ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

12 Δεκεμβρίου 2023

Από το χριστόξυλο στο χριστουγεννιάτικο δέντρο !

Από το χριστόξυλο στο χριστουγεννιάτικο δέντρο !


 Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι ένα έθιμο ιδιαίτερα διαδεδομένο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Κάθε χρόνο, κάθε σπίτι στήνει το δικό του δέντρο, ένα φυσικό ή τεχνητό έλατο, και το στολίζει με λαμπιόνια και πολύχρωμα στολίδια. Πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκε σαν σύμβολο το χριστουγεννιάτικο δέντρο, που στολίζουμε κάθε χρόνο; Από πού προέρχεται το έθιμο; Πότε ήρθε στην Ελλάδα; Τι συμβολίζει το αστέρι στην κορυφή και τι η φάτνη στη ρίζα του; Γιατί σε κάποια μέρη στολίζουν «ένα καραβάκι»; Τι είναι το «χριστόξυλο»;

Οι πρόγονοι του Χριστουγεννιάτικου δέντρου μπορούν να αναζητηθούν στα ειδωλολατρικά έθιμα της λατρείας των δέντρων. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η παράδοση να στολίζονται δέντρα ή κομμάτια δέντρων υπήρχε σε όλες τις θρησκείες από την αρχαιότητα. Τα δέντρα μεταφέρονταν μέσα στα σπίτια και οι άνθρωποι τα στόλιζαν, για να εξασφαλίσουν καλή σοδειά τον επόμενο χρόνο. Πολύ πριν από την έλευση του Χριστιανισμού φυτά και δέντρα, που παρέμεναν πράσινα όλο το χρόνο, είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους ανθρώπους μέσα στο χειμώνα. Οι αρχαίοι λαοί κρεμούσαν αειθαλή κλαδιά πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρά τους, γιατί πίστευαν ότι κάτι τέτοιο κρατάει μακριά μάγισσες, φαντάσματα, κακά πνεύματα και ασθένειες.

Πολλοί αρχαίοι πίστευαν ότι ο ήλιος ήταν ένας θεός και ότι ο χειμώνας ερχόταν κάθε χρόνο, επειδή ο θεός ήλιος είχε αρρωστήσει και ήταν αδύναμος. Γι αυτό και γιόρταζαν το ηλιοστάσιο, επειδή αυτό σήμαινε ότι επιτέλους ο θεός ήλιος θα γινόταν καλά. Το χειμερινό ηλιοστάσιο, η μικρότερη ημέρα και η μεγαλύτερη νύχτα του έτους, πέφτει στις 21 προς 22 Δεκεμβρίου. Τα αειθαλή κλαδιά υπενθύμιζαν στους ανθρώπους όλα τα πράσινα φυτά που φυτρώνουν πάλι, όταν ο ήλιος γίνεται ξανά δυνατός την άνοιξη και το καλοκαίρι.

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν το θεό Ρα και τον παρίσταναν με κεφάλι γερακιού και ένα φλεγόμενο δίσκο στο στέμμα του. Στο ηλιοστάσιο οι Αιγύπτιοι γέμιζαν τα σπίτια τους με κλαδιά φοίνικα, που συμβόλιζαν γι’ αυτούς το θρίαμβο της ζωής επί του θανάτου. Στη Βόρεια Ευρώπη οι μυστηριώδεις Δρυίδες, ιερείς των αρχαίων Κελτών, διακοσμούσαν τους ναούς τους με αειθαλή κλαδιά ως σύμβολα της αιώνιας ζωής. Και οι άγριοι Βίκινγκ στη Σκανδιναβία πίστευαν ότι τα αειθαλή φυτά ήταν τα αγαπημένα του θεού του ήλιου.

Οι αρχαίοι Ρωμαίοι γιόρταζαν το ηλιοστάσιο με τα Σατουρνάλια, μία γιορτή προς τιμήν του Κρόνου (Saturn), θεού της γεωργίας και του τρύγου, και γνώριζαν ότι το ηλιοστάσιο σήμαινε πως σύντομα τα αγροκτήματα και τα περιβόλια θα γίνονταν πράσινα και γόνιμα. Για να γιορτάσουν μάλιστα το γεγονός, διακοσμούσαν τα σπίτια και τους ναούς τους με αειθαλή κλαδιά.

Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως η μέρα της Γέννησης του Χριστού. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στη Ρώμη στις 25 Δεκεμβρίου από το 336. Στα Σατουρνάλια  οι Ρωμαίοι στόλιζαν διαφόρων ειδών δέντρα με κεριά και άλλα στολίδια (πιθανότητα καρύδια, φαγώσιμα κ.λ.π.).

 Χριστουγεννιάτικο δέντρο, σκίτσο.

Χριστουγεννιάτικο δέντρο, σκίτσο.

 Η αρχή του εθίμου του χριστουγεννιάτικου δέντρου τοποθετείται στις αρχές του 8ου αι. μ.Χ. και έχει τις ρίζες του στη Γερμανία, σε προχριστιανικούς πολιτισμούς. Την περίοδο αυτή ο Άγιος Βονιφάτιος εξαπλώνει το χριστιανισμό στη Φραγκική αυτοκρατορία. Εγκαθίδρυσε τις πρώτες οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες σε πολλά μέρη της Γερμανίας. Είναι ο άγιος προστάτης της Γερμανίας και αποκαλείται «Απόστολος των Γερμανών».

Το (716) στάλθηκε σε αποστολή στην Φριζία προκειμένου να εκχριστιανίσει τους κατοίκους, το έργο ήταν δύσκολο γιατί έπρεπε να συνεννοηθεί μαζί τους με την παλιά Αγγλική τους διάλεκτο. Εκείνη λάτρευαν την αιωνόβια βελανιδιά, ιερό δέντρο του θεού τους Θωρ πάνω στην οποία έκαναν θυσίες. Θέλοντας να ορίσει στους κατοίκους το τέλος μιας εποχής άρχισε να την πριονίζει, τότε φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και την ξερίζωσε. Αυτό οι Φριζιανοί το θεώρησαν σύμφωνα με τον γνωστό θρύλο ως θαύμα και μεταστράφηκαν ομαδικά στον χριστιανισμό. Στην θέση της αργότερα φύτρωσε ένα έλατο το οποίο οι χριστιανοί καθόρισαν ως το ευλογημένο δέντρο με αποτέλεσμα να το τιμούν στην εορτή γέννησης του Θεανθρώπου.  Έτσι αντικαθιστά τη βελανιδιά, που λάτρευαν οι αρχαίες Γερμανικές φυλές, με το έλατο, που έγινε χριστιανικό και χριστουγεννιάτικο σύμβολο, λόγω του κωνοειδούς, τριγωνικού σχήματός του. Το έλατο έγινε εύκολα αποδεκτό από τους χριστιανούς σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων.

Στους Γερμανούς αποδίδεται και η έναρξη της παράδοσης του χριστουγεννιάτικου δέντρου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Ο μύθος λέει ότι στις αρχές του 16ου αιώνα στη Γερμανία συνδύασαν δύο έθιμα. Το πρώτο ήταν το δέντρο του Παραδείσου, ένα έλατο διακοσμημένο με μήλα, που συμβόλιζε το Δέντρο της Γνώσης στον Κήπο της Εδέμ. Το δεύτερο έθιμο ήταν το Φως των Χριστουγέννων, ένα μικρό πλαίσιο σε σχήμα πυραμίδας διακοσμημένο με γυάλινες σφαίρες, χρυσόχαρτο και ένα κερί στην κορυφή, που ήταν το σύμβολο της γέννησης του Χριστού.

Οι ευσεβείς χριστιανοί έβαλαν διακοσμημένα δέντρα στα σπίτια τους αλλάζοντας τα μήλα με χρυσές σφαίρες από χαρτί και με το Φως τοποθετημένο στην κορυφή του δέντρου δημιούργησαν το δέντρο που γνωρίζουμε σήμερα. Όταν τα δέντρα ήταν λιγοστά, έφτιαχναν πυραμίδες από ξύλο και τις διακοσμούσαν με κλαδιά και κεριά.

Φυσικά στο πέρασμα των αιώνων το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές. Αρχικά το δέντρο-σύμβολο άρχισε να γεμίζει με διάφορα χρήσιμα είδη καθημερινής χρήσης, για να συμβολίσει την ευτυχία, που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού. Σύμφωνα με ερευνητές τα πρώτα στολίδια ήταν συσκευασμένα φαγητά, είδη ρουχισμού ή άλλα χρήσιμα είδη, που στο πέρασμα των χρόνων και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εξελίχθηκαν μόνο σε διακοσμητικά αντικείμενα.

Στην κορυφή του συνήθως τοποθετείται ένα αστέρι, που συμβολίζει το αστέρι της Βηθλεέμ ή ένας άγγελος, που συμβολίζει τις στρατιές των αγγέλων. Στο κάτω μέρος του δένδρου τοποθετείται μία φάτνη, που αναπαριστά το στάβλο, όπου γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος. Στη διάρκεια του 17ου αι. συναντάμε τα δένδρα μπροστά στα σπίτια, διακοσμημένα με φαγώσιμα, ρούχα και άλλα είδη, που συμβολίζουν τα θεία δώρα. Αργότερα το δένδρο πήρε και τη θέση της “Δωροθήκης”, του χώρου δηλαδή όπου τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο.

Μαρτίνος Λούθηρος

Μαρτίνος Λούθηρος

Τα πολυάριθμα λαμπιόνια, που στις μέρες μας κοσμούν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, αντικατέστησαν τα αναμμένα κεριά που παλαιότερα τοποθετούνταν. Ο Μαρτίνος Λούθηρος, Προτεστάντης μεταρρυθμιστής του 16ου αιώνα, ήταν ο πρώτος που έβαλε αναμμένα κεριά στο δέντρο. Περπατώντας προς το σπίτι του ένα χειμωνιάτικο βράδυ θαύμασε τη λάμψη των άστρων μέσα από τα δέντρα. Για να αναπαραστήσει το σκηνικό και για την οικογένειά του, έστησε ένα δέντρο στο κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού του και κρέμασε πάνω στα κλαδιά του αναμμένα κεριά.

Το έθιμο του φωτισμού του δένδρου με κεριά γινόταν αιτία για πολλά ατυχήματα. Έτσι, μέχρι να εφευρεθούν τα ηλεκτρικά φωτάκια, οι προνοητικοί είχαν και έναν κουβά νερό κάτω από το δέντρο για τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Το 1882 το πρώτο ηλεκτρικά φωτισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του κόσμου στολίσθηκε στη Νέα Υόρκη, στην κατοικία του Έντουαρτ Τζόνσον, συναδέλφου του εφευρέτη του ηλεκτρικού λαμπτήρα Τόμας Έντισον.

Στην Ελλάδα πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου ήταν το παραδοσιακό Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης. Χριστόξυλο ονομάζεται το πρώτο ξύλο που θα καεί στο τζάκι την παραμονή των Χριστουγέννων. Κάθε Χριστούγεννα ο πατέρας ή ο παππούς κάθε οικογένειας ψάχνει στα δάση ή στα χωράφια ένα μεγάλο γερό κούτσουρο από πεύκο ή ελιά κυρίως, που θα μπει στο τζάκι, αφού καθαριστεί επιμελώς το τζάκι και η καμινάδα του. Σε κάποιες περιοχές το χριστόξυλο προέρχεται από δέντρο με αγκάθια, όπως η αγριαχλαδιά (γκορτσιά).

Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους. Το βράδυ της παραμονής, λοιπόν, άναβαν το χριστόξυλο με την οικογένεια μαζεμένη γύρω από το τζάκι. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι τα Άγια Θεοφάνια η φωτιά δεν πρέπει να σβήσει, γιατί συμβολίζει τη φωτιά που ζέσταινε το νεογέννητο Χριστό. Έτσι κρατούσαν μακριά από το σπίτι – όπως πίστευαν- τους καλικάντζαρους, ενώ τη στάχτη που μάζευαν έως τα Φώτα τη σκόρπιζαν γύρω από το σπίτι, στα χωράφια και τους στάβλους, γιατί πίστευαν ότι διώχνει το κακό!

