ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

9 Δεκεμβρίου 2015

Τα πτερόεντα δώρα-Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης : Τα πτερόεντα δώρα !

Ξένος του κόσμου και της σαρκός κατήλθεν την παραμονήν από τα ύψη συστείλας τας πτέρυγας, όπως τας κρύπτει θείος άγγελος. Έφερε δώρα από τα άνω βασίλεια, δια να φιλεύση τους κατοίκους της πρωτευούσης. Ήτον ο καλός άγγελος της πόλεως.
Εκράτει εις την χείραν εν άστρον και επί του στέρνου του έπαλλε ζωή και δύναμις και από το στόμα του εξήρχετο πνοή θείας γαλήνης. Τα τρία ταύτα δώρα ήθελε να μεταδώση εις όλους όσοι προθύμως τα δέχονται.
Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσι λέξεις εις άγνωστον γλώσσαν. Ο Άγγελος επήρε τα τρία ουράνια δώρα του και έφυγε τρέχων εκείθεν.
Επήγεν εις την καλύβαν πτωχού ανθρώπου. Ο ανήρ έλειπεν όλην την ημέραν εις την ταβέρναν. Η γυνή επροσπάθει ν’ αποκοιμήση με ολίγον ξηρόν άρτον τα πέντε τέκνα, βλασφημούσα άμα την ώραν που είχεν υπανδρευθή. Τα μεσάνυχτα επέστρεψεν ο σύζυγός της· αυτή τον έβρισε νευρική, με φωνήν οξείαν, εκείνος την έδειρε με την ράβδον την οζώδη και μετ’ ολίγον οι δύο επλάγιασαν, χωρίς να κάμουν την προσευχήν των και ήρχισαν να ροχαλίζουν με βαρείς τόνους. 
Έφυγεν εκείθεν ο Άγγελος.
Ανέβη εις μέγα κτήριον, πλουσίως φωτισμένον. Ήσαν εκεί πολλά δωμάτια με τραπέζας κι επάνω των έκυπτον άνθρωποι, μετρούντες αδιακόπως χρήματα, παίζοντες με χαρτιά. Ωχροί και δυστυχείς, όλη η ψυχή των ήτο συγκεντρωμένη εις την ασχολίαν ταύτην. Ο Άγγελος εκάλυψε το πρόσωπον με τας πτέρυγάς του, δια να μην βλέπη, κι έφυγε δρομαίος.
Εις τον δρόμον συνήντησε πολλούς ανθρώπους, άλλους εξερχομένους από τα καπηλεία, οινοβαρείς και άλλους κατερχομένους από τα χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινάς είδε ν’ ασχημονούν και τινάς ήκουσε να βλασφημούν τον Άη-Βασίλην ως πταίστην. Ο Άγγελος εκάλυψε με τας πτέρυγάς του τα ώτα, δια να μην ακούη, και αντιπαρήλθεν.
Υπέφωσκεν ήδη η πρωία της πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος, δια να παρηγορηθή, εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνον πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις τας χείρας και εις το βάθος αντίκρυσεν ένα άνθρωπον χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως Μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διαφόρους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά, άλλοι μερικοί έψαλλον με πεπλασμένας φωνάς: Τον Δεσπότην και αρχιερέα!
Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρά του – το άστρον το προωρισμένον να λάμπη εις τας συνειδήσεις, την αύραν, την ικανήν να δροσίζη τας ψυχάς και την ζωήν, την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσε τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουρανίας αψίδας...

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/380-04-30-ta-pteroenta-dwra-1907

8 Δεκεμβρίου 2015

Τα Λαλάγκια- Χριστουγεννιάτικο διήγημα !

Τ Α  Λ Α Λ Α Γ Κ Ι Α


— Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Την καρδιά μου σπάραξε!
Η μάνα με την ψυχοπαίδα, δεν είχαν πάρει μεσάνυχτα ακόμη, κ' ήταν ξύπνιες. Εσηκώθηκαν, έβαλαν φωτιά, κι άρχισαν να ψήνουν τα λαλάγκια. Μας πήρε η τσίκνα του λαδιού, που τίκλωσε μέσα το σπίτι. Ακούσαμε και το τσιτσίρισμα του τηγανιού στη φωτογωνιά. Επεταχτήκαμ' από τα στρώματα κ' εμείς τα παιδιά. Ετριγυρίσαμε τη φωτογωνιά γύρω ολόχαρα. Ακαρτερούσαμε λαίμαργα, να ψήση η μάνα τα λαλάγκια, να μας ρίξη κανένα.
— Δεν κάνει, μας έλεγε η μάνα, να κάμετε αρχή, πριν αποψηθούν όλα. Δεν το θέλει κι ο Χριστούλης μας!
Οι ξερές οι λιοπυρίνες ελαμπάδωναν τώρα στη φωτογωνιά, που κάθε τόσο επαραγέμιζε το τζάκι η ψυχοπαίδα. Εξερότριζαν τα σπασμένα λιοκούκουτσα κάτουθε στη σιδεροστιά. Εψιψίριζε, εχόχλαζε μες το βαθουλό τηγάνι το φρέσκο ταγουρόλαδο, ξεροψήνοντας ταφράτα φειδωτά λαλάγκια.  ξερογλυφόμαστε εμείς, τρίβοντας με τα δυο χέρια τα μάτια. Όχι τόσο από τον πυκνό τον καπνό, όσο από την παιδιακήσια μας λιχουδιά. Η μάνα ανακάταιβε το τηγάνι με ταδράχτι. Μας εξάνοιγε καθετόσο μες απ τον καπνό, κ' εχαμογελούσε. Γύριζε πάλι και μας έλεγε χαϊδεφτά,
— Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης μας;
Χαλασμός κόσμου έξω. Εμούγκριζε κάτω δαιμονισμένη η θάλασα. Εκύλαε με διαβολική βουή βουνά θεώρατα τα κύματά της, κ' επάλεβε με τις Τίκλας  τα σιδερένια καταγιάλια. Τα θυμωμένα κύματα, όπως πάντα σε τέτοιες θαλασσοταραχές, εμούγκριζαν κ' εξεθύμαιναν τον οργισμένον τον αφρό τους κάτω στου σπιτιού τα θεμέλια. Φορές φορές, ύστερα από τη βουή που εκύλαε σπορίζοντας το κάθε κύμα, ενιώθαμε να τραντάζη ολόβολο το σπίτι κάτου από τα πόδια μας.
Απάνουθε πάλι ο Ταΰγετος εκατέβαζε κύματα τ' ανεμόχολο. Ετάραζαν τα γιαλιά στα παράθυρα. Εκουφοσφύριζε ο άνεμος στα κλαδιά της μεγάλης μουριάς. Εβογκούσε κ' εγύρεβε να ξεριζώση τις τζαμόπορτες της μπασιάς. Δυο τρία κεραμίδια ξεκόλησαν απάνουθε, κ' επλατάγησαν κάτου στο δρόμο. Μια γλάστρα από την ταράτσα ετινάχτηκε στης αβλής τις πλάκες. Η στέγη απάνου εχοροπηδούσε σαν τρελή. Η καπνοδόχη εκατέβαζε ολοένα τον άνεμο. Έπεφτε κάτου, εσκόρπιζε τις στάχτες, ανέμιζε τον καπνό, τον εστρυφογύριζε μέσα τις κάμαρες, τον ελίχνιζε κ' ετίκλωνε όλο το σπίτι. Οι φλόγες του λυχναριού ελύγιζαν πέρα δώθε, κ' εξεχώριζαν σε διπλές γλώσες γλυκοπράσινες.
Η μάνα περίχαρη και γελαστή, — τι μέρα ξημέρωνε αλήθεια! — ανακάτωνε τα λαλάγκια με τ αδράχτι, να ξεροψηθούν. Κόκινη κόκινη, φουντωμένη, με ροδισμένο το πρόσωπο από τη φωτιά, μας ξάνοιγε μες απ τον καπνό που σήκωναν οι λιοπυρίνες κ' εχαμογελούσε. Έγερνε, μας έβλεπε με μάτια πλημυρισμέν' αγάπη· μας εξανάλεγε χαϊδεφτά,
— Σα δεν το θέλει ο Χριστούλης;
— Τι βραδιά κ' εκείνη, τι βραδιά! Μου τήνε σπάραξε την καρδιά!
Το μικρό τ αδερφάκι ήταν ξεπεταμένο λίγο μα ήταν και μωρουδάκι ακόμα. Ήθελε να χαζέβη δώθε κείθε μέσα το σπίτι, και τ αφίναμ' ελέφτερο. Σαν είδε που ξυπνήσαμ' εμείς, του είπε ο άγγελός του εξύπνησε κι αφτό. Είδε που λείπαμ' εμείς από το στρώμα. Άκουσε και το κακό που γινόταν έξω. Έβαλε τις φωνές. — Μάνα μάνα· πού είσαστε ; μάνα; Επήγε η ψυχοπαίδα μας, που ν άκοβε το πόδι της κάλλιο· τόφερε κι αφτό. Το πήρε η μάνα, τόσφιξε στην αγκαλιά· «πουλάκι μου!», το φίλησε, τόβαλε στην ποδιά της. Άρχισε πάλι να ΄νακατώνη με τ΄αδράχτι τα λαλάγκια, να ξεροψήνωνται. Η ψυχοπαίδα ξεμπρατσαλωμένη ως τον αγκώνα, έπλαθε  μασούρια το ζυμάρι στην πινακωτή. Ύστερα έπιανε τις άκρες, τα δίπλωνε, τους έδινε διάφορα σχήματα, τα βύθιζε μες τ' αναβραστό το λάδι. Το μικρό την έβλεπε μανοιχτά μάτια την ψυχοπαίδα, να βυθίζη στο τηγάνι τα ωμά τα λαλάγκια, σα φείδια κουλουριασμένα κι άλλα σα σταβρουλάκια διπλά. Κάτι του φαινόταν ποιος ξέρει.
Η μάνα προσηλωμένη στ' ανακάτωμα, ούτε που τόβλεπε το παιδί στην ποδιά της. Άξαφνα φωνές, κακό· Παναγιά μου! τρομάρα μου! Χριστούλη μου! ξεφωνητά, ανακατοσούρα. Τα χάσαμ' εμείς τα παιδιά. Τρόμαξε κι ο πατέρας, πήδησε από το κρεβάτι· έτρεξε στη φωτογωνιά λαφιασμένος, δίχως παντούφλες.
Το μικρό τ αδερφάκι, εκατάλαβες, ήθελε να δοκιμάση το μωρό γιατί τάχα η ψυχοπαίδα εβύθιζε τα χέρια στο τηγάνι. Έδοσε μια, πριν το προφτάση η μάνα· άπλωσε απ την ποδιά της, εβύθισε το κατατρυφερό χεράκι του στ' ολόκαφτο το λάδι, που σίδερο νάταν θα τόψηνε.
Για τούτο κάθε χρόνο από τότε, τη νύχτα της παραμονής, μέσα στη μεγάλη μας χαρά που τέτοια μέρα ξημερώνει, θυμόμαστε κ' εκείνη τη βραδιά. Κι αν την ξεχάσουμε κανείς, μα της μανούλας η καρδιά δε λησμονά, τέτοιες λαχτάρες. Χαϊδέβει τα ΄λαφρά σημάδια της φωτιάς στ αγαπημένο χέρι του λεβέντη της, και μας θυμίζει πάντα·
— Τι βραδιά κ' εκείνη, Χριστούλη μου! Μου την έσκισε την καρδιά!
Δόξα νάχης που μου το φύλαξες!..

