωριού… όλα συνταιριάζουν και μας ευχαριστούν, το κάθε ένα, με το δικό του τρόπο.

Το μαγαζάκι του Σπύρου …το στέκι της Αμπελιώνας.
Λένε πως για να γνωρίσει κανείς ένα μέρος πρέπει να συναναστραφεί τους ανθρώπους του. Το μαγαζάκι του Σπύρου λοιπόν είναι το στέκι των Αμπελιωνιτών. Ο χώρος που θα σας καλωσορίσουν με απλότητα και ζεστασιά. Κατηφορίζοντας το δρομάκι από τον Ξενώνα και αφήνοντας στα δεξιά σας το παλιό σχολείο φτάνετε στην Κεντρική πλατεία, στο «μαγαζάκι του Σπύρου», ένα καφε-παντοπωλείο με εκλεκτά σπιτικά πιάτα, τσίπουρο του κυρ Παντελή, του ιδιοκτήτη και ελληνικός καφές με καλό καϊμάκι.


Η «Τρανή Βρύση»… ένας εγκάρδιος χαιρετισμός.
 Η πιο αρχοντική βρύση του χωριού. Με 4 κρουνούς, άφθονο τρεχούμενο νερό, με θόλο και καμάρες που στηρίζονται σε τρεις κίονες. Όλα, φτιαγμένα με πελεκητή πέτρα και θαυμάσια συντηρημένα, μαρτυρούν παλιές δόξες. Εκεί, σε άλλους καιρούς, συναθροίζονταν οι γυναίκες για να γεμίσουν τις στάμνες τους και οι οδοιπόροι, λίγο πριν αφήσουν πίσω τους το χωριό έκαναν μία τελευταία στάση, καθώς η Τρανή βρύση βρίσκεται στην εμπασιά του χωριού.

Η Πηγή Τρίτσελι… ανάμεσα στα ξωτικά.
Απέναντι από το μαγαζάκι του Σπύρου είναι το δρομάκι που κατευθύνεται προς το ποτάμι. Αφήστε την εκκλησία στο αριστερό σας χέρι και το χωριό πίσω σας και περπατήστε πάνω το πέτρινο μονοπάτι που κατεβαίνει την πλαγιά, καταλήγοντας στην καρδιά του ρέματος. Διασχίζετε το ξύλινο γεφυράκι και καθώς παίρνετε το μικρό μονοπάτι στα αριστερά, νιώθετε την θετική ενέργεια του ποταμίσιου νερού. Ανάμεσα σε φτέρες και πλούσια υδρόβια βλάστηση στέκεται η πηγή του Τρίτσελι. Ξαποστάστε στα πέτρινα καθίσματα, δοκιμάστε το φρέσκο νερό της και αφήστε την απόλυτη ησυχία να σας κυριεύσει. Λένε πως αν κανείς είναι τυχερός, θα συναντήσει τα μικρά ξωτικά των νερών…

Το Καστανοδάσος …
το μοναδικό στη Δυτική Πελοπόννησο. Στην πλαγιά απέναντι από το χωριό, είναι αναπτυγμένο αμφιθεατρικά ένα πυκνό καστανοδάσος. Λόγω της σημασίας του, η διατήρηση του επιχορηγείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορείτε να περιηγηθείτε στο δάσος, περπατώντας, οδηγώντας ή ποδηλατώντας.

Αν ήδη βρίσκεστε στην Πηγή Τρίτσελι, συνεχίζετε προς το βουνό αφήνοντας το γεφυράκι στο δεξί σας χέρι. Φτάνοντας στην πρώτη διχάλα μπορείτε να συνεχίσετε ευθεία καταλήγοντας, μέσα από μία σύντομη διαδρομή ενός περίπου χιλιομέτρου, πίσω στο χωριό, έχοντας το πάντα στα δεξιά σας. Είναι μία όμορφη βόλτα, ιδιαιτέρως γιατί σας δίνει μία πολύ ωραία εικόνα του χωριού, αλλά και γιατί μπορείτε να γεμίσετε τις τσέπες σας με κάστανα!