Υπάρχει όμως σε πολλά μέρη και μια παραλλαγή του χριστόξυλου, που λέγεται το πάντρεμα της φωτιάς, επειδή αποτελείται από δύο ή τρία ξύλα και όχι ένα. Τα κούτσουρα αυτά έχουν και τους συμβολισμούς τους. Το πρώτο κούτσουρο συμβολίζει το νοικοκύρη, γι αυτό πρέπει να είναι από δέντρο με αρσενικό όνομα π.χ. ο πλάτανος. Το δεύτερο συμβολίζει τη νοικοκυρά του σπιτιού και το ξύλο προέρχεται από δέντρο θηλυκού ονόματος π.χ. η κερασιά. Στις περιοχές που χρησιμοποιούν και τρίτο ξύλο είναι για τον κουμπάρο και είναι από δέντρο διαφορετικό από τα δυο πρώτα. Αυτά τα ξύλα πίστευαν ότι διώχνουν το κακό και τους καλικάντζαρους, γι αυτό η στάχτη τους σκορπιζόταν επίσης γύρω από το σπίτι και στα χωράφια. Η διαδικασία είναι η ίδια με το χριστόξυλο. Από την παραμονή των Χριστουγέννων έως τα Θεοφάνια έπρεπε να είναι αναμμένη η φωτιά. Τοποθετούσαν τα ξύλα σταυρωτά και πάνω στη φωτιά έριχναν κρασί και λάδι, ενώ σε κάποια μέρη έριχναν φυτά που κάνουν θόρυβο όταν καίγονται, για να διώχνουν τα κακά πνεύματα.

Στη νεότερη Ελλάδα το χριστουγεννιάτικο δέντρο εισήγαγαν οι Βαυαροί. Το 1833 στολίστηκε το πρώτο δέντρο στο Ναύπλιο, για να κοσμήσει το παλάτι του Όθωνα και τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα, όπου οι κάτοικοι έκαναν ουρές για να το θαυμάσουν.  Στις 24 Δεκεμβρίου 1843 στήθηκε για πρώτη φορά χριστουγεννιάτικο δέντρο σε ελληνικό σπίτι και συγκεκριμένα στο αρχοντικό του Ναξιώτη Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου, γενικού Προξένου της Ρωσίας στην Αθήνα.

Το έθιμο, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, άργησε να εξαπλωθεί στην χώρα μας. Μόλις την δεκαετία του τριάντα κάποια αστικά σπίτια άρχισαν να στολίζουν χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ μεταπολεμικά το έθιμο διαδόθηκε ταχύτατα τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο χώρα. Μια προσπάθεια να αντικατασταθεί το χριστουγεννιάτικο δέντρο με το ελληνοπρεπέστατο καραβάκι στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα δεν ευοδώθηκε.

 

Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έργο του Σπύρου Βικάτου (1878-1960), Λάδι σε μουσαμά, 77 εκ. x 105 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

Το δέντρο αντικατέστησε το παραδοσιακό καραβάκι, που ταιριάζει περισσότερο στο νησιωτικό χαρακτήρα του λαού μας και σε κάποια νησιά της χώρας διατηρείται ακόμα.

Το στολισμένο καραβάκι είναι ένα ελληνικό έθιμο. Κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων γιορτών, στολιζόταν στα σπίτια και στις πλατείες, πριν από την αντικατάστσσή του από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σύμφωνα με την παράδοση, το καράβι στολιζόταν επειδή οι Έλληνες είχαν δεσμό με τη θάλασσα, ήδη από τα αρχαία χρόνια. Ακόμη, πολλοί ενήλικες και παιδιά εργάζονταν στα πλοία για να φέρουν χρήματα και ψωμί στις οικογένειές τους, ακόμη και τις αργίες. Το καραβάκι προφανώς θα συμβόλιζε, όχι μόνο την προσμονή των παιδιών για αντάμωση με τους συγγενείς τους, αλλά και τη δική τους αγάπη για τη θάλασσα. Παράλληλα, μικρά καραβάκια είχαν τον ρόλο και ενός τιμητικού καλωσορίσματος για τους Έλληνες θαλασσοπόρους που επέστρεφαν στα σπίτια και στις οικογένειές τους, καθώς και τάματος για να είναι ασφαλείς στα άγρια κύματα. Συχνά τα παιδιά που πήγαιναν να πουν τα κάλαντα κρατούσαν μια μινιατούρα- στολισμένο καράβι. Παρόλο που στην Ευρώπη έκαναν την εμφάνισή τους τα χριστουγεννιάτικα έλατα, το καραβάκι άντεξε αρκετές χρονιές, μέχρι το 1933.

 

Επιτραπέζιο Χριστουγεννιάτικο ξύλινο καραβάκι από μπρούτζο και κλαδιά. Το καράβι συμβολίζει την καινούργια πλεύση του ανθρώπου στη ζωή, μετά τη γέννηση του Χριστού. Έθιμο που υποχώρησε με το χρόνο, μπροστά σε αυτό του δέντρου.

Στη Λέσβο το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είναι από έλατο, αλλά από κλαδί ελιάς, το οποίο το στολίζουν με χρυσωμένα πορτοκάλια, καρύδια και διάφορα παιχνίδια. Πολλές φορές όμως αντί για κλαδί ελιάς στολίζουν ξύλινα καραβάκια. Στη Χίο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Όποιες ενορίες επιθυμούν κατασκευάζουν, με βάση μια μακέτα, πολεμικά ή εμπορικά πλοία σε σμίκρυνση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομάδες, που αποτελούν το πλήρωμα κάθε πλοίου, τραγουδούν κάλαντα.

Το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι συνυφασμένο με την νέο-ελληνική παράδοση, αλλά και με το κλίμα των εορτών των Χριστουγέννων παγκοσμίως. Η χρήση του έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, ως μέσο για να στολίσουμε το σπίτι μας ή το χώρο εργασίας, αλλά δεν πρόκειται για ένα «ξενόφερτο έθιμο».

Ο πρόγονος του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένα κλαδί ελιάς. Το συγκεκριμένο κλαδί ονομαζόταν «Ειρεσιώνη» και σχετίζεται με τον Θησέα, την Κρήτη και την αρχαία Αθηνά. Επίσης, λίγοι γνωρίζουν ότι τα σημερινά χριστουγεννιάτικα κάλαντα σχετίζονται με τον ύμνο που έψαλαν τα παιδιά στην αρχαιότητα κατά τα «Πυανέψια», περιφέροντας την «Ειρεσιώνη».

Ωστόσο όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός καταδίκασε το έθιμο ως ειδωλολατρικό και απαγόρευσε την τέλεσή του. Οι Έλληνες όμως που ταξίδευαν πολύ το μετέδωσαν στους Βόρειους λαούς, οι οποίοι λόγο έλλειψης ελαιοδέντρων, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που φύονταν στις περιοχές τους, όπως είναι τα έλατα.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο, λοιπόν αποτελεί ένα έθιμο για πολλούς χριστιανικούς λαούς σε όλο τον κόσμο. Ειδικά στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ένα δέντρο αειθαλές και καταπράσινο πάντα συνδέεται με την καλοτυχία. Παράλληλα με τη δημιουργία παραμυθιών και άλλων εκδόσεων ενισχύθηκε η παρουσία του δέντρου. Σήμερα, περισσότερα από 72 εκατομμύρια δέντρα στολίζονται κάθε Χριστούγεννα σε όλο το χριστιανικό κόσμο και από αυτά 35 εκατομμύρια είναι αληθινά δέντρα, ενώ 37 εκατομμύρια είναι ψεύτικα.

 Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας 

https://argolikivivliothiki.gr/2012/12/14/christmas-tree/

 

9 Δεκεμβρίου 2023

Της γιαγιάς τα παραμύθια !

 Της γιαγιάς τα παραμύθια!

 Μια φορά, γιέ μου, κι έναν καιρό

 βασιλιάς καλός όριζε τόπο μακρινό...

 

 Θυμούμαι ως τώρα τη γιαγιά

 έτοιας λογής ν' αρχίζει

 και σε καιρούς αλλοτινούς 

ο νους τση ν' αρμενίζει.

 

Να μου μιλεί σιργουλευτά 

για κείνα και για τ' άλλα, 

για μαγικά, για έρωτες,

 για φονικά μεγάλα. 

 

  Για βασιλιάδες νιους καλούς 

που κάστρα επατούσαν, 

τσι μάισσες και τα θεριά 

σκοτώναν κι ενικούσαν.

 

  Κι όντεν ο ύπνος ο γλυκύς 

δόξευγε το μυαλό μου, 

στον κόσμο των παραμυθιών

 γύριζ' ο λογισμός μου. 

 

 Έσβησ' ο χρόνος ο κακός

 μαζί με τη χαρά μου, 

τσι ιστορίες τση γιαγιάς

 από τα όνειρά μου. 

 

  Κι έρχουντ' απ' τον παλιό καιρό, 

Θε μου νάταν αλήθεια, 

ώρες αεροφύσημα 

κείνα τα παραμύθια.

 

  Μην κλαις μικρή μου 

και πληγές ανοίγεις μου στα στήθη, 

εμείς οι δυο θα κάνουμε

 τον κόσμο παραμύθι ! ! !

 https://trelogiannis.blogspot.com/2023/12/blog-post_497.html 

6 Δεκεμβρίου 2023

Όσιος Παΐσιος: Η ευλάβεια στις εικόνες – Παραπονέθηκε ο Άγιος Νικόλαος, γιατί τον έβαλε ο μοναχός ανάποδα!

 Όσιος Παΐσιος: Η ευλάβεια στις εικόνες !

Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον. Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει…

Αλλά χωρίς να το προσέξει, την έβαλε ανάποδα… Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, αποκεί, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος… «τακ-τακ-τακ»· δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δώ».

Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα…

Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος…

Ο ευλαβής, ιδιαίτερα, ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα!

Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία.

Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά: 

«Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας;».

«Έχουμε», μου λέει.

«Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της;

«Την φιλάει», μου λέει.

«Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της;».

«Το παιδί της», μου λέει.

«Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».

Από το βιβλίο: «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Β΄»

ΠΗΓΗ

 

4 Δεκεμβρίου 2023

Χριστουγεννιάτικο Φίλημα !

  ΕΣΥ είσαι η ωραία Ελένη που εφίλησε ο Άγγλος αξιωματικός;
― Πού σε ηύρε;
― Σε χωριό μέσα ή σε καμιά δροσερή πηγή;
― Της ξηράς αξιωματικός ήτον ή της θαλάσσης;

Ρωτούσαν η μία κατόπιν της άλλης αι δεσποινίδες της συντροφιάς μας, ζωηραί όλαι και ομιλητικαί κόραι των Αθηνών. Η χωριατοπούλα εχαμήλωνε τα μάτια και δεν απαντούσε.
―Δεν την εφίλησε για να την φιλήσει, αλλά γιατί είναι συνήθεια αυτή του τόπου του, είπεν επί τέλους ο αδερφός της, νεαρός λεβέντης του Μαρουσίου.
―Συνήθεια σε ποια περίσταση; πες μας, Ελένη, επέμεναν εκείναι.
―Αμ’ δεν έχει πολλά λόγια έξω από το σπίτι η Ελένη, πού να πει τόση ιστορία.
―Για να μη σας χαλάσομε το χατίρι, σας τη λέγω εγώ.
―Μπράβο, Γεώργο!
Ήτο γνωστός εις πολλάς κυρίας της συντροφιάς ο Γεώργος, διότι έφερνε εις Αθήνας με το κάρο του το φημισμένο νερό του Μαρουσιού. Και σήμερον οδηγός της εκδρομής ήτον αυτός και είχε φέρει έως εις τον πεύκον του Χωματιανού, όπου εγευματίσαμε, τας προμηθείας μας.Ήτο καυστικότατον απόγευμα του Αυγούστου· ενώ εις την ησυχίαν της εξοχής ετερέτιζαν τα τζιτζίκια, ημείς συναθροισθή­καμε κάτω από το πανάρχαιον πελώριον δένδρον με τους κρεμα­σμένους κλώνους και όλοι εις προσοχήν ηκούαμε την διήγησίν του.
     