[1894].

Κ. Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΗ
Μ ο σ κ ι έ ς
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
1898

7 Δεκεμβρίου 2015

Ο Χριστούλης του Ξενόπουλου- H Φάτνη της Βηθλεέμ φεγγοβολεί στην παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα...


Η Φάτνη της Βηθλεέμ φεγγοβολεί στην παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα.
Το μαγικό άστρο, που καθωδήγησε τους Μάγους, λάμπει σταματημένο εκεί από πάνω της. Στις ακτίνές του, που από τα ουράνια φθάνουν ως τη γη σαν τόσες φωτεινές σκάλες, ανεβοκατεβαίνουν Άγγελοι.
Μέσα οι τρεις Μάγοι γονατιστοί προσφέρουν τα δώρά τους σ’ ένα νεογέννητο παιδί, που το κρατεί η μητέρα του στην αγκαλιά της, ενώ οι βοσκοί των αλόγων από πέρα ενώνουν τα τραγούδια τους με τους ύμνους των Αγγέλων.
Ενα βρέφος. Αλλά τι είναι το βρέφος αυτό, που γίνονται τόσα θαύματα και στο κεφαλάκι του αστράπτει ένας φωτοστέφανος;
Είναι ο Θεός, που είχε πάρει τη μορφή ενός βρέφους. Είναι ο Χριστούλης, που σε λίγο θα γίνη Χριστός και, αφού πεθάνη μαρτυρικά για τη σωτηρία των ανθρώπων, θ’ αναστηθή, θ’ αναληφθή, θ’ ανέβη πάλι στον ουρανό, απ’ όπου κατέβηκε, για να μείνη στη γη τριαντατρία μόνο χρόνια, και θα καθίση για πάντα στα δεξιά του Πατέρα του.
Δεν σημαίνει λοιπόν τίποτε, αν σήμερα μας παρουσιάζεται σαν ένα νεογέννητο παιδί στην αγκαλιά της μητέρας του. Το βρέφος αυτό είναι ο Θεός μας, κι αν γοτατίσωμε κι εμείς μπροστά του και προσευχηθούμε, θα μας ακούση ο Χριστούλης σαν να 'ταν κιόλας ο μεγάλος Χριστός...
Ας μπούμε λοιπόν στη λαμπρή Φάτνη, που βλέπομε με τη φαντασία μας, όπως την είδαμε τόσες φορές σε άγιες εικόνες η στα παιδιάτικα όνειρά μας. Ας γονατίσωμε μπροστά του κι ας τον προσκυνήσωμε. Δεν πειράζει, αν δεν έχωμε να του προσφέρωμε, σαν τους Μάγους, «χρυσόν, λίβανον και σμύρναν». Τα δικά μας δώρα, το ίδιο ευπρόσδεκτα από ένα Θεό, είναι η πίστι μας, η αγάπη μας, η λατρεία μας. Έπειτα ας προσευχηθούμε, ας του ζητήσωμε να μας δώση, ο,τι ποθούμε περισσότερο.
Αλλά τι νάναι αυτό το ποθητό;
Μας το λένε οι ῎Αγγελοι με τον ύμνο τους :
«Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
Ναί, αυτό θα ζητήσωμε και μείς από τον νεογέννητο Χριστούλη: να ξαναφέρη στη γη την ειρήνη,που τόσο καιρό τώρα λείπει μακριά. Καί θα τον παρακαλέσωμε τόσο θερμά, ώστε να μας εισακούση.

Γρηγόριος Ξενόπουλος
«Η Διάπλασις των Παίδων» 
Πηγή: Αναγνωστικό Ε´ Δημοτικού 1957


6 Δεκεμβρίου 2015

Ο Άγιος Νικόλαος

Βιογραφία
Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους και έδρασε την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284 - 304 μ.Χ.), Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Αλλά ο Νικόλαος, εμπνεόμενος από φιλάνθρωπα συναισθήματα, διέθετε την περιουσία του για να ανακουφίζει άπορα, ορφανά, φτωχούς, χήρες, στενοχωρημένους οικογενειάρχες. Ένας μάλιστα, θα διέφθειρε τις τρεις κόρες του, προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Νικόλαος, μυστικά σε τρεις νύκτες εξασφάλισε την προίκα των τριών κοριτσιών, αφήνοντας 100 χρυσά φλουριά στην κάθε μία. Έτσι, οι τρεις κόρες αποκαταστάθηκαν και γλίτωσαν από βέβαιη διαφθορά.
Στην συνέχεια αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο, λόγω όμως της ξεχωριστής αρετής του τιμήθηκε, χωρίς να το επιδιώξει, αρχικά με το αξίωμα του Ιερέα στα Πάταρα και συνέχεια με το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Μύρων. Από τη θέση αυτή καθοδηγούσε με αγάπη το ποίμνιό του και ομολογούσε με παρρησία την αλήθεια. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τους τοπικούς άρχοντες και ρίχτηκε στη φυλακή.
Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μάλιστα έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, όπου ξεχώρισε για τη σοφία και την ηθική του τελειότητα.
Ο Άγιος Νικόλαος ήταν προικισμένος και με το χάρισμα της θαυματουργίας με το οποίο έσωσε πολλούς ανθρώπους και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του το 330 μ.Χ. Για παράδειγμα όταν κάποτε κινδύνευσε κάποιος στη θάλασσα - λόγω σφοδρών ανέμων - και επικαλέστηκε το όνομα του αγίου σώθηκε και μάλιστα ενώ βρισκόταν στη μέση του πελάγους βρέθηκε αβλαβής στο σπίτι του. Το θαύμα έγινε αμέσως γνωστό στην Πόλη και ο λαός προσήλθε αμέσως σε λιτανεία και αγρυπνία προκειμένου να τιμήσει το θαυματουργό Άγιο.
Περί των Ιερών Λειψάνων του Αγίου

Ο τάφος του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική του Μπάρι, ανοίχθηκε αναγκαστικά το 1953 μ.Χ., κατά την διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, την νύκτα της 5ης προς 6ης Μαΐου. Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε επιτροπή από τον Πάπα, με Πρόεδρο τον τότε Ρωμαιοκαθολικό Αρχιεπίσκοπο του Μπάρι Ερρίκο Νικόδημο, στην οποία ανατέθηκε η κανονική αναγνώριση των λειψάνων του τάφου. Παράλληλα ο αναγνωριστικός έλεγχος και η καταμέτρηση των οστών ανατέθηκε στον Καθηγητή της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι Λουΐτζι Μαρτίνο και τον βοηθό του Γιατρό Αλφρέντο Ρουγγίερι.
Τα Λείψανα μέσα στη λάρνακα έπλεαν σέ ένα διαυγές, άχρωμο και άοσμο υγρό, το οποίο είχε βάθος τρία περίπου εκατοστά. Η εξέταση του υγρού αυτού από τα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Μπάρι απέδειξε, ότι επρόκειτο για καθαρό νερό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς! Η έρευνα απέδειξε, ότι το υγρό αυτό προήρχετο από τις μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστέων!
Η τρίτη ιστορικά ανακομιδή έγινε την νύκτα της 7ης προς 8ης Μαΐου 1957 μ.Χ., με σκοπό νέα αναγνώριση, καταμέτρηση, ανατομική και ανθρωπολογική μελέτη, πριν την οριστική κατάθεση στην λάρνακα, μετά το πέρας των αναστηλωτικών εργασιών. Στην ιατρική ομάδα συμμετείχε την φορά αυτή και ο Γιατρός Λουΐτζι Βενέζια. Τα αποτελέσματα της ανθρωπολογικής εξετάσεως των Ιερών Λειψάνων υπήρξαν εντυπωσιακά. Διαπιστώθηκε, ότι ανήκαν σέ ένα και το αυτό άτομο και μάλιστα σε άνδρα που είχε ύψος 1.67 περίπου, τρεφόταν κυρίως με φυτικά προϊόντα και πέθανε σε ηλικία μεγαλύτερη των 70 ετών. Το άτομο αυτό ανήκε στην λευκή Ινδοευρωπαϊκή φυλή.
Η κατάσταση ορισμένων οστών έδειξε ακόμη, ότι το άτομο στο οποίο ανήκαν, πρέπει να είχε υποφέρει πολύ κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης, που του άφησαν σημάδια στην υπόλοιπη ζωή του. Η αγκυλωτική σπονδυλοαθρίτιδα και η διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση, πρέπει να κληρονομήθηκαν από κάποια υγρή φυλακή, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία.
Η ιχνογραφική ανάπλαση του προσώπου, με την μέθοδο της υπερσκελετικής αναπλάσεως των μαλακών μερών της κεφαλής, απέδωσε επίσης θεαματικά αποτελέσματα. Τα σχετικά ιχνογραφήματα που δημοσίευσε ο Καθηγητής Μαρτίνο, βρίσκονται σε συμφωνία με τις παλαιότερες απεικονίσεις του Αγίου, εκείνη της Αγίας Μαρίας της Πρώτης (στη Ρώμη, 8ος ή 9ος αιώνας μ.Χ.) και αυτή του Παρεκκλησίου του Αγίου Ισιδώρου, στον Ναό του Αγίου Μάρκου (στη Βενετία, ψηφιδωτό του 12ου αιώνα μ.Χ.).
Δηλαδή, με τις εξετάσεις των Λειψάνων του Αγίου Νικολάου, πιστοποιήθηκε η γνησιότητά τους, αποδείχθηκε επιστημονικά η μυροβλυσία του και επίσης ότι η πάροδος του χρόνου δεν άμβλυνε την μνήμη των βασικών χαρακτηριστικών της μορφής του, όπως τα διέσωσε η Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση (πρόσωπο ασκητικό, ευγενικό, με αρμονικές αναλογίες, υψηλό και πλατύ μέτωπο, μεγάλα μάτια - ελαφρά βαθουλωτά - έντονα ζυγωματικά, φαλάκρα). 
(Βλ. Αντ. Μάρκου, «Τα Λείψανα του Αγ. Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας και οι ιστορικές τους περιπέτειες»· Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Λευκωσίας, φ. 44/1994, σελ. 98 - 106· αγγλική έκδοση από το Κέντρο Παραδοσιακών Ορθοδόξων Σπουδών Έτνας Καλιφορνίας, 1994).
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τοῖς Μύροις Ἅγιε, ἱερουργὸς ἀνεδείχθης· τοῦ Χριστοῦ γὰρ Ὅσιε, τὸ Εὐαγγέλιον πληρώσας, ἔθηκας τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ λαοῦ σου, ἔσωσας τοὺς ἀθώους ἐκ τοῦ θανάτου· διὰ τοῦτο ἡγιάσθης, ὡς μέγας μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.