Η εναλλακτική διαδρομή από την Πηγή, είναι να στρίψετε στην διχάλα αριστερά και να κάνετε το γύρω του Καστανοδάσους σε ένα βατό και ευχάριστο περίπατο, απόστασης 4 χλμ. συνολικά, όσο να επιστρέψετε στο χωριό. Εναλλακτικά, αυτή τη διαδρομή μπορείτε να την κάνετε με ποδήλατο ή και με το αυτοκίνητό σας.


Περιήγηση & Δραστηριότητες.
Με ορμητήριο τις Εποχές, μπορείτε να κάνετε τις αγαπημένες σας δραστηριότητες, όπως yoga, πεζοπορία, κλπ., μέσα σε ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεστε σε απόσταση αναπνοής από όλα τα ιστορικά μνημεία της περιοχής.

Ο Ναός του Επικούρειου Απόλλωνα.
11 χλμ. από την Αμπελιώνα στο δρόμο για την Ανδρίτσαινα. Ένα από τα πιο συγκλονιστικά μνημεία, όχι μόνο της συγκεκριμένης περιοχής, αλλά ολόκληρης της Ελλάδας. Κτίστηκε από τον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα της Ακρόπολης εξ ου και φέρει το όνομα ο ‘‘Παρθενώνας της Πελοποννήσου’’.

Ανδρίτσαινα.
17 χλμ. από την Αμπελιώνα.
Στο νομό Ηλείας, βρίσκεται η όμορφη κωμόπολη με τις πετρόχτιστες εκκλησίες, τα διατηρητέα κτίσματα και τις κατοικίες σημαντικών προσωπικοτήτων που μαρτυρούν το ένδοξο παρελθόν ενός σημαντικού κέντρου του ελληνισμού.

Καρύταινα.
35 χλμ. από την Αμπελιώνα.
Πάνω σε ύψωμα και κάτω από το κάστρο (δείγμα της φραγκικής αρχιτεκτονικής του 13ου αιώνα) της περιοχής προσφέρει μια εντυπωσιακή εικόνα στον επισκέπτη. Ο θρύλος το ‘χει πως το φάντασμα του «ιδιοκτήτη» του κάστρου, De Brigier, εμφανίζεται τα βράδια να περιφέρεται πάνω στα χαλάσματα.

Εντυπωσιακός είναι και ο ναός της Παναγίας, (11ος αιώνας), ο Άγιος Νικόλαος (11ος αιώνας), η Ζωοδόχος Πηγή (15ος αιώνας) και πολλοί άλλοι ναοί διάσπαρτοι στα δρομάκια του χωριού.

Νέδα ... Το θηλυκό Ποτάμι.
 Στην κοιλάδα της Νέδας βρίσκεται το μοναδικό θηλυκό ποτάμι της Ελλάδας, η Νέδα. Τα νερά της Νέδας ξεκινούν από το όρος Λύκαιο, διασχίζοντας εκπληκτικά φαράγγια και καταλήγουν μετά από 32 χλμ. στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Το καλοκαίρι και αργά την άνοιξη οι όχθες του ποταμού ενδείκνυνται για πεζοπορία αλλά καλύτερα να προτιμήσετε τις οργανωμένες εκδρομές γιατί η διάσχιση της Νέδας είναι δύσκολο εγχείρημα.

O ποταμός Λούσιος.
 Ένα από τα εντυπωσιακότερα ποτάμια της χώρας, µε τοξωτά γεφύρια, πηγές και πεντακάθαρα νερά. Η δημοφιλέστερη διαδρομή rafting στην Ελλάδα!

