Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου
Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
Περιοδικό Ποικίλης Ύλης ! ...και θέματα απο το Δήμο Λασιώνος και την Ορεινή Ηλεία !
Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου
Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
Ἁγία Μαρκέλλα ἡ Χιοπολίτις (22 Ἰουλίου)
από το περιοδικό Προς τη Νίκη- κείμενο και για παιδιά

O Ἰούλιος στό μυροβόλο νησί τοῦ βορείου Αἰγαίου εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένος μέ τή Χιοπολίτιδα προστάτιδά του, τήν Ἁγία παρθενομάρτυρα Μαρκέλλα.
Στίς 22 Ἰουλίου κάθε χρόνο, στόν ὁμώνυμο ὅρμο, στό βορειοδυτικό τμῆμα τοῦ νησιοῦ, κοντά στή Βολισσό, χιλιάδες προσκυνητές, ὄχι μόνο ἀπ᾽ τό νησί, ἀλλά ἀπ᾽ ὅλη τήν Ἑλλάδα καί τό ἐξωτερικό, κατακλύζουν τό ναό της, χτισμένο ἀνάμεσα σέ πλατάνια, πού πανηγυρίζει.
Ἡ θαυματουργή εἰκόνα της εἶναι κατάφορτη ἀπό ἀσημένια καί χρυσά, εὐχαριστήρια ἀναθήματα πιστῶν, πού τά ἀποθέτουν στήν Ἁγία τους γιά τό θαῦμα πού τούς χάρισε!
Ἕνα ἀσημένιο καράβι κρεμασμένο ἀπό τόν πολυέλαιο τοῦ ναοῦ μαρτυρεῖ τή σωτηρία του ἀπό βέβαιο χαμό, ὅταν ὁ καραβοκύρης καί τό πλήρωμά του ἐπικαλέστηκαν τή βοήθειά της κι ἐκείνη ἔσπευσε νά τούς γλιτώσει ἀπ’ τόν κυκλώνα!
Ἐδῶ στό ἱστορικό κεφαλοχώρι τῆς Χίου, στή Βολισσό, γεννήθηκε καί μεγάλωσε ἡ Ἁγία, ἀπό μητέρα χριστιανή, πού τήν ἔχασε σέ νεαρή ἡλικία, καί πατέρα εἰδωλολάτρη.
Γιά τό χρόνο τῆς γέννησης, τῆς ζωῆς καί τοῦ μαρτυρίου τῆς Ἁγίας ὑπάρχει ἀσάφεια. Σύμφωνα μέ τό βιογράφο της Ὅσιο Νικηφόρο τό Χίο, ἡ Ἁγία Μαρκέλλα ἔζησε καί μαρτύρησε γύρω στό 1500 μ.Χ.
Ἡ Μαρκέλλα διακρίθηκε ἀπό νωρίς γιά τήν καλοσύνη, τή σεμνότητα καί τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς της. Σέ ἡλικία 18 ἐτῶν βαπτίστηκε χριστιανή. Τό γεγονός δυσαρέστησε ἔντονα τόν πατέρα της, πού προσπάθησε μέ ποικίλους τρόπους νά τήν μεταπείσει, ἄλλες φορές μέ ὑποσχέσεις καί δελεαστικές προτάσεις καί ἄλλοτε μέ ἀπειλές καί φοβέρες.

Ἡ προκλητική, κάποτε, συμπεριφορά του τήν ἀνάγκασε νά ἐγκαταλείψει τό πατρικό της σπίτι. Βρῆκε καταφύγιο στό βουνό τῆς περιοχῆς καί κρύφτηκε σέ μιά πυκνή βάτο.
Μετά ὅμως ἀπό ὑπόδειξη ἑνός βοσκοῦ ὁ πατέρας της τήν ἀνακάλυψε καί, γιά νά τήν ἀναγκάσει νά βγεῖ, ἔβαλε φωτιά στή βάτο. Ἡ Ἁγία ἔτρεξε πρός τή θάλασσα, γιά νά σωθεῖ.
Στή συνέχεια τήν καταδίωξε καί μέ τό βέλος του τήν πλήγωσε. Τό αἷμα της ἔβαψε κόκκινους τούς βράχους, πού μέχρι σήμερα οἱ προσκυνητές ἀναγνωρίζουν μέ τά μάτια τῆς πίστης στό κοκκινωπό χρῶμα τους τά αἱμάτινα σημάδια τῆς Ἁγίας.
Παρόλα αὐτά δέν ἔχασε τήν ψυχική της δύναμη καί συνέχισε νά τρέχει. Οἱ σωματικές της δυνάμεις ἄρχισαν νά τήν ἐγκαταλείπουν, ὅμως ἡ βαθιά καί ἀκλόνητη πίστη της βρῆκε τή λύση.
Τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς της πιό γρήγορη κι ἀπ᾽ τήν καταδίωξη τοῦ πατέρα της ἀνέβηκε θερμή ἡ προσευχή της στό Χριστό ἱκετεύοντας νά σχισθεῖ ὁ βράχος πού πατοῦσε γιά νά τή σώσει.
Καί πράγματι. Ἡ γῆ ἄνοιξε καί φύλαξε τό σῶμα τῆς Ἁγίας, ἐκτός ἀπό τήν ἁγία κεφαλή της, πού τό μίσος τοῦ σκληρόκαρδου πατέρα της πρόφτασε καί ἀποκόπτοντάς την τήν ἔριξε στή θάλασσα.
Οἱ Χιῶτες, πού τιμοῦν μέ κάθε ἐπισημότητα τή Ἁγία Μαρκέλλα, κάθε χρόνο ζοῦν καί διηγοῦνται ἕνα θαῦμα:
Ὅταν γίνεται δέηση στή χάρη της τήν ἡμέρα τῆς γιορτῆς της, στό βράχο πού ἡ Ἁγία μαρτύρησε ἡ θάλασσα βράζει, χάνει τήν ἁλμυρή ἰδιότητά της καί ἀναβλύζει ἁγίασμα.
Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, τήν ἡμέρα ἐκείνη ἡ θάλασσα στό σημεῖο ἐκεῖνο παίρνει ἕνα σκοῦρο, σχεδόν κόκκινο χρῶμα, ὅπως τό αἷμα τῆς Ἁγίας πού χύθηκε στά νερά αὐτά.
.

Ἀναρίθμητα εἶναι τά θαύματα πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐπιτελέσει ἡ Ἁγία Μαρκέλλα ἀπό τἠν ἐποχή τοῦ μαρτυρίου της ἕως τίς ἡμέρες μας, ἐνῶ μάρτυρες θαυμαστῶν σημείων ἔγιναν λαμπρές πνευματικές φυσιογνωμίες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς Ἐπίσκοπος Κορίνθου, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Ἐπίσκοπος Πενταπόλεως καί ὁ βιογράφος καί συντάκτης τῆς Ἀκολουθίας τῆς Ἁγίας, Ὅσιος Νικηφόρος ὁ Χίος.
Ἀληθινή ἡρωίδα τῆς Πίστης καί τῆς Ἐκκλησίας ἡ Ἁγία Μαρκέλλα ἡ Χιοπολίτις, κατέχει ἐξέχουσα θέση στή μεγάλη καί ἀτέλειωτη παράταξη τῶν Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Γιγάντωσε τόν ἑαυτό της μέ τήν πίστη στό Χριστό καί κατόρθωσε νά φθάσει στή θυσία χωρίς νά ὑποστείλει τή σημαία τοῦ χρέους, χωρίς νά προδώσει ἐκεῖνο στό ὁποῖο πίστευε.
Καθώς πανηγυρίζουμε τήν ἱερή Μνήμη της, παίρνουμε θάρρος ὅσοι ἐξακολουθοῦμε νά κρατᾶμε τήν πίστη καί τά ἰδανικά μας, γιά νά συνεχίσουμε τό δύσκολο δρόμο μας, μέχρι τήν τελική νίκη.
Φ.
.
ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ IOYΛΙΟΣ 2012 ΤΕΥΧΟΣ 749
αρχική εικόνα από:syndesmosklchi.blogspot.com
Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας» / εδώ
εικόνες από: Πολίτης Χίου
Αγία Παρασκευή Αστακού: Θρησκεία, Θρύλοι και Παραδόσεις
Το
φοράμε όλοι. Είναι βαρύ, παλιό κι αθέατο. Έχει για στολίδια του χαρές,
λύπες, φόβους, ντροπές, επιθυμίες, προσδοκίες, ματαιώσεις, γεννητούρια,
γάμους και απώλειες, τα «πρέπει» και τα «μη» των γεννητόρων της γενιάς
μας.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα συναντήσεις
κάποιον, μη βιαστείς να τον χαρακτηρίσεις. Σκέψου για μια στιγμή το
περιδέραιο που είναι κρυμμένο στο λαιμό. Το δικό του και το δικό σου.
Σημείωση δική μου:
Και έρωτες, βεβαίως βεβαίως...
Και πόσο θα ήθελα ένα στολίδι, από το περιδέραιο που κοσμεί το λαιμό σας, κυρία μου, να είναι ένα δικό μου κομμάτι...
..που μπορεί και να είναι δηλαδή, ανεξάρτητα από την δκή μου την επιθυμία !
Ι.Β.Ν.