5 Δεκεμβρίου 2015

Ο Αγιος Σάββας


Βιογραφία
Ο Άγιος Σάββας καταγόταν από το χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας και ήταν γιος ευσεβών γονέων, του Ιωάννη και της Σοφίας .
Από πολύ νωρίς γνώρισε τις θείες βουλές και αποφάσισε να αφιερωθεί στο μοναστικό βίο. Είχε τόση πίστη που κάποτε μπήκε σε ένα κλίβανο πυρός από τον οποίο βγήκε αβλαβής με τη βοήθεια του Θεού.


Όταν ήταν δεκαοχτώ ετών έφυγε από το μοναστήρι των Φλαβιανών και πήγε στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί κατευθύνθηκε προς την έρημο της Ανατολής για να συναντήσει τον Μέγα Ευθύμιο (βλέπε 20 Ιανουαρίου). Ο Ευθύμιος τον έστειλε σε ένα κοινόβιο, το οποίο διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος (βλέπε 3 Σεπτεμβρίου).


Ο Άγιος Σάββας κατά την παραμονή του στο κοινόβιο έλαμψε λόγω του χαρακτήρα του και των αρετών του. Μάλιστα ήταν τόσο σοβαρός και ηθικός - παρά το νεαρόν της ηλικίας - που προσαγορεύτηκε παιδαριογέροντας από τον Μέγα Ευθύμιο.


Ο Άγιος Σάββας όσο μεγάλωνε τροφοδοτούσε όλο και περισσότερο το πνεύμα του, γι' αυτό και τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Το χάρισμα αυτό το επιστράτευσε στην υπηρεσία των φτωχών και των ασθενών και έτσι επιτέλεσε σημαντικότατα έργα.


Για την αγιότητα της ζωής του και για τη μεγάλη του φήμη, είχε σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων δυο φορές πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, προς το βασιλιά Αναστάσιο και έπειτα προς τον Ιουστινιανό.


Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, το 534 μ.Χ., ανήλθε προς Κύριον εν ειρήνη.
Το 584 μ.Χ., το Λείψανο του Αγίου Σάββα ανακομίσθηκε αδιάφθορο όταν ανοίχθηκε ο τάφος του για να ενταφιαστεί ο Ηγούμενος Κασσιανός. Αρχικά διαφυλάχθηκε στη Μονή του και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κατά την περίοδο των Αραβικών επιδρομών.


Για τον χρόνο άφιξης του στη Βενετία επικρατούν δύο παραδόσεις. Σύμφωνα με την πρώτη το Λείψανο είχε μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου το 1026 μ.Χ. το έκλεψε ο Βενετός ευγενής Πέτρος Centranico (έπειτα Δόγης, 1026 - 1031 μ.Χ.), επί των ημερών του Δόγη Tribunio Menio (982 - 1026 μ.Χ.), το μετέφερε στη Βενετία και το κατέθεσε στο Ναό του Αγίου Αντωνίνου.


Κατά την δεύτερη παράδοση το Λείψανο δεν μεταφέρθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, αλλά διαφυλάχθηκε στον Άγιο Ιωάννη της Άκρας, απ’ όπου μεταφέρθηκε από τούς Γενουάτες στην ανταγωνίστρια της Βενετίας πόλη τους. Το 1257 μ.Χ. οι Βενετοί πέτυχαν να μεταφέρουν το Λείψανο στη Βενετία.
Η παρουσία του Λειψάνου του Αγίου Σάββα στη Βενετία επιβεβαιώνεται από την σχετική ομολογία του Σαββαΐτου Μοναχού Σωφρονίου στον Μητροπολίτη Ρωσίας Άγιο Μακάριο, το 1547 μ.Χ.


Το 1965 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Πατριάρχου Βενεδίκτου, η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία επέστρεψε το Λείψανο στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και φυλάσσεται έκτοτε στη Μονή του.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Tῶν ὁσίων ἀκρότης καὶ ἀγγέλοις ἐφάμιλλος ὡς γὰρ ἡγιασμένος ἐδείχθης ἐκ παιδός, Σάββα ὅσιε. Οὐράνιον γὰρ βίον ἀπελθῶν, πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς, τοὺς πίστει ἐκβοῶντας σοι. Δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Σάββα Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἠμῶν.


http://www.saint.gr/3154/saint.aspx

4 Δεκεμβρίου 2015

Η Αγία Βαρβάρα

Βιογραφία
  Η Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και ήταν κόρη του ειδωλολάτρη Διοσκόρου ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως.

Ο πατέρας της λόγω της σωματικής ωραιότητας της Αγίας, την φύλαγε κλεισμένη εντός πύργου. Δεν γνωρίζουμε που διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες, καθώς ο πατέρας της ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, λόγος για τον οποίο άλλωστε προσπάθησε να κρατήσει κρυφή την πίστη της στον Τριαδικό Θεό. Ένα τυχαίο περιστατικό, όμως, την πρόδωσε. Ο πατέρας της πληροφορήθηκε από τεχνίτες ότι η Αγία ζήτησε να τις ανοίξουν τρία παράθυρα στον πύργο όπου ήταν έγκλειστη, στο όνομα της Αγίας Τριάδος και, έτσι, βεβαιώθηκε ότι η κόρη του είχε γίνει Χριστιανή.


Εξοργίσθηκε τόσο που την κυνήγησε εντός του πύργου με το ξίφος του για να την φονεύσει. Η Αγία κατέφυγε στα όρη, αλλά ο πατέρας της την συνέλαβε και την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα, Μαρκιανό, κατηγορώντας την για την πίστη της. Όταν ανακρίθηκε, ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, διεπομπέφθη γυμνή στην πόλη και τέλος σφαγιάσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.


Η σύναξη της Αγίας ετελείτο στο μαρτύριο αυτής, στον Βασιλίσκο πλησίον της αγίας Ζηναΐδος.
Τα Λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαφυλάχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ.., οπότε ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη Βενετία, όταν Δόγης ήταν Ο Πέτρος Β’ Orseol (991 – 1009 μ.Χ.). Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν από την Πριγκίπισσα Μαρία Αργυροπούλα, η οποία νυμφεύθηκε τον γιό του Δόγη Πρίγκιπα Ιωάννη. (Σύμφωνα με μέρος των πηγών - Ιωάννη τον Διάκονο και Ανδρέα Δάνδολο - η Μαρία ήταν ανιψιά ή και αδελφή των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η’, όμως το πλέον πιθανό είναι να ήταν μία από τις αδελφές του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’).


Ο Πριγκιπικός Γάμος ευλογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με παρανύμφους τους Αυτοκράτορες. Μάλιστα η παραμονή του ζεύγους στη Βασιλεύουσσα παρατάθηκε μέχρι το 1004 μ.Χ. (εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους).


Στη Βενετία τα Λείψανα της Μεγαλομάρτυρος κατατέθηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Ο Ιωάννης πέθανε από πανώλη στη Βενετία, το 1009 μ.Χ. Μετά τον θάνατό του δύο αδέλφια του, ο Επίσκοπος του Τορτσέλλο Όρσο και η Φιληκίτη, Ηγουμένη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επίσης στο Τορτσέλλο, πέτυχαν την μεταφορά των Λειψάνων στη Μονή αυτή, όπου παρέμειναν μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ.


Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν και πάλι στο Ναό του Αγίου Μάρκου κατά την περίοδο των Ναπολεοντίων Πολέμων, όπου και σήμερα φυλάσσονται. Πάντως μέρος τους παρέμεινε και στη Μονή του Τορτσέλλο. Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η Κάρα της Αγίας μεταφέρθηκε στο Μοντεκοτίνι της Ιταλίας, όπου σήμερα φυλάσσεται, όπως και το μέρος των Λειψάνων που φυλάσσεται στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ριέτι.