Ο Ναός της Αγίας Θεοδώρας.
33 χλμ. από την Αμπελιώνα, με προσανατολισμό προς τη Μεγαλόπολη, επισκέπτεστε το εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας το οποίο αποτελεί αρχιτεκτονικό παράδοξο καθώς η σκεπή του «φιλοξενεί» 17 μεγάλα δέντρα. Αίνιγμα αποτελεί το πώς αντέχει το βάρος του ένα μικρό κτίσμα του 10ου αιώνα το οποίο δεν φαίνεται να έχει θεμέλια. Την απάντηση πρέπει να την ψάξουμε στο θρύλο…

Λύκαιον Όρος .
Στην κορυφή του Λυκαίου Όρους, λένε πως γεννήθηκε ο Δίας και το πρώτο ιερό που χτίστηκε αποτέλεσε τόπο λατρείας εξ ου και το όνομά του Ιερά Κορυφή των Αρκάδων. Στο Λύκαιο υπήρχε ιππόδρομος και στάδιο όπου λάμβαναν χώρα τα Λύκαια τα οποία αποτελούσαν θρησκευτική γιορτή και πολιτική συγκέντρωση με σκοπό την τελειοποίηση της ευγενικής άμιλλας και την ανύψωση της ψυχής. Μπορείτε να επισκεφθείτε, τους αρχαιολογικούς χώρους και το στάδιο του Λυκαίου Όρους. Για να πάτε στο Λύκαιο πρέπει να βρεθείτε στο χωριό Λύκαιο που βρίσκεται 10 χλμ μακριά από την Αμπελιώνα προς την Μεγαλόπολη. 

 Πρόσβαση 

Οδικώς από Αθήνα:
1. Εθνική οδός Αθηνών / Κορίνθου
2. Εθνική οδός Κορίνθου / Τριπόλεως
3. Νέα Εθνική Οδός Τριπόλεως / Καλαμάτας
4. Έξοδος στην πινακίδα Μεγαλόπολη - Λεοντάρι
5. Στη διασταύρωση αριστερά (υπάρχει πινακίδα Λύκαιο - Νέδα - Αμπελιώνα)
6. Στο 1 χλμ. περίπου που συναντάμε μία γέφυρα βγαίνουμε στην έξοδο και κάνουμε δεξιά
7. Ακολουθούμε τις πινακίδες προς Αμπελιώνα – Φτάνοντας στο Λύκαιο κάντε δεξιά προσοχή μην κατευθυνθείτε προς Κυπαρισσία (28 χλμ. από την γέφυρα μέχρι την Αμπελιώνα)


Οδικώς από Καλαμάτα:
Διαβολίτσι - Κάτω Μέλπεια – Αμπελιώνα (75 χλμ.)

Οδικώς από Πάτρα – Πύργο:
Πύργος - Ανδρίτσαινα – Αμπελιώνα (82 χλμ.)


Κρατήσεις.
 Για τιμές και κρατήσεις μπορείτε να επικοινωνείτε με τα Τηλέφωνα: +30 210 62 36 150 & +30 26260 23991-3, 6948 37 59 05. Φαξ: +30 210 80 17 451 &+30 26260 23980

Email: info@epohes.gr , book@epohes.gr
 
                

31 Ιουλίου 2013

Τίνους πιδούδ’ ήταν;

Τίνους πιδούδ’ ήταν;  

Του Γιάννη Τσίκουλα 

Ομοτίμου Καθηγητού Παιδιατρικής Α.Π.Θ.

