ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

12 Δεκεμβρίου 2013

Ο μικρός Κριτής ! - Χρ.Χριστοβασίλη

ΕΙΝΑΙ πολλά χρόνια, αφόντας έγεινε η ιστορία, που θα σας διηγηθώ. Ο μικρός Κριτής σήμερα είναι γέρος με παιδιά και μ' αγγόνια, και με δίγγονα, αν κι' η Μοίρα δεν τον αξίωσε να χαϊδέψη δικό του παιδί. Αλλά το ίδιο πράγμα είναι. Τα παιδιά, τ' αγγόνια και τα δίγγονα είναι του αδερφού του, μικρότερου του κατά την ηλικία, σαν και δικά του είναι.

Ο μικρός Κριτής, Σπύρος λεγόμενος, είταν και δεν είταν δέκα χρονών, όταν για πρώτη φορά, ακολουθώντας το αναγκαίο έθιμο της πατρίδας του, ξεκίνησε για την Ξενιτειά, την Κίρκη αυτή του ηπειρώτικου κόσμου. Ο πατέρας του, ο κυρ-Χρήστος, Κριτής λεγόμενος απ' όλη την επαρχία, γιατί είταν πραγματικώς ο δικαστής της, τον συνώδεψε ως τα Γιάννινα. Την ώραν του ξεχωρισμού, που ο Ρόβας ο καρβανάρης είχε έτοιμα τα μουλάρια του και τ' άλογά του, και φώναζε σαν άλλος δήμιος. « Το καρβάνι είν' έτοιμο!!!», όλοι οι συγγενήδες, που παρακολοθούσαν τους ξενιτεμένους τους, τους ξεμονάχεψαν και τους έλεγαν τα ύστερα λόγια του ξεχωρισμού. Είταν καμμιά εικοσαριά οι ξενιτεμένοι. Άλλος είχε μάννα, άλλος πατέρα, άλλος θειο ή θεια, κι' άλλος μεγαλύτερο αδερφό ή αδερφή. Τι πικρή ώρα, η ώρα του ξεχωρισμού! Όλο το αίμα μαζόνεται στην καρδιά, το πρόσωπο σκυθρωπάζει, και τα μάτια βουρκώνουν από τα δάκρυα.
«Κι' ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει». Λέγει το ηπειρωτικό τραγούδι. Αλήθεια δεν έχει παρηγοριά ο ζωντανός ο ξεχωρισμός! Χάνει από τα μάτια του ένα άνθρωπο ζωντανό, κι' εκείνος, που φεύγει και πάει, κι' εκείνος που μένει πίσω, και δε χάνει έναν πεθαμένο.
Ο καρβανάρης ο Ρόβας έσχιζε από τη μια την άκρη ως την άλλη την πλατύχωρη αυλή του χανιού, κι' έλεγε: —
— «Τελειώστε γλήγορα· πέρασε η ώρα».
Πώς περνούν γλήγορα οι ώρες του ξεχωρισμού! Οι καρδιές χτυπούσαν δυνατώτερα, τα μάτια δάκρυζαν και κάπου κάπου ακούονταν και ξεφωνητό μάννας ή αδερφής. Πώς περνούν γλήγορα οι ώρες του ξεχωρισμού! Και φτερά αν είχαν, δεν θα περνούσαν, και δεν θάφευγαν γληγορώτερα!
Τέλος ο καρβανάρης ο Ρόβας καβαλλήκεψε ένα χρυσοκάπουλο μουλάρι και χτυπώντας το με τους φτερνιστήρες του, πετάχτηκε έξω από την ορθάνοιχτη θύρα του χανιού, σαν αστραπή. Όλοι οι ξενιτεμένοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με τους δικούς τους και καβαλλήκεψαν κι' αυτοί με μάτια θολωμένα από τα δάκρυα του πόνου της πατρίδας, του σπιτιού, και των δικών τους, κι' έκαναν το σταυρό τους. Τα «έ χ ε τ ε   γ ε ι ά», τα «ώ ρ α   κ α λ ή» και τα «κ α λ ή  α ν τ ά μ ω σ η   ν α   δ ώ σ η  ο  Θ ε ό ς!», διασταυρόνονταν απ' εδώ και απ' εκεί. Μια μάννα, πικρόμαννα έστησε μυρολόγι:
«Ανάθεμα σε ξενιτειά και τρισανάθεμά σε, Που μου κρατάς τον άντρα μου ακέρια δέκα χρόνια. Κι' εφέτος μ' αποπλάνεψες μου παίρνεις και το γυιό μου!.. »
Την ώρα, που ο Σπύρος δρασκελούσε τη θύρα του χανιού, του φώναξε ο πατέρας του, με παραπονετική φωνή:
— Σπύρο μου, στάσου, να σου ειπώ δυο λόγια ακόμα… Ο Σπύρος σταμάτησε το μουλάρι, κι' ο κυρ Χρήστος, μαραμένος από τον πόνο του ξεχωρισμού του πρώτου παιδιού του, και του πλειο αγαπημένου απ' όλα, του λέγει:
— Παιδί μου
1 Άμα σκαπετήσης το Μέτσοβο είσαι ή δεν είσαι παιδί μου είναι το ίδιο. Δεν σε ξέρει κανένας. Αλλά συ να μη λησμονήσης ποτέ ότι είσαι παιδί μου. Μακρά από ψέμμα, κλεψιά, φονικό και ξένη γυναίκα! Και στο βάθος της θάλασσας κι' αν βρεθής να μη χάσης την ελπίδα σου από τον Θεό! Και βασιλειάς αν γένης να μη λησμονήσης την πατρίδα σου. Τάκουσες παιδί μου;
— Τάκουσα, πατέρα μου!
— Ώρα σου καλή τώρα! Ο Θεός κι' η ευχή μου μαζύ σου!
Το παιδί χτύπησε το μουλάρι του για να φτάση το ξεμακρυσμένο καρβάνι, κι' ο πατέρας σωριάστηκε στο πεζούλι του χανιού, κι' άρχισαν να τρέχουν τα μάτια του, σα βρύσες.
Την άλλη την ημέρα ο κυρ Χρήστος βρίσκονταν στο χωριό του και δίκαζε τους πατριώτες του, που έτρεχαν σ' αυτόν να βρουν το δίκιο τους, κι' ο Σπύρος είχε σκαπετήσει το Μέτσοβο κι' όσους απαντούσε στο δρόμο κανέναν δεν γνώριζε, κι' ούτε τον γνώριζαν!
Το καρβάνι τραβούσε για την Πόλη, όλο της στερεάς. Είκοσι μέρες χρειάζονταν τότε για να πάη κανείς από τα Γιάννινα στην Πόλη, αν δεν τύχαινε στο δρόμο κανένα εμπόδιο. Είχαν περάση δέκα μέρες δρόμο, πέρασαν την Θεσσαλονίκη, χωρίς να τους τρέξη κανένα κακό. Είταν όλοι αγαπημένοι, όλοι μια χαρά και περνούσαν τον δρόμο τους τραγουδώντας και κουβεντιάζοντας σαν αδέρφια. Εκείνη την ημέρα μπήκε ο διάβολος στη μέση. Του ενός από το καρβάνι είχε πέσει η σακκούλα του με ότι χρήματα είχε, και την είχε βρη ένας άλλος, από τους είκοσι συνταξειδιώτες, και του την έδωκε, κρατώντας τα μισά για βρετικά. Εκείνος που είχε χάσει την σακκούλα γύρευε ακέριο το χρηματικό ποσό, που είχε μέσα, κι' εκείνος που την είχε βρη δεν τώδινε, λέγοντας, ότι είχε δικαίωμα να βαστάξη τα μισά για βρετικά, κι' από λόγο σε λόγο πιάστηκαν, κι' άρχισαν να χτυπιούνται στα γερά, φωνάζοντας: «βιο μου», ο ένας και «δίκιο μου!» μου ο άλλος. Μπήκαν οι άλλοι να τους χωρίσουν, αλλά κι' αυτοί χωρίσθηκαν σε δυο: άλλοι με τον έναν κι άλλοι με τον άλλον. Εκείνος οπού είχε βρη την σακκούλα επέμενε να βαστάη τα μισά, λέγοντας: Δικαιούμαι να βαστάξω τα μισά, διότι αν δεν το φανέρονα, ότι ηύρα την σακκούλα, μπορούσα να τα φάω όλα τα χρήματα, που είχε μέσα.
Εκείνος πάλι, που την είχε χάσει, επέμενε να τα ζητάη όλα, λέγοντας:
— Δεν δικαιούσαι να μου βαστάξης τα μισά, διότι δεν είμεστε απ' άλλο καρβάνι συ κι' απ' άλλο εγώ, αλλ' είμεστε από το ίδιο καρβάνι· κι' είμεστε σύντροφοι, κι' ως σύντροφοι είμεστε αδέρφια και υποχρεούμεστε ο ένας να βοηθάη τον άλλο, κι' όχι να κερδίζουμε ο ένας από τον άλλο. Φιλονικώντας — φιλονικώντας έφτασαν σ' ένα χάνι, ησύχασαν λίγο, όσο να φαν, κι' άρχισαν πάλι την φιλονικία. Έδωκε πήρε ο Ρόβας, ο καρβανάρης να τους ειρηνέψη, αλλά δεν μπόρεσε· και τα δυο τα μέρη είχαν κάποιο δίκαιο, το καθένα για τον εαυτό του. Η φιλονικία κατάληξε στα χέρια, και μέσα στο μαλλοτράγμα, κάποιος είπε με πόνον καρδιακό:
— Ε! και να ξεφύτρωνες, θεέ μου, τον κριτή μας, τον κυρ-Χρήστο, εδώ πέρα, από καμμιά μεριά, πως θάφευγε ο τρισκατάρατος από τη μέση μας, και πως θα γένονταν όλα μέλι γάλα
— Αχ' πούθε να είταν καημένε, είπε ένας άλλος τους, σε μια στιγμή θα ειρήνευαν τα πάντα.
— Μούρθε μια ιδέα — είπε ένας άλλος….
— Τι; τον ρώτησε τέταρτος.
— Τι;…. Έχομε το παιδί του εδώ πέρα…
— Και σαν τώχομε;
— Να το βάλωμε στη θέση του πατέρα του……. κριτή.
—Μπρε αλήθεια! Να το βάλωμε κριτή. Αν και μικρό ακόμα, θα ξέρη να ειπή κάτι, ως παιδί του κριτή μας.
— Σπύρο — φώναξε — Σπύρο ! Τι γίνεται ο Σπύρος του κυρ-Χρήστου;
Ο Σπύρος δεν ακούονταν, τον είχε καταβάλει ο κόπος του δρόμου, κι' άμα έφαγε, ακούμπησε στον τοίχο κι' αποκοιμήθηκε, έχοντας προσκέφαλο το δισάκκι του, στρώμα τη βελεντζούλα του και σκέπασμα την κάππα του.
Η πρόταση ν' αναθέσουν την κρίση στο παιδί, είχε γείνει δεχτή απ' όλη τη συνοδεία.
— Ναι, ναι — ακούονταν ανάμεσα στες κουβέντες τους. — να ξυπνήσωμε το παιδί να τους κρίνη. Είναι παιδί του πατέρα του….
Ο αρχηγός του καρβανιού, ο Ρόβας, ακούοντας, ότι ήθελαν να ξυπνήσουν το παιδί για να κάμη την κρίση, και παίρνοντας το πράγμα γι' αστείο, τους είπε:
— Τι λόγια, ωρέ, είν' αυτά που λέτε; Αφήστε το παιδί να κοιμηθή. Τι ξέρει αυτό;
— Όχι! όχι! — εφώναξαν πολλοί — πρέπει να ξυπνήσωμε το παιδί.
Δύο τρεις άρχισαν να ξυπνούν το παιδί, που κομώνταν βαρυά. Ύπνος παιδιακίσιος και μάλιστα ύστερα από δρόμο. Του φώναζαν και το τραβούσαν απ' εδώ κι' απ' εκεί, αλλά δεν μπορούσαν να το ξυπνήσουν. Τέλος του έβαλαν ταμπάκο στη μύτη κι' έτσι φτερνίστηκε και ξύπνησε. Το παιδί, άνοιξε τα μάτια του, κύτταξε γύρω γύρω και το πήρε το παράπονο.
— Γιατί παραπονιέσαι, ωρέ; — του είπε ο Ρόβας.
— Έβλεπα στον ύπνο μου, ότι είμουν στο σπίτι μου με τον πατέρα μου και με τα δέρφια μου… Μάννα δεν είχα.
Και λέγοντας αυτά άρχισε να κλαίη.
— Μπρε κριτή που σου τον διάλεξαν! Είπε μόνος του ο καρβανάρης.
—Ξέρ'ς γιατί σε ξυπνήσαμε, Σπύρο; του είπε ένας από εκείνους που τον ξύπνησαν.
— Πού να το ξέρω, — είπε ο Σπύρος, τρίβοντας τα μάτια του.
— Σε ξυπνήσαμε για να μας κάνης την κρίση της φιλονικίας.