                                                                    * * *
 Τον περασμένο χειμώνα πολλά παλικάρια του χωριού συμφωνήσαμε να κατεβούμε στον Πειραιά να ιδούμε το καμαρωμένο μας θωρακωτό τον «Αβέρωφ». Εδιαλέξαμε την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα, γιατί τότε γιορτάζουν τα πλοία και έχουν το ελεύ­θερο να δέχονται οι ναύτες όποιον και αν πάγει. Αρχίσαμε λοιπόν από το φθινόπωρο να κάνομε οικονομίες· σε καφενείο δεν εμβήκαμε, για να πάρει μαζί του άλλος την αδελφήν του, την γυ­ναίκα του ή την μητέρα του.
  Του αγίου Σπυρίδωνα με τον πρώτο λοιπόν σιδερόδρομο εφύγαμε από το Μαρούσι. Εγώ είχα πάρει μαζί μου την Ελένη, το μικρότερό μας κορίτσι, που δεν είχε βγει ποτέ από το χωριό.
  Επροφθάσαμε τη λειτουργία στον Άγιο Σπυρίδωνα· εκεί απαντηθήκαμε και με άλλους Κηφισιώτες, Χαλανδριώτες, Μενιδιάτες και με ένα δυο παιδιά που είχαν έλθει από την Αμερική, και μαζί όλοι εναυλώσαμε μια βάρκα και πήγαμε ίσια εις τον «Αβέρωφ» .
―«Καλώς τ’ αδέλφια!» μας είπαν από το πλοίο οι ναύτες άμα μας είδαν. Μόλις είχε τελειώσει κι εκεί η λειτουργία στο ωραίο εκκλησάκι του πλοίου. Μας επήγαν πρώτα και προσκυνήσαμεν τον Άγιο Σπυρίδωνα και τον Άγιο Νικόλαον, έπειτα μας έφεραν εις την σάλα, όπου κρέμεται η ζωγραφιά του ευεργέτη Αβέρωφ, αυτού που εσυλλογίσθηκε ν’ αφήσει εις το έθνος τέτοιο φρούριο, τέτοιο γοργοκίνητο καράβι.
  Καίει σ’ αυτόν εμπρός καντήλα ασημένια με γλόμπο για μνημόσυνό του. Έπειτα μας επήραν και μας έδειξαν όλα στο καράβι. Επερνούσαμε εμπρός από μια σάλα στολισμένη απ’ έξω με σημαίες Αγγλικές και Ελληνικές. Τι είναι εκεί; ρωτήσαμε.
  Κοιτάξτε, μας είπαν, ελεύθερα. Γιορτάζουν τα Χριστούγεννά τους οι Άγγλοι αξιωματικοί της ναυτικής αποστολής και έχουν στο δένδρο των προσκαλεσμένους και όλους τους δικούς μας. Έσκυψαν περίεργες οι γυναίκες, είδαν να λάμπει ολοστόλιστο το δένδρο, το μεγάλο τραπέζι φορτωμένο με κάθε είδους γλυκίσματα και γύρω γεμάτη η σάλα από χρυσοφορεμένους αξιωματικούς με ποτήρια στο χέρι· έπιναν ο ένας εις υγείαν του άλλου.
―Κοπιάστε μέσα, μας είπε πρόσχαρος ένας απ’ τους Έλληνας αξιωματικούς καθώς ήλθε στην θύραν.
  Δειλά εμβήκαν οι γυναίες, κατόπιν εμείς όλοι. Η Ελένη, πιο μικρή, πιο ντροπαλή, έβλεπε απ’ έξω.
  Τότε ένας ωραίος, υψηλός Άγγλος αξιωματικός με πολλά χρυσά γαλόνια, ήλθε και την επήρε από το χέρι. Να της μιλήσει την γλώσσα της δεν ήξερε· την έφερε εις το δένδρο και κάτι της έδειξεν υψηλά.
  Εκείνη ενόμισε ότι της δείχνει τις δύο αδελφωμένες μικρές σημαίες στην κορυφή του δέντρου, την Ελληνική και την Αγ­γλική, και εσήκωσε το κεφάλι· δεν είδε ένα ανθάκι κρεμα­σμένο στο κλαδί.
  Δεν χάνει καιρό ο αξιωματικός,· την φιλεί στο μάγουλο.
  «Πω! πω! μανούλα μου» ξεφώνισε εκείνη και έκρυψε με τα δυο της χέρια το πρόσωπο. Καθώς ερχόμουν εγώ οπίσω και κρα­τούσα την ομβρέλαν της, του δίδω μ’ αυτήν μια στο πρόσωπο τόσο δυνατά, ώστε έπεσε και στον ώμο του. Όρμησαν οι Έλληνες αξιωματικοί.
―Παλικάρι μου, μου είπαν, τι κάνεις! Είναι έθιμον αυτό του τόπου των.
―Σαν είναι έθιμον του τόπου των, στις Αγγλίδες να το κάνει. Με τι πρόσωπο τώρα θα περπατώ εγώ με τη φιλημένη μου αδελφή!… Την πήρα από το χέρι και εβγήκαμεν έξω· ακολούθησαν και οι άλλοι της συντροφιάς μας.
―Παιδί μου, μου λέγει με καλοσύνη ένας ηλικιωμένος ιδικός μας αξιωματικός που ήλθε έξω μαζί μας· αυτός είναι ο μεγαλύτερος της Αγγλικής αποστολής.
―Λυπάμαι, που το έκαμα. Αλλά δεν ημπορούσα να μη το κάμω.
  Εμβήκε ο ηλικιωμένος αξιωματικός μέσα· σε λίγο έρχεται και με παίρνει από το χέρι.
―Σε γυρεύουν οι Άγγλοι· πάμε.
  Εις την μέσην της σάλας μ’ επερίμενε ο υψηλός Άγγλος με δύο ποτηράκια στο χέρι· ήταν σοβαρός, αλλά διόλου θυμωμένος.
―Έλα, μου λέγει στην γλώσσα του, —ενώ ο ηλικιωμένος αξιωματικός εξηγούσε― την ημέρα αυτή που γεννήθηκε ο Χριστός για ν’ αδελφώσει τον κόσμον, θέλω να σε φιλήσω. Τις ιδικές σας συνήθειες δεν εγνώριζα… Μ’ εφίλησε, μου έδωσε στο χέρι το ποτήρι και με οδήγησε να σταυρώσομε τα χέρια πριν πιούμε.
     
                                                                              * * *
  ―Εμβάτε να κεράσομε και σας! λέγουν χαρούμενοι οι Έλληνες αξιωματικοί· και αρχίζουν να προσφέρουν εις όλους γλυκό κρασί και γλυκίσματα.
  Τότε ένας από τους αξιωματικούς μας εσήκωσε το ποτήρι και μας είπε:
―Παιδιά, βλέπετε αυτό το ανθουλάκι το κρεμασμένο στο κλαδί του δένδρου; Είναι συνήθεια στην Αγγλία τα Χριστού­γεννα, όποιο κορίτσι βρεθεί κάτω από αυτό, να το φιλούν.
  Ο κύριος απ’ εδώ, μας είπε και μας έδειξε τον Άγγλον αξιωματικόν, όταν έμαθε ότι εξεκινήσατε από τα χωριά σας να έλθετε να ιδείτε το πολεμικό της πατρίδος σας, ενθουσιάσθηκε και, δια να δείξει την συμπάθειάν του εις τον Ελληνικόν λαόν, εφί­λησε την μικρότερη κόρη της συντροφιάς σας, αυτήν που τα χαρα­κτηριστικά της ενθυμίζουν την ευμορφιά των αρχαίων Ελληνίδων.
―Ζήτω του Άγγλου αξιωματικού! εφωνάξαμε όλοι με τα ποτήρια στο χέρι.
  Αλλά φαντασθείτε πόσον εξαφνίσθηκα, όταν ένας απ’ τη συντροφιά μας νέος με ευγενική φυσιογνωμία, εσήκωσε το ποτήρι του και μίλησε σε ελεύθερη αγγλική γλώσσα:
―Ευχαριστούμε τους ευγενείς Άγγλους δια την συμπάθειά των προς τον ελληνικόν λαόν και ευχόμεθα το έργον διά το οποίον ήλθαν εις την πατρίδα μας, να το στέψει η δόξα.
  Επλησίασαν οι Άγγλοι όλοι και του έσφιξαν το χέρι.
  Δεν επερίμεναν να ξεύρει ένας από ημάς τη γλώσσα τους.
  Ο υψηλός αξιωματικός ξεκρέμασε το ανθουλάκι και το κάρ­φωσε στο στήθος της Ελένης, για να της φέρει τύχη, καθώς μας εξήγησαν οι Έλληνες. Έπειτα ένας σημαιοφόρος του «Αβέρωφ», μας επήρε και μας έδειξε όλο το πλοίον. Είδαμε τα κανό­νια, τους πύργους, τα πυροβολεία του επάνω στα κατάρτια.
  Στις μηχανές του, ο νέος που εμίλησε αγγλικά, στάθηκε πολλή ώρα και ρωτούσε και ξέταζε, σαν άνθρωπος που ξεύρει το κάθε τι απ’ αυτές.
  Εφύγαμε βιαστικοί για να φθάσομε τη λιτανεία. Ακολου­θούσαμε και ‘μείς μαζί με όλους την εικόνα του αγίου στην προ­κυμαία, όταν η Ελένη μου λέγει:
―Κοίταξε, πίσω μας έρχονται και οι Άγγλοι αξιωματικοί. Ακολουθούσαν με τους δικούς μας αξιωματικούς και με όλο το ναυτικό.
―Ξεύρεις τι λένε στη γλώσσα τους; την ερωτά γελαστός ο νέος από την Αμερική, που βρέθηκε κοντά μας. Αυτή είναι η φιλημένη!
―Καλά δεν ήθελα εγώ να έλθω μαζί σου… μου παραπονέθηκε η Ελένη. Πουθενά πια δεν θέλω να με πας.
―Να ιδείς που θα πας μακριά όσο δεν φαντάζεσαι, είπεν εκείνος.
     
                                                                           * * *
  Την άλλη μέρα γλυκοχάραζε, με ξυπνά ο πατέρας· τα βουνά γύρω ήσαν χιονισμένα και το κρύο δυνατό.
―Σήκω να πάμε, μου λέει, στην Καλογρέζα να κλαδέψουμε τ’ αμπέλια, να τινάξουμε τις ελιές, μήπως και σκεπάσει κανένα ξαφνικό χιόνι τον κάμπο.
―Πάρετε και την Ελένη, να τις μαζεύει. Ετοίμασε τα καλάθια, της λέγει η μητέρα μου. Φόρτωσε στο ζώο και το πανί που βγάλαμε χτες από τον αργαλειό να το λευκάνεις στο ρέμα· δύσκολα θα στεγνώσει εδώ, αν αρχίσουν χιόνια· θα κόψουμε μεθαύριο τα προικιά της αδερφής σου.
     