 Στην αρχή ήταν ψίθυρος. Το άκουγα να το συζητούν ψιθυριστά η μάνα μου με τις φιλενάδες της στον πρωινό καφέ ή στον απογευματινό σόμπουρου. Δεν μπορεί. Κάτι συμβαίνει με τη Βασίλω έλεγαν. Η μια είχε παρατηρήσει ότι τα μάτια της ήταν κομμένα με μαύρους κύκλους γύρω-γύρω. Η άλλη, που τύχαινε να είναι γειτόνισσά της, την άκουγε να ξερνοβολάει όλη μέρα. Τέλος μια άλλη, κι αυτό κι αν ήταν πια τεκμήριο, την περασμένη Κυριακή στην εκκλησία παρατηρούσε τη Βασίλω συνεχώς απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της θείας Λειτουργίας και είχε πια σιγουρευτεί, κι ο Θεός ας τη συγχωρέσει, ότι η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Η Βασίλω ήταν αγκαστρωμένη!
Στην αρχή ήταν ψίθυρος. Ύστερα έγινε βούκινο. Η Βασίλω ήταν αγκαστρωμένη. Τι ρεζίλι ήταν αυτό; Θα μας κάψει ο Θεός ! Χάλασε ο κόσμος! Σόδομα και Γόμορα... Πρώτο θέμα συζήτησης σ’ όλον τον Πολύγυρο και βέβαια πρώτο και μοναδικό θέμα συζήτησης μεταξύ της μάνας μου και των φιλενάδων της. Τέλος μια μέρα που κατάλαβαν ότι τις άκουσα και κατάλαβα κι εγώ ότι το είχαν καταλάβει, τις ρώτησα όλως υποκριτικά: «Καλά τόσο κακό είναι που αγκαστρώθηκε η Βασίλω;». Τότε μια από αυτές, η θειά Γεωργία, με συγκαταβατικό και περισπούδαστο ύφος μου είπε:
«Αχ, πιδούδι μ’, δε ξέρ’ς ισύ απού τέτοια πράματα. Η Βασίλω είναι αγκαστρωμέν(η) αλλά δεν έχ(ι) άντρα. Ίνι αστεφάνωτ’. Μιγάλ(η) αμαρτία. Δε ξέρ’ς ισύ απού τέτοια πιδούδι μ’».
Εμένα μου λες που δεν ήξερα ! Τέλος πάντων αυτό είναι άλλη ιστορία.
Εν τέλει μέσα στη γενική κατακραυγή των Πολυγυρινών και λουσμένη από τα εφιαλτικά φώτα της δημοσιότητας η Βασίλω έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι χωρίς να 'χει άντρα. Αστεφάνωτη. Κρίμα μεγάλο. Έγκλημα. Περιφρονημένη από τους «καθώς πρέπει» συμπατριώτες της, αυτή η αμαρτωλή, μεγάλωνε το αγοράκι της μαζί με τη γριά μητέρα της. Μόνο αυτές ήξεραν πώς! Έχω ολοζώντανη την εικόνα του παιδιού εκείνου. Την εικόνα ενός τετράχρονου χαριτωμένου και έξυπνου παιδιού, που όμως ήταν καταδικασμένο να πληρώνει κάθε μέρα ακριβά το «αμάρτημα της μητρός του».Να είναι φορτωμένο ενοχές για κάτι για το οποίο δεν ήταν ένοχο. Ενοχές που του φόρτωνε μια υποκριτική, μια ανελέητη κοινωνία, που διασκέδαζε χτυπώντας το αδυσώπητα.
Όλοι ήξεραν ότι το παιδί αυτό ήταν «μπαστάρκου» κι έτσι το προσφωνούσαν κι έτσι το περιγελούσαν όπου κι αν πήγαινε, όπου κι αν βρισκόταν τα μεν παιδιά αρχίζοντας το μαρτύριό του με την ερώτηση «τίνους πιδί, είσι αρέ;», οι δε μεγάλοι, ιδίως οι γυναίκες, με την ερώτηση «τίνους πιδούδ’ είσι καλό μ’» και να ξεσπούν μετά σε γέλια και χαρακτηρισμούς. Και έβλεπες τότε το δύστυχο παιδάκι, ένα νήπιο απροστάτευτο, να χαμηλώνει το κεφαλάκι του, να ταχύνει το βήμα του και να απαντάει φωνάζοντας, όπως προφανώς το είχε δασκαλέψει η μάνα του: «Δε ξέρου. Δε ξέρου τίνους πιδί είμι. Κινά μη σας μέλλ’(ει) ισάς».
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα του παιδιού, το καθημερινό του μαρτύριο ήταν το ότι καθώς έβγαινε από το σπίτι του και πήγαινε να παίξει λίγο παρακάτω, έπρεπε να περάσει από το σπίτι μιας γριάς, που καθόταν μονίμως μπροστά από την αυλόπορτά της πλέκοντας ένα σκουφούνι με περασμένη την κλωστή γύρω από το λαιμό της. (Ετσι μου έμεινε στη μνήμη μου η εικόνα της).
Το ανόητο και χαιρέκακο αυτό γραΐδιο κάθε που περνούσε μπροστά της το παιδάκι δεν παρέλειπε να του κάνει τη στερεότυπη ερώτηση «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’» με ένα μελιστάλακτο ύφος, που προσπαθούσε να καλύψει την ανείπωτη χαιρεκακία της και να την συνοδεύει από ανατριχιαστικά χαχανητά. Ήταν η καθημερινή της διασκέδαση. Η δύστυχη η μάνα απελπισμένη από τη συμπεριφορά του κόσμου και ιδίως αυτού του γραϊδίου, που ήταν ο καθημερινός βραχνάς του παιδιού, κατέφυγε σε έναν ιερέα για να τη συμβουλεύσει πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Τι να πει στο παιδί. Τι να απαντάει στην εφιαλτική ερώτηση «τίνους πιδί είσι αρέ» των άλλων παιδιών και «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’» των μεγάλων.
Υπήρξα μάρτυρας μαζί με μια παρέα άλλων παιδιών, που παίζαμε εκεί έξω από το σπίτι της γριάς και της τελικής λύσης του θέματος. Περνούσε πάλι το παιδάκι έξω από την πόρτα της κι αυτή καθισμένη στην αυλόπορτα έπλεκε το σκουφούνι, κρεμασμένο όπως πάντα από το λαιμό της και ετοιμάστηκε να το προσβάλλει και να το γιουχαΐσει για χιλιοστή φορά ρωτώντας το στερεότυπο «τίνους πιδούδ’ είσι, καλό μ’». Και τότε της ήρθε καταπέλτης απρόσμενος η απάντηση του παιδιού, την οποία διδάχτηκε από τον ιερέα: «Είμι πιδούδ τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού», της είπε με θάρρος κοιτάζοντάς την στα μάτια.
Πάγωσε το γραΐδιο και λούφαξε. Παγώσαμε κι εμείς και λουφάξαμε. Δεν ξέρω αν εμείς τα παιδιά το καταλάβαμε αυτό που είπε με τη λογική. Σίγουρα όμως το νιώσαμε με την καρδιά μας. Ναι, το παιδάκι είχε πεισθεί και έπεισε και τους άλλους ότι ήταν παιδί «τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού». Είχε κι αυτό όπως και όλα τα παιδιά ολοκληρωμένη οικογένεια, αλλά δεν το ήξερε μέχρι τότε. Του το έμαθε ο ιερέας. Του έμαθε τη μεγάλη αλήθεια. Ότι κανένα παιδί δεν είναι και δεν ανήκει στην πραγματικότητα στους γονείς του. Όλα τα παιδιά περνάνε μέσα από τους γονείς, αλλά είναι παιδιά «τσ’ μάκους τσ’ Παναγούδας κι τ’ παππού τ’ Χριστού» και σ’ αυτούς ανήκουν.
 