Όνειρο και εφιάλτης

Του Νίκου Τσούλια
Σαν όνειρο εμφανίστηκε, σαν το όνειρο της ζωής μας, σαν η πιο όμορφη εικόνα που θα μας συνόδευε για πάντα. Αλλά το όνειρο μετασχηματιζόταν απότομα χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε. Ίσως γιατί κάθε όνειρο να θέλει τα ριζώματά του στην πραγματικότητα˙ αλλά όχι υπήρχαν αυτά και μάλιστα άφθονα και ισχυρά. Ίσως γιατί δεν μπορούσαμε να το διαχειριστούμε, να αντιμετωπίσουμε την πρώτη των πρώτων προκλήσεων της ζωής μας. Ίσως γιατί ήταν ένα όνειρο μοιρασμένο και ήθελε την ταυτόχρονη και ενιαία έκφρασή του…
Πώς όμως ένα όνειρο γίνεται εφιάλτης; Πώς μεταμορφώνεται το πιο όμορφο είδωλό μας σε μαύρη άβυσσο που απειλεί να καταπίνει κάθε δυνατότητα να ονειρευτούμε οτιδήποτε άλλο, να στραγγίζει κάθε ικμάδα μας και να μας ερημώνει τους τόπους του συναισθήματος; Είναι το όνειρο που γίνεται από μόνο του μαρτύριο και εφιάλτης ή είναι ο άνθρωπος που του αποδίδει την επαμφοτερίζουσα ερμηνεία του; Μήπως δεν είναι ούτε όνειρο ούτε εφιάλτης και είναι η δική μας πρόσληψη που κάθε φορά το γεύεται και το προσδιορίζει με την πιο αντιθετική μορφολογία;
Αλλά το ανεξήγητο δεν σταματάει εδώ. Όταν έχεις διαμορφώσει ένα τελικό συμπέρασμα ότι το είδωλό σου δεν ήταν πραγματικά δικό σου και διαπιστώνεις ότι και το είδωλό σου έχει δημιουργήσει το δικό μου είδωλο με τα ίδια ακριβώς υλικά και έχει και αυτό την ίδια απορία, την απορία της ζωής του, πώς να ερμηνεύσεις το κοινό δημιούργημα της απόλυτης ομορφιάς που χάνεται μέσα από τα χέρια μας; Και έρχονται ξανά και ξανά οι καιροί και μας θέτουν το ίδιο ερώτημα: Πώς κάνατε το όνειρο εφιάλτη, πώς μεταμορφώσατε την ομορφιά σε ασκήμια;
Αντί να γίνει το είδωλό μας ταξίδι της κοινής ζωής μας, γίνεται φαντασίωση και ονειροπόληση, φάντασμα και νεύρωση. Κάθε στιγμή συναντιόμαστε στο όνειρό μας και γευόμαστε ταυτόχρονα το φως και το σκοτάδι και μετά η πραγματικότητα μας δίνει όλες τις αποχρώσεις του γκρι με τις σκιές να γίνονται όλο και πιο έντονες όσο περισσότερο φωτίζουμε το είδωλό μας.
Παράλληλες οι κοίτες μας, ποτέ δεν θα συναντηθούν και εμείς συνεχίζουμε χρόνια και χρόνια τώρα να στρέφουμε το νερό των μεγάλων επιθυμιών μας στο ίδιο ποτάμι. Και έρχονται κατά καιρούς οι συναισθηματικές καταιγίδες και ανταριάζουν τα νερά μας και καταστρέφουμε τις ξένες κοίτες της αντικειμενικότητας, αλλά μετά πάλι ξαναγυρίζουμε στην πραγματικότητα και δεν ξέρουμε πόσο μας ανταριάζει και πόσο μας καταλαγιάζει το νερό που πήραμε από την άλλη κοίτη, ποτέ δεν κατανοούμε τι περίπου συμβαίνει, τι ακριβώς μας γίνεται.
Είμαστε έρμαια άγνωστων δυνάμεων ή εμείς δεν μπορέσαμε να σηκώσουμε το βάρος της απόλυτης ευτυχίας; Και αν δεν μας είχε συμβεί η αποκάλυψη της απόλυτης ομορφιάς, θα μπορούσαμε να ζούμε όπως οι άλλοι. Άμα έχεις πάει έστω και για λίγο στο παράδεισο, έξω απ’ αυτόν παραπατάς, δεν μπορείς να αναπνεύσεις, τα όνειρά σου γίνονται εφιάλτες. Δεν φταίνε τα όνειρα ούτε και εμείς. Αλλά γιατί να βασανιζόμαστε με ένα μαρτύριο που δεν το προκαλέσαμε εμείς.
Ας μη μας πήγαινε το όνειρό μας στον παράδεισο, αδύναμοι και άβουλοι είμαστε στο ξεσήκωμά του και στους στροβιλισμούς του. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι ήταν τόσο κοντά ο παράδεισος – μας ξεγέλασε και αυτή η ιστορία περί της απώλειάς του από το γένος των ανθρώπων –˙ δεν ήταν δίπλα μας, ήταν μέσα μας, η καρδιά μας τον είχε φτιάξει, χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, ένα σκίρτημα ήταν, μια έμπνευση, ένα βλέμμα της ψυχής, ένας ολόκληρος απόλυτα προσωπικός κόσμος.
Όνειρο και εφιάλτης μπορεί να είναι και η ίδια η ζωή˙ και είμαστε εμείς οι άνθρωποι που κάθε φορά τη ζυγιάζουμε προς τη μια ή την άλλη πλευρά ή και το πιο σύνηθες κάπου ανάμεσά τους. Αλλά εμείς ελπίζουμε, ότι κάτι ανατρεπτικό θα συμβεί και ο έρωτάς μας θα διώξει τη συννεφιά του εφιάλτη, ότι θα βρει την ολοκλήρωσή του έστω και αν έχουν χαθεί τόσα και τόσα επεισόδια της ζωής μας…
Αλλιώς φανταζόμαστε τις αγάπες που χάνονται˙ κάποια ορατά εμπόδια ήταν πάντα η αιτία. Άλλα μάθαμε για τους τραγικούς ήρωες που θυσιάζονταν στου έρωτα τα παιχνιδίσματα˙ γίνονταν μορφές αθανασίας και ίσως το χαμένο είδωλό τους να το γεύονταν άνθρωποι και άνθρωποι, καιροί και καιροί, και να ξαναζωντάνευε η χαμένη ομορφιά.
Μόνο που εμείς ξέρουμε το χαμένο είδωλό μας και πεθαίνουμε κάθε στιγμή, γιατί νιώθουμε ότι θα χαθεί μαζί μας… Ελπίζουμε και προσδοκούμε στις άγνωστες δυνάμεις – δικές μας ή ξένες δεν έχει πια σημασία – που ρήμαξαν το όνειρό μας… Γιατί πώς μπορεί να καταστραφεί η ομορφιά, η ομορφιά που έχει κληθεί «να σώσει τον κόσμο», η ομορφιά που είναι η ίδια η ζωή;


Essence Of Women In Paintings Of Rob Hefferan
https://anthologio.wordpress.com/2024/10/27/%cf%8c-%ce%ac-18/
Το διήγημα που ακολουθεί είναι το δέκατο τέταρτο στη συλλογή ΝΕΟΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΔΙΑΛΕΧΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, που εκδόθηκε από τον οίκο Μ. Σαλίβερου με πιθανή ημερομηνία έκδοσης το 1926.
Ο μπάρμπα Θόδωρος, ένας γέρος ως εβδομήντα χρονώ, ψηλός, κοκκαλιάρης, αλλά γερός ακόμα, κατακουρασμένος από τη δουλειά, που έκανε όλο το πρωί στον κήπο του, κατεβαίνει, όπως το συνηθούσε όλα τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια, σε μιαν απλόχωρη πλατωσιά, όπου υψώνεται ένας ψηλός πλάτανος, κοντά στη θάλασσα. Η βαθιά ισκιάδα του δέντρου και το πέλαο κρατούν πάντα κάποια δροσιά κι ο μπάρμπα Θόδωρος, σφουγγίζοντας τον ίδρωτά του, πετάει την ψάθα του, παρατάει το μπαστούνι του, ξεκρεμάει από τον ώμο το σακάκι του, το διπλώνει σαν προσκέφαλο σε μια χοντρή, ξεχωμένη ρίζα του πλατάνου, ξαπλώνεται, κλείνει τα μάτια κι αφού για λίγο πέταξαν στη φαντασία του μερικές αόριστες εικόνες, αποκοιμιέται.