Επίσης, κατά το 12ο αιώνα μ.Χ., μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930 μ.Χ., όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.
Την 1η Ιουνίου 2003 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς την Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή της Βενετίας και τον Επίσκοπό της Άγγελο Scolla, δόθηκε μέρος των Λειψάνων της Αγίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Το Λείψανο παραλήφθηκε με τις δέουσες τιμές από τον Γενικό Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας Επίσκοπο Φαναρίου Αγαθάγγελο και κατατέθηκε στο ομώνυμο Προσκύνημα του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής.
Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες Αγία προστάτις πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828 μ.Χ. όπου και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση στη συνέχεια γεύματος όπου έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυρβολητές.


Στη Ορθόδοξη εικονογραφία η Αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται πολλές φορές μ’ ένα ποτήριο στο χέρι όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι την θεία κοινωνία. Συχνά τη συναντούμε κοντά σ΄ έναν πύργο (με τρία παράθυρα) ή κρατώντας ένα βιβλίο (για τους ετοιμοθάνατους) ή ένα κλαδί φοίνικα.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Βαρβάραν τὴν Ἁγίαν τιμήσωμεν· ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε, καὶ ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐξ αὐτῶν, βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ ἡ πάνσεμνος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύση πρεσβεύειν, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ, ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε, τὰ τῶν εἰδωλων ἔλιπες σεβάσματα· μέσον δὲ τοῦ σκάμματος, ἐναθλοῦσα Βάρβαρα, τυράννων οὐ κατέπτηξας, ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον, μεγαλοφώνως μέλπουσα ἀεί, Τριάδα σέβω τὴν μίαν θεότητα.


3 Δεκεμβρίου 2015

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο...

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο
Μια φορά και έναν καιρό, το δάσος ήταν σε μεγάλη αναταραχή. Από νωρίς το απόγευμα, οι σοφοί γερο-κέδροι κουνούσαν τα κεφάλια τους ανήσυχοι και μιλούσαν για παράξενα πράγματα. Είχαν ζήσει στο δάσος πολλά, πολλά χρόνια· αλλά ποτέ δεν είχαν δει τόσο εντυπωσιακές εικόνες, σαν αυτές που έβλεπαν τώρα στον ουρανό, επάνω στους λόφους και στο κοντινό χωριό.
«Σας παρακαλούμε, πείτε και σ’ εμάς τι βλέπετε» είπε ένα μικρό κλήμα· «εμείς που δεν είμαστε τόσο ψηλά όσο εσείς, δε μπορούμε να δούμε αυτά τα θαυμαστά πράγματα. Περιγράψτε τα και σ’ εμάς, για να μάθουμε κι εμείς».
«Έχω ενθουσιαστεί τόσο πολύ», είπε ο ένας κέδρος, «που δε μπορώ να μιλήσω. Όλος ο ουρανός φαίνεται σα να έχει πάρει φωτιά, και τα αστέρια φαίνονται να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα· άγγελοι κατεβαίνουν από τον ουρανό στη γη και πηγαίνουν στο χωριό ή μιλούν με τους βοσκούς επάνω στους λόφους».
Το κλήμα άκουγε εντυπωσιασμένο, χωρίς να μιλάει. Τέτοια πράγματα δεν είχαν συμβεί ποτέ ξανά και έτρεμε από τη χαρά του. Ο πιο κοντινός του γείτονας ήταν ένα μικροσκοπικό δεντράκι, τόσο μικρό που πολύ δύσκολα μπορούσε να το δει κάποιος· έστω κι έτσι όμως ήταν ένα πολύ όμορφο δεντράκι και τα κλήματα, οι φτέρες, τα βρύα και οι άλλοι ταπεινοί κάτοικοι του δάσους το αγαπούσαν πολύ.
«Πόσο θα ήθελα να δω τους αγγέλους!» αναστέναξε το δεντράκι, «και πόσο θα ήθελα να δω τα αστέρια να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα! Πρέπει να είναι πολύ όμορφα.»
Καθώς το κλήμα και το δεντράκι έλεγαν αυτά τα λόγια, οι κέδροι παρακολουθούσαν με αυξημένο ενδιαφέρον τις υπέροχες σκηνές επάνω και πέρα από τα όρια του δάσους. Τώρα νόμιζαν ότι άκουσαν μουσική, και δε λάθεψαν, επειδή σύντομα όλη η ατμόσφαιρα γέμισε με τις πιο γλυκιές μουσικές που ακούστηκαν ποτέ επάνω στη γη.
«Τι όμορφη μουσική!» φώναξε το δεντράκι. «Αναρωτιέμαι από πού να έρχεται.»
«Οι άγγελοι τραγουδάνε» είπε ένας κέδρος, «επειδή μόνο οι άγγελοι μπορούν να φτιάξουν τόσο όμορφη μουσική».
«Αλλά και τα αστέρια τραγουδάνε» είπε ένας άλλος κέδρος. «Ναι, και οι βοσκοί στους λόφους άρχισαν κι αυτοί και πραγματικά, τι παράξενα λαμπρό τραγούδι είναι αυτό!»
Τα δέντρα άκουγαν το τραγούδι, αλλά δεν καταλάβαιναν τι έλεγε· φαινόταν σαν ύμνος, και έλεγε για ένα Παιδί που γεννήθηκε· αλλά δεν καταλάβαιναν περισσότερα. Το παράξενο και λαμπρό τραγούδι συνέχισε όλη τη νύχτα· και όλη αυτή τη νύχτα οι άγγελοι πήγαιναν και ερχόταν και οι βοσκοί μιλούσαν με τους αγγέλους και τα αστέρια χόρευαν και τραγουδούσαν ψηλά στον ουρανό. Και είχε σχεδόν ξημερώσει, όταν οι κέδροι φώναξαν: «Έρχονται στο δάσος! Οι άγγελοι έρχονται στο δάσος!»
Και, πολύ γρήγορα, βγήκαν αληθινοί. Το κλήμα και το δεντράκι φοβήθηκαν πολύ και παρακάλεσαν τα πιο παλιά και πιο δυνατά δέντρα να τα προστατεύσουν. Αλλά οι κέδροι φοβόταν και οι ίδιοι και δεν πρόσεχαν τις φωνούλες του ταπεινού κλήματος και του μικρού δέντρου. Οι άγγελοι έφτασαν στο δάσος, τραγουδώντας τον ίδιο λαμπρό ύμνο για το Παιδί, και τα αστέρια τραγουδούσαν σε αρμονία μαζί τους, μέχρι που κάθε σπιθαμή του δάσους γέμισε με αυτό το θαυμαστό τραγούδι. Δεν υπήρχε τίποτε στην εμφάνιση των αγγέλων για να φοβηθεί κανείς· ήταν όλοι ντυμένοι στα λευκά και είχαν στέμματα επάνω στα ξανθά τους κεφάλια και άρπες στα χέρια τους· και τα όμορφα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν αγάπη, ελπίδα, φιλανθρωπία, συμπόνια και χαρά και η παρουσία τους στο δάσος έμοιαζε να το γεμίζει με θεϊκή ειρήνη. Οι άγγελοι έφτασαν έτσι μέχρι εκεί που ήταν το μικρό δεντράκι και μαζεύτηκαν τριγύρω του, το ακούμπησαν με τα χέρια τους και φίλησαν τα κλαδιά του και τραγούδησαν ακόμη πιο γλυκά από πριν. Και το τραγούδι τους ήταν για το Παιδί, το Παιδί, το Παιδί που γεννήθηκε. Τότε και τα αστέρια κατέβηκαν από τους ουρανούς και χόρεψαν και κρεμάστηκαν από τα κλαδιά του δέντρου και τραγούδησαν και αυτά το ίδιο τραγούδι — το τραγούδι για το Παιδί. Και όλα τα άλλα δέντρα και τα κλήματα, οι φτέρες και τα βρύα παρακολουθούσαν με ανοιχτό το στόμα· επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα πράγματα και γιατί το δεντράκι άξιζε αυτών των τιμών.
Όταν ήρθε το πρωί οι άγγελοι έφυγαν από το δάσος — όλοι εκτός από έναν άγγελο που παρέμεινε πίσω και στεκόταν κοντά στο δεντράκι. Τότε τον ρώτησε ένας κέδρος: «Γιατί έμεινες μαζί μας, άγιε άγγελε;» Και ο άγγελος αποκρίθηκε: «έμεινα για να προσέχω αυτό το δεντράκι, επειδή είναι ευλογημένο και δεν πρέπει τίποτε να το βλάψει».
Το μικρό δεντράκι ένιωσε ανακούφιση με αυτή τη δήλωση και σήκωσε ψηλά το κεφάλι του, με πιο πολλή σιγουριά από πριν. Και πώς αναπτύχθηκε και μεγάλωσε, δυνάμωσε και ομόρφυνε! Οι κέδροι έλεγαν πως δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο. Ο ήλιος έριχνε γενναιόδωρα τις πιο καλές του ακτίνες επάνω στο δεντράκι, ο ουρανός άπλωνε την πιο γλυκιά δροσιά γύρω του και οι άνεμοι έπνεαν απαλά και τραγουδούσαν τα πιο όμορφα τραγούδια τους όταν έφταναν κοντά του. Ποτέ δεν το απείλησε κίνδυνος· επειδή ο άγγελος δεν κοιμόταν — όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα ο άγγελος παρακολουθούσε το δεντράκι και το προστάτευε από όλα τα κακά. Μερικές φορές τα δέντρα συζητούσαν με τον άγγελο· φυσικά δεν καταλάβαιναν πολλά από όσα τους έλεγε, επειδή μιλούσε συνέχεια για το Παιδί που έμελλε να γίνει ο Κύριος· και πάντα, όταν τα έλεγε αυτά, χάιδευε το δεντράκι, τα κλαδιά του και τα φύλλα του και τα δρόσιζε με τα δάκρυά του. Και ήταν όλα τόσο παράξενα που κανένας στο δάσος δεν καταλάβαινε.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, με τον άγγελο να φροντίζει το μικρό δέντρο. Μερικές φορές, κάποια ζώα το πλησίαζαν με σκοπό να καταβροχθίσουν τα τρυφερά του φύλλα· άλλες φορές πλησίαζαν ξυλοκόποι με σκοπό να το κόψουν· κι άλλες φορές η ζεστή ανάσα του ξηρού αέρα που ερχόταν από το νοτιά απειλούσε το δάσος και τα πράσινα φύλλα: ο άγγελος όμως τα κρατούσε μακρυά από το δεντράκι. Κι έτσι, μεγάλωσε και δεν ήταν πια ένα δεντράκι, αλλά η περηφάνεια και η δόξα του δάσους.
Μια μέρα, το δέντρο άκουσε κάποιον που ερχόταν από το δάσος. Μέχρι τώρα, όταν πλησίαζαν άνθρωποι, ο άγγελος ήταν κοντά του. Τώρα όμως στεκόταν μακρυά, κάτω από τους κέδρους.
«Αγαπημένε άγγελε» φώναξε το δέντρο, «δεν ακούς τα βήματα αυτού που πλησιάζει; Γιατί έφυγες;»
«Μη φοβάσαι» είπε ο άγγελος, «επειδή αυτός που έρχεται είναι ο Κύριος».
Ο Κύριος ήρθε στο δέντρο και το ακούμπησε. Έβαλε τα χέρια Του στο λείο κορμό του και στα κλαδιά του και το δέντρο ανατρίχιασε από μία παράξενη αίσθηση απόλαυσης. Μετά έσκυψε και φίλησε το δέντρο και, γυρνώντας προς τα πίσω, έφυγε.
Πολλές φορές μετά από αυτό, ο Κύριος ξαναήρθε στο δάσος και όταν ερχόταν, πάντα έφτανε μέχρι εκεί που βρισκόταν το δέντρο. Ξεκουράστηκε πολλές φορές από κάτω του, απόλαυσε τον ίσκιο του φυλλώματός του και άκουσε τη μουσική του ανέμου, καθώς φυσούσε ανάμεσα στα κλαδιά του. Πολλές φορές κοιμήθηκε εκεί, με το δέντρο να Τον παρακολουθεί και το δάσος να μένει ακίνητο και σιωπηλό. Και ο άγγελος παρέμενε εκεί κοντά σαν πιστός φρουρός.
Κάποτε ήρθαν και άλλοι άνθρωποι μαζί με τον Κύριο στο δάσος και κάθησαν μαζί Του στον ίσκιο του δέντρου και συζήτησαν για πράγματα που το δέντρο δεν καταλάβαινε· μόνο άκουγε για αγάπη, φιλανθρωπία και πραότητα και έβλεπε ότι ο Κύριος ήταν αγαπητός και σεβαστός στους άλλους. Τους άκουσε να λένε για την καλωσύνη Του και την ταπεινότητά Του, πως θεράπευε τους αρρώστους και ανάσταινε τους νεκρούς και ευλογούσε όλους όπου πήγαινε. Και το δέντρο αγάπησε τον Κύριο για την ομορφιά και την καλωσύνη Του· και χαιρόταν όταν ήταν στο δάσος. Και τα άλλα δέντρα χαιρόταν, επειδή κι αυτά αγαπούσαν τον Κύριο. Και ο άγγελος ήταν πάντα εκεί κοντά.
Ο Κύριος ήρθε μία νύχτα μόνος στο δάσος με το πρόσωπο χλωμό από την αγωνία και υγρό από τα δάκρυα και γονάτισε και προσευχήθηκε. Το δέντρο Τον άκουσε και το δάσος έμεινε ακίνητο, όπως όταν έρχεται ο θάνατος. Και όταν ήρθε το πρωί, ο άγγελος είχε φύγει.
Υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στο δάσος. Από παντού ακουγόταν φωνές και ήχοι σπαθιών και τσεκουριών. Εμφανίστηκαν ξένοι άνθρωποι που φώναζαν, έβριζαν και απειλούσαν και το δέντρο τρόμαξε. Φώναξε τον άγγελο, αλλά αυτός δεν ήρθε.
«Όχι», φώναξε το κλήμα, «ήρθαν να καταστρέψουν το δέντρο, την περηφάνεια και τη χαρά του δάσους!»
Το δάσος ταράχτηκε, αλλά μάταια. Οι ξένοι άνθρωποι χτυπούσαν τα τσεκούρια τους με δύναμη και το δέντρο έπεσε στο έδαφος. Έκοψαν και τα όμορφα κλαδιά του και τα πέταξαν τριγύρω και το μαλακό του φύλλωμα το πήραν οι άνεμοι.
«Με σκοτώνουν!» φώναξε το δέντρο, «γιατί δεν είναι εδώ ο άγγελος να με προστατέψει;»
Αλλά κανένας δεν άκουσε τις φωνές του, κανένας εκτός από τα άλλα δέντρα του δάσους που έκλαιγαν. Τότε οι άνδρες έσυραν το γυμνό δέντρο μακρυά από το δάσος και τα άλλα δέντρα δεν το ξαναείδαν.
Αλλά ο βραδινός άνεμος που φύσηξε από την πόλη του μεγάλου βασιλιά εκείνο το βράδυ τους είπε πως ένας σταυρός σηκώθηκε σε ένα λόφο — το δέντρο, πάνω στο οποίο βρισκόταν το σώμα του νεκρού Κυρίου.