Πηγή: Παγχαλκιδικός Λόγος [ www.panchalkidikos.gr ] 

Περιοδική Έκδοση Παγχαλκιδικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης», τεύχος 12ο, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2012.
 
www.diakonima.gr

Σημείωση δική μου:
Ευχαριστώ πολύ τον καθηγητή παιδίατρο κύριο Τσίκουλα για την ευγένειά του και την καλοσύνη του να μου επιτρέψει-μετά χαράς μου είπε-να αναδημοσιεύσω και αυτό το καταπληκτικό του διήγημα. Ο κύριος Τσίκουλας είναι ένας ανθρωπος προσηνής και ευπροσήγορος κι ας έχει ενα τόσο μεγάλο επιστημονικό βεληνεκές. Φαίνεται ότι οι "μεγάλοι" είναι περισσότερο καταδεκτικοί...

Εκτός όμως από την επιστήμη του και τις υπηρεσίες που προσφέρει στον αάνθρωπο- στα παιδιά-, ασχολείται και με το θέατρο, τη ζωγραφική, την ποίηση, τη λαογραφία και τη λογοτεχνία.
Έτσι , λοιπόν , κύριε καθηγητά, εκτός από τον σεβασμό μου, σας καταθέτω και τον ειλικρινή θαυμασμό μου !

Μετά τιμής
Ντινόπουλος Ιωάννης 

26 Ιουλίου 2013

Το εκκλησάκι Της Αγ.Παρασκευής των Ντιναίων.




  

 


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασαμένη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ ἀθλοφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

23 Ιουλίου 2013

Τι έτρωγε η Στιλούδα !