Δεν ακούγεται πνοή, δε βλογάει ανασασμός. Πάνου στο δέντρο κάποια τζιτζίκια ξεφωνίζουν, σα να μέθυσαν από τη ζέστη, σα ν’ αποκρίνονται σ’ άλλα, που στριγκλίζουν πιο πάνου. Τα βουνά υψωμένα πίσω από ένα ατμώδες σύγνεφο ψένονται, γυμνά καθώς είναι, φαίνονται σα να στενάζουν κάτου από το φόρτωμα του ήλιου, είναι σα να τους κόπηκε κάποια πλατιά πνοή. Κι έτσι ακίνητη απλώνεται η θάλασσα, που λες και κρατώντας την ανάσα της, προσέχει ολόματη ένα θέαμα φοβερό και σε μιαν έκσταση με λιπόθυμη, άτονη, ακούει το μυστικό χορό των ατμών, που πλημμυράνε τρέμοντας την ασπρογάλαζην ατμόσφαιρα. Μεσημέρι. Περνάει μια ώρα, δυο, ο μπάρμπα Θόδωρος κοιμάται ολοένα κι ο τόπος καίγεται μα να πέρα κει στο αντικρινό βουνό η θάλασσα κινείται, μαυρίζει. Μια πνοή ταράζει το πέλαο στο μάκρος του βουνού και το μαύρισμα δυναμώνει, προχωρεί στα εδώ κι ακούγεται ένας θόρυβος σαν κάπου μακριά να ξέσπασε βροχή· τα κύματα θορυβούν, χτυπιούνται· η νεκρή θάλασσα ζωντανεύει, λευκοί αφροί χύνονται άφθονα στη γαλανή επιφάνειά της, που σκάβεται ολοένα βαθύτερα. Μαΐστρος. Μια γρήγορη πνοή κινάει τα φύλλα του γέρο πλάτανου και φεύγει· μια δεύτερη έρχεται, τρίτη και το παλιό, μεγάλο δέντρο κινείται, τα φύλλα του σειούνται, τα κλαδιά του τρέμουν· από το άφωνο δέντρο φεύγει τώρα ένας αδιάκοπος στεναγμός, με μύρια αναστενάσματα· είναι η σύμφωνη παρατονία στην άρρυθμη μουσική των κυμάτων, που, χοροπηδώντας, χτυπιούνται στην ασίγαστη ακτή, και σα για να πάρουν ένα πήδημα ορθώνουν τα στήθια τους, που σπάζουν σ’ έτοιμόσβηστους αφρούς. Τα λευκά μαλλιά του γέρου αναταράζονται κι έξαφνα ένα χαμόγελο απλώνεται στο κοιμισμένο του πρόσωπο. Γύρω τριγύρω μια καινούρια ζωή σκορπίστηκε. Από τα βουνά έφυγε το ατμώδες σύγνεφο, που τα σκέπαζε, και τώρα σα να φαίνονται πιο ψηλά, πιο πλατιά, πιο μεγάλα, σα ν’ ανασαίνουν την πνοή που χάσανε, σα να γελούν στη γαλανή ατμόσφαιρα, που καθάρισε από τους ατμούς.
Των κυμάτων ο θόρυβος και το σφύργιμα ανέμου στα κλαδιά του
πλατάνου θυμίζουν καΐκι που ταξιδεύει στα πρίμα. Κι ο μπάρμπα Θεόδωρος
κοιμισμένος χαμογελάει… Στ’ όνειρό του, ενός καραβιού μεγάλου τα πανιά
φουσκώνουν στις πλατιές πνοές του ωκεανού, που δεν έχει τελειωμό.
Κρατώντας το τιμόνι οδηγάει ολόμονος το πλοίο σε μιαν αχτή που μια
φαίνεται και μια χάνεται. Είναι μεγάλος ο ωκεανός, μα και το καράβι
τρεχάτο, γρήγορο, πετούμενο, θα σκίσει τις πλατιές θάλασσες και θα φέρει
το μπαρμπα-Θόδωρο κοντά στο παιδί του, το Γιάννη, που ξενιτεύτηκε. Και
ταξιδεύει· αλλά ο αγέρας δυναμώνει πιότερο, η θάλασσα ανοίγεται, τα
κύματα σκεπάζουν το πλοίο. Ο γέρος κιντυνεύει να πνιγεί… Ξυπνάει.
Κοιτάζει τριγύρω και βγάζει ένα στεναγμό. Πολλές φορές του έτυχε να
κοιμάται με ζέστη βαριά και να ξυπνάει με φρέσκο μαΐστρο, που σκόρπιζε
όλες τις δροσιές της θάλασσας και των βουνών. Λάβαινε πάντα ένα
ευχάριστο συναίσθημα· σήμερα όμως τ’ όνειρό του του αφήνει μιαν
αγωνιώδικη λύπη στην καρδιά. Κάθεται στη ρίζα, που πριν είχε το κεφάλι
του και συλλογιέται…
―Δεν έφτασα, ψιθυρίζει, δε μπόρεσα να φτάσω… Ακουμπάει το κεφάλι στο
χέρι, κοιτάζοντας χάμω· θέλει να βρει τι ξηγάει τ’ όνειρο και σε μια
κακή σκέψη, που του ήρθε, απαντάει βιαστικά, φωναχτά:
―Όχι, όχι, το παιδάκι μου δε θα πάθει τίποτα δεν ήτανε αυτό στο καράβι·
εγώ θα πεθάνω χωρίς να το δω, θα πεθάνω και δε θα τ’ απολάψω το παιδάκι
μου…
Θλιβερά σφίγγεται η ψυχή του γέρου· χώνει το πρόσωπό του στις παλάμες του κι έτσι μένει για πολύ…
Μακρύς ήταν ο καιρός, που ο Γιάννης έλειπε στο στρατό· με μικρές
διακοπές έξι χρόνια ολάκερα δόθηκε σε πολέμους κι επιστρατέψεις· κι όταν
πρόπερσι απολύθηκε, είχε πια να πολεμήσει με τη φτώχια του σπιτιού του·
λιγοστά τα έσοδα από τα λίγα χτήματά τους κι οι ξένες δουλειές
παρακαλεστικές· και τρία θεριά, τρία χέργια, οι τρεις αδερφές του,
έμεναν στο σπίτι ανύπαντρες, περιμένοντας μόνο απ’ αυτόν προστασία μια
κι ο πατέρας τους ήτανε γέρος κι ο άλλος ο μεγαλύτερός τους αδερφός
χάθηκε στον πόλεμο του ‘12. Δυο χρόνια, κοντά, αγωνίστηκε πάλεψε ο
Γιάννης για το σπίτι του. Δούλευε πεθαίνοντας κάθε μέρα ολημερίς από τον
κόπο και το βράδυ γύριζε και με το παραμικρό χτυπούσε τις αδερφές του.
Τέλος μια μέρα είπε στο γέρο:
―Πατέρα, δεν κάνομε τίποτα δω πέρα. Ο τόπος δεν έχει ψωμί· φτώχεια και κακομοιριά. Θα κινήσω να πάω στην Αμερική.
Μάταια πολέμησε αυτός να του αλλάξει τη γνώμη. Εκείνος επέμενε.
Έτσι έβαλαν υποθήκη τα χτήματά τους, για να οικονομηθεί ο ναύλος,
φρόντισαν για τα χαρτιά και μια Κυριακή ορίστηκε να φύγει ο Γιάννης. Η
απόφαση είχε παρθεί, τα χρήματα οικονομηθεί ―πένθος στο σπίτι. Ο νέος
λυπημένος γύριζε τις τελευταίες ημέρες άνεργος· ήτανε σα δειλιασμένος,
φοβισμένος, ζήταε συμπάθειο από τις αδερφές του για το ξύλο που τους
έδινε κι εκείνες δε σταματούσαν το δάκρυ στη σκέψη, πως φεύγει «το παιδί
μας» όπως τον έλεγαν με μια χαρακτηριστική τρυφερότητα. Κι ο γέρος μ’
ένα καντάρι πίκρα στην καρδιά κοίταζε σιωπηλά το γιο του, που θα ‘φευγε,
τα κορίτσια που θα ‘μεναν. Μέσα στον πόνο του κλεισμένος, συλλοϊσμένος,
δεν άφηνε λέξη να του φύγει από το στόμα. Σε ποιονε να μιλήσει και
ποιος να τον παρηγορήσει; Αν εζούσε η γριά του… αλλά καλύτερα που δε
ζει, ευτυχισμένη, που δε ζει… Να ‘χει παιδιά και παιδιά να μην έχει; Πώς
θα μπορούσε η άμοιρη να βλέπει τις άλλες τις μανάδες να ζούνε με τους
γιους τους κι αυτή να μην έχει; Καλύτερα… Όμως εκείνος ήταν κακότυχος,
γιατί του μελλότανε να πιει όλες τις πίκρες.
Κι η μέρα ήρτε, μια μαύρη Κυριακή. Τα ρούχα του Γιάννη έτοιμα,
τυλιγμένα σ’ έναν κόμπο σφιχτά δεμένο· κάθε αδερφή είχε βάλει και κάτι
ξεχωριστό μέσα για τον αδερφό. Η μεγαλύτερη η Αννέτα, ένα κουλούρι
μικρό, ζυμωμένο όπως εκείνα που φκιάχνουν για τις νυφάδες μ’ αυγά, με
βούτυρο, με ζάχαρη, για να το βρει άξαφνα ο αδερφός στην ξενιτιά και να
χαρεί. Η δεύτερη, η Αμαλία, έβαλε ένα μεταξωτό μαντηλάκι, που της
χάρισαν κάποτε, κεντημένο μ’ ένα κόκκινο Γ. Κι η μικρότερη, η στερνή, η
Χρυσαυγή, που ήταν είκοσι χρονώ, έκοψε από τα μυριστικά της κι εσκόρπισε
ανάμεσα στα ρούχα του αδερφού μόσκο και μαντζουράνα και καριοφύλλι κι
αρμπαρόζα, για να μοσκοβολούν στην ξενιτιά τα ρούχα του αδερφού.
Το καΐκι, που θα τον έπαιρνε στην Πάτρα για να μπαρκαριστεί εκείθε, ήταν έτοιμο. Ο Γιάννης πήρε τον κόμπο στο χέρι.
―Έλα, μην κλαίτε, είπε στις αδερφές του, που τον τριγύριζαν κι άρχισαν
να κρύβουν το πρόσωπο στα χέρια. Κι ωστόσο κι ο ίδιος δε μπορούσε να
μιλήσει κι ήταν φανερό, πως ως και τα πόδια του να κουνήσει δε μπορούσε.