                                                                          * * *
    Η Ελένη είχε πλύνει το πανί, αλλά το ποτάμι κατέβαζε πολύ νερό.
   Ως τα γόνατα χωμένη μέσα, προσπαθούσε να το μαζεύσει, αλλά το ρέμα της το έπαιρνε με ορμήν, όταν ένας νέος καλοενδυμένος ήλθε άκρη άκρη στο ποτάμι αντικρύ της και έβγαλε έως κάτω το καπέλο του και την εχαιρέτησε.
―Ποιος είναι αυτός, ρωτά άγριος ο πατέρας.
―Μπα! έκαμα εγώ, είναι ο νέος από την Αμερικήν!
―Τι θέλεις; τον ερωτά εκείνος.
  Εστριφογύρισε, στενοχωρημένος, το καπέλο στα χέρια του και με κοίταξε, σαν να μου γύρευε βοήθεια και είπε:
―Ήλθα να σου ζητήσω την κόρη σου την Ελένη.
―Κοίταξε, του λέγει εκείνος, τ’ αμπέλια, τα ελαιόδενδρα κι εκεί πέρα το χωράφι που πρασινίζει η πατάτα· τα ετοιμάζω προικιά της μεγαλύτερης κόρης μου της Ανθής· καιρό δεν έχω για την μικρή.
―Δεν σου γυρεύω προίκα, πατέρα· την Ελένη, όπως είναι, σου ζητώ.
―Ελένη! εφώναξε δυνατά ο πατέρας την αδελφήν μου που άπλωνε τώρα επάνω στα ξερά κλήματα το πανί σαν μακρύ μακρύ λευκό δρόμο. Άφησε το πανί, πάρε ένα καλάθι με ελιές και κάμποσα κλήματα, ανέβα στο ζώο και πήγαινε γρήγορα στη μάνα σου. Βιάζομαι, πες της, να μας στείλει την σούστα με τον ψυχογιό!
  Υποτακτικά εκείνη τυλίχτηκε με το μαντήλι αργά αργά, επήρε το καλάθι και τα κλήματα, και έσυρε στο δρόμο.
―Πατέρα, του λέγει με παράπονο, ό,τι προικιά κι αν είχες σκοπό να δώσεις στη μικρή σου κόρη πρόσθεσέ τα στα προικιά της μεγαλύτερης και τα φορέματα της Ελένης εγώ θα της τα κάμω.
―Και ποιος είσαι; ρωτά ο πατέρας.
―Είναι ο νέος από την Αμερική, πάλιν λέγω εγώ.
―Φεύγετε και αφήνετε τον τόπο έρημο από χέρια να τον καλλιεργήσουν, γλυτώνετε και το στρατιωτικό…
―Πατέρα, διέκοψε με ευγένειαν ο νέος, το στρατιωτικό δεν θέλουμε να το γλυτώσομε· θα έλθωμεν αμέσως τέλειοι στρατιώτες αν μας χρειασθεί το έθνος· έχομε εκεί απόστρατο λοχία δικό μας και μας γυμνάζει τακτικά. Αλλ’ άκουσε την ιστορίαν μου. Το Γύθειον, η πατρίς μου, είναι ξερότοπος· από μακριά φέρνομε χώμα, δια να φυτέψομε τις ελιές, η πτώχεια μας βασανίζει. Ορφάνεψα από πατέρα δέκα χρόνων, είχα αδελφές μεγαλύτερες· η μάνα μου, αρχόντισσα στους γονείς της, μεγάλη κυρά και στον πάτερα μου, εμποροπλοίαρχον που πνίγηκε νέος, κατοικούσε σε γκρεμισμένο σπίτι. Ποιος θα παντρέψει τις αδελφές μου, εσυλλογίσθηκα· ποιος θ’ αναστήσει την οικογένειάν μου; Και έφυγα στην Αμερική μ’ έναν πατριώτη μας, που με πρόσεξε σαν παιδί του. Και τα ελληνικά γράμματα, όσα ήξευρε, μου τα εξακολού­θησε. Στην Νέα Υόρκη εδούλευα βαριά, άρχισα από λούστρος· έπειτα μ’ επήρε ένας πατριώτης ξενοδόχος στο ξενοδοχείο του, γιατί γρήγορα είχα μάθει καλά τα αγγλικά.
  Τον υπηρέτησα πιστά και με τον καιρό μ’ αγάπησε· από μικρός είχα κλίση στη μηχανική. Κουδούνια ηλεκτρικά, σίφωνες του λουτρού, ποδήλατα των ταξιδιωτών χαρά μου ήταν να διορθώνω, γιατί επρόσεχα πολύ όταν ήρχετο ο μηχανικός.
  Άμα μου έδιναν φιλοδωρήματα αγόραζα εργαλεία, μεταχειρι­σμένα σιδερικά, βιβλία μηχανικής. Και όταν μου έμενεν ώρα ελεύθερη, μ’ αυτά καταγινόμουν. Μια μέρα διόρθωσα τόσο καλά κάποια άχρηστη γραφομηχανή του διευθυντού, ώστε εκείνος μου λέγει: «Κρίμα να μη σπουδάσεις εσύ μηχανικός». Εδάκρυσα και του είπα: «Αυτό είναι τ’ όνειρό μου. Από τότε μου ελάφρωσε τη δουλειά και με έστειλε στο σχολείο· εις το μάθημα και εις τα μηχανουργεία όλη μέρα ήμουν όλος προσοχή· Το βράδυ εις το ξενοδοχείον ακούραστος στη δουλειά· η ευγνωμοσύνη μου εις τον ευεργέτην μου ήταν μεγάλη. Με την βοήθειαν του Θεού επήρα το δίπλωμά μου με βραβείο μαζί. Εκεί τα βραβεία είναι χρηματικά και οι θέσεις έρχονται μόνες τους.
  Η τύχη μου άλλαξε αμέσως.
 Έστειλα και πάνδρευσα την αδελφή μου· της έδωσα δικαστήν. Ξανάκτισα το πατρικό μου σπίτι για να κατοικεί η μανούλα μου. Τώρα πηγαίνω να παντρέψω και την μικρή μου αδελφή.
―«Δεν θα σ’ αφήσω να γυρίσεις στην ξενιτιά χωρίς ταίρι», μου γράφει στο τελευταίο της γράμμα η μητέρα μου· εδώ το έχω —και έδειξε προς το μέρος της καρδιάς του― για να με βοηθήσει και αυτό να σε πείσω.
  Όταν είδα την κόρην σου στον «Αβέρωφ», να κρύψει με τα δυο της χέρια το πρόσωπο και να φωνάζει «πω! πω! μανούλα μου» και τον γιο σου μέσα σ’ όλους τους χρυσοφορεμένους με ψηλά το κεφάλι να κτυπήσει εκείνον που την φίλησε, είπα από μέσα μου αυτήν την κόρην θα κάμω γυναίκα μου.
―Παιδί μου, είπεν ο πατέρας, ήλθες τόσο δρόμο να μ’ εύρεις και δεν σου είπα να καθίσεις!
  Και τον έφερε στην ρίζα μιας γέρικης κομμένης ελιάς.
―Άκουσε τώρα και μένα, του λέγει. Έχω γιους παντρεμένους και κόρες· μια κόρη μου είναι παντρεμένη στην Κηφισιά, άλλη στο Ηράκλειο και τώρα την Ανθή εδώ την αρραβώνιασα.
  Κάθε χρόνο στην πανηγύρι του χωριού μας νύφες, γαμβροί, εγγόνια, όλα στο σπίτι μου μαζεύονται. Υπάρχει άλλη ευτυχία στον άνθρωπο παρά να ζει περιτριγυρισμένος ως την τελευταία του ώρα απ’ τα παιδιά του; Πώς να σου δώσω την μικρότερη, την χαϊδεμένη, να την πάρεις στην Αμερική, στον άλλον κόσμον;
  Και ο πατέρας που ποτέ δεν μας γλυκομιλούσε είχε δάκρυ στο μάτι.
―Κανένας τρόπος δεν ημπορεί να γίνει; είπα εγώ.
―Είναι ωραίον το μέλλον μου εκεί, μας είπε, θα με φέρει σε μεγάλα κέρδη, αλλά σε κάθε άνδρα μία γυναίκα πέφτει και η Ελένη μου εμβήκε για πάντα στην καρδιά· για να μην την χάσω, θα τακτοποιήσω εκεί τις δουλειές μου και θα έλθω εδώ. Με τα διπλώματα και τους επαίνους της υπηρεσίας μου, εργασία δε θα μου λείψει. Δώσε μου το λόγο σου ότι θα με περιμένεις.
―Χωρίς την γριά μου τέτοια απόφαση δεν ημπορώ να κάμω, λέει ο πατέρας· πάμε να την ρωτήσομε.
     
                                                                           * * *

―Μαλάμω! εφώναξεν ο πατέρας, καθώς εμβαίναμε στην αυλόθυρα, σου φέρνω ένα μουσαφίρη.
―Καλώς να ορίσει, εφώναξεν εκείνη πρόσχαρη. Άφησε στο φούρνο τ’ αχνιστά ψωμιά και ήλθε ανασκουμπωμένη να μας δεχθεί.
  Χόρτα του βουνού, θρούμπες, ελιές και κεχριμπαρένιο ρετσι­νάτο ήτο το γεύμα μας, γιατί ενηστεύαμε· αλλά έτρωγα με όρεξη καθώς έβλεπα αντικρύ μου το ευγενικό παλικάρι που ήλθε να γίνει συγγενής μας! Όταν αποφάγαμε και η Ανθή και η Ελένη σήκωσαν το τραπέζι και πήγαν στη δουλειά τους, μιλήσαμε οι τέσσερες μαζί, αποφασίσαμε. Επήγε η μητέρα να φέρει την Ελένη· μισοκατάλαβε εκείνη και ήρχετο χαρούμενη, αλλά στην θύρα κοντοστάθηκε, έκαμε να φύγει, την έσυρε η μητέρα.
―Ελένη, της λέγει ο πατέρας, το παλικάρι απ’ εδώ θα περιμένει όσα χρόνια θελήσω εγώ να γυρίσει από την Αμερική να σε πάρει γυναίκα του.
―θα με περιμένεις, αν αργήσω; την ερωτά εκείνος.
―θα σε περιμένω και αν αργήσεις ως που ν’ ασπρίσουν τα μαλλιά μου.
―Για ενθύμησή μου σου αφήνω αυτό το δακτυλίδι· το έχω από τη μητέρα μου και η μητέρα μου από την γιαγιά της, είναι αρχαία η πέτρα του.
  Από σένα ζητώ να μου δώσεις να πάρω στην ξενιτιά το ανθουλάκι που έλαβες χθες στον «Αβέρωφ».
―Πού το έχεις το ανθουλάκι, που μου έδειξες χθες; ρωτά η μητέρα.
  Κοντοστάθηκε η Ελένη και έδειξε υψηλά την γυαλένια θήκη με τα στέφανα μέσα του πατέρα και της μητέρας.
―Το έκρυψα εκεί για να μη παραπέσει, είπε σιγά που μόλις ακούσθηκε.
  Ανέβηκεν η μητέρα, άνοιξε τη θήκη δίπλα στο εικόνισμα και το έδωσε στον νέο.
―Με την ευχή μου παιδί μου και καλά στέφανα.
  Τον συνοδεύσαμε ο πατέρας κι εγώ έως τον σταθμόν, με πόνο τον χωρισθήκαμε, σαν να ήταν χρόνια συγγενής μας.
     
                                                                         * * *

―Και λοιπόν σας γράφει; διέκοψαν όλοι μαζί της συντρο­φιάς μας.
―Μας γράφει λέει! Δελτάρια και γράμματα δικά του και της μητέρας του τακτικά μας έρχονται. Πού και πού κανένας υπάλληλος απ’ τα υπερωκεάνεια ατμόπλοια μας φέρνει και δώρα για την Ελένη. Λίγο λίγο στέλνει και τα προικιά της· τίποτα δεν εννοεί να της κάμομε εμείς. Ως τη άλλη Λαμπρή ελπίζομε να κάμομε τους γάμους των.
―Ζήτω των αρραβωνιασμένων! εφωνάξαμεν. Έπειτα, επειδή πολλοί της συντροφιάς ήσαν της Φιλαρμονικής Εταιρείας, αρ­χίσαμε προς τιμήν της Ελένης το τραγούδι· έως να φθάσομε στον σταθμό του Μαρουσιού ακόμη τραγουδούσαμε.
―Γιώργο, είπαμε καθώς ανεβαίναμε στον σιδηρόδρομο, να ­μας ειδοποιήσεις όταν θα γίνουν οι γάμοι, θα έλθομε μ’ όλη τη φιλαρμονική και με τη μαντολινάτα να τιμήσομε το ταιριασμένο ζευγάρι.

Πηγή:

1 Δεκεμβρίου 2023

Τα Χριστούγεννα του Αμερικάνου-ΑΝΤΩΝΙΟΣ Κ. ΤΡΑΥΛΑΝΤΩΝΗΣ

 Εκεί που με κόπο πολύν ανεβαίναμε στο λόφο του Αγίου Ισαύρου, ερώτησα τον οδηγό μου τον Παξινό.
―Γιατί αυτόν τον αδύνατο, που μας χαιρέτησε στη Φουντάνα, τον είπες Αμερικάνο;

Και ο Παξινός οδηγός μου έτυχε φλύαρος και μου διηγήθηκε ολόκληρη ιστορία.
―Να, έτσι τον λεν, Αμερικάνο, επειδήτις και πήγε στην Αμερική· έμεινε δέκα-δεκαπέντε χρόνια σ’ ένα μέρος, Παστόν, Μπαστόν, κάπως έτσι το λένε.
―Πηγαίνουν λοιπόν και οι Παξινοί στην Αμερική;
―Κάπου-κάπου κανένας. Αυτός να σ’ ορίσω έφυγε εξ’ αιτίας από μια κοπέλα π’ αγαπούσε, τζα την ξέρεις και του λόγου σου, εκείνη τη Ζαχαρένια που φωνάξαμε στην Υπαπαντή. Είδες που ‘πες του λόγου σου για την καθαριότητα του σπιτιού, ήγουν που σ’ άρεσε πολύ, και βγήκε εκείνη και μας φίλεψε κοπελίτσια, που λέμε ’μεις εδώ, αυτά τα λουλούδια· του λόγου σου τάπες κυλάμια, κυκλάμια, κάπως έτσι.
―Όμορφη κοπέλα, αλήθεια.