Το παιδί τον κύτταξε με το στόμα ανοιχτό.
—Μπρε, τι σας έφταιγε το καημένο και του χαλάσατε τ' όνειρο, είπε ο καρβανάρης. Άιντε παιδί μου, κρίνε τους — είπε ο γεροντότερος ταξειδιώτης του καρβανιού. — Γνωρίζεις την αιτία. Απ' αυτού θα καταλάβουμε αν θα γένης σαν τον πατέρα σου.
Το παιδί καλοκάθησε σταυροπόδι, κι' είπε στους μαλλωμένους με ύφος αληθινού κριτή:
— Ελάτε εδώ!
Πήγαν κι' οι δυο μπροστά του με τα χέρια σταυρωμένα.
— Ξέρετε που είμεστε; Τους ρώτησε σοβαρά. Ο καρβανάρης άνοιξε τα μάτια του, προσέχοντας ν' ακούση καλύτερα. Οι μαλλωμένοι δε μιλούσαν.
Να σας ειπώ που είμεστε. Είμεστε κακορρίζικοι, δέκα μέρες μακρυά από τον τόπο μας· είμεστε ξένοι παντάξενοι! Δε μας γνωρίζει κανένας εδώ γύρα! Η Ξενιτειά μας αδερφόνει όλους…
Ο καρβανάρης άρχισε ν' αποράη με τη νοημοσύνη του μικρού κριτή και λέγει μέσα του!
— Μπρε, το παλιόπαιδο! Αυτό είναι σοφό!
— Θέλετε να σας κάνω την κρίση; — τους ρώτησε σοβαρά σοβαρά.
— Θέλομε, — του απολογήθηκαν, — κι' ότι μας πης θ' ακολουθήσωμε.
Έτσι κάναμε και στον πατέρα σου.
 — Για να σας κάνω την κρίση, πρέπει πρώτα ν' αγκαλιασθήτε και να      φιληθήτε κι' ύστερα να σας κρίνω.
Οι δύο μαλλωμένοι κύτταξαν ο ένας τον άλλον περίλυποι, σα να ντρέπονταν να κάνουν εκείνο, που τους έλεγε.
Οι άλλοι, βλέποντας το δισταγμό τους, τους φώναζαν:
— Κάνετε ωρέ, όπως σας λέγει ο κριτής! Τι καμαρώνετε!
Οι μαλλωμένοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κλαίοντας.
— Πηγαίνετε τώρα! — είπε το παιδί — Τελείωσε η κρίση σας!
— Και πώς τελείωσε; — είπαν οι πολλοί — Ο ένας κρατάει κι' ο άλλος έχει να λάβη.
— Τελείωσε, είπε το παιδί. — Η διαφορά τους είταν το μίσος. Αφού μπήκε η αγάπη ανάμεσα τους, το μίσος έφυγε και το δίκιο έρχεται μόνο του.
Και πραγματικώς εκείνος που βαστούσε τα μισά τα χρήματα, τάβγαλε από τον κόρφο του και τάδωσε στον άλλο, που τα ζητούσε, λέγοντας:
— Πάρ'τα, αδερφέ!
Κι' εκείνος που τα ζητούσε του απολογήθηκε:
 — Όχι, αδερφέ, όλα! Βάστα τα βρετικά σου. Κράτα όσα θέλεις, κράτα  τα κι' όλα…
 — Όχι! όχι, είναι δικό σου βιο — είπε εκείνος, που τα είχε βρη. —
Μακρυά από εμένα το άδικο!
 — Πάρ'τα ωρέ, — του φώναξαν οι άλλοι, — αφού σου τα δίνει ο      άνθρωπος.
Τα πήρε τότε εκείνος και τα έβαλε στη σακκούλα, κι' αφού την έβαλε στον κόρφο του, ξαναγκαλιάστηκε και ξαναφιλήθηκε με τον αντίθετό του.
— Εύγε! εύγε Σπύρο — φώναξαν οι άλλοι — είσαι αληθινό παιδί του κυρ-Χρήστου! και πήγαν όλοι και το φίλησαν το παιδί, και το ευχήθηκαν να προκόψη.
Ο καρβανάρης ο Ρόβας, που κορόιδευε πρώτα τον μικρό κριτή, πήγε και τον αγκάλιασε κι' αυτός και τον φίλησε, λέγοντας του:
 — Παιδί μου, να με σχωρέ'ης, Εγώ είμαι μεγάλος στα χρόνια και συ  μεγάλος στον νου. Μια μέρα θα γείνης αφέντης.
 