Για να μακρύνει λίγο τη διαμονή του, χωρίς να φαίνεται δειλιασμένος,
βάλτηκε να ρωτάει αν θυμήθηκαν τούτο, αν του έβαλαν εκείνο στον κόμπο.
Κι εκείνες του αποκρίνονταν όλο: ναι, ναι… (όλα τα είχαν φροντίσει
εκείνες…) Κι ύστερα, ξεχασμένος, πάλι ρωτούσε για τα ίδια, που
ξαναρώτησε και του απαντούσαν πάλι ναι… ναι…
Ο γέρος ακουμπισμένος σ’ ένα ερμάρι με ραγισμένη την καρδιά και
κομμένα τα ύπατα, κοιτούσε, μόνο κοιτούσε και δε μιλούσε. Έγινε μια
στιγμή τέλεια σιωπή. Ο Γιάννης γύρισε τριγύρω το βλέμμα και φάνηκε σα να
θέλει να δώσει το χέρι, μα…. αντίς να το δώσει το έφερε στο μέτωπο.
―Κάτι άλλο ήθελα να πάρω ακόμα ψιθύρισε, μα δε θυμούμαι…
―Τι; Τι; Τι; ρώτησαν οι τρεις αδερφές.
―Κάτι, μα δε θυμούμαι… κάτι… είπ’ εκείνος πιέζοντας με το χέρι το
μέτωπο. Κι άξαφνα η φωνή του κόπηκε και τα μάτια του πελάγωσαν από
δάκρυα.
―Γιάννη, Γιάννη, ακούστηκε η φωνή ενός ναύτη του καϊκιού απ’ έξω. Τέλειωνε να φεύγομε…
―Τώρα, αμέσως, αποκρίθηκε κομπιασμένος.
Και, δίνοντας ορμητικά το χέρι στις αδερφές του έσκυψε, τις εφίλησε κι έλεγε σε κάθε μια.
―Έχε γεια….
―Έχετε γεια ξαναείπε, όταν τις χαιρέτησε όλες και κάνοντας μια κίνηση
με το χέρι για να σφουγγίσει τα μάτια του βγήκε στην πόρτα, όπου στο
μεταξύ είχε τραβηχτεί ο πατέρας του.
―Πάμε πατέρα;
―Πάμε…
Οι τρεις αδερφές όρμησαν στο παράθυρο, για να τόνε δούνε στο δρόμο.
Ώσπου να φτάσει στο μώλο χαιρετούσε τους χωριανούς του, που συναντούσε.
―Στο καλό του λέγανε ποιος μ’ αγάπη, ποιος αδιάφορα. Μερικοί συγγενείς του και φίλοι του τόνε συνόδεψαν.
Και σαν έφτασε κοντά στη βάρκα, που τον περίμενε ο ναύτης να
περάσουν στο καΐκι, που έστεκε ανοιχτότερα, αφού χαιρέτησε όσους τον
τριγύριζαν, έδωκε το χέρι στον πατέρα του. Όμως εκείνος τον ετράβηξε
σιωπηλά παράμερα και άρχισε να του λέει με φωνή τρεμάμενη:
-Παιδί μου… περιττό να σ’ ορμηνέψω, άλλα σαν πατέρας που είμαι… να
προσέχεις εκεί που θα πας…, να ‘σαι οικονόμος… να φυλάγεσαι από τσι
παλιογύναικες…. να πολεμήσεις να ‘ρτεις ογλήγορα… γιατί εγώ γέρος
άνθρωπος… πόσο λες και θα ζήσω ακόμα… κι αν μάθεις πως επέθανα να
γυρίσεις αμέσως πίσω να προστατέψεις τσι αδερφάδες σου… ακούς παιδί μου;
Άντε στο καλό παιδάκι μου, στη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας… να
μας γράφεις ταχτικά…. Φιλήθηκαν· μα δεν του άφησε το χέρι· με τρόπο του
έχωσε μέσα ένα εικοσιπεντάρικο.
―Άσ’ το πατέρα.
Τσώπα… πας σε ξενιτιά… θα σου χρειαστούνε… άντε πήγαινε… Στο καλό παιδάκι μου.
Ο νέος έφυγε γρήγορα από κοντά του, χαιρέτησε βιαστικά τους
συγκεντρωμένους ανθρώπους κι εμπήκε στη βάρκα. Σε λίγο πηδούσε στο
καΐκι. Εκεί πάνου είχαν αρχίσει κιόλας την εργασία.
Σήκωσαν την πρώτη άγκυρα έλυσαν τα πανιά και τώρα σήκωναν τη
δεύτερη άγκυρα τη μαγγιόρα. Μετά τσιμάρισαν τη μαΐστρα πρώτα κι ύστερα
το τριγκέτο. Τέλος απόλυσαν το φλόκο και το πλοίο, λευτερωμένο απ’ όλες
αυτές τις μανούβρες, που έκαναν το πλήρωμα να εργάζεται με βία και
δύναμη, δόθηκε στην ορμή του μαΐστρου κι αφού έκανε δυο βόλτες για να
«πάρουν» τα πανιά ξανοίχτηκε στη μεγάλη θάλασσα.
Έφευγε… Ο γέρος έστεκε και το κοίταζε κι ένιωθε ολοένα μέσα του σα
να κόβονταν κάτι που του κρατούσε τη ζωή κι έξαφνα αιστάντηκε στη ψυχή
του κάτι σα να σωριάζονταν πλατιά βαριά… Με θαμπωμένα τα μάτια, με
τρεμάμενα βήματα κίνησε αργά για το σπίτι του. Βρήκε τα κορίτσια του
κλαίνε.
―Πάει;
―Πάει…
Κάθισε βαρύς στον καναπέ· έφερε γύρω του ένα βλέμμα κι άρχισε να λέει:
―Μην κλαίτε μωρές κι είναι κακό σημάδι μωρές. Τι κλαίτε μωρές, θα γυρίσει μωρές…
Μα ξαφνικά ένα κλάμα του τάραξε τα στήθια και ξέσπασε με τέτοια λόγια:
―Άι στο καλό, παιδάκι μου, να πάει στο καλό το παιδάκι μου… ε σα μας
στέλνει λεφτά θα ζήσουμε κι εμείς… άιντε στο καλό, παιδάκι μου… η
Παναγία να το φυλάει το παιδάκι μου… Χριστέ μου, Παναγίτσα μου, φύλαε το
παιδάκι μου…
Ο αγέρας σφυρίζει πάνου από το κεφάλι του γέρου, με χίλιες φωνές
περνάει μέσα από τα κλαριά του πλατάνου κι η θάλασσα, που χτυπιέται
ολοένα στην αχτή και δέρνεται, θυμίζει καΐκι, που ταξιδεύει στα πρίμα.
Κι ο μπάρμπα Θόδωρος λέει πως είναι μέσα και φεύγει σε τόπους
αλαργινούς, μακρινούς, σε θάλασσες ξένες κι άγνωρες· μα δεν πάει στο
παιδί του… Έρμη ψυχή γυρνάει στη μοναξιά του πόνου της… σα να γένηκε
καράβι η ψυχή του και τον γυρνάει πού; πού; Α μαύρη ξενιτιά! Κι από τα
μαύρα στήθια του γέρου μια φωνή μοιρολογήτρα υψώνεται, σκουριασμένη,
παράτονη κι αφήνει τρεκλίζοντας τούτα τα λόγια:
Τα έρημα τα ξένα ν’ ανάψουν να καούν
μου πήραν το παιδάκι μου και μου το τυραννούν
«Και μου το τυραννούν…» Σαν ένας μαύρος μαντύας, που ξεμένει πίσω
από μια πένθιμη συνοδεία έμεινε στη ψυχή του η φράση. Τυραννισμένο
παιδί!
Δεν ήταν η πρώτη φορά που το δεχόταν η ξενιτιά. Εδώ και χρόνια όλο
γυρίζει έξω· έξω μακριά από το σπίτι του πάντα μακριά… Από τόπο σε τόπο,
από πόλεμο σε πόλεμο γύριζε… Μακεδονία, Ήπειρο, Θράκη, Μικρασία, παντού
γύρισε το παιδάκι του…Παντού πήγε, σ’ όλο τον κόσμο βρέθηκε, και μόνο
στο σπιτάκι του δεν έμεινε, και μόνο κοντά στον πατέρα του δε στάθηκε.
Αυτός γέννησε παιδί κι άλλοι τ’ όριζαν κι άλλοι το διεύθυναν, άλλοι το
βλέπανε… Οι πόλεμοι το τραβούσαν μακριά κι όταν γύρισε να συχάσει πια, η
φτώχεια το στέλνει ακόμα πιο μακριά, πιο μακριά…
Σειέται το παλιό, το γέρικο δέντρο πάνου από το κεφάλι του, αφήνει ένα στεναγμό αδιάκοπο με μύρια αναστενάγματα και τα κύματα παίζουν με τρελά πηδήματα στην αχτή. Έρμη ψυχή πού ταξιδεύεις; Δε στάθηκε· όχι άλλος πατέρας πιο κακότυχος από δαύτον. Το ένα του παιδί σκοτωμένο, το άλλο μακριά, μακριά… Α τι κακούργα που ‘ναι η τύχη! Δε σου παίρνει κάνε μικρά τα παιδιά, παρά σου τ’ αφήνει και μεγαλώνουν και τα πονάς και τα καμαρώνεις και λες πως είναι δικά σου και άξαφνα φσσσ χάνονται από μπροστά σου, σα δυο πουλιά σκιαγμένα κι έρμος μένεις, κούτσουρο μένεις…]
―Α, Παναγία μου, φύλαε το παιδάκι μου, φωνάζει κι αφήνει τα πατρικά
γεροντικά του δάκρυα λεύτερα, να τρέχουν στ’ οργωμένο του πρόσωπο.