―Τώρα όμορφη μ’ έξι παιδιά και με φτώχεια χειρότερη απ’ τη δική μου! να την έβλεπες αυτή τότε, εδώ και δεκάξι χρόνια και να ‘λεγες· Ζαχαρένια αλήθεια ήτανε· κόρη του παπα-Σίμου, είδες εκείνου του παπά που μας πήγε στην Υπαπαντή, που ‘πες του λόγου σου «Αυτός είναι σωστός παπα-Φλέσσας».
―Και τώρα, ποιον έχει άνδρα η Ζαχαρένια;
―Έχει ένα καλό παιδί, το Παρεδρίτσι, που λέμε ημείς· έτσι το παρονομάζουμε γιατί ο πατέρας του ήτανε μια φορά πάρεδρος· τ’ όνομά του είναι Τζώρτζης Μιτσάλης, συγγενής του Δημάρχου.
―Και γιατί δεν πήρε τον Αμερικάνο;
―Έτσι· δεν τον ήθελε ο παπάς· του φαίνονταν ακαμάτης και φαντασμένος· θέλησε καλύτερα το Παρεδρίτσι· ήτανε φρόνιμο παιδί, είχε και κάμποσα δέντρα· τότε είχαμε και σοδειές ταχτικές· σου λέει, το καθημερινό του δε θα του λείψει· η κοπέλα όμως και η μάνα της η παπαδιά ήθελαν τούτον τον Αμερικάνο, να πούμε· και τούτος πάλε ζουρλαίνονταν για τη Ζαχαρένια· από μικρό παιδί την αγαπούσε· το ‘ξερε όλος ο Λογγός κι είχε να κάμει με τη ζούρλια του. Τη ζήτησε δυο τρεις φορές, δεν του την έδωκαν· ύστερα τη ζήτησε το Παρεδρίτσι, του την έδωκαν. Η παπαδιά κάτι θέλησε να πει, μα ο παπα-Σίμος δε χωρατεύει, είναι Παργινός· έπιασε την πρεσβυτέρα, της έδωκε ένα χέρι ξύλο, κι ένα γερό φοβέρισμα της Ζαχαρένιας· γίνηκαν οι αρραβώνες· ανήμερα των Χριστουγέννων ήτανε.

Και τότε ο άλλος, τούτος να πούμε ο Αμερικάνος ―Αργυρός είναι η γενιά του― γίνηκε άφαντος· μπήκε σ’ ένα καΐκι που πήγαινε στ’ Αλεύκι και τον εχάσαμε. Δυο χρόνια έκαμαν οι γονέοι του να μάθουν αν ζει. Απάνω στα δυο χρόνια ήρθε ένα γράμμα από την Αμερική στο γιατρό τον Ανεμογιάννη και ήρθε και ένα χαρτί να λάβει ο Βασίλης ο Αργυρός δέκα λίρες που τις έστελνε ο γιος του από την Αμερική, τούτος να πούμε ο Αμερικάνος. Και έλεγε το γράμμα στον πατέρα του, να τόνε συγχωρεί που έφυγε χωρίς να τον αποχαιρετήσει, και τώρα είναι καλά και έχει καλή δουλειά και με το θέλημα του Θεού θα τους συνδράμει. Και εις το τέλος ήλεγε· «ας όψεται ο παπα-Σίμος, μα θα ‘ρθει μέρα να βαρέσει το κεφάλι του», σαν να πούμε για το πλούτος.
     

Το πήρε το γράμμα ο Αργυρός και γύρισε Γάι και Λογγό, που λέει ο λόγος, και το ‘δειχνε· πήγε στη Λάκκα, στα Μαγαζιά, στη Φουντάνα και το ‘δειχνε κι έδειχνε και τις λίρες· και ο καθένας έλεγε τα δικά του. Πήγε και στην Υπαπαντή και το ‘δειξε της παπαδιάς· φύλαξε την ώρα πο ‘λειπε ο παπάς και το Παρεδρίτσι. Η παπαδιά το ‘βαλε κατάκαρδα πως χάσανε τέτοιο γαμπρό και τα ‘βαλε με τον παπά. Από τότε έπεσε η γκρίνια στο σπίτι του παπα-Σίμου· ήρθανε και κακιές χρονιές, οι ελιές δεν έδιναν τίποτε, τσ’ επλάκωσαν και τα παιδιά, κάθε χρόνο και γέννα ―η φτώχεια, αφέντη μου, φέρνει πολλά κακά. Και μ’ όλον τούτο ο Αμερικάνος κάθε μήνα, κάθε δυο μήνες κι ένα γράμμα, κι ένα πακέτο λίρες. Ο Βασίλης ο Αργυρός κατάντησε άρχοντας μεγάλος· έριχνε δεκάρα στο δίσκο, και κάθε χρόνο και καινούργιο πλατοβράκι· όλοι το ‘βγαναν το καπέλο· «καλή μέρα, κυρ-Βασίλη».
     

Το Παρεδρίτσι το καημένο δούλευε όσο μπορούσε, μα τι να σου κάμει! άμα δε θέλει ο Θεός! Κατάνταγε με τη δίκοπη να ψιλώνει ξένες ελιές. Καταλάβαινε και τη γκρίνια που ήταν στο σπίτι εξ αίτιας του, και της Ζαχαρένιας τα μούτρα, και της παπαδιάς τα λόγια τα φαρμακερά, όταν έβλεπε τη γυναίκα του Αργυρού με καινούργιο φουστάνι κάθε λίγο και πολύ. Κι όλο στο χειρότερο πήγαιναν ετούτοι, κι όλο περίσσευε η γκρίνια. Του το ‘δειχναν φανερά του γαμπρού πως ήτανε μετανοιωμένοι που δεν επήραν τον Αμερικάνο. Ως κι ο παπα-Σίμος τα ‘ριξε και δεν είχε εκείνα τα όφρυδα που ‘χε πριν. Περνούσανε μήνες χωρίς να δείρει την παπαδιά.
  Κοντά το Πάσχα, το Παρεδρίτσι στενοχωρήθηκε πολύ που δεν είχε να πάρει ούτ’ ένα μανδήλι της γυναικός του, και αποφάσισε να δανεισθεί· μα από ποιον; οι αρχόντοι μας παίρνουν χίλια τα εκατό, και τ’ αρνί και το τομάρι· ξέπεσε στον Αργυρό, τον πατέρα του Αμερικάνου· πήγε τρέμοντας ο θλιμμένος ―δανείστηκες ποτέ σου, αφέντη; αν δανείστηκες, ξέρεις τι πάει να πει χρέος· κάλλιο ο άνθρωπος να μένει νηστικός παρά να πέφτει σε χρέος· μα ανάθεμα τις περιστάσεις, πες.
  Μολοντούτο, ο Βασίλης ο Αργυρός δεν του φέρθηκε κακά· του τα ‘δωκε με δυο τα εκατό (το μήνα πα να πει) και δυο ξέστες λάδι. Χαμογέλασε μοναχά μ’ έναν τρόπο που το ‘σφαξε το Παρεδρίτσι· και φεύγοντας έλαβε την απόφαση να περιμένει ως τον Αύγουστο, κι αν η σοδειά πάει κακά, να το σκάσει κι αυτός για την Αμερική· ή να χαθεί ή να ζήσει μια σαν άνθρωπος κι αυτός.
  Αλλά τι τα θέλεις, αφέντη μου! οι άνθρωποι απελπίζουν, ο Θεός δεν απελπίζει. Ας έρθει εκείνον το χρόνο μια σοδειά, ευλογία Θεού· οι γερόντοι δεν τη θυμούντανε ποτέ· άλλο να σου λέω κι άλλο να το ‘βλεπες· φύλλα δεν έβλεπες· όλο καρπός· και τι καρπός! λες και τον είχανε στο γυαλί, τεφαρίκι· χαίρονταν η ψυχή σου.
  Οι φτωχοί δεν επίστευαν τα μάτια τους· το Παρεδρίτσι έκανε το σταυρό του και ―όπως ήτανε το θλιμμένο μαθημένο στη δυστυχία― από μέρα σε μέρα πάντεχε πως θα πέσουν. Μα να σου κάμει ο Θεός έναν Αύγουστο βροχερό κι ένα Θερτή χιονάτο, αλήθεια, κι ας έρθει να δώσει κάθε δένδρο κι αλεσιά· να, μα τον άγιο που μας βλέπει· κάθε δένδρο κι αλεσιά· και τι αλεσιές! μιάμιση ξέστια, δυο ξέστες, δυο και γαλόνι! Ακούς εκεί δυο και γαλόνι!

   Πιάσ’ τους πίλιο τους Παξινούς και το Παρεδρίτσι το θλιμμένο. Αλέθοντας και πουλώντας, οικονομούντανε απ’ όλα· πήραν γέννημα, ντύθηκαν, έφκιασε ράσο ο πάπας, βελέσι1 η παπαδιά, άλλο βελέσι η Ζαχαρένια, ένδυσαν τα παιδιά τους ―χαρά Θεού αλήθεια. Έβλεπες τη Ζαχαρένια και γύριζε με το καλαθάκι γελαστή· γελούσε κι η παπαδιά, κι ο παπα-Σίμος πήρε όφρυδα πάλε. Και το Παρεδρίτσι καλοκάρδισε το μαύρο· είπε κι αυτό να κάμει μια φορεσιά ρούχα καλά, κι έβαλε στην πάντα εκατό δραχμές· μα άλλο είχε στο νου του· ήθελε να πληρώσει το χρέος του Αργυρού, όπου το ‘χε κρυφά από τη γυναίκα του και την πεθερά του· ο παπάς μοναχά το ‘ξερε.
  Επήρε λοιπόν μια φθηνή φορεσιά, έβαλε τα άλλα στην τσέπη και πήγε στο Γάι, όπου κατοικούσε τώρα ο Βασίλης ο Αργυρός· είχε ψηλώσει βλέπεις κι αυτός και κατοικούσε στο Γάι… είχε σαν να πούμε γραφείο· ποιος; ο Βασίλης, που δεν ήξερε δυο άλφες· μα τι κάνει η λίρα, αφέντη!      

Πάει το λοιπόν το Παρεδρίτσι και βρίσκει τον κυρ-Βασίλη, να κάθεται σαν τραπεζίτης στο τραπέζι και να φουμάρει· μα και το Παρεδρίτσι δεν το ‘ριχνε κάτω· ξέρεις τι πα να πει να πληρώνεις χρέος και πριν λήξει μάλιστα η προθεσμία; είναι μεγάλη χαρά, αφέντη, μεγαλύτερη παρά αν δεν είχες διόλου χρεωθεί.
  Να πούμε την αλήθεια ο Βασίλης δεν ήτανε κακός άνθρωπος· το δέχθηκε καλά το Παρεδρίτσι.
―Ήρθα, λέει, κυρ-Βασίλη, να σου γυρίσω εκείνα τα όβολα· έκαμε ο θεός κι ευκολύθηκα.
―Μα γιατί να βιασθείς, αδερφέ, του λέει ο Βασίλης· τι ανάγκη ήτανε;
  Ε, είπα, λέει το Παρεδρίτσι, καλύτερα να τα φέρω, μην έχεις κι η αφεντιά σου καμμιά ανάγκη.
  Σ’ αυτό έσφαλε το Παρεδρίτσι.
―Ανάγκη, λέει ο κυρ-Βασίλης, κύριε, ελέησον· ακούς ανάγκη! Ας είναι καλά ο Αμερικάνος· (έτσι τον έλεγε κι αυτός το γιο του, από καμάρι). Και τώρα δα που θα ‘ρθει κιόλα, με το ελεύθερο να ζητάτε ό,τι θέλετε.
―Θα ‘ρθει; είπε το Παρεδρίτσι και το τσάκισε κρύος ιδρώτας.
―Θα ‘ρθει δα· δεν το ξέρεις· είναι τώρα μια βδομάδα που μου το ‘γραψε θετικά· πριν τα Χριστούγεννα θα τον έχομε στους Παξούς· μια φορά ήσαστε φίλοι· να ιδούμε τώρα θα σε γνωρίσει; Αυτός τώρα, γιε μου, άλλαξε· μας έστειλε τη φωτογραφία του εδώ και δυο χρόνια, μα δεν του ‘μοιαζε, γιατί ήταν κάπως ανήμπορος όταν την έβγαλε. Άφησε δα από γλώσσες και από κόσμο! Αυτός τρώει όλο με υπουργούς εκεί στην Αμέρικα που είναι. Του ‘χανε και μια προξενιά ―μα να μένουν εδεπά που τα λέμε― από ένα καλό πρόσωπο ―ο πατέρας της είναι, σαν να πούμε, κολονέλος2― μα ξέρεις αυτός… ας είναι δα, ας έρθει με το καλό…»