Και πραγματικώς έζησε και πρόκοψε, κι' όλοι οι συνταξειδιώτες του έγειναν ύστερα από λίγα χρόνια υπηρέτες του.


Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΑΡΑΛ. ΑΝΤΡΕΑΔΗΣ
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Δ. Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ Πραξιτέλη — 8
1907

 

10 Δεκεμβρίου 2013

Γιάννης ο Ευλογημένος-Φώτη Κόντογλου

 O Άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιός θα τόνε γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών-λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι. …Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφτασε σε κάτι χωριά που ήτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της ήτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!».
Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιός χτύπησε, είπε: «Έλα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». 
 Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μία κούνια, που ήτανε δεμένη σε δυο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι ήτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν μπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κι είδε πως ήτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και το ανεσπάσθηκε κι είπε: «Να χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σα να ’τανε πατέρας του. Και κείνος του είπε: «Βλογημένος να σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατά σου η ειρήνη του Θεού να ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και κείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του ήτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κι είχε κι ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σα να ’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πητιές που ήτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κι οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδιά πάντερπνη. Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά κι η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια να ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και το βαλε κοντά του, κι έβγαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. 
 Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κι έβαλε μέσα στην κοφινέδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά ήτανε τα ζωντανά του, φτωχός ήτανε ο Γιάννης, μα ήτανε Βλογημένος. Κι είχε μία χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί ήτανε καλός άνθρωπος κι είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κι οι επίσημοι ανθρώποι μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στον άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά μεγάλη. Θέλω να μας διαβάσεις τα γράμματα τ’ Άη-Βασίλη. Εγώ είμαι άνθρωπος αγράμματος, μα αγαπώ τα γράμματα της θρησκείας μας. Έχω και μία φυλλάδα από έναν γούμενο αγιονορίτη, κι όποτε τύχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τον βάζω και μου διαβάζει από μέσα την φυλλάδα, γιατί δεν έχουμε κοντά μας εκκλησία».
Έπιασε και θαμπόφεγγε κατά το μέρος της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης σηκώθηκε και στάθηκε κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του, ύστερα έσκυψε και πήρε μία φυλλάδα από το ταγάρι του, κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε και στάθηκε από πίσω του, και η γυναίκα βύζαξε το μωρό και πήγε και κείνη και στάθηκε κοντά του, με σταυρωμένα χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός Κύριος» και το απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό του το απολυτίκιο που λέγει «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Η φωνή του ήτανε γλυκιά και ταπεινή, κι ο Γιάννης κι η γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ας μην καταλαβαίνανε τα γράμματα. Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής: «Δεύτε λαοί άσωμεν άσμα Χριστώ τω Θεώ, χωρίς να πει το δικό του τον Κανόνα, που λέγει «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση και τους βλόγησε.
Και σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε κι αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα, κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος κ έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε «του Χριστού» κι ύστερα είπε «της Παναγίας», κι ύστερα είπε «του νοικοκύρη Γιάννη του Βλογημένου». Του λέγει ο Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τον άη- Βασίλη!». Του λέγει ο άγιος: «Ναι, καλά! κι ύστερα λέγει: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου». Κι ύστερα λέγει πάλι: «Του νοικοκύρη, «της νοικοκυράς», «του παιδιού», «του παραγυιού», «των ζωντανών», «των φτωχών». Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου; Του λέγει ο άγιος: «Έκοψα, Βλογημένε!» μα, ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο μακάριος. Κι ύστερα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος Βασίλειος κι είπε την ευχή του «Κύριε ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμί άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθεις του οίκου της ψυχής μου».
Κι είπε ο Γιάννης ο Βλογημένος: «Πες μου, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, σε ποιά παλάτια άραγες πήγε σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες να χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστε αμαρτωλοί, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε». Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε κι είπε πάλι την ευχή, αλλιώτικα: «Κύριε, ο Θεός μου, οίδα ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθεις. Ότι νήπιος υπάρχει και τα μυστήριά Σου τοις νηπίοις αποκαλύπτεται». Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο μακάριος, ο Γιάννης ο Βλογημένος...