Ο αγέρας σφυρίζει, σφυρίζει πιο δυνατά στο δέντρο και καλμάρει σ’ ένα μεγάλο στεναγμό με μαύρα αναστενάγματα…
https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/logotexnia/katiforis.htm
Η απόλυτη ομορφιά του γυναικείου προσώπου

Του Νίκου Τσούλια
Αν τεθεί το ερώτημα: ποια εικόνα από όλα τα πράγματα του Κόσμου μπορεί να αξιολογηθεί ως η πρώτη των πρώτων, η απάντηση είναι εύκολη αφού το πρόσωπο της γυναίκας είναι η κορυφαία εκδήλωση της φύσης και της ζωής. Αν ζητηθεί να διερευνηθεί ποια είναι η πηγή της Ομορφιάς στο στερέωμα της ανθρώπινης ιστορίας, η απάντηση πάλι είναι εύκολη αφού το είδωλο της γυναίκας είναι η εστία της έννοιας της Καλαισθησίας και της Ωραιότητας. Αν για κάποιο λόγο έπρεπε να διασωθεί στη σύγχρονη Κιβωτό μόνο ένα «είδος» και μια «εικόνα», μόνο το γυναικείο πρόσωπο θα μπορούσε να είναι… Μπορεί άραγε κάποιος «κλείνοντας» τα μάτια του, της ψυχής και του σώματος, να φανταστεί έναν Κόσμο χωρίς το πρόσωπο της γυναίκας;
Το γεγονός και μόνο ότι η Τέχνη του ανθρώπου έχει υμνήσει όσο τίποτα άλλο το πορτρέτο της γυναίκας σαφώς και δεν είναι απόρροια μιας κάποιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας, αλλά είναι νομοτελειακή εξέλιξη της απόλυτης Ομορφιάς του γυναικείου προσώπου. Άλλωστε αν για κάτι μπορούν να θεωρηθούν οι άντρες ως ευνοημένοι της τύχης, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν «απέναντί τους» τη γοητεία του γυναικείου προσώπου, ότι γεύονται τη μοναδική αυτή γοητεία, ότι απολαμβάνουν μια αισθητική που ξεχειλίζει και εμπνέει τη ζωή τους, ότι έχουν ένα διαρκές είδωλο του έρωτα και του πάθους.
Η Τέχνη έχει το γενέθλιο τόπο της στο είδωλο της γυναικείας προσωπομορφής. Εδώ κατοικοεδρεύει η Τέχνη σ’ όλο το διάβα της ιστορίας λαών και ανθρώπων και απλώς αποικίζει και γειτονικές περιοχές από τη διαρκή ακτινοβολία της, από την ασίγαστη ορμή της. Η Ποίηση επινοήθηκε από τον άνθρωπο για να εκφράσει «αυτή» την απόλυτη και πρώτιστη ομορφιά και μετά απλώθηκε με πάθος δημιουργώντας και άλλες, πολλές εστίες ομορφιάς, τα λουλούδια, τα φυσικά τοπία, τον ανθρώπινο στοχασμό, την απεραντοσύνη του χωροχρόνου… Γι’ αυτό και όταν θαυμάζουμε αυτές τις ομορφιές, η σκέψη μας και η καρδιά μας συμπεριλαμβάνει πάντα το είδωλο ενός προσώπου γυναίκας και γευόμαστε τις άλλες ομορφιές μόνο μέσα από την ομορφιά της γυναίκας. Μπορεί κάποιος να θαυμάζει μόνος του ένα ηλιοβασίλεμα ή ένα βροχερό μελαγχολικό απογευματάκι ή έναν καλλίγραμμο ορίζοντα βουνοκορφών ή …, και να μην ονειρεύεται μια γυναίκα; Και είναι φοβερό το εξής γεγονός. Ακόμα και αν δεν έχει κατακτημένη μια «γυναίκα – έρωτα», σ’ αυτή την περίπτωση εμφανίζεται να προσλαμβάνει και να δημιουργεί την εικόνα της χωρίς να μπορεί να ερμηνεύσει το πώς γίνεται… Και ακόμα πιο πέρα, αν δεν έχει στο μυαλό του μια «γυναίκα – έρωτα», την επινοεί ασυνείδητα και γεύεται ψευδαισθήσεις και φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις ως θεία δωρεά!
Αλλά το πιο σημαντικό στοιχείο στην υπόθεσή μας δεν είναι τα επιμέρους ξεχωριστά σημεία του γυναικείου προσώπου. Μπορεί τα χείλη μιας γυναίκας να κρύβουν πόθους και έρωτες, μπορεί το τριανταφυλλένιο άνοιγμά τους να υπόσχεται παραδείσους ατέλειωτους και φαντασιώσεις ταξιδεμένες, μπορεί να είναι η πηγή της μέγιστης και πρώτιστης επιθυμίας. Μπορεί το βλέμμα μιας γυναίκας να είναι «ο κόσμος όλος», να είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός της καρδιάς μας, να είναι «η ματιά» μέσα από την οποία βλέπουμε καθετί γύρω μας. Μπορεί ο λαιμός μιας γυναίκας να γίνει «έμμονη ιδέα» πόθων και πόθων, να συγκεντρώνει τις επιθυμίες των «επόμενων κινήσεών μας». Μπορεί το μέτωπο…, μπορούν τα δάκτυλά της…, μπορεί…
Όμως είναι η βαθιά ενότητα όλων αυτών που συνθέτει την απόλυτη Ομορφιά του γυναικείου προσώπου, που αναδύει την απόλυτη ομορφιά της γυναίκας – του σώματος και του πνεύματος της γυναίκας, του έρωτα που μόνο μια γυναίκα μπορεί να εμπνεύσει. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει «θεός του έρωτα» αλλά μόνο «θεά του έρωτα». Γι’ αυτό και καθόμαστε γοητευμένοι «με τις ώρες» απέναντι από ένα γυναικείο πορτρέτο και το παγιδεύουμε με μια θαυμαστή ευκολία στον κόσμο του συναισθήματός μας και της φαντασίωσής μας και νιώθουμε μια ψυχική ευφορία που καμιά «νύχτα του χρόνου» δεν τη σκιάζει.
Όσο υπάρχει ζωή πάνω στον όμορφο πλανήτη μας, όσο γράφεται ιστορία πάντα ένας ύμνος προς το πρόσωπο της γυναίκας θα είναι το απαύγασμα της παρουσίας μας και της αγωνίας μας και της ευτυχίας μας. Όσα και όποια μαύρα σκοτάδια μπορεί να κρύβει η σκοτεινή πλευρά της ζωής, αρκεί μόνο ένα πρόσωπο γυναίκας, ένα πρόσωπο του έρωτά σου για να φωτίζει όλο σου τον κόσμο, όλη σου την ψυχή, για να σε εμπνέει και να σε συνεπαίρνει.