 Γράφει ο Γιάννης Τσίκουλας
Πλημμυρίζει τύψεις η συνείδησή μου, μαυρίζει η ψυχή μου, όταν μου έρχεται στο νου το περιστατικό με τη Στιλούδα το ανοιξιάτικο εκείνο δειλινό στην αλάνα των παιδικών μου παιχνιδιών. Η Στιλούδα ήταν ένα κοριτσάκι 4-5 χρονών, λεπτό και εύθραυστο σαν μίσχος λουλουδιού, ένα κοριτσάκι φοβισμένο και κλεισμένο στον εαυτό του σα πουλάκι λαβωμένο.
Ήταν η αμέσως μετά την κατοχή εποχή, η ταραγμένη, η φριχτή για την πατρίδα μας περίοδος, η εποχή του εμφυλίου.
Η Στιλούδα ζούσε με τη μάνα της σε ένα σκοτεινό κατώι ενός σπιτιού της γειτονιάς μου, όπου βρήκαν καταφύγιο, όταν ήρθαν πανικοβλημένες στον Πολύγυρο από ένα χωριό της Χαλκιδικής μέσα στη δίνη των καιρών. Η μάνα της Στιλούδας μια λιπόσαρκη ταλαιπωρημένη γυναίκα μαυροφορούσα και μαυρομαντηλούσα έχασε τον άνδρα της, όταν είχε ακόμα στην κοιλιά της τη Στιλούδα. Έτσι χωρίς πόρους, χωρίς στήριξη πήρε το παιδί της και ήρθε, όπως είπα, στον Πολύγυρο και προσπαθούσε να επιβιώσει ξενοδουλεύοντας.
Η Στιλούδα έμενε κλεισμένη στο κατώι, όσο έλειπε η μάνα της στη δουλειά, όλο το πρωινό. Όταν όμως ερχόταν το απόγευμα και τα παιδιά της γειτονιάς μαζεύονταν σε κάποια αλάνα ή στο δρόμο και ξεσήκωναν τον κόσμο με τα γέλια και τις φωνές τους, τότε έβλεπες και τη Στιλούδα να ξεμυτίζει και να έρχεται δειλά δειλά στη μάζωξη των παιδιών της γειτονιάς. Κούρνιαζε πάντα σε μία άκρη, μια ψυχούλα τόση δα, που φαινόταν ακόμα μικρότερη καθώς καθόταν συνεσταλμένη και μαζεμένη και παρακολουθούσε με τα μεγάλα μάτια της με ζέση και ενδιαφέρον όσα έκαναν τα άλλα παιδιά χωρίς να τολμάει όμως να συμμετέχει στο παιχνίδι.
Εκείνα τα χρόνια υπήρχε συνήθεια, τηρουμένη με θρησκευτική ευλάβεια από το σύνολο των παιδιών, κάθε παιδί, όταν έβγαινε για παιχνίδι, να κρατάει στο ένα του χέρι μια φέτα ψωμί (το λεγόμενο γουνίδ’ ή γουνίδα) και στο άλλο του χέρι κάποιο φαγώσιμο. Αυτό το άλλο φαγώσιμο οι παλιοί συνήθιζαν να το χαρακτηρίζουν «αυτό, που ξεγελάει το ψωμί να κατιβαίν’(ι) σιακάτ». Το σύνηθες συνοδό του ψωμιού ήταν το τυρί. Μια φέτα λοιπόν μεγάλη ψωμί στο ένα χέρι και ένα συνήθως μικρό κομμάτι τυρί στο άλλο χέρι, το λεγόμενο ψωμοτύρι, ήταν το παραδοσιακό απογευματινό των παιδιών, που το έτρωγαν, όπως είπαμε, πάντα παίζοντας στο δρόμο. Απαραίτητα η μάνα έδινε στο παιδί της κάθε φορά την οδηγία: «Να δαγκάνεις πολύ ψωμί αλλά τσιμούδα τυρί». Προφανώς για να επαρκέσει το λιγοστό τυρί να ξεγελάσει όλο το ψωμί για να κατεβεί σιακάτ’!
Εκτός όμως από το τυρί υπήρχαν και διάφορα άλλα συνοδά του ψωμιού για «να το ξεγελάσουν». Έτσι έβλεπες κάποια παιδιά να κρατούν μια φέτα ψωμί βρεγμένη και πασπαλισμένη με ζάχαρη, κάποια άλλα μια φέτα περιχυμένη με λάδι και επάνω αλάτι και ρίγανη ή αλειμμένη με λίγδα, ταραμά, πολτοποιημένες ελιές ή μέλι. Σπάνια έβλεπες κάποιο παιδί να έχει τη φέτα του αλειμμένη με βούτυρο και ζάχαρη ή βούτυρο με μέλι ή βούτυρο με μαρμελάδα. Αυτά ήταν το άκρον άωτον της γαστρονομικής πολυτέλειας της εποχής.