1884.
Μετάφραση: Απόστολος Τσομπανόπουλος

2 Δεκεμβρίου 2015

Να! ο Γέροντας Πορφύριος που είδαμε στο Άγιο Όρος !

Άλλο ενα θαύμα του γέροντα !
Στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης» η μοναχή Πορφυρία αναφέρει μία θαυμαστή εμφάνιση και ένα μεγάλο θαύμα του μακαριστού γέροντος Πορφυρίου που αποδεικνύουν ότι η ζωή συνεχίζεται μετά θάνατον και διδάσκουν ότι ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα, διότι ο Θεός είναι Πανάγαθος και Παντοδύναμος. 
Μεσημέρι, δύο η ώρα, βρίσκομαι στην Πλατεία Αγίων Αναργύρων Αθηνών. Είμαι σταματημένη στο φανάρι προς Αθήνα. Με πλησιάζει ένας κύριος.
-Μενίδι, σας παρακαλώ, πάμε;
-Όχι! Του απάντησα, δεν προλαβαίνω.
Όντως δεν προλάβαινα, γιατί τρείς η ώρα έπρεπε να παραδώσω το ταξί στον Πειραιά.
Ο κύριος στεκόταν μπροστά μου περιμένοντας να περάσει άλλο ταξί. Κάτι μέσα μου μου έλεγε να τον εξυπηρετήσω. Του έκανα νόημα να έρθει. Μόλις μπήκε στο ταξί αναφώνησε: «Δεν είναι δυνατόν!» Και παίρνει τη φωτογραφία του Γέροντα Πορφυρίου στα χέρια του και τη φιλάει. Την στιγμή εκείνη έχει ανάψει το φανάρι και έστριβα το τιμόνι προς Μενίδι. Ήθελα να του πάρω από τα χέρια τη φωτογραφία, μα όταν τον είδα με τι λαχτάρα τον κοιτούσε, ντράπηκα για τη σκέψη μου.
-Τον γνωρίσατε, με ρώτησε.
-Όχι, από τα βιβλία του τον γνώρισα και τον αγαπώ πάρα πολύ.
-Θέλεις, κοπέλα μου, να σου πω πώς τον γνώρισα εγώ;
-Και βέβαια θέλω, του είπα με χαρά.
-Άκου, η γυναίκα μου ήταν άρρωστη βαριά, είχε καρκίνο. Οι γιατροί μας έδωσαν τρεις μήνες το πολύ ζωή. Εκείνη τη χρονιά ο γιος μου ο μεγάλος τελείωνε το Λύκειο. Και μας ανακοίνωσε πως έχει κανονίσει με άλλα δέκα παιδιά, συμμαθητές του, να πάνε στο Άγιον Όρος για μια εβδομάδα. Είπαμε εντάξει. Τα παιδιά έφυγαν.
Στο μεταξύ η γυναίκα μου χειροτέρεψε. Ο γιατρός που την παρακολουθούσε μας είπε πως το τέλος ήταν κοντά. Τον ρωτήσαμε με αγωνία: «Γιατρέ, τι μπορούμε να κάνουμε, να της δώσουμε λίγη ζωή ακόμη;». «Θα κάνουμε ένα χειρουργείο ακόμη και ο Θεός βοηθός!» μας απάντησε. Εγώ συμφώνησα, η γυναίκα μου αντέδρασε, γιατί ήθελε να περιμένουμε να γυρίσει το παιδί.
Ο γιος μου γύρισε τόσο ευτυχισμένος, τόσο χαρούμενος, που έτσι δεν τον είχαμε δει ποτέ. Μας διηγιόταν πόσο όμορφα ήταν εκεί, πόσο εγκάρδια τους υποδέχθηκαν οι μοναχοί, πόση γαλήνη ένιωσαν μεσ' στην ψυχή τους. Τόσο πολύ ένιωσε την παρουσία του Θεού, που είχε ξεχάσει πως η μητέρα του ήταν άρρωστη. Τη θυμήθηκε, όταν παρουσιάστηκε μπροστά τους ο Γέρων Πορφύριος. Μας είπε για τον Γέροντα Πορφύριο θαυμαστά πράγματα, που μας φαίνονταν απίστευτα.
-Συγνώμη, αυτά που λέτε πότε γίνανε; τον διέκοψα.
-Αυτό συνέβη το 1996.
Όλα τα παιδιά καθόντουσαν κάτω από ένα δένδρο, μιλούσανε και γελούσανε, όταν ξαφνικά είδανε έναν καλόγερο να τα πλησιάζει. Σηκώθηκαν, του φίλησαν το χέρι και ο Γέροντας άρχισε να τους μιλάει προσφωνώντας κάθε παιδί με το όνομά του. Όπως καταλαβαίνεις, τα παιδιά απόρησαν, πού ήξερε τα ονόματά τους και τα οικογενειακά τους. Στο γιο μου είπε: «Πες της μαμάς σου να μην κάνει χειρουργείο, είναι καλά!». «Την ξέρετε;». «Την ξέρω, όλους σας ξέρω!». «Ποιος είστε;» τον ρώτησε. «Είμαι ο Γέροντας Πορφύριος», είπε και έφυγε.
Στο γυρισμό από το Άγιο Όρος, σταμάτησαν στην Ουρανούπολη, σε ένα φαρμακείο να πάρουν ασπιρίνες, γιατί τους πείραξε η θάλασσα και ζαλίστηκαν. Μπαίνοντας στο φαρμακείο είδαν την φωτογραφία του Γέροντα Πορφυρίου και είπαν: «Να ο Γέροντας Πορφύριος που είδαμε στο Άγιο Όρος!». Μόλις το άκουσε η φαρμακοποιός, σάστισε.
«Συγνώμη, παιδιά, είδατε αυτόν τον Γέροντα στο Άγιο Όρος;». «Ναι, τώρα από εκεί ερχόμαστε». «Είστε σίγουροι;». «Βέβαια, είμαστε σίγουροι, αφού μιλήσαμε μαζί του. Και μάλιστα απορήσαμε πού ήξερε τα ονόματά μας και τα οικογενειακά μας. Όταν τον ρωτήσαμε ποιος είναι, μας είπε πως ήταν ο Γέροντας Πορφύριος». «Παιδιά, είμαι σίγουρη ότι τον είδατε, όμως ... Μην τρομάξετε μ'αυτό που θα σας πω ... Ο Γέροντας πέθανε πριν από πέντε χρόνια!» Τα παιδιά έπαθαν σοκ! «Αδύνατον!» της είπαν, «αφού μιλήσαμε!».
Και εγώ και η γυναίκα μου πιστέψαμε πως κάποιον άλλον είδαν, που τον έλεγαν κι αυτόν Πορφύριο και του έμοιαζε. Άλλωστε όλοι οι καλόγεροι μοιάζουν μεταξύ τους. «Δεν με πιστεύετε, ε; Τέλος πάντων, εμένα μου είπε να μη πας για χειρουργείο, είσαι καλά», είπε το παιδί στην μητέρα του.
Σε δύο μέρες μπήκαμε στο νοσοκομείο. Την επομένη το πρωί θα γινόταν το χειρουργείο. Η ώρα του χειρουργείου έφτασε και, ενώ εγώ περίμενα απ' έξω με αγωνία, ξαφνικά, βλέπω τη γυναίκα μου να βγαίνει. Έτρεξα κοντά της: «Τι έγινε;». «Δεν κάνω χειρουργείο, είμαι καλά!». Από πίσω της βγήκε και ο γιατρός. «Τι έγινε, γιατρέ;». «Δεν ξέρω, δεν θέλει να χειρουργηθεί!». «Σας είπα, είμαι καλά!». «Κορίτσι μου, τρελάθηκες;». Την πήρα αγκαλιά και προσπαθούσα να την πείσω, πως πρέπει να γίνει η εγχείρηση. «Σου είπα νιώθω καλά, κάντε μου εξετάσεις και θα δείτε ότι είμαι καλά, το νιώθω!». «Ωραία!» είπε ο γιατρός, «ας μην την πιέσουμε, αφού νοιώθει καλά». «Δεν με πιστεύετε; Ωραία! Κάντε μου εξετάσεις για να πειστείτε».
Πράγματι έγιναν οι εξετάσεις. Την επόμενη μέρα μας ήρθαν και οι απαντήσεις.
Εδώ ο κύριος πήρε μια βαθιά ανάσα.
-Τι έδειξαν οι απαντήσεις;
-Πως ποτέ δεν την άγγιξε η αρρώστια! Οι γιατροί να βλέπουν τις παλιές εξετάσεις και τις καινούργιες και να έχουν τρελαθεί! Δεν μπορεί, θα πρέπει να μπερδεύτηκαν με άλλες, θα ξανακάνουμε αύριο, έλεγαν απορημένοι.
Ωστόσο ήρθε ο γιος μου, που βλέποντας τους γιατρούς μπερδεμένους με τις εξετάσεις, μου λέει.
-Γιατί δεν πιστεύεις αυτά που μου είπε ο Γέροντας Πορφύριος στο Άγιο Όρος;
Τότε πετιέται ένας γιατρός:
-Τι είπες; Ο Γέροντας Πορφύριος τι σου είπε;
-Πως η μαμά μου είναι καλά και να μην κάνει χειρουργείο!
Ο γιατρός έβγαλε από την τσέπη του τη φωτογραφία του Γέροντα Πορφυρίου.
-Αυτόν είδες, αγόρι μου, στο Άγιο Όρος;
-Ναι, Αυτόν!
-Οι εξετάσεις είναι σωστές! Η γυναίκα σας είναι καλά, μπορείτε να φύγετε και τώρα μάλιστα! Ετοιμαστείτε!
Στη γυναίκα μου οι γιατροί είχαν δώσει τρεις μήνες το πολύ ζωή. Έχουν περάσει δύο χρόνια και είναι μια χαρά, πιο καλά από ό,τι ήταν πριν την αρρώστια. Γι'αυτό αγαπούμε πάρα πολύ τον Γέροντα Πορφύριο. Έχουμε πάει και στο Μοναστήρι του πολλές φορές. Και όποτε έχουμε δυσκολίες, εκείνος μας στηρίζει.
Η αφήγηση του κυρίου για ένα ακόμη θαύμα του Γεροντάκου μου, μου έδωσε μεγάλη χαρά. Το μόνο που ψέλλισα, καθώς κατέβαινε ο κύριος, ήταν «ευχαριστώ». 


http://www.agiameteora.net/index.php/thavmata/2704-thavmasti-emfanisi-kai-megalo-thayma-tou-ger-porfyriou.html


http://agiabarbarapatras.blogspot.gr/

http://panagiaalexiotissa.blogspot.com/2013/05/blog-post_2210.html#ixzz2T57iaM00

Tο ναυάγιο τα Χριστούγεννα του 1864, που έκανε μεγάλη φουρτούνα με χιονιά»-Πολύ συγκινητικο ! ! !