Ο κυρ-Βασίλης είχε όρεξη να πει ακόμα, όπως κάνουνε οι γονείς, όταν καμαρώνουνε τα παιδιά τους· μα το Παρεδρίτσι δεν είχε δύναμη ν’ ακούσει άλλα· πλήρωσε γλήγορα το χρέος· Ο κυρ-Βασίλης άνοιξε μια κασσαφόρτε3 γεμάτη λίρες και χαρτιά και του ‘δωκε πίσω το χαρτί· το Παρεδρίτσι το πήρε κι έφυγε σαν χαμένο, χωρίς να χαιρετήσει μήτε. «Θα ‘ρθει, σου λέει, ο Αμερικάνος στους Παξούς! και πότε; τώρα που είδαν στο σπίτι κάποια ησυχία, τώρα που και η παπαδιά και η Ζαχαρένια κόντευαν να τον λησμονήσουν ! Ε, τελείωσε· δεν το ‘θελε ο Θεός να πάρει αυτός τη Ζαχαρένια· αμαρτία έκαμε, που την αφαίρεσε από τον Αμερικάνο, και να τον έχει και φίλο! και να ξέρει την αγάπη που είχανε! κι αυτός να μπει στη μέση σαν πειρασμός να τους χωρίσει! κρίμα μεγάλο του φαίνονταν πως είχε κάμει και πεπρωμένο δεν ήταν να τη χαρεί ήσυχος· γυναίκα του την έκαμε, παιδιά έκαμε με δαύτη, μα ―το ‘νιωθε καλά το Παρεδρίτσι― το νου της και την καρδιά της δεν την είχε κάμει δική του. Αυτός ήτανε σαν τύραννος εκεί μέσα, και ο Θεός ήθελε να τον παιδέψει γι’ αυτό· και να σου! τη στιγμή που του φάνηκε πως θα ζήσει τέλος ευτυχής, αυτή τη στιγμή διάλεξε ο Θεός για να τον βασανίσει· ακριβά θα πληρώσει τη λίγη χαρά της τελευταίας χρονιάς· ο Αμερικάνος θα ‘ρθει στους Παξούς· όμορφος, καλοντυμένος, σπουδασμένος, κοσμογυρισμένος, και το μεγαλύτερο, πλούσιος, γεμάτος λίρες· θα πάει στην Υπαπαντή να λειτουργηθεί· θα ρίξει στο δίσκο λίρα· όλος ο κόσμος θα παραμερίζει και θα τον χαιρετάει· ποιος ξέρει αν δεν τον βγάλουν και βουλευτή! Και η Ζαχαρένια θα τα ιδεί όλα αυτά. Και ποιος θα κρατάει τότε την παπαδιά! Και τι θα ‘ναι αυτός, το Παρεδρίτσι, μπροστά του, με λίγες ψωροελιές, που του φάνηκε πως κάτι είναι!
  Και τα μισόλογα ήτανε εκείνα του Αργυρού; πως τάχα ο γιος του δεν παντρεύεται, γιατί έχει στο νου του τη Ζαχαρένια; Αχ! ας έρθει και ήρθε λοιπόν! θα ιδείς τι σκυλί είναι κι αυτός· χρόνια τώρα τα βαστάει σαν γάιδαρος όλα· μα ας έρθει και ήρθε· ας ρίξει μια ματιά στη Ζαχαρένια, ας πει ένα λόγο η στρίγλα η παπαδιά, και τότε βλέπουνε τι θα πει Παρεδρίτσι απελπισμένο!»
  Έτσι του φαίνονταν του κακομοίρη, πως μπορούσε να κάμει κακούργημα. Μα εγώ, αφέντη, σ’ αυτόν τον κόσμο ένα πράμμα έχω καταλάβει· πως άλλοι γεννιόνται ψοφίμια, και άλλοι γεννιόνται όρνια και τρώνε τα ψοφίμια· και το Παρεδρίτσι, καθώς φαίνεται, δεν μπορούσε να γίνει από πρόβατο λύκος· μα κι ο Θεός ως το τέλος στένει τα λυκοσίδερά4 του. Όσο να φθάσει στην Υπαπαντή το Παρεδρίτσι είχανε κάπως αλλάξει τα μυαλά του, σαν να τον ησύχασεν ο δρόμος, κι έλαβε μιαν απόφασή πλιο λογική. «Τώρα, σκέφθηκε, δεν θα πω τίποτα για τον Αμερικάνο, είτε έρχεται είτε δεν έρχεται· κι άμα έρθει και ιδώ πως δεν μπορούμε να ζήσομε και οι δυο στον ίδιον τόπο, το σκάζω και πάω στην Αμερική· αν έκαμε λίρες αυτός ο ακαμάτης και ξεμυαλισμένος, δεν θα κάμω εγώ!»

  Και ήθελε στην απόφαση αυτή να ησυχάσει· μα είχε ακόμα να τραβήξει πολλά.
  Σε δυο τρεις μέρες ο ερχομός του Αμερικάνου διαδόθηκε σ’ όλο το νησί· ο κυρ-Βασίλης έβαλε τρουμπέτα, που λένε· κι από Γάι ως Λάκκα άλλη κουβέντα δεν εγινότανε, μπορώ να σου πω· «πως θα ‘ρθει ο Αμερικάνος, πως θα φέρει μιλιούνια, πως τρώει με υπουργούς, πως δε θέλησε να παντρευτεί στην Αμερική γιατί είχε το νου του στους Παξούς»· και όλα όσα έλεγε ο πατέρας του παίρνανε δρόμο και μεγαλώνανε από στόμα σε στόμα· γιατί ο λόγος, αφέντη, είναι σαν αυτό το ρέμα· βλέπεις; στην πηγή του είναι μικρό και ήσυχο· όσο πάει μεγαλώνει, πλαταίνει, βροντάει, ακούεται μακριά και δεν παύει ν’ ακούεται, παρά όταν ξεθυμάνει στη θάλασσα, σαν να πούμε με τον καιρό. Έτσι και τότε ο κόσμος δεν είχε κρατημό. Άλλοι λέγαν να τον κάμουν δήμαρχο, άλλοι βουλευτή, και οι γονείς που είχανε κοπέλες κι είχανε κάποια χάρη, είτε προίκα, λέει ο λόγος, είτε ομορφιά, είτε τίποτε εξυπνάδα, αμέσως έβαλαν στο νου τους να τον κάμουνε γαμπρό· και δος του λιβάνια, και δος του παρακάλια του Βασίλη και της Βασίλαινας, κι αυτοί καμάρωναν σαν γύφτικα σκεπάρνια.
  Η παπαδιά κι η Ζαχαρένια έπεσαν να πεθάνουν· ο παπα-Σίμος δεν ήξερε τι να κάμει· καμιά φορά έλεγε στην πρεσβυτέρα του:
―«Μωρή ζουρλή, τι είσαι ζουρλή, κακομοίρα; αν τον έπαιρνε τότε η Ζαχαρένια, δεν θα πήγαινε στην Αμερική και δεν θα γινότανε αυτό που γίνηκε τώρα, που να μην είχε γίνει κι αυτός και συ κι η κόρη σου αντάμα!»

―Να μην είχες γίνει εσύ κι ο γαμπρός σου! το ‘λεγε η παπαδιά, και να μην είχατε βρεθεί, να πάνδρευα την κοπέλα μου όπως της άξιζε, κι όχι να μαραίνει η φτώχεια τέτοια κάλλη.
  Κόπιασε τώρα να ‘βρεις άκρη με τις γυναίκες.
  Το Παρεδρίτσι γίνηκε από τότε βουβό και κουφό· λες και περπατούσε χωρίς να ‘χει ζωή, όλο σκέπτονταν, σκέπτονταν και τίποτε άλλο.
  Τέλος πάντων ένα απόγιομα από Κυριακή ο τηλεγραφητής έδωκε στον κυρ-Βασίλη έναν τηλέγραφο και του ‘πε «καλώς να τον δεχθείς, ο γιος σου είναι στην Κέρκυρα κι έρχεται με το βαπόρι· αύριο στις δυόμιση τρεις από τα μεσάνυχτα θα ‘ναι εδώ».
  Καταλαβαίνεις τι γίνηκε τότε· όλος ο Γάις στο ποδάρι· κατεβήκανε κι απ’ το Λογγό, ήρθανε κι από τη Λάκκα πολλοί· ο καφενές του Σγόμπου μήλο δε χωρούσε· κι έκανε κι ένα κρύο! παραμονές των Χριστουγέννων βλέπεις, καρδιά του χειμώνος· και όλοι αυτή την ομιλία· άλλοι βγήκανε συγγενείς του, ξαδέρφια, συμπεθέροι· άλλοι βρίσκονταν παλαιοί του φίλοι· και ο καθένας θυμούντανε ένα λόγο του ή ένα παιγνίδι ή μια διασκέδαση που κάμανε μαζί· άλλοι έδειχναν κάτι που τους είχε χαρίσει… τι κάνει ο έρμος ο παράς, αφέντη! Οι περισσότεροι λέγανε πως το ‘δειχνε από μικρός που θα γίνει μεγάλος άνθρωπος, άλλοι πάλι έλεγαν· «ποιος το ‘λπιζε απ’ αυτό το παιδί! δεν εφαίνονταν, αδερφέ!»
  Οι γυναικούλες πάλε, που ‘χανε μαζωχθεί στα γειτονικά σπίτια, λογαριάζανε την παντρειά του.
―Έρχεται, λέει, για να παντρευτεί στους Παξούς· τάχα ποια έχει στο μάτι; ποιας καλότυχης να δουλεύει η μοίρα της!
  Και σιγά-σιγά λέγανε τ’ όνομα της Ζαχαρένιας.
―Μα τώρα, αυτή είναι παντρεμένη και με παιδιά.
―Ε! καλά είσαι· έλεγε η άλλη· φτάνει ένα λόγο να πει, και δεν τη χωρίζουνε τάχα! η παπαδιά, γιε μου, στέκεται απίκου5.
  Άλλη πάλι, μεγαλύτερη, τους έλεγε να σωπάσουν και να μη λένε πράμματα που δεν γίνονται, γιατί είναι και αμαρτία να τα λένε.
  Και πού μπορώ να σου ειπώ του κόσμου τις κουταμάρες όλες! Να μην τα πολυλογούμε, η ώρα πλησίαζε· πολλοί εκοίταζαν τα ρολόγια τους και λογάριαζαν: «Τώρα είναι στ’ Αλεύκι, τώρα περάει τον καβο-μπιάνκο, τώρα ξαγνάτισαν τη Λάκκα».
  Ο Βασίλης και η Βασίλαινα δεν εφαίνονταν ακόμα· περίμεναν στο σπίτι τους απάνω.
  Κάποια ώρα οι βαρκάρηδες ξαγνάντισαν6 το φως του βαποριού και τρέξανε να ειδοποιήσουν τους γονείς του: «Έφτασε, έφτασε».
     Καρδιοχτύπι είχαν όλοι, και δικοί του και ξένοι.