Εξαίρεση στην απογευματινή αυτή συνήθεια των παιδιών δε θα μπορούσε βέβαια να αποτελέσει η Στιλούδα. Όπως καθόταν, μαζεμένη και θλιβερή στην ακρούλα της, κρατούσε κι αυτή κάποιο φαγώσιμο κι έτρωγε εναλλάξ μια μπουκιά ψωμί και μια από το άλλο φαγώσιμο. Και όλα συνέχιζαν το ρυθμό τους μέχρι που έγινε η μεγάλη αποκάλυψη, επακολούθησε ο μεγάλος χαμός και ο μεγάλος διασυρμός της Στιλούδας και η αιτία των μεγάλων τύψεων που με κατατρέχουν μέχρι σήμερα.
Ένα παιδί κάποια στιγμή διαπίστωσε ότι η Στιλούδα στο ένα της χέρι κρατούσε βέβαια μια φέτα ψωμί, αλλά στο άλλο της χέρι δεν κρατούσε τυρί ή κάποιο άλλο φαγώσιμο, αλλά κρατούσε, άκουσον άκουσον, και στο άλλο της χέρι επίσης ένα μικρό κομμάτι ψωμί και το έτρωγε με πολύ μικρές μπουκιές εναλλάξ με τη φέτα του ψωμιού από την οποία δάγκωνε πολύ μεγαλύτερες μπουκιές.
Έγινε, όπως είπα, χαμός μετά τη φοβερή αυτή αποκάλυψη. Το παιδί που την έκανε το έβγαλε αμέσως βούκινο: «Όϊντε, αυτήν’(ι) τρώει ψουμί μι ψουμί αντί να τρώει ψουμί κι τυρί».
Σε λίγο όλο το τσούρμο των παιδιών, με εμένα ανάμεσά τους, είχε μαζευτεί γύρω από τη Στιλούδα χαχανίζοντας και φωνάζοντας και ξαναφωνάζοντας: «Όϊντε, αυτήν’(ι) τρώει ψουμί κι ψουμί. Γιατί, μαρή, τρως ψουμί μι ψουμί;» (είναι πολύ σκληρά τα παιδιά, έμαθα όταν μεγάλωσα πια).
Η Στιλούδα ζάρωσε, μίκρυνε πιο πολύ από ότι ήταν και σίγουρα ευχόταν να άνοιγε η Γη να την καταπιεί. Ήταν ένα θέαμα αξιοθρήνητο, εφιαλτικό με θύτες το σύνολο των παιδιών και θύμα τη φτωχή Στιλούδα. Τέλος όταν ύστερα από ώρα τα γιουχαΐσματα και τα ξεφωνητά άρχισαν να καταλαγιάζουν, κατόρθωσε η Στιλούδα ξέπνοα να ψιθυρίσει: «Ιμείς δεν έχουμι πατέρα στου σπιτ’ να μας αγουράζ’(ι) τυρί κι η μάναμ’ μι δίν’(ι) να τρώου μια φέτα ψουμί κι ένα κουμματούδ’ ψουμί να του τρώου για τυρί».
Νέα χάχανα και νέα «όϊντε» και νέος διασυρμός επακολούθησε μετά τα λόγια της Στιλούδας. Η δύστυχη μικρούλα πιο μαζεμένη από ποτέ σηκώθηκε κι έφυγε και δε θυμάμαι να ξαναφάνηκε στο απογευματινό παιχνίδι των παιδιών της γειτονιάς μου μετά το γεγονός αυτό.
Αργότερα έμαθα ότι κάποιες μάνες όταν δεν είχαν να δώσουν κάτι συνοδό της φέτας του ψωμιού, έδιναν στο παιδί τους μαζί με τη φέτα και ένα μικρό κομματάκι ψωμί και του έλεγαν αυτό να το τρώει λίγο λίγο με μικρές μπουκιές για τυρί, ενώ τη φέτα του ψωμιού να την τρώει κανονικά, όπως τρώνε το ψωμί με μεγάλες μπουκιές!
Η πρώτη μου όμως επαφή με το γεύμα της Στιλούδας «ψωμί με ψωμί» ήταν για μένα μια εμπειρία πρωτόγνωρη για τότε και πηγή, όπως είπα, συνεχών και μεγάλων τύψεων για το σήμερα. Τύψεων για τη βάρβαρη συμμετοχή μου στο διασυρμό της μικρής Στιλούδας, που ήταν λεπτή σα μίσχος λουλουδιού και πονεμένη σα πουλάκι λαβωμένο.
πηγή: 
Παγχαλκιδικός Λόγος, τεύχος 15, Απρίλιος – Μάϊος – Ιούνιος 2013, σελ.31-32.
www.pemptousia.gr
Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο.
   