Καπετάνιος Αγιογράφος
Του Φώτη Κόντογλου
Σαν σήμερα Χριστούγεννα, στα 1864, έκανε μεγάλη φουρτούνα με χιονιά. Στ᾿ αγριεμένο πέλαγο δεν φαινότανε πουθενά πανί. Μοναχά ένα μικρό καίκι πάλευε με το χάρο ανοιχτά από την Τήνο. Ήτανε ενός καπετάν Γιώργη απο τη Νάξο, φορτωμένο κρασιά από τη Σαντορίνη. Όλη τη μέρα αγαντάριζε στον αγέρα, μα σαν σκοτείνιασε, ο βοριάς σκύλιαξε κ᾿ έσπασε τ᾿ άρμπουρο, έβγαλε και το τιμόνι από τα βελόνια. Οι άνθρωποι προφτάξανε και ρίξανε τη βάρκα στη θάλασσα και μπήκανε μέσα. Δεν είχανε αλαργάρει ως μια τουφεκιά τόπο, και βούλιαξε το καίκι. Τη βάρκα την άρπαξε το μπουρίνι και την πήγαινε όπου ήθελε μέσα στην πίσσα της νύχτας. Οι τρεις νοματέοι που βρισκόντανε μέσα, ήτανε ο καπετάν Γιώργης κι᾿ άλλοι δυό γεμιτζήδες, σε ελεεινή κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο με κείνον τον χιονιά, πουντιασμένοι από το τάντανο, δίχως καμμιάν ελπίδα πως θα γλυτώνανε.
Πιάσανε και κλαίγανε σαν τα μωρά, και τάξανε κ᾿ οι τρεις να πάνε να καλογερέψουνε, αν λάχαινε να γλυτώσουνε. Κι᾿ ο Θεός άκουσε τις φωνές που τον παρακαλούσανε γιατί βγαίνανε σαν του Ιωνά μέσα από καρδιές απελπισμένες, και κεί που δεν ξέρανε που βρισκόντανε, σαν ξημέρωσε, είδανε πως ο καιρός καλωσύνεψε ανέλπιστα, και πως βρισκόντανε κοντά στη Σύρα. Ήβγανε γεροί όξω και τους μαζέψανε κάτι ψαράδες, δεν αρρώστησε κανένας. Καθίσανε δυό τρεις μέρες στη Σύρα, κ᾿ είπανε πως έχουνε χρέος να κάνουνε το τάξιμό τους. Πουλήσανε τη βάρκα, και με κείνα τα λεφτά μπαρκάρανε, και πήγανε ίσια στ᾿ Άγιον Όρος και γινήκανε κ᾿ οι τρεις καλογέροι, δίχως να ειδοποιήσουνε τα σπίτια τους πως γλυτώσανε, αφού είπανε πως είναι πιά πεθαμένοι για τον κόσμο. Ο καπετάν Γιώργης πήγε κι᾿ ασκήτεψε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, κ᾿ έφταξε σε μεγάλα μέτρα, με προσευχή, με νηστεία και με σκληρή κακοπάθηση του κορμιού, τόσο, που ξακούστηκε η αγιοσύνη του σ᾿ όλο το Όρος. Έμαθε και την τέχνη κοντά σ᾿ έναν γέροντα μάστορα, κ᾿ έγινε σπουδαίος αγιογράφος.
Η γυναίκα του τον είχε για πνιγμένον κ᾿ έκανε κάθε χρόνο τα κόλυβά του. Δεν έμαθέ πως γλύτωσε και πως καλογέρεψε ο άντρας της. Μαυροφόρεσε αυτή και τα δυό παιδιά της τα πιο μεγάλα, γιατί το μικρό ήτανε μωρό βυζανιάρικο.
Κι᾿ ο καπετάν Γιώργης, που γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δεν θέλησε να μάθει τίποτα για το σπίτι του, μην τύχει και τον νικήσει η αγάπη των παιδιών του. Αλλά σαν περάσανε δυό τρία χρόνια, δυνάμωσε η ψυχή του με τη θεία χάρη κ᾿ ήθελε να βγεί για λίγον καιρό από το Όρος, όπως βγαίνανε κι᾿ άλλοι πατέρες για ελέη, και να πάγει στη Νάξο να δεί τα παιδιά του και τη γυναίκα του, δίχως να φανερωθεί. Μάλιστα, σαν διάβασε το συναξάρι τ᾿ άγιου Γιάννη του Καλυβίτη, που ήτανε μοναχογυιός κι᾿ αρχοντόπουλο, και πήγε κρυφά και καλογέρεψε, και για να πονέσει ακόμα πιο πολύ η καρδιά του για την αγάπη του Χριστού, πήγε στο πατρικό το σπίτι του κ᾿ έκανε τον υπηρέτη δίχως να τον ξέρουνε οι γονιοί του, κι᾿ έτσι παράδωσε το πνεύμα του στο Θεό, σαν διάβασε λοιπόν ο πάτερ Γεράσιμος τούτη τη συγκινητική την ιστορία, αποφάσισε σίγουρα να πάγει στη Νάξο.
Πήρε λοιπόν την ευχή από τον γέροντά του, και μπήκε σ᾿ ένα καίκι και τον έβγαλε στην Πάρο. Εκεί κάθισε κανένα μήνα, κ᾿ επειδής είχε πάρει μαζί του και τα σύνεργα της ζωγραφικής, ζωγράφισε και καμπόσα εικονίσματα που του παραγγείλανε. Καί τόση ήτανε η ευλάβειά του κ᾿ η σεβασμιότητα που είχε το παρουσιαστικό του, που ξακούστηκε στα γύρωθε νησιά πως τα εικονίσματα που ζωγράφιζε ήτανε «έθαρμα», γιατί δεν έτρωγε λάδι παρά έβαζε μονάχα λίγο, με του φτερού την άκρη, στο φαγητό του την Κυριακή που δεν δούλευε, κ᾿ έτρωγε και το ψωμί με μέτρο, και το νερό ακόμα πούπινε. Τα γόνατά του ήτανε πληγωμένα από τις μετάνοιες που έκανε όλη τη νύχτα, κι᾿ ο ύπνος του ήτανε μοναχά μια δυό ώρες, και τον έπαιρνε καθιστός απάνω στο σεντούκι πούχε τα εργαλεία του, είτε πλαγιαστός απάνω στο χώμα. Κι᾿ από τα λιγοστά λεφτουδάκια που έπαιρνε για τα κονίσματα που έκανε, για τη συντήρησή του ξόδευε τα πιο λίγα, και τ᾿ άλλα τάδινε κρυφά στους φτωχούς.
Πήγανε λοιπόν από τη Νάξο δυό τρεις ευλαβείς χριστιανοί και τον παρακαλέσανε να πάγει και στο νησί τους. Καί δεν τον γνωρίσανε, γιατί είχε αλλάξει ολότελα το πρόσωπό του από τα γένεια κι᾿ από τα μαλλιά κι᾿ από τη μεγάλη εγκράτεια, και πιο πολύ από την αγιοσύνη. Καί κείνος χάρηκε πολύ, και σαν βρέθηκε μοναχός του έκλαψε και φχαρίστησε τον Θεό, γιατί ήτανε φανερό πως θέλημά του ήτανε να πάγει στην πατρίδα του να δοκιμαστεί η πίστη του «ως χρυσός εν χωνευτηρίω».
 Βγήκε λοιπόν στη Νάξο, έξη χρόνια από τότε που γίνηκε καλόγερας. Οι θεοφοβούμενοι χριστιανοί κατεβήκανε και τον πήρανε από τη βάρκα, κι᾿ ο καθένας ήθελε να τον πάρει στο σπίτι του, για νάχει την ευλογία του. Πλην ο Χριστός έδειξε πάλι πως τον θεωρούσε στερεόν στην πίστη του και ήρθανε τα πράγματα τέτοιας λογής, ώστε να τον βάλουνε οι πιτρόποι της εκκλησίας σ᾿ ένα κελλί που ήτανε αντίκρυ στο σπίτι του.
Δεν περάσανε δυό τρεις μέρες και πήρε παραγγελιά να ζωγραφίσει κάμποσες εικόνες, κ᾿ έπιασε και δούλευε. Τη μέρα ήτανε κλεισμένος στο κελλί του και δεν κύταξε καθόλου από το παράθυρο. Μοναχά τη νύχτα, σαν ανάβανε τη λάμπα στο σπίτι του, καθότανε στα σκοτεινά δίχως να τον βλέπουνε, και κύτταζε μέσα τη χήρα τη γυναίκα του και τα παιδιά του μαυροντυμένα, που καθόντανε στο τραπέζι για να φάνε. Τότες τρέχανε σαν βρύσες τα μάτια του, κ᾿ έπεφτε σε προσευχή και παρακαλούσε τον Θεό να τον βαστάξει με το δυνατό χέρι του για να μην λυγίσει, ώστε να βγάλει πέρα τούτον τον μεγάλον αγώνα που ήτανε παραπάνω απ᾿ όσο μπορεί να αντέξει άνθρωπος. Γονάτιζε, κ᾿ έκλαιγε γονατιστός. Έλεγε το ψαλτήρι κ᾿ η καρδιά του σα νάθελε να βγεί από το στήθος του, σαν περιστέρι να πετάξει.