Φώτης Κόντογλου 

7 Δεκεμβρίου 2013

Ο Τ Ε Μ Π Ε Λ Η Σ

Ο  Τ Ε Μ Π Ε Λ Η Σ

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου

— Ήταν, οπού λέτε, τεμπέλης ο άμοιρος. Οκνιάρης φοβερός, που δεν είχε το ταίρι του. Να τρώη, να τρώη ήθελε. Να περιδρομιάζη αδούλεφτο. Σαν εφούσκωνε καλά την παραδαρμένη του, εξεζωνόταν τη φουστανέλα του, κ' έγερνε σε καμιά λάκα ανάσκελα. Άνοιγε το στόμα στον ήλιο σα λουρίτης, κι αγκομάχαε από το πολύ πρήσιμο. Μα όσο να τον τρέφουν, παιδιά μου, οι γονήδες του τον καθένανε, έρχεται, καιρός που τους χάνει. Κ' είνε πια πρεπειό του κι ανάγκη του, να ξεδουλέψη κι ατός του το ψωμάκι του. Μην ψοφήση από την πείνα, σα μολεμένο κουτάβι. Έτσι ήρθε καιρός, που κι ο δικός μας ο φιλαράκος έχασε από τον κόσμο τους γονήδες του. Έχασε από το ράφι το καρβέλι· κι απ τη λαγήνα τα λουκάνικα· κι από τ' ασκάκι τα τυροψίχαλα. Όλα τάχασε. Αν ήταν τεμπέλης, ήταν ξυπνητός όμως, να ειπούμε τη μάβρη αλήθεια. Τι να κάμη, τι να κάμη· συλλογιζότανε. Τούρχεται μια σοφή ιδέα: Δουλεφτής να είμαι, δεν είμαι· νοικοκύρης να είμαι, δεν είμαι· άμαθος καθώς είμαι στη δουλιά, — τεμπέλης νάλεγε, δεν τόλεγε· είχε μεγάλη ιδέα για λόγου του·
— τι να κάμω; τι να κάμω; Παπάς να γίνω! Παπάς να γίνη, καλό τόβρισκε. Μα έπρεπε να βρη και τον τρόπο. Ας πάω, έβαλε με νου του· ας πάρω το στρατί στρατί, και ρωτώντα ρωτώντα κανείς πάει στην Πόλη, κάποιο χωριό θα βρω που να μην έχη Παπά. Μια και δυο, το σακούλι στον ώμο, δώθε παν οι άλλοι. Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις ημέρες, ρωτώντα τον ένα και τον άλλο διαβάτη, μαθαίνει πως το τάδε χωριό δεν έχει Παπά.
Μια και δυο, πάει στο χωριό· στο Νιοχώρι να ειπούμε.
— Γεια σας, χωριανοί μου.
— Καλώς κοπιάζεις.
— Παπά δεν έχετε, Παπά γυρέβετε. Μου δίνετε υπογραφάδες στο Δεσπότη, να με κάνετε Παπά, όπου έχω από προσπάπου μου, να μιλώ με το Θεό, όποτε θέλω να βρέχη κι όποτε θέλω να μη βρέχη; Ήταν και μεγάλη ανεβροχιά κείνον τον καιρό·
είχαν έλλειψη κι από Παπά οι χωριανοί.
— Σε κάνουμε, του λένε, Παπά. Του δίνουν και υπογραφάδες, γίνεται Παπάς. Ήρθε η μια Κυριακή να λειτουργήση· ελειτούργησε. Απολείτουργα βγαίνει στην Ωραία Πύλη. Βγήκε στην Ωραία Πύλη, και πιάνει και τους λέει.
 — Ε, βλογημένοι μου, θα εφκηθώ τόρα στο Θεό, να βρέξη ή να μη βρέξη. Μα θέλω να μου πήτε πρώτα· να βρέξη θέτε, ή να μη βρέξη;... Ήταν καιρός, που άλλοι είχαν τ αραποσίτια στις λιάστρες· άλλοι τις ελιές τους στο φούσκωμα· άλλ' ήθελαν να οργώσουν, να σπείρουν, και τέτοια. Άρχισαν, το λοιπόν, μες την εκλησιά φωνές, κακό. Οι μισοί να βρέξη, κ' οι μισοί να μη βρέξη. Άλλοι ναι, κι άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι τρανό. Τι να κάμη κι ο βλογημένος ο Παπάς! Έκλεισε τη λειτουργία και δώθε παν οι άλλοι.
 — Ε, παιδιά μου, τους λέει, την άλλην Κυριακή.
Ήρθε κ' η άλλη Κυριακή.
Απολείτουργα βγήκε πάλι ο Παπάς και τους ρώτησε το ίδιο πάλι· να βρέξη, ή να μη βρέξη; Κείνοι άρχισαν τα ίδια πάλι. Άλλοι να βρέξη, κι άλλοι να μη βρέξη. Άλλοι ναι, κι άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι τρανό. Τι να κάμη κι ο βλογημένος ο Παπάς! Κλει τη λειτουργία πάλι, και δώθε παν οι άλλοι.
 — Ε, παιδιά μου, τους κάνει, την πιριάλλην Κυριακή.
 Έρχεται κ' η πιριάλλη Κυριακή. Απολείτουργα βγαίνει ο Παπάς, και τους ρωτάει το ίδιο πάλι· να βρέξη ή να μη βρέξη; Κείνοι τα ίδια και τα ίδια. Άλλοι να βρέξη, άλλοι όχι! Χλαλοή μεγάλη, φωνοκόπι τρανό. Τι να κάμη να τους οικονομήση κι ο βλογημένος ο Παπάς.
 — Ε, βλογημένοι μου, τους λέει· σα δε μπορείτε να συφωνήστε, ή το 'να, ή τ' άλλο, ή να βρέξη, ή να μη βρέξη να τ αφήσουμε, λέγω γω, στου Μεγαλοδύναμου το θέλημα.
Ό,τι θέλει, ας κάμη, δόξα νάχη!
Θέλει ας βρέξη, θέλει ας μη βρέξη!..
[1894]
 