  Ο Βασίλης και η Βασίλαινα κατέβηκαν στο μώλο. Ήτανε τυλιγμένοι με γούνες Αμερικάνικες, κι ένα σωρό στολίδια· δυο τρεις πήγαιναν μπροστά με τα φανάρια· η βάρκα του Τελωνείου, για μεγαλύτερη, ήταν στρωμένη και στολισμένη με φαναράκια, μπήκανε μέσα οι Βασιλαίοι, μπήκανε και οι πλουσιότεροι από τους συγγενείς του, και πριν το βαπόρι φθάσει στην Παναγία, εξεκίνησαν· ξεκίνησαν και καμπόσες άλλες βάρκες μαζί· τώρα μιλούσανε όλοι σιγά· πού το κακό που γίνεται τις άλλες μέρες;
  Το βαπόρι φουντάρησε την άγκυρα, που σπάνια φουντάρει· όλοι είπαν πως το ‘καμε για τιμή του Αμερικάνου. Με ησυχία πλησίασαν οι βάρκες· κι άμα κανείς έκανε κάπως θόρυβο, ο κυρ-Βασίλης εφώναζε:
―«Ήσυχα, ήσυχα, μωρέ παιδιά, μην του φανούμε βάρβαροι, γιατί αυτός είναι μαθημένος από άλλον κόσμο.»
  Και άλλοι λέγανε ο ένας στον άλλον: «Ήσυχα, ήσυχα, μωρέ παιδιά».
  Έτσι με ησυχία σαν εκείνη που δεν κάνουνε ούτε στην εκκλησία, ανεβήκανε στο βαπόρι· ανέβηκε πρώτα ο πατέρας του, έπειτα η μάνα του, ύστερα ανέβηκε ο τελώνης και κάτι άλλοι υπάλληλοι, που φοβούντανε μη γίνει βουλευτής. Ανέβηκα κι εγώ από περιέργεια με τους πρώτους, για να τον ιδώ· εγώ ήμουνα τιποτένιος άνθρωπος, θα πεις· μα είχα κι εγώ περιέργεια, βλέπεις. Εις το βαπόρι οι ναύτες δεν έκαναν τόση ησυχία κι αυτό μας φάνηκε σαν παράξενο· ως τόσο ο πατέρας του ρώτησε ένα ναυτόπουλο:

―Να σου πω, πατριώτη, πού είναι αυτός ο πλούσιος που έρχεται απ’ την Αμερική;
―Ο πλούσιος απ’ την Αμερική; δεν ξέρω, κύριε, να ρωτήσετε τον καμαρότο· είπε ο ναύτης.
   Ο κυρ-Βασίλης μπροστά, η κυρα-Βασίλαινα μπράτσο και οι άλλοι ακολουθώντας, προχωρήσαμε λίγο, σκοντάβοντας σε κάθε λογής μπαγάζια του βαποριού· λίγο παρέκει, ο κυρ-Βασίλης σταμάτησε πάλι και ρώτησε δυο καλοντυμένους, που φαίνονταν επιβάτες της πρώτης θέσεως.

―Να σας πω, κύριοι· πού είναι αυτός ο πλούσιος ο Παξινός, που έρχεται από την Αμερική; ξέρετε;
―Πλούσιος Παξινός! είπε ο ένας στον άλλον· α! ναι· θα λέτε αυτόν τον άρρωστο που μπήκε στην Κέρκυρα· κάτω είναι· ρωτάτε τον καμαρότο.
―Άρρωστος! είπαμε όλοι σαν να ‘πεσε κεραυνός· άρρωστος είναι;
  Κι ο κυρ-Βασίλης με τη φωνή παραλλαγμένη εψιθύρισε· «όχι άρρωστος» και με τρεμουλιαστό βήμα προχώρησε στην πρώτη θέση.
  Η κυρα-Βασίλαινα έμεινε απάνω και μεις όλοι μείναμε ακίνητοι, κοιτάζοντας προς τη σκάλα, σα να είχανε παγώσει όλα μας τα μέλη.
  Κάποια ώρα φάνηκε ο κυρ-Βασίλης σέρνοντας στο μπράτσο του σαν ένα βαρύ επανωφόρι, όπως μας φάνηκε στην αρχή στο μισοσκόταδο. Και μ’ όλον τούτο αυτός ήτανε ο Αμερικάνος, ο περίφημος Αμερικάνος, πο’ ‘παιζε με τις λίρες. Άλλο που σου τον παριστάνω, αφέντη, κι άλλο να τον είχες ιδεί τότε· τώρα κάτι σέρνεται λίγο, που τον βλέπεις· ο αέρας των Παξών τον ωφέλησε και του ‘δωκε κανένα χρόνο ζωή ακόμα· μα να τον έβλεπες τότε! μέσα από το επανωφόρι επρόβαλε ένα προσωπάκι τόσο δα, και κίτρινο σαν τες λίρες του, που να το ‘λειπαν. Και τίποτε άλλο δεν έβλεπες από άνθρωπο· ρούχα, γούνες, κακούμια7, χειρόκτια8, όσα θέλεις. Αγάλια αγάλια σύρθηκε κοντά μας και με φωνή βραχνή είπε στη μάνα του «καλώς την ηύρε»· εκείνη ήτανε σαν απολιθωμένη, και μόλις, όταν έπεσε στην αγκαλιά της, ξύπνησε κι άρχισε να τον αγκαλιάζει, να τον φιλεί και να κλαίει, κλάιματα δυνατά, με φωνές σα να δεχόντανε λείψανο, κι όχι γαμβρό, όπως τον επεριμέναμε.
  Εμείς οι άλλοι μείναμε μακριά κάπως σαστισμένοι. Πρώτος ο πατέρας του έλαβε κάποιο θάρρος και μας είπε πως «το ταξίδι τον εζάλισε λίγο» τάχα πως ήτανε έτσι από τη θάλασσα· και ύστερα είπε στο γιο του:
―Να, παιδί μου· δε γνωρίζεις τους φίλους σου! τόσα χρόνια τώρα τζα, πού να τους θυμάσαι!
  Κι άρχισε να λέει του καθενός τ’ όνομα. Επλησιάσαμε και μεις τότε και του πιάσαμε το χέρι· μα δύναμη δεν είχε ούτε να μας σφίξει το χέρι, ούτε να μας μιλήσει· λείψανο σωστό· μόνον έλεγε κανένα ευχαριστώ, και ύστερα είπε:
―Πάμε, γιατί κάνει κρύο.
―«Πάμε, πάμε· είπε κι ο κυρ-Βασίλης, και αύριο να καλοξημερώσομε τον χαιρετάτε, παιδιά. Είναι κομμάτι ζαλισμένος από τη θάλασσα, κοντζάμ ταξίδι βλέπεις, από τον άλλον κόσμο.»
  Και μεις είπαμε μέσα μας:
―«Και για τον άλλο κόσμο».

  Καβάλα, πες, τον κατεβάσανε στη βάρκα, κι εκεί ακούμπησε απάνω στη μάνα του, και η βάρκα κίνησε σιγά σιγά για να μην τον ταράξει. Εννοείται, πριν φθάσει η βάρκα του Τελωνείου, είχαν φθάσει στη σκάλα άλλες βάρκες και είχαν δώσει την είδηση.
―«Ο Αμερικάνος είναι άρρωστος.» ― «Ο Αμερικάνος πεθαίνει.»
  Πολλοί μάλιστα λέγανε και πως είναι πεθαμένος· ώστε που, όταν εφθάσαμε στη σκάλα, τους βρήκαμε όλους βουβούς και ήσυχους· μόλις άκουγες κανέναν ψιθυρισμό. Ο κυρ-Βασίλης είπε πάλι δυνατά πως «είναι κομμάτι ζαλισμένος από το ταξίδι και θα πάμε σπίτι, κι αύριο με το καλό τον χαιρετάτε».
  Και κίνησαν, μπροστά το λείψανο ―σαν να πούμε― και πίσω η συνοδεία βωβή, όσο που έφθασαν στη θύρα του κυρ-Βασίλη και τον ανέβασαν απάνω οι γονείς του. Τότε διαλυθήκαμε, και τότε λύθηκε και η γλώσσα μας· ε! και να ‘σουνα τότε να ‘κουγες και να καταλάβαινες τι είναι ο άνθρωπος! μηδέ κοιμήθηκε κανείς εκείνο το βράδυ! Ως το πρωί ο καφενές του Σγόμπου γεμάτος· και τι να σου πω, αφέντη! ο άνθρωπος είναι κακός· όση χαρά εφαίνονταν, όταν τον καρτερούσαν, διπλή ζωγραφίζονταν τώρα σε όλους· και θαρρώ πως τούτη η δεύτερη χαρά ήτανε η αληθινή.
  Και ποιος να πρωτοπεί τώρα και ποιος να πρωτογελάσει με τες λίρες και με την προκοπή της Αμερικής! Θαρρούσες πως ο καθένας απαλλάχθηκε από φοβερό βάρος που είχε στην καρδιά του και πως τώρα όλοι ένιωθαν τον εαυτό τους ευτυχή.
  Και ο καθένας ρώταγε τι αρρώστια να ‘χει· και ο καθένας έλεγε ό,τι του κατέβαινε εις βάρος του δυστυχισμένου.
  Δεν είδαμε την ώρα να ξημερώσει και να ρωτήσομε τους γιατρούς:
―Τι έχει, γιατρέ, θα πεθάνει;
  Και οι γιατροί απαντούσαν με αδιαφορία:
―Φθίσι φαίνεται πως είναι· από καταχρήσεις ίσως, από μεγάλους κόπους, από κακή ζωή· ίσως αν είχε έρθει πρωτύτερα θα ωφελείτο από το κλίμα· και πάλι ημπορεί να αναλάβει κάπως και να ζήσει λίγον καιρό ακόμα.
  Το πρωί βγήκε και ο πατέρας του ν’ αγοράσει κότες και αυγά.
―Τι κάνει, κυρ-Βασίλη; τον ερωτούσαν.
―Καλά είναι, έλεγε ο κυρ-Βασίλης· έτσι ήτανε λίγο ζαλισμένος από τη θάλασσα· τώρα είναι καλά, πολύ καλά· αύριο, να ‘χομε υγεία, θα ‘ρθει στην εκκλησία.
  Μα πού εκκλησία, πού Χριστούγεννα! Στην εκκλησία πήγε που πήγε το Παρεδρίτσι το καημένο, γερό γερό και ζωηρό. Πήγε και η Ζαχαρένια και η παπαδιά· και ―παράξενο πράμμα!― ήταν χαρούμενες κι αυτές.
  Το μεσημέρι γίνηκε στου παπα-Σίμου του Κουτρούλη ο γάμος. Ο παπα-Σίμος ως τότε δεν είχε πει τίποτε, γιατί έμελλε να λειτουργήσει· όταν όμως έκατσαν στο τραπέζι κι έφαγαν και έπιε και δυο τρία κατρούτσα9 Αντιπαξώτικο, τότε του ξανακάηκε για τη γκρίνια της παπαδιάς· και μπροστά στο γαμπρό λέει:
―Σ’ άρεσε, μωρή, λέει, ο Αμερικάνος τώρα; ήθελες να τον έχεις γαμπρό; ε;
  Η παπαδιά δεν έλεγε λέξη, μα ο παπάς εθύμωνε από τα ίδια του τα λόγια, κι όσο έβριζε, τόσο άναφτε, όσο που σηκώθηκε από το τραπέζι κι άρπαξε έναν πλάστη, από κείνους που πλάθουν τα φύλλα για τις πίτες, και πού την πονεί και πού τήνε σφάζει την καλή σου την πρεσβυτέρα· όσο φαρμάκι είχε ποτισθεί τόσον καιρό, το ‘βγαλε εκείνην την ώρα.
  Η παπαδιά άλλο δεν έλεγε παρά ―«κάτσε, ευλογημένε, του ‘λεγε· ποιος τον ήθελε άρρωστο, και ποιος είπε για γαμπρό! ας είναι καλά το παλικάρι π’ ‘χουμε να μας ζήσει· ’σύχασε, παπά μου, κι είναι χρονιάρα μέρα· μπα! ξορκισμένος να ‘ναι κι αυτός και οι λίρες του, μας ήφερε σε σύγχυση τέτοια μέρα».
  Κι όλο με το καλό τον έπαιρνε τον παπα-Σίμο, γιατί καταλάβαινε το άδικό της.

  Έκαμε και η Ζαχαρένια να μπει στη μέση, έφαγε και κείνη το μερδικό της· και τότε μονάχα ησύχασε ο παπάς. Κάτσανε πάλε στο τραπέζι, τους εμέθυσε όλους ο παπα-Σίμος, μέθυσε και το Παρεδρίτσι, και το βάλανε στο τραγούδι· ε! λέγανε:

     Παξοί κι Αντιπάξοι
     Λόντρες δεκάξη·
     Γάϊ και Λογγό
     Παρίσια δεκοχτώ.

  Μπορώ να σου πω πως ο αληθινός γάμος της Ζαχαρένιας έγινε εκείνο το βράδυ. Και το πρωί τόσο ήτανε ευχαριστημένοι, όπου λυπήθηκαν στ’ αληθινά και τον κακομοίρη τον Αμερικάνο.
     (1901)

     Λεξιλόγιο
     [1] βελέσι = μάλλινος επενδύτης των γυναικών
     [2] κολονέλος = συνταγματάρχης
     [3] κασσαφόρτε = χρηματοκιβώτιο
     [4] στένει τα λυκοσίδερα = στήνει παγίδες
     [5] απίκου (απίκο) = σε ετοιμότητα, σε επιφυλακή
     [6] ξαγνάντισαν = διέκριναν
     [7] κακούμια = γούνα από λευκό σκίουρο
     [8] χειρόκτια = γάντια
    [9] κατρούτσο = μεταλλικό κανάτι κρασιού περιεκτικότητας ενός τετάρτου του λίτρου


Οι εικόνες από την έκδοση του διηγήματος στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ του Σκόκου.