Μια εικόνα απλά και μόνο μπορεί να είναι η ζωή μας, μια εικόνα που την έχουμε μέσα στην ψυχή μας, που γεννάει τα πιο όμορφα συναισθήματά μας, που μας δωρίζει ακατάπαυστα όνειρα και πόθο, πόθο για έρωτα, πόθο για ζωή…

Κωνσταντίνος Γανωτής: Για τη νέα Παιδεία
Ένα καίριο και βαθυστόχαστο κείμενο από τον αείμνηστο διδάσκαλο
Ερωτικές επιστολές στη λογοτεχνία
Οι ερωτικές επιστολές δεν υπάρχουν πια. Τις πάτησε το τρένο της πεζότητας, τα κενότητας, της ηλεκτρονικής «επικοινωνίας», των νέων καιρών. Μαζί με τόσα άλλα, έπεσαν και τα κάστρα του ρομαντισμού και του πάθους από τις βολές του εύκολου ή και αγορασμένου σεξ, του life style, των μοντέρνων αντιλήψεων ότι τα πάντα μετριώνται με την κινητικότητα της πιστωτικής σου κάρτας. Τα πάλαι ποτέ «ραβασάκια» μουχλιάζουν τώρα στα μουσεία του έρωτος με τους ξεφλουδισμένους τοίχους, τις ξεχαρβαλωμένες στέγες και τα υγρά υπόγεια, όπου σουλατσάρουν τα τρωκτικά του συμφέροντος και του κυνισμού. Για γαλάζια ή ροζ γράμματα ούτε λόγος, τα έχουν ξεκάνει οι αναρτήσεις στα «προσωπικά» μας ιστολόγια ή κάτι ανούσια τιτιβίσματα στα twitter. […]
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι μόνο λόγια τα όσα ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ έγραφε στη Μάρλεν Ντίντριχ το 1951: «Δεν μπορώ να περιγράψω πώς κάθε φορά που τυλίγω τα χέρια μου γύρω σου, νιώθω πως βρίσκομαι σπίτι». Μπορεί, αλλά δεν ήταν λόγια του αέρα, παρά λόγια της φωτιάς, αφού, καθώς τα χέρια του τυλίγονταν γύρω της, έπαιρναν φωτιά και μαζί ολόκληρο το σπίτι. […]
Τα γράμματα του συγγραφέα της «Μαντάμ Μποβαρί» Γκουστάβ Φλωμπέρ προς την ποιήτρια Louise Collet ήταν λίγο πικάντικα: «Θα σε μπουκώσω με όλες τις χαρές της σάρκας μέχρι να λιγοθυμήσεις, να πέσεις να πεθάνεις. Θέλω μαζί μου να τα χάσεις ολότελα και να ομολογήσεις κρυφά στον εαυτό σου ότι ποτέ δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς τέτοιο παραλήρημα…». […]
Ο καταθλιπτικός Φρανς Κάφκα έσφυζε από ευτυχία, όπως φαίνεται από τα περιβόητα «Γράμματα στη Μιλένα»: «Κι όμως θα ’ναι ψέμα να πω πως μου λείπετε, είναι η πιο τέλεια, η πιο αλγεινή μαγεία, είσαστε εδώ όσο κι εγώ, και περισσότερο. Όπου είμαι είσαστε όσο κι εγώ, και περισσότερο». Κι αλλού: «Σήμερα είδα ένα χάρτη της Βιέννης και για μια στιγμή μου φάνηκε ακατανόητο που ‘χτισαν μια τόσο μεγάλη πολιτεία, ενώ εσύ δεν χρειάζεσαι παρά μόνο ένα δωμάτιο». «Και παρ’ όλα αυτά σκέφτομαι καμιά φορά: αν μπορεί να πεθάνει κανείς από ευτυχία, αυτό πρέπει να συμβεί σε μένα. Και αν ένας άνθρωπος προορισμένος να πεθάνει, μπορεί να μείνει στη ζωή από ευτυχία, τότε θα μείνω στη ζωή». […]
Ο νομπελίστας ποιητής Πάμπλο Νερούντα, από τους πιο σημαντικούς της Λατινικής Αμερικής, πέρα από πολιτικοποιημένα ποιήματα, έγραψε και πολλά προσωπικά ερωτικά. Τα πλείστα περιλαμβάνονται στη συλλογή «Εκατό ερωτικά σονέτα» και απευθύνονται στη Ματίλντε Ουρούτια. […]
Μα κι ένας δικός μας μεγάλος ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς, πέθαινε κυριολεκτικά ή ποιητικά για μιαν παιδούλα, μια λεπτή και καλλιεργημένη ψυχή, την εικοσάχρονη Ελένη Κορζά, μια όμορφη και μελαγχολική κοπελίτσα που έπασχε από φυματίωση και είχε μια σπάνια για την ηλικία της μόρφωση. Πάνω από εξήντα χρονών ο ποιητής, της απευθύνει πυρετικά γράμματα, προσφωνώντας την «Ραχήλ» και «αγαπημένη λάμψη»: «Επέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη, με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της ενθύμησής σου…». […]
Όμως, αποδέκτες ερωτικών επιστολών δεν είναι μόνο γυναίκες από παθιασμένους άντρες. Και διάσημες γυναίκες διαδήλωναν τον έρωτά τους προς τους συντρόφους τους. Η πρωτοπόρα φεμινίστρια και μεγάλη συγγραφέας του «δεύτερου φύλου» Σιμόν ντε Μποβουάρ γράφει στη νεότητά της προς τον φιλόσοφο του υπαρξισμού Ζαν Πολ Σαρτρ πως είναι έτοιμη και την απελευθέρωσή της να υποτάξει στον έρωτά του και υπηρέτρια να γίνει, προκειμένου να ξαπλώνει δίπλα στο ζεστό και δυνατό του σώμα. […]
Δεν ξέρω αν η Μαρία Πολυδούρη έγραψε γράμματα στον Κώστα Καρυωτάκη, τον ιδανικό αυτόχειρα ποιητή, που είτε από δειλία είτε για άλλους λόγους δεν προσχώρησε στον απελπισμένα τρυφερό έρωτά της για κείνον. Και μόνο όμως αυτό το κομμάτι του ποιήματος που του απευθύνει ισοδυναμεί με όλου του κόσμου τις ερωτικές επιστολές:
«Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα
περήφανα στολίστηκα
το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα
μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν».
Όμως ο έρωτας δεν λέγεται, δεν γράφεται, δεν υμνείται. Τον ζεις. Τον εκφράζεις παντοιοτρόπως και με τόση δύναμη και όταν δεν τον ζεις…
https://stigmalogou.blogspot.com/2016/05/blog-post_12.html
«Η τεράστια πολυπλοκότητα των εμβίων όντων και της ιδίας της ζωής δεν μπορεί να ερμηνευθεί με μηχανιστικό τρόπο, ούτε και έχει εντοπιστεί κάποιος φυσικός μηχανισμός αυτο–οργάνωσης της ύλης πού μπορεί να οδηγήσει σε βιολογικές δομές τέτοιας πολυπλοκότητας, έστω και μέσω εξελικτικών διαδικασιών και σε χρονικές κλίμακες πολλών εκατομμυρίων ετών».
Βασίλειος Τ. Γιούλτσης - Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ
« Ο Θεολογικός λόγος και ο Λόγος των Φυσικών Επιστημών» (2012)
...Αν η απομυθοποίηση είναι η αποκαθήλωση του έρωτα, τότε ο μύθος του δεν είναι παρά ο σταυρός του μαρτυρίου που κουβαλάει ο κάθε ερωτευμένος...
Κύλα, μουρμούρη Πηνειέ , κάτω απ' τ' αρχαία κάστρα,
που μεσ' τα θεία σου νερά αντιφεγγίζουν τ' αστρα
και σμίγουν στα πλατάνια σου πουλιά και πεταλούδες,
κράτα τα λόγια που άκουσες και τα μυστήρια πού 'δες...
Oταν το κάστρο αφήνανε κόρες γιομάτες νειάτα
και στα νερά σου παίζανε, τα μυστικά τους κράτα..
και ρίξτα στου γιαλού που πάς τα μυρωμένα βάθη,
μαργαριτάρια να γενούν, κανείς να μην τα μάθη....
Τον άρχοντα τριών δει μέμνησθαι.
Πρώτον ότι ανθρώπων άρχει..
Δεύτερον ότι κατά νόμους άρχει..
Τρίτον ότι ουκ αεί άρχει.. !
Αγάθων 450-400 π.Χ.
Αρχαίος τραγικός
Μέμνησο, ότι υποκριτής εί δράματος, οίου αν θέλη ο διδάσκαλoς. Αν βραχύ, βραχέος. Αν μακρόν, μακρού. Αν πτωχόν υποκρίνασθαι σε θέλη, ίνα και τούτον ευφυώς υποκρίνη, αν χωλόν, αν άρχοντα, αν ιδιώτην. Σον γαρ τουτ' έστι το δοθέν, υποκρίνασθαι πρόσωπον καλώς. Εκλέξασθαι δ' αυτό άλλου.
(Επίκτητος, Εγχειρίδιο, κεφ. 17)
[ Να θυμάσαι ότι είσαι ηθοποιός θεατρικού έργου, τη φύση του οποίου θέλησε ο Διδάσκαλος. Αν το θέλησε σύντομο, θα είναι σύντομο. Αν μακρύ, θα είναι μακρύ. Αν σε θέλει να υποδύεσαι τον φτωχό, να τον υποδυθείς με επιδεξιότητα, όπως και τον χωλό, τον άρχοντα, τον απλό πολίτη. Γιατί αυτό είναι το καθήκον σου, να υποδύεσαι καλά το πρόσωπο που σου έχει ανατεθεί. Η επιλογή, όμως, αυτού είναι άλλου δουλειά. ]
"Tο δικαίωμά σας να ομιλείτε, δεν περιλαμβάνει και υποχρέωσή μας, να σας παίρνουμε στα σοβαρά !"
Hubert H. Humphrey
Ευχαριστώ πολύ όσους με διαβάζουν και με στηρίζουν, γνωστούς και αγνώστους στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό !
Ευχαριστώ πολύ ! !
Ευχαριστώ πολύ τον κ. Χρήστο Γιαννόπουλο, πολιτικό μηχανικό του Δήμου Λασιώνος Ηλείας, για το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που ευγενώς μου παραχώρησε απο το προσωπικό του αρχείο, με την αδειά του να το δημοσιεύσω σε μια κοινή προσπάθεια να προβάλουμε τον τόπο μας .
Χρήστο , σε ευχαριστώ πολύ !
Ι.Β.Ντινόπουλος
(Ισοκράτης 436-338 π.Χ.)
"Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία"
(VII 20). Οι γάρ κατ' εκείνον τον χρόνον την πόλιν διοικούντες κατεστήσαντο πολιτείαν ουκ ονόματι μεν τω κοινοτάτω και πραοτάτω προσαγορευομένην, επι δε των πράξεων ου τοιαύτην τοις εντυγχάνουσι φαινομένην, ουδ' η τούτον τον τρόπον επαίδευσε τους πολίτας ωσθ' ηγείσθαι την μεν ακολασίαν δημοκρατίαν, την δε παρανομίαν ελευθερίαν, την δε παρρησίαν ισονομίαν, την δ' εξουσίαν του ταύτα ποιείν ευδαιμονίαν, αλλά μισούσα και κολάζουσα τους τοιούτους βελτίους και σωφρονεστέρους απαντας τους πολίτας εποίησεν....
(Ευχαριστώ πολύ τις φιλολόγους, κόρη μου Μαρία και φίλη μας Κατερίνα, για το αρχαίο κείμενο που μου στείλανε, πρός αποφυγήν παρεξηγήσεων.....)