 Πού να πετάξει; στο σπίτι του η στο Θεό, που είπε «όποιος αγαπά πατέρα η μητέρα η γυναίκα η παιδιά περισσότερο από εμένα, αυτός δεν είναι άξιός μου; Κ᾿ έλεγε με κλάψιμο: «Έως τίνος θήσομαι οδύνας εν τη καρδία μου, ημέρας και νυκτός; Επίβλεψον, εισάκουσόν μου, Κύριος ο Θεός μου. Φώτισον τους οφθαλμούς μου, μήποτε υπνώσω εις θάνατον μήποτε είπη ο εχθρός μου: Ίσχυσα προς αυτόν. Κύριε, εν σοι ρυσθήσομαι από πειρατηρίου, και εν τω Θεώ μου υπερβήσομαι τείχος. Συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με. Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σού ουκ απεκρύβη. Πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ᾿ εμέ διήλθον. Τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς, και πετασθήσομαι, και καταπαύσω; Ο Θεός, την ζωήν μου εξήγγειλά σοι, έθου τα δάκρυά μου ενώπιόν σου. Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι. «Ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ του θανάτου, τους οφθαλμούς μου από δακρύων, τους πόδας μου από ολισθήματος. Εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου». Κι᾿ από τον πολύν αγώνα τον έπαιρνε ο ύπνος κατά τα ξημερώματα. Κι᾿ άνοιγε τα μάτια του κ᾿ έβλεπε τη μέρα που γλυκοχάραζε και στάλαζε ειρήνη στην καρδιά του, σαν νάτανε άλλος άνθρωπος. Έβαζε με τον νού του το θρήνο που έκανε τη νύχτα, κ᾿ έλεγε με σιγανή φωνή: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός, και εις το πρωί αγαλλίασις. Κύριος εγεννήθη βοηθός μου. Έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί· διέρρηξας τον σάκκον μου και περιέζωσάς με ευφροσύνην».
Έτσι περνούσανε οι μέρες. Καί δυνάμωνε η ψυχή του, τόσο, που απορούσε και δόξαζε τον Θεό. Γιατί έφταξε να καλημερίζει τ᾿ αγοράκι του που έβγαινε το πρωί από το σπίτι του να πάγει να δουλέψει σ᾿ ένα τσαγκαράδικο, και το μικρό το κοριτσάκι του που ήτανε βυζανιάρικο τον καιρό που θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στο κελλί του και του φιλούσε το χέρι και κουβεντιάζανε μαζί. Ήτανε τότε ως έξη χρονών και το λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπόν η Καλλιοπίτσα, στον παπού, και τούδινε κρύο νερό από τη στέρνα, και σαπούνιζε και τις βρούτσες που ζωγράφιζε, και δεν ήθελε να φύγει από κοντά, σα νάνοιωθε πως την τραβούσε το αίμα. Καί κεί που μιλούσανε, ώρες ώρες γύριζε ο Πάτερ Γεράσιμος το πρόσωπό του και σφούγγιζε τα μάτια του, κ᾿ έλεγε πάλι: «Κτηνώδης εγενήθην παρά σοι· καγώ διαπαντός μετά σού», ήγουν: «Σαν τ᾿ αναίσθητο το ζώο γίνηκα για σένα, Θεέ μου, μα εγώ παντοτινά είμαι μαζί σου».
Μιά μέρα χτύπησε η πόρτα του κελλιού του, και σαν άνοιξε, βλέπει μπροστά του τη γυναίκα του. Καί σαν νάτανε από πέτρα κι᾿ όχι άνθρωπος με κορμί, δεν απόδειξε τίποτα, κι᾿ ούτε ταράχτηκε στο παραμικρό. Καί κείνη δεν τον γνώρισε ολότελα, και του λέγει: «Καλή μέρα, γέροντα», και φίλησε το χέρι του. Καί κείνος της λέγει: «Ο Θεός να σε ευλογεί, τέκνο μου». Καί σαν μπήκανε μέσα, κάθισε ο Πάτερ Γεράσιμος στο σκαμνί του, και κείνη κάθισε ντροπαλή και πικραμένη στο σεντούκι. Καί θέλοντας να μιλήσει η κακομοίρα δάκρυσε. Η γυναίκα που δεν τον γνώρισε τον άντρα της, δάκρυσε, και κείνος που τη γνώρισε, δεν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα απόδειξε, παρά καθότανε με χαροποιό πρόσωπο, σαν τους μάρτυρες την ώρα που τους καίγανε και που ξεσκίζανε τα κορμιά τους. Λέγει του η γυναίκα δακρυσμένη:
«Ήρθα, γέροντα να σε παρακαλέσω να μου φτιάξεις μιάν εικόνα τ᾿ άγιου Γιώργη, σε μνημόσυνο του μακαρίτη τ᾿ αντρός μου, που πνίγηκε ανήμερα τα Χριστούγεννα πριν από έξη χρόνια». «Μετά χαράς», λέγει ο καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μα δεν είναι καλό να κλαίς, γιατί βαραίνεις την ψυχή του. Είσαι χήρα γυναίκα, δεν θέλω τίποτα για τον κόπο μου». Η γυναίκα τούκανε μετάνοια κ᾿ έφυγε. Την άλλη μέρα πρωί πρωί ο Πάτερ Γεράσιμος έβαλε μπροστά την εικόνα. Όσον καιρό τη δούλευε, τα μάτια του τρέχανε σαν βρύσες, οι μπογιές με τα δάκρυα ήτανε ζυμωμένες. Στο απάνω μέρος ζωγράφισε τον άγιο Γιώργη αρματωμένον και θλιμμένον καβάλλα στ᾿ άλογο, κι᾿ από κάτω το θεριό λαβωμένο από το κοντάρι του, κ᾿ η βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ᾿ έμοιαζε την Καλλιοπίτσα. Καί στο κάτω μέρος χώρισε ένα μέρος, και ζωγράφισε ένα καράβι που βούλιαζε, και τρεις ναύτες που θαλασσοπαλεύανε μέσα στ᾿ άγρια τα κύματα, κ᾿ έγραψε: «Το ναυάγιον». Καί σε μια γωνιά έγραψε πάλι τούτα τα λόγια: «Υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του δούλου του Θεού Γεωργίου Αντρή ον περ κατέπιε υδατόστρωτος τάφος, εν έτει 1864, μηνί Δεκεμβρίω 25». Κι᾿ από κάτω έγραψε «Διά χειρός Γερασίμου μοναχού του αμαρτωλού. Έτος 1870».
Ύστερα από κανέναν μήνα, ο Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε από τη Νάξο για να γυρίσει στο Όρος. Περνώντας από τη Σύρα έγραψε στη γυναίκα του πως έμαθε από έναν άλλον καλόγερα πως ο Καπετάν Γιώργης ζεί και πως είναι στο Όρος, και πως να στείλει εκεί πέρα το γυιό της τον μεγάλο, για να του δώσει τις παραγγελιές του. Σαν γύρισε πίσω στη σκήτη της μετανοίας του, πήρε ένα γράμμα από το γυιό του πως σε λίγες μέρες θα πήγαινε να τον ανταμώσει. Κατέβηκε στη Δάφνη και τον περίμενε. Σαν βγήκε από τη βάρκα, τον καλωσόρισε ο Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε και κουβεντιάζανε για τη Νάξο, για το σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτούσε το παιδί: «Πότε θάρθει, γέροντα, ο πατέρας μου;» Καί κείνος τούλεγε: «Πήγε ως του Ξηροποτάμου, κι᾿ όπου νάνε θάρθει». 
Πάλι σε λίγο ξαναρωτούσε: «Πότε θάρθει, γέροντα, ο πατέρας μου;» Όπου σε μια στιγμή, τον πήρανε τα δάκρυα τον γέροντα, και λέγει του παιδιού του: «Εγώ είμαι, παιδί μου, ο πατέρας σου, εγώ ήμουνα μια φορά ο καπετάν Γιώργης. Μα θάμουνα πνιγμένος αν δε με γλύτωνε ο Θεός, κ᾿ έταξα να γίνω καλόγερας. Τώρα εσύ δεν είσαι ορφανό, μα εγώ είμαι πιά πεθαμένος για τον κόσμο. Έτσι θέλησε ο Παντοδύναμος που είπε πως θαν αφήσει γονιούς και παιδιά και γυναίκα όποιος τον αγαπά. Γενηθήτω το θέλημά του».