Πηγή

 

27 Νοεμβρίου 2023

Το στοίχημα, Κώστας Καρκαβίτσας

  —Πάει στοίχημα;
  —Πάει!
  —Φέρε λοιπόν κρασί και φαΐ.

                                                                             * * *

   Ο Κατρόκιος, ένας κοσμογυρισμένος Κεφαλλονίτης, εστοιχημάτιζε με τον κυρ-Αναγνώστη τον ταβερνιάρη, ποιός από τους δυο θα πλήρωνε το φαγοπότι της παρέας: Αν ο ταβερνιάρης έλεγε πως τ’ αρέσει ένα απ’ όσα τραγούδια θα τραγουδούσε ο Κατρόκιος, θα ‘χανε αυτός· αλλιώς, θα πλήρωνε ο Κεφαλλονίτης.

                                                                           * * *

   Γλεντζές πρώτης τάξεως, τραγουδιστής ξακουσμένος, και κάλτσα του διαβόλου ο Κατρόκιος, εστοιχημάτιζε με την ελπίδα, πως ούτως ή άλλως κάπου θα τύλιγε τον ταβερνιάρη, όπως και τόσες άλλες φορές του το ‘κανε. Ο κυρ-Αναγνώστης εξάλλου, ένας κουτοπόνηρος και φιλάργυρος Μωραΐτης, ταβερνιάρης και μάγερας από τα μικρά του χρόνια, ενόμισε πως βρήκε την ευκαιρία να βγάλει όλα όσα είχε χάσει ως τώρα, και εδέχθηκε το στοίχημα, βέβαιος τώρα πλια πως θα το κερδίσει σίγουρα, αφού αυτός και μόνος θα ήτο ο κριτής του τραγουδιστή!
  —Και τα Χερουβείμ να κατεβούνε να τον βοηθήσουν, πάλι πως δεν μ’ αρέσουν θα λέω, εμουρμούριζε ενώ έτρωγε.

                                                                       * * *

  Το φαγοπότι εξακολουθούσε από ώρα με ζωηρότητα. Τέσσαρες η παρέα του Κατρόκιου και ο κυρ-Αναγνώστης πέντε, αφού άδειασαν τις κατσαρόλες, βάλθηκαν τώρα ν’ αδειάσουν και το βαρέλι. Μόλις άφησε το πιρούνι ο Κεφαλλονίτης, ίσαξε τα μουστάκια του —κάτι μουστάκια γυρισμένα επάνω σαν τσιγκέλια— και άρχισε το τραγούδι:

 «Τρεις αντρειωμένοι βούλησαν να βγουν από τον Άδη…»

  —Δεν μ’ αρέσει! δεν μ’ αρέσει! εφώναξεν ο ταβερνιάρης.
  —Φέρε λοιπόν κρασί.
  Οι κρασοκανάτες επήγαιναν και ήρχοντο, ενώ ο Κατρόκιος εξελαρυγγιζότανε να τραγουδεί πότε Ευρωπαϊκά, πότε κλέφτικα, Τούρκικα και Ζακυνθινά, Αρβανίτικα και Σμυρνέικα. Είπε το Τσαουσάνικο, είπε το γιαργιτό, είπε το Μακεδονικό, μα σ’ όλα ο κυρ-Αναγνώστης είτε στην αρχή είτε στο τέλος, έδινε την ίδια απάντηση:
  — Δεν μ’ αρέσει, αδερφέ! δεν μ’ αρέσει! Μπάαααά!
  —Θέλω μοσχάτο! είπε κάποτε θυμωμένος ο Κεφαλλονίτης.
 —Μοσχάτο, Σαμιώτικο, ό,τι θέλεις, μπέη μου, απήντησε κοροϊδευτικά και ο ταβερνιάρης, ενώ έφερνε τίνγκα τις κανάτες μοσχάτο! την τσέπη σου να φοβερίζεις λέω!!

                                                                         * * *

  Το τραγούδι ξανάρχισε ζωηρότερο· μα ο Κεφαλλονίτης, ούτε με τους αμανέδες του, ούτε με τα σαρκιά, ούτε με τα εθνικά κατόρθωσε να κάμει τον ταβερνιάρη ν’ αλλάξει γνώμη.
  Επλησίαζαν μεσάνυχτα.
 Ο Κατρόκιος, κουρασμένος τώρα, μόλις εμουρμούριζε ξεψυχισμένα κανένα τραγούδι.
  Μ’ έφαε ο Μωραΐτης! είπε σιγανά στον διπλανόν του, αρκετά όμως ώστε να τ’ ακούσει ο ταβερνιάρης.
  Έβγαλε κατόπιν απ’ το πορτοφόλι του ένα κατοστάρικο, και βλέποντας στο ρολόγι του την ώρα και τον κυρ-Αναγνώστη στα μάτια, εμουρμούρισε τραγουδιστά, με φωνή άψυχη και με νησιώτικη προφορά:

  Η ώρα επλησίασε, ας μη μωρογαρίζω,
  να σου πληρώσω το κρασί
  και να μη ξεροτσαμπουνίζω.

  —Δώσ’ μου τα ρέστα! είπε συγχρόνως πετώντας στη μέση του τραπεζιού το κατοστάρικο. Αυτό βέβαια θα σ’ αρέσει, κυρ-Αναγνώστη! ε!!
  —Αυτό μάααάλιστα! μ’ αρέσει λέει; και ποιανού δεν αρέσει; Και χαρούμενος, πεταχτός ο κυρ-Αναγνώστης άπλωσε χέρια τρεμάμενα να πάρει το κατοστάρικο.
  Ο Κατρόκιος όμως επρόφθασε και τ’ άρπαξε.
  —Σ’ αρέσει; αμ’ έχασες αφού σ’ αρέσει! είπε βάζοντας το κατοστάρικο στα πορτοφόλι του.
  —Έχασεεεες!! αντήχησε συγχρόνως μονόγνωμη και παρατεταμένη η φωνή της παρέας.
  Και ενώ ο Κατρόκιος με την παρέα του έφευγε χασκογελώντας, ο ταβερνιάρης έσβηνε τα φώτα μουρμουρίζων: 

— Μ’ έφαες, Κεφαλλονίτη! μ’ έφαες !

Δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιο του Σκόκου του έτους 1918, Έτος 33ο
Αναπροσαρμόσθηκε η ορθογραφία και χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό.

  Πηγή

29 Σεπτεμβρίου 2023

Φιλία Μεταξύ Ανδρών & Γυναικών;...(Επαναδημοσίευση )

 Φιλία Μεταξύ Ανδρών & Γυναικών;...

Μπορεί ένας άνδρας και μια γυναίκα να είναι απλώς φίλοι; Πρόκειται για ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολλούς ερευνητές και έχει αποτελέσει το κεντρικό θέμα σε αρκετές ταινίες. Αυτό ήταν και το αντικείμενο της έρευνας που έκανε η Diane Felmlee, κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Ντέιβις σε 406 ενήλικες.

Η πλειοψηφία , ποσοστό 83,5%, δήλωσε ότι ναι, οι άνδρες και οι γυναίκες μπορούν να είναι φίλοι. Μόλις το 2% απάντησε όχι και το 12% ίσως. Άνδρες και γυναίκες δεν είχαν διαφορετικές απόψεις.

Φαίνεται λοιπόν ότι φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών μπορεί να υπάρξει, όμως η σχέση αυτή κρύβει προκλήσεις και είναι πιο δύσκολο να διατηρηθεί.

Καταρχήν η έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν διαφορές στο πώς οι άνδρες και οι γυναίκες μπορούν να αναπτύξουν και να διατηρήσουν τις φιλίες τους. Η διαφορά αυτή αρχίζει πολύ νωρίς, ήδη από την παιδική ηλικία. Τα αγόρια συνήθως παίζουν παιχνίδια σε μεγαλύτερες ομάδες ενώ τα κορίτσια προτιμούν παιχνίδια σε πιο στενό κύκλο.

Οι φιλίες των γυναικών έχουν χτιστεί πάνω στην υποστήριξη και τη συντροφικότητα. Οι άνδρες εστιάζουν στις κοινές δραστηριότητες.

«Οι γυναίκες εγκρίνουν περισσότερο τα κλάματα και τους εναγκαλισμούς μεταξύ των φίλων σε σύγκριση με τους άνδρες, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει μεγαλύτερη οικειότητα στις γυναικείες φιλίες», δηλώνει η Diane Felmlee.

Από τη στιγμή που οι φιλίες των γυναικών είναι κατά κανόνα "πρόσωπο με πρόσωπο", ενώ εκείνες των ανδρών θεωρούνται πιο ομαδικές, αυτές οι διαφορές μπορούν να δημιουργήσουν εμπόδια για τις γυναίκες και τους άνδρες που θέλουν να είναι φίλοι μεταξύ τους.

Ένα άλλο εμπόδιο για τις φιλίες μεταξύ ατόμων του αντίθετου φύλου είναι ότι υπάρχει η πιθανότητα να αναπτυχθεί ερωτική έλξη μεταξύ τους. «Παρόλο που η έρευνα δείχνει ότι οι άνδρες - περισσότερο από τις γυναίκες – δυσκολεύονται να κρατήσουν το ερωτικό στοιχείο έξω από τη φιλία», αναφέρει η Diane Felmlee « από τη μελέτη προκύπτει ότι οι γυναίκες είχαν περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να αναφέρουν ότι η ερωτική έλξη είναι ένα γεγονός που κάνει δύσκολες τις φιλίες μεταξύ ανδρών και γυναικών.»

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι μπορεί κάποιοι τρίτοι να βλέπουν με «περίεργο» μάτι τη συγκεκριμένη σχέση και οι δύο φίλοι να βρίσκονται συχνά στη δυσάρεστη θέση να εξηγούν ή να δικαιολογούν τη φιλία τους.

Αν παρόλα αυτά επιμένετε να έχετε φιλίες με άτομα του αντίθετου φύλου, υπάρχουν κάποια πράγματα που καλό είναι να έχετε κατά νου:

* Φροντίστε να αποκτήσετε πληροφορίες για το νέο φίλο ή τη φίλη σας και για τις προηγούμενες φιλίες του με άτομα του αντίθετου φύλου.

* Σιγουρευτείτε ότι είστε πολύ σαφείς για το τι θέλετε (και τι δεν θέλετε) από τις φιλίες σας και ότι βάζετε όρια, δεδομένου του … κινδύνου μέσα από τη φιλία να γεννηθεί ένας νέος έρωτας.

* Μην ξεχνάτε τον/την σύντροφό σας. Πρέπει να του/της δείχνετε ότι αυτός ή αυτή είναι η πρώτη προτεραιότητά σας και το άτομο που πάνω από όλους εμπιστεύεστε, αλλιώς θα βρεθείτε αντιμέτωποι με τη ζήλια ή το θυμό του/της με κίνδυνο να χαλάσει και η ερωτική σας σχέση και η φιλία σας.


πηγή: http://www.inargolida.gr/

πηγή: http://www.healthierworld.gr/

Σημείωση δική μου:

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εταιρείας Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας (ΕΜΑΣ) χειρουργό ουρολόγο κ. Κώστα Κωνσταντινίδη, «για βιολογικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς λόγους και προς όφελος της εξέλιξης των κοινωνιών σε όλο τον πλανήτη, την ανδρογυνική φιλία δεν τη θέλει ούτε η φύση αλλά ούτε και η παραγωγική διαδικασία."
...Και συνεχίζει ο καταπληκτικός γιατρός...
Σε σύγχρονες έρευνες, στην Αμερική κυρίως, φαίνεται πως στην ερώτηση αν υπάρχουν φιλίες μεταξύ αντρών και γυναικών, το μεγάλο ποσοστό (87%) απαντά “ναι”, λέει. Νομίζω, όμως, πως η απάντηση αυτή είναι πολιτικά ορθή αλλά όχι τίμια: ποιος θα δεχόταν σήμερα να αποδεχτεί τον ρόλο του... ουραγκοτάγκου σε μια κοινωνία όπου τον ανδρικό θαυμασμό τον ποινικοποιεί σαν σεξουαλική παρενόχληση;» ρωτάει ο κ. Κωνσταντινίδης κρίνοντας αναπόφευκτη την ερωτική έλξη μεταξύ ετεροφύλων. 

Ι.Β.Ν.