"Ευγένεια καλό μεν, αλλά προγόνων αγαθόν. Πλούτος δε τίμιον μεν, τύχης κτήμα. Δόξα δε σεμνόν μεν, αλλ' αβέβαιον. Κάλλος δε περιμάχητον μεν, αλλ' ολιγοχρώνιον. Υγεία δε τίμιον μεν, αλλ' ευμετάστατον. Ισχύς δε ζηλωτό μεν, αλλά νόσω ευάλωτον και γήρα. Παιδεία δε μόνον των εν ημίν εστιν αθάνατον και θείον " (Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, 46-125 μ.Χ.)
...η αντίληψη περί της ευπρεπούς γυναίκας ήταν αυτή που καταγράφει ο Πλούταρχος: «υποτάττουσαι μεν γαρ εαυτάς τοις ανδράσιν επαινούνται, κρατείν δε βουλόμεναι μάλλον των κρατουμένων ασχημονούσι» (Πλουτάρχου, Γαμικά παραγγέλματα, 33 (142e) Δηλαδή «Αν υποτάσσονται στους άντρες, επαινούνται, αν θέλουν να έχουν την εξουσία, είναι πιο αξιολύπητες απ' αυτούς που εξουσιάζουν»...
Θα μνημονεύσω σύντομα, το ονομα, την πατρίδα και απο ενα γνωμικό των Επτά Σοφών:
Ο μέν Κλεόβουλος ο Ρόδιος ειπεν οτι κάθε τι που γίνεται με μέτρο ειναι το καλύτερο .(Μέτρον άριστον)
Ο Χείλων δε εις την κοίλην Λακεδαίμονα, το Γνώθι σαυτόν.(Γνώθι σεαυτόν)
Ο Περίανδρος που εδόξασε την Κόρινθο, οτι πρέπει να συγκρατείς το θυμό σου.(Χόλου κρατέειν)
Ο Πιτακός που καταγόταν απο τη Μυτιλήνη, να μην εισαι σε τίποτα υπερβολικός.(Ουδέν άγαν)
Ο Σόλων απο την ιερή Αθήνα, οτι πρέπει πάντοτε να βλέπεις που θα ειναι το τέλος της ζωής σου.(Τέρμα δ' οράν βιότοιο)
Οι περισσότεροι ανθρωποι ειναι κακοί, ειπε ο Βίας ο Πριηνεύς.(Τους πλέονας κακίους)
και Να αποφεύφεις την εγγύηση, ο Θαλής ο Μιλήσιος.(Εγγύην φεύγειν
Η πρώτη γραπτή χρονική αναφορά για την πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων στη Ολυμπία με την ευθύνη του Κράτους της Ιλιδος.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες που ετελούντο στην Ολυμπία πρός τιμήν του Διός, πατέρα των Θεών, άρχισαν, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, πολύ πρίν απο τον 8ο αιώνα π.Χ., και ιδρυτής τους στη Μυθολογία αναφέρεται ο Ηρακλής. Αλλά η πρώτη γραπτή καταχώριση Ολυμπιακών Αγώνων έγινε για τους Αγώνες του ετους 776 π.Χ.
Η καταγραφή έγινε απο τον Σοφιστή Ιππία τον Ηλείο, ο οποίος πρώτος συνέταξε κατάλογο των νικητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί καταγράφεται ως πρώτος Ολυμπιονίκης ο Ηλείος δρομέας Κόροιβος
Οπόταν έκοβ' ο Θεός με τ' Αγιο Του το χέρι απ' του παπού μας την πλευρά, για να του δώσει ταίρι, ως φαίνετ' απ' τη δεξιά θα έκοψε πλευρά του...γι αυτό δεν έδωσε καρδιά εις την συντρόφισσά του....
"Αγχίνοες λόγοι εις το στόμα ενός μωρού ως και χρυσά νομίσματα εις τας χείρας του πτωχού, αείποτε γεννώσιν υποψίαν οτι προέρχονται εκ κλοπής.."
Όρκος είναι:
"Επίσημος ενίσχυσις δηλώσεως τινός, δι΄επικλήσεως του Θείου ως μάρτυρος της αληθείας.."(Και έχει δύο μέρη: Το βεβαιωτικό και το υποσχετικό)
Γαρδίκας.
Δηλαδή όποιος δεν ορκίζεται, στα δικαστήρια π.χ., δεν λέει κάτι επίσημο, άρα μειώνει τον "χώρο", δεν λέει κάτι ισχυρό που μπορεί να κρίνει την έκβαση της δίκης, αφού δεν επικαλείται το Θείο για αυτά που λέει και άρα η όποια δήλωση-μαρτυρία του δεν έχει σχέση με την απόδοση δικαίου που θεωρείται Θεϊκό στοιχείο....
Να τον πιστέψουμε ; Τί λέτε;
(Ι.Β.Ν.)
Ηρωας του ΄21, όχι μόνον ορκίζεται, γονατίζει κιόλας...η στιγμή είναι άκρως ιερή (Σήμερα...τα έχουμε ξεπαράσει αυτά...καλέ που βρισκόμαστε !)
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ :
Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη, κ' εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής; Μάταιοι είν' οι λόγοι μου• της λύρας μου οι ήχοι αυτοί οι μουσικότεροι δεν είναι αληθείς. Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω, όνειρα είν', αισθάνομαι, η δόξα κ' η αρετή. Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ' όπου ατενίσω, κ' επί ακάνθων πανταχού ο πούς μου ολισθεί. Η γη 'ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία. Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν' εικών. Έρωτα ψάλλω και χαράν. Αθλία παρωδία, αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!
Η ΜΟΥΣΑ :
Δεν είσαι ψεύτης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί μόναι γνωρίζουν τ' αληθές, και εις αυτόν τον βίον οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί. Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων είσαι - χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή. Εάν η γη καλύπτεται με σκότος, μη φοβείσαι. Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές. Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι• θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές! Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει. Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε ρόδων, και ίων, κ' ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.
Έρως ανίκατε μάχαν, Έρως, ός έν κτήμασι πίπτεις, ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις, φοιτάς δ' υπερπόντιος έν τ' αγρονόμοις αυλαίς, και σ' ούτ' αθανάτων φύξιμος ουδείς ούθ' αμερίων σε γ' ανθρώπων. Ο δ' έχων μέμηνεν.....
" Ζώον πολιτικόν" κατ' έκφρασιν Αριστοτελικήν, ("διότι δε πολιτικόν ο άνθρωπος ζώον...."Πολιτικά Α 1253α,8) .
...Ο άριστος κατά την ενότητα πνεύμα-μορφή υπήρξε ο φυσικός φύλαξ των "πολιτικών ανθρώπων" και ο φραγμός (έρκος) εναντίον εκείνων που στρέφονται κατά των θεσμών και της τάξεως, εναντίον εκείνων που άνευ αιδούς κλονίζουν το μέτρο και την εξ αυτού απορρέουσα αρμονία.....
Και εννοώ το εσωτερικό φώς...γιατί αυτή η λάμπα στάθηκε αρκετή να φωτίσει γενιές, να εξασφαλίσει γνώσεις, αξίες, καταρτίσεις και δεξιότητες τόσες,..που ούτε με προβολείς δεν εξασφαλίζονται σήμερα, γιατί λείπει κάτι ....."χαμήλωσαν τα φώτα της ψυχής"
( Ι.Β.Ν )
Γνωρίζουμε σήμερα ότι κάθε είδος σωματιδίου έχει ένα αντισωματίδιο. Όταν το σωματίδιο και το αντισωματίδιό του συναντούνται, εξαϋλώνονται. Μπορεί να υπάρχουν ολόκληροι αντικόσμοι και αντιάνθρωποι που αποτελούνται από αντισωματίδια. Αν, όμως, δείτε μπροστά σας τον αντιεαυτό σας, μην τον χαιρετήσετε με χειραψία ! Θα εξαφανιστείτε και οι δυό μέσα σε μιά μεγάλη λάμψη φωτός.
Stephen Hawking στο Χρονικό του Χρόνου
Προσέξτε το καλά ! Κινητοποιείται το ακίνητο...και ακινητοποιείται η κίνησή του ! Το απόλυτο, δηλαδή, μεταίχμιο....μεταξύ της μιάς και της άλλης κατάστασης....
(I.B.N.)
"Ο κόσμος είναι ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο του οποίου η βαθειά λογική και η ομορφιά εκδηλώνεται στη δική μας λογική σε απλοϊκές μορφές. Αυτή δε η γνώση και το βίωμα συνιστούν αληθινή θρησκευτικότητα."
Οι απόψεις αυτές περί του κόσμου ως "το ανεξιχνίαστο μυστήριο" και περί της "υπερόχου Λογικής του Σύμπαντος", προ της οποίας η ανθρώπινη Λογική είναι ένα εντελώς μηδαμινό αποσκίασμα, έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν εκφέρονται από έναν θεολόγο, αλλά από τον A.Einstein, τον κορυφαίο Φυσικό όλων των εποχών....
...Ο εγκέφαλος είναι χωρικώς οργανωμένος, ένα κομμάτι της ύλης δηλαδή που υπόκειται σε χωρο-χρονικούς περιορισμούς. Το πνεύμα είναι "αχώρητο'', χωρίς περιορισμούς...
Πως μπορεί, λοιπόν, να παράγει ο εγκέφαλος κάτι που τόσο ριζικώς διαφέρει απ' αυτόν;
Με ένα λόγο: Πως μπορεί να παράγεται το μη υποκείμενο σε χώρο εκ του υποκειμένου σε χώρο;
Άρα ο εγκέφαλος μπορεί να θεωρηθεί ως η έδρα του πνεύματος, αλλά σε καμμιά περίπτωση ως η ...αιτία του.....