Από το περιοδ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ»
έτος β´, τόμος Δ´, τεύχος 45,
Χριστούγεννα 1949


1 Δεκεμβρίου 2015

Η βόμβα που δεν έσκασε μπροστά στην Αγία Τράπεζα στον πόλεμο του 1940 !

Η βόμβα που δεν έσκασε μπροστά στην Αγία Τράπεζα στον πόλεμο του 1940 
«Αυτό το οποίο θα σας πω τώρα έγινε την πρώτη Κυριακή του Δεκέμβρη: 
Ήταν και η τελευταία μου μέρα στο μέτωπο, γιατί κατά το μεσημέρι τραυματίστηκα. Ξημερώνοντας, λοιπόν, η Κυριακή μάς βρήκε να κατεβαίνουμε μια πλαγιά, στην οποία είχαμε φτάσει απ’ την προηγούμενη μέρα.
Όλο το Σάββατο ο παππούλης [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] εξομολογούσε και μας είπε, όσοι ήθελαν, μπορούσαν να κοινωνήσουν την άλλη μέρα. Το Σύνταγμά μας θα έμπαινε σε καινούργιες μάχες. Σαν ξημέρωσε, το χιόνι είχε πάψει να πέφτει. Μερικοί στρατιώτες είχαν στολίσει με ελάτια και αγριορύκια, τα οποία είχαν κόψει από ένα χωριό, το μέρος στο οποίο θα έμπαινε η Αγία Τράπεζα. Το μάτι κουραζόταν να βλέπει αυτήν την απέραντη λευκότητα. Ο διοικητής, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες, όλοι συγκεντρωθήκαμε όσο μπορούσαμε ο ένας κοντά στον άλλον. Τα ψαλσίματα αντιλαλούσαν στα γύρω υψώματα. 
Είχε προχωρήσει η Λειτουργία αρκετά, όταν ακούσαμε ξαφνικά τον βόμβο πολλών αεροπλάνων και φάνηκαν σε λίγο στο βάθος καμιά πενηνταριά. Δεκαεπτά από τα δεξιά μας, είκοσι από πίσω μας, δώδεκα κατ΄ ευθείαν πάνω μας. Ξαπλωθήκαμε όλοι αμέσως, σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος, μέσα στο χιόνι. Οι αναπνοές μας σταμάτησαν. Έλεγες πως σταμάτησαν και οι καρδιές μας. 
Η Λειτουργία φυσικά διεκόπη. Έσβησαν απότομα τα ψαλσίματα. Έσβυσε και το θυμιατό. Οι βόμβες όργωναν γύρω μας το παχύ στρώμα του χιονιού. Σφύριζαν και βογγούσαν από πάνω μας σαν μανιασμένα τεράστια φίδια του ουρανού κι έσκαζαν με τον συνηθισμένο φοβερό τους κρότο που ξεκούφαινε. Φαίνεται πως μας είχαν καταλάβει, γιατί πρώτη φορά επέμεναν τόσο πολύ να ξεφορτώσουν συγκεντρωμένες τις βόμβες. 
Ξαφνικά ένα τρομερό βουητό, σα να σηκώθηκε απότομα δυνατός αέρας, σίφουνας σωστός, μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε, καθώς ήμασταν χωμένοι μέσα στο χιόνι. Μια τεράστια βόμβα στρίγγλισε πάνω από τα κεφάλια μας και σφηνώθηκε μέσα στο χιόνι μπροστά, μα ακριβώς μπροστά στην Αγία Τράπεζα, χωρίς να σκάσει. Αν έσκαζε θα μας έκανε κομμάτια. Θα σκότωνε ποιος ξέρει πόσους από εμάς, καθώς ήμασταν μαζεμένοι ο ένας κοντά στον άλλον. Αυτή ήταν και η τελευταία βόμβα την οποία έριξαν. Θα νόμισαν πως μας έκαναν σμπαράλια και σηκώθηκαν και έφυγαν… 
Πήραμε μια βαθειά ανάσα όλοι μαζί που ακούστηκε σαν στεναγμός. Σηκώσαμε σιγά τα κεφάλια μας περιμένοντας να αντικρύσουμε νεκρούς και τραυματίες. Να δούμε το χιόνι κοκκινισμένο από αίμα συντρόφων μας, κορμιά λιωμένα και σκορπισμένα απ’ τις βόμβες που έσκασαν. Ο καθένας μας δεν πίστευε πώς και ο ίδιος ήταν γερός. Κουνούσαμε τα χέρια μας και τα ποδάρια μας για να νοιώσουμε αν ήταν κολλημένα στο κορμί μας. Δεν είχαμε το θάρρος να σηκωθούμε ακόμη εντελώς όρθιοι. Έβλεπες ένα γύρω να φυτρώνουν σαν μανιτάρια μονάχα κεφάλια κι άκουγες ερωτήματα γεμάτα απορία: Ζεις, ωρέ Θανάση; Ζεις, Σταμάτη, και συ ζεις; Είσαι καλά; Ολόκληρος; Και συ Δημητρό; Ο ένας δεν μπορούσε να πιστέψει για τον άλλον πως ζούσε. 
Πρώτος σηκώθηκε ο ιερέας. Τον είδαμε πώς σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έκανε το σταυρό του. Κύτταξε γύρω του ερευνητικά και φώναξε δυνατά: 
- Σηκωθείτε όλοι να ευχαριστήσουμε το Θεό. Ζούμε όλοι. Δόξα τω Θεώ. 
Όπως ορμούσαμε στη μάχη, σαν μας έδιναν το σύνθημα, έτσι πεταχτήκαμε όλοι πάνω με αλαλαγμούς χαράς. Ούτε μια μύτη δεν είχε ανοίξει κανενός. Το χιόνι ήταν λευκό, κατάλευκο, χωρίς μια σταγόνα αίμα. Ολόγυρά μας μόνο ήταν γεμάτο λάκκους, πιτσιλισμένο με χώματα και πέτρες. Όλοι γονατιστοί συνεχίσαμε τη Λειτουργία. Θαύμα, μεγάλο θαύμα, έλεγαν όλοι». 
(Ελένη Κούκκου, στο: Δημακοπούλου Θεοδώρου, ο Πατήρ Αχίλλειος Παπαθανασόπουλος (1891-1975), στο «Η μητέρα μας Εκκλησία» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 347-350)