Κ. Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΗ
Μ ο σ κ ι έ ς
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
1898

2 Δεκεμβρίου 2013

Κάποια Χριστούγεννα ! Γρηγόριος Ξενόπουλος !


ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
Κάποια Χριστούγεννα

Η παρακάτω επιστολή του Γρηγόριου Ξενόπουλου γράφτηκε τα Χριστούγεννα του 1925 και απευθυνόταν στους μικρούς αναγνώστες της Διάπλασης των παίδων, περιοδικού που διεύθυνε με επιτυχία για 50 χρόνια (1896-1944, 1946-1948). O Ζακυνθινός λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας αναπολεί, με νοσταλγία αλλά και χιούμορ, τα παιδικά του χρόνια και την οικογενειακή ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, σε συνδυασμό με τα έθιμα και τις παραδοσιακές συνήθειες του τόπου του.
 
Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1925

Αγαπητοί μου,
Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα... την Πρωτοχρονιά. Πώς; Ακολουθούσα κανένα δικό μου καλαντάρι*, ή είχα προσηλυτισθεί σε καμιά αίρεση;... Τίποτ' απ' αυτά. Μόνο που τον καιρό εκείνο, νιόφερτος στην Αθήνα, φοιτητούδι, σχεδόν παιδί, δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς... κουλούρα.

 Στη Ζάκυθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή* κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά. Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα,* σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η ζακυθινή κουλούρα. Πώς να καταλάβαινα Χριστούγεννα χωρίς το «κομμάτι μου» απ' αυτήν; Και πού να 'βρισκα τέτοιο πράμα εδώ, στο βραδινό τραπέζι της παραμονής; 
- Χριστούγεννα αύριο, μου 'λεγαν. Και του χρόνου!
- Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!...
Και δεν τα 'βλεπα πραγματικώς. Ή, να πω καλύτερα, τα 'βλεπα, αλλά με τη φαντασία μου, μακρινά, αμυδρά, νοσταλγικά, λυπημένα - τα 'βλεπα εκεί κάτω, στην πατρίδα, στο πατρικό μου σπίτι, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με την κουλούρα στη μέση, με τους δικούς μου ολόγυρα και -αλίμονο!- με τη θέση μου σε μιαν άκρη αδειανή... Ήταν γιορτή αυτή για μένα; Αν δεν έκλαψαν τα μάτια μου, έκλαψε όμως η ψυχή μου, - ψυχή παιδιού που για πρώτη φορά ξενιτεύεται...
Συνέβαινε όμως να βγάζουν εκεί και το δικό μου το κομμάτι, -ε, φυσικά, τι κι αν έλειπα; Δεν είχα κιόλα πεθάνει ! - και, μαζί μ' ένα χριστόψωμο κι ένα τενεκεδένιο κουτί μαντολάτο, να μου το στέλνουν εδώ με κανένα επιβάτη ή με το ταχυδρομείο. Αλλά αργούσε. Δεν είχε εφευρεθεί, βλέπετε, ούτε εφευρέθηκε ακόμα και κανένας τηλέγραφος για δέματα. (Αχ, κι αυτός ο Έδισσον! Τι κάνει;...) Και το δέμα έφτανε μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, με το κομμάτι εκείνο της κουλούρας, που το λάβαινα και το 'τρωγα με τόση χαρά, με τόση συγκίνηση, με τόση αγάπη, έκανα κι εγώ τα Χριστούγεννά μου πρωτοχρονιάτικα.
 Αυτό βάσταξε κάμποσα χρόνια. Είναι αλήθεια ότι και στην Αθήνα, αργότερα, γνωρίστηκα με ζακυθινά σπίτια που έκοβαν την παραμονή ζακυθινή κουλούρα και με προσκαλούσαν και μένα στην τελετή. Αλλά δεν ήταν το ίδιο! Εγώ ήθελα το κομμάτι μου από την κουλούρα του σπιτιού μας. Και πάλι περίμενα σαν και τι το δέμα που θα ξεκινούσε από κει πέρα μετά την παραμονή, για να το λάβω... κατόπιν εορτής.
 Αλλά ήρθαν και Χριστούγεννα ή μάλλον Πρωτοχρονιά, που δεν έλαβα τίποτα. Στην πατρίδα είχε πεθάνει ο καημένος μου ο πατέρας. Ούτε εκείνο το χρόνο έκοψαν στο σπίτι μας κουλούρα, ούτε τον άλλον... Το πένθος, η απουσία μου ακόμα, το μεγάλωμα και το σκόρπισμα των παιδιών της, έκαμε τη μητέρα μου ν' αφήσει, να ξεσυνηθίσει αυτό το χριστουγεννιάτικο έθιμο του τόπου, αταίριαστο πια σ' ένα σπίτι χωρίς νοικοκύρη και χωρίς μικρά παιδιά. Τότε μάλιστα, για πολλά χρόνια, συνέβαινε το αντίθετο: εγώ έστελνα της μητέρας μου το κομμάτι της από τη βασιλόπιτα που έκοβα εδώ, στο σπίτι μου, για τα παιδιά μου. Και η μητέρα μου πάλι, θυμούμενη τα παιδικά της χρόνια στην Πόλη, όπου επίσης έκοβαν βασιλόπιτα, γιόρταζε στη Ζάκυθο μια πολίτικη Πρωτοχρονιά... τα Θεοφάνεια.
Κάποιο χρόνο όμως, μεγάλος εγώ πια, πήγα στη Ζάκυθο να κάμω Χριστούγεννα με τη γριά μητέρα μου.
 