Colin McGinn Βρετανός φιλόσοφος
απο το εργο του "Philosophy of mind".
“ Ρίζα ολων των κακών εχει ονομαστεί η φιλαργυρία, αλλά είναι φανερό ότι η φιλαργυρία αποτελείται από κενοδοξία και ηδονή...
Μάρκος ο Ασκητής
Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης 480-411 π.Χ.
Η αλήθεια δεν είναι καθολική αλλά προσωπική. Υπάρχουν τόσες αλήθειες όσοι είναι και οι άνθρωποι που τις πιστεύουν. Οι αισθητικές εμπειρίες και οι πεποιθήσεις είναι αληθινές εφόσον ο άνθρωπος νομίζει η πιστεύει ότι είναι αληθινές. Κάθε άνθρωπος είναι από μόνος του κριτήριο της αλήθειας. "Ο άνθρωπος είναι το μέτρο για όλα τα πράγματα, για όσα είναι για το πως είναι, και για όσα δεν είναι, για το πως δεν είναι".
Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια εξίσου έγκυρη για όλους. Κριτήριο "αληθείας" είναι η υποκειμενική αντίληψη και εμπειρία. Η γνώμη κανενός ανθρώπου δεν είναι περισσότερο έγκυρη από τη γνώμη κάποιου άλλου...
α/ Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μονάχα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία
β/ κι όχι όλα τα φαινόμενα, παρά μονάχα τα φαινόμενα της ύλης
γ/κι ακόμα στενότερα: όχι κάν τα φαινόμενα τούτα της ύλης, παρά μονάχα τους μεταξύ τους συνειρμούς
δ/ κι οι συνειρμοί τούτοι δεν είναι πραγματικοί, ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο, είναι κι αυτοί γεννήματα του ανθρώπου.
ε/ και δεν είναι οι μόνοι δυνατοί ανθρώπινοι, παρά μονάχα οι πιό βολικοί για τις πραχτικές και νοητικές του ανάγκες.
Ν.Καζαντζάκης
Ασκητική
"Διάγομεν εποχήν καθ' ήν οι έρωτες και οι πόλεμοι διεξάγονται εντιμώτερον και ιπποτικώτερον παρά τοις πετεινοίς ή παρά τοις ανθρώποις.."
Πολ. Δημητρακόπουλος- Χρυσή Διαθήκη
"...Φοβού...τα τελειότερα των θηρίων και τους ατελεστέρους των ανθρώπων. Τα μέν πρώτα καθιστά επικίνδυνα η τελειότης των, τους δε δευτέρους η ατέλειά των..."
Πολ. Δημητρακόπουλος
Ο εγκαταλελειμμένος ήρωας Φιλoκτήτης στη νήσο Λήμνο, όταν μετά 10 χρόνια βλέπει να πλησιάζει καράβι, ρωτάει :
-Ξένοι από πού είστε; μοιάζετε με Έλληνες... "σχήμα Ελλάδος στολής υπάρχει, φωνής δ' ακούσαι βούλομαι..." Και όταν του απήντησαν ότι είμαστε Έλληνες, δεν χαίρεται για τη σωτηρία του, αλλά γιατί μετά από τόσα χρόνια ακούει πάλι Ελληνικά, αναφωνώντας το περίφημο:
"Ω φίλτατον φώνημα !...."
- Ας πάρουμε δύο φωτόνια τα οποία στο παρελθόν είχαν επιδράσει στενά μεταξύ τους. Ας θεωρήσουμε ότι μετά από την επίδραση αυτή απομακρύνθηκαν τόσο πολύ ώστε να βρίσκονται στα δύο άκρα του σύμπαντος. Αυτό που γνωρίζουμε σήμερα είναι ότι αφού κάποτε είχαν επιδράσει μεταξύ τους δεν είναι δύο ανεξάρτητα φωτόνια, θεωρούνται σαν ένα. Για το λόγο αυτό ονομάζω πολλές φορές χαριτολογώντας τα φωτόνια αυτά «ερωτευμένα φωτόνια.» Τι σημαίνει όμως αυτό; Ότι παρότι βρίσκονται στα δύο άκρα του σύμπαντος, αν γεμίσω με κάποιες πληροφορίες το ένα αυτομάτως οι πληροφορίες θα βρεθούν και στο άλλο. Αυτό δεν είναι μεταφυσική, είναι φυσική και μάλιστα αποδεδειγμένη πειραματικά. Και καταλαβαίνει κανείς τις θεολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις που μπορεί να δοθούν σ’ αυτό το φαινόμενο . Αυτό σημαίνει ότι εάν το ένα φωτόνιο βρίσκεται στη Γη και το άλλο στο α΄ του Κενταύρου, τότε αν στο α΄ του Κενταύρου συμβεί κάτι, την ίδια στιγμή η πληροφορία αυτή έχει μεταφερθεί στο φωτόνιο που βρίσκεται στη Γη. Το φωτόνιο αυτό βέβαια μπορεί να βρίσκεται στον εγκέφαλό μας. Το αν θα πάρουμε αυτή την πληροφορία είναι πρόβλημα δικό μας και των αισθήσεών μας. Η πληροφορία υπάρχει εδώ. Ας αναπτύξουμε, λοιπόν, αυτό που λέγεται άνθρωπος, αυτό που λέγεται νους, αισθήσεις, για να μπορέσουμε να καταλαβαίνουμε τις πληροφορίες από το α΄ του Κενταύρου την ίδια στιγμή που γεννιόνται εκεί.
ΜΑΝΟΣ ΔΑΝΕΖΗΣ-Αστροφυσικός
(Απο το βιβλίο του "Ακούγοντας τη φωνή του Σύμπαντος")
ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ : Ο Θούριος !
Ως πότε παλικάρια να ζούμεν στα στενά, μονάχοι σαν λιοντάρια, σταις ράχες στα βουνά; Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά, Να φευγωμ' απ' τον Κόσμον, για την πικρή σκλαβιά, να χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα και γονείς, τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς; Καλλιό 'ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!... "Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σέ, στην γνώμην των Τυράννων να μην έλθω ποτέ! Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ. Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός, για να τους αφανίσω, θε να 'ναι σταθερός. Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν, αχώριστος για να 'μαι υπό τον στρατηγόν. Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο Ουρανός και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!''
Βουνά ορθόστητα ανεβαίνουν προς τον ουρανό, κι ας μάχονται νέφια βαριά να τα 'μποδίσουν. Βράχοι θεόρατοι, άγρυπνοι φρουροί της ερημιάς, πυργώνονται ως τ' αστέρια, βιγλάτορες ακοίμητοι κόσμου τιτανικού...
Κάμποι και σύνδεντρες πλαγιές και ρεματιές και χέρσα γούπατα κι απαγγερά λακώματα σκύβουνε γύρω ταπεινοί προσκυνητές. Νερά κυλούν -και τραγουδούν τραγούδι αιώνιο-από τα σπλάχνα τους. Πουλιά μυριάδες άφταστο σκοπό ταιριάζουν και συμφωνία θεϊκή αρμονίζουν μ' αγγέλων στόματα. Άσπιλα πέπλα διάφανα τα αιθέρια σκεπάζουν μια θεσπέσια πλάση...
Μ' απ' όλα πιότερο, ω αδερφοί εσείς βράχοι ακατάλυτοι, ατράνταχτα τοιχόβουνα, αθανασίας σύμβολα, θριαμβικά ως περνάτε οράματα, ναός για μένα αιώνιος είσαστε, θεμελειωμένος στην ασύγκριτη μεγαλοσύνη. Με δέος σας ατενίζει η σκέψη μου. Γι' αυτό προσκυνητής σας γονατίζω. Ευλαβικά και ταπεινά τα στήθη σας φιλώ. "Δόξα στην άφθαρτη ψυχή σας" κράζω. "Ωσανά" !....
Απο το έργο του Λυκειάρχη Παν.Παναγούλια από τη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας
Τα Δημοτικά μας τραγούδια είναι ένα μέρος του πολιτισμικού και φυλετικού μας υποβάθρου! Ειναι ένα στοιχείο της Εθνικής μας ταυτότητος.
Είναι ένα κοινό Ελληνικό γνώρισμα. Η ανάγκη να ακούγονται από κάποιους δεν είναι προσωπικό δεδομένο, ώστε να αποκρύβεται... και κυρίως δεν αποτελεί μομφή η ψόγο το ακουσμά τους....
...Βρέθηκα σ' ενα ΤΑΧΙ στην Κηφισίας, όταν σ' ενα φανάρι σταμάτησε δίπλα μας μια πολυτελής mercendes.
Ο οδηγός του ΤΑΧΙ άκουγε- και μαζί του και εγώ- Φιλιώ Πυργάκη. Τότε ο οδηγός της Mercendes άνοιξε περισσότερο το παράθυρό του και μας είπε: "Δυναμώστε το λίγο ρέ παιδιά σας παρακαλώ....."
Προσωπικά, λοιπόν, εγώ προτιμώ mercedes και κλίτσα παρά mercedes και... περιφερόμενη ελαφρότητα ! ! !...
(I.Β.N.)
Έχω την ευθύνη για αυτά που γράφω, για αυτά που σχολιάζω και για αυτά που επιλέγω -ως ερανιστής- και αναδημοσιεύω.
Δεν ευθύνομαι, όμως, για το περιεχόμενο οποιουδήποτε δικτυακού τόπου ή σελίδας για την οποία υπάρχει υπερσύνδεση στον παρόντα δικτυακό τόπο.
Ι.Ντινόπουλος