Σημείωση δική μου:
Στο χωριό μου, κύριε καθηγητά, αυτό που βοηθούσε το ψωμί να κατεβεί σακάτ΄, το λέγαμε προσφάϊ, στο δε λεξικό το είχα βρεί ως:  
"ηδυμιγής -ές, αυτός που έχει αναμιχθεί ευχάριστα, που αποτελεί ευχάριστο μίγμα."
Ηδυμιγές, λοιπόν, το συνοδευτικό του ψωμιού, για να κάνει γλυκό το μίγμα...
Μια αναφορά κάνει και ο Δημητράκος στο "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", στον 7ο τόμο, σελ. 3234α.
Απ' ότι φαίνεται εκεί, η λέξη απαντάται σε επίγραμμα του Λεωνίδα Ταραντίνου (3ος αι. π.Χ.) (στην "Παλατινή Ανθολογία", VII, 736).
Ολόκληρη η φράση είναι:  
"Ηδυμιγής είη χόνδρος εποψίδιος" (εποψίδιος = κατάλληλος να τρώγεται ως συνοδευτικό, ως συμπλήρωμά του ψωμιού)

  Όσο για την ιστορία που διηγηθήκατε, με κάνατε να βουρκώσω...
...και είμαι σίγουρος ότι και ως παιδίατρος  θα είσθε άριστος...

Τα σέβη μου κύριε !
Ι.Β.Ν.