- Α, της λέω, δεν έχει, θα κόψουμε και κουλούρα!
- Ναι, παιδί μου, μου λέει, αφού είσαι και συ εδώ, ας κόψουμε.
Πραγματικώς, παράγγειλα έξω μια ωραία κουλούρα, και την κόψαμε το βράδυ της παραμονής, όπως άλλοτε. Αλλά θα το πιστέψετε; Δε μ' ενθουσίασε καθόλου! «Πού το τσουρέκι μας; Έλεγα. Αυτό δεν είναι παρά ψωμί!» Ναι, αυτό το ψωμί με το λάδι και με τη σταφίδα, που άλλη φορά με τρέλαινε, που το προτιμούσα από καθετί και που δεν έκανα Χριστούγεννα αν δεν το 'χα, δε μου άρεσε πια. Το είχα ξεσυνηθίσει. Προτιμούσα το τσουρέκι. Κι ούτε όψη τού έβρισκα πια, ούτε γεύση, ούτε μυρωδιά εξαιρετική. Ένα κοινό πράμα, χοντρό, βαρύ, που απορούσα μάλιστα πώς μ' ενθουσίαζε τόσο άλλη φορά...
 Μη δεν ήταν το ίδιο;
Όχι, το ίδιο ήταν απαράλλαχτο. Εγώ μόνο είχα αλλάξει, εγώ δεν ήμουν πια ο ίδιος... Τόσα χρόνια στην Αθήνα, είχα ξεσυνηθίσει τα πράματα της πατρίδας μου και είχα συνηθίσει τ' αθηναίικα. Όλα στον κόσμο μια συνήθεια είναι. Κι ακόμα, κάθε πράμα ταιριάζει στον τόπο του. Μόνο η νοσταλγία των πρώτων χρόνων της ξενιτιάς μ' έκανε να βρίσκω τόσο ωραία και στην Αθήνα τη ζακυθινή κουλούρα και να την προτιμώ απ' το καλύτερο τσουρέκι. Αλλά όταν, με τον καιρό, λιγόστεψε κι έσβησε η νοσταλγία, χάθηκαν μαζί κι όλες οι παλιές, οι νοσταλγικές μου προτιμήσεις. Είχα εγκλιματιστεί* πια Αθηναίος. Κι ένας Αθηναίος δεν μπορεί βέβαια να προτιμάει τη ζακυθινή κουλούρα από το τσουρέκι του. Για να την προτιμάει κανείς, πρέπει να 'ναι Ζακυθινός, και να μένει στη Ζάκυθο.
 
Έτσι εξήγησα τότε το παράξενο. Και θυμήθηκα και το μέλανα ζωμό των Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες τον αποζητούσαν και τον εκθείαζαν παντού σαν το καλύτερο φαΐ του κόσμου. Έτσι, ο μέλας ζωμός έβγαλε μια φήμη μεγάλη. Όσοι δεν τον είχαν δοκιμάσει, τον νόμιζαν εφάμιλλο* με την αμβροσία, την αιθέρια αυτή τροφή των Ολύμπιων Θεών. Δε θυμούμαι τώρα ποιος επίσημος, βασιλιάς ή στρατηγός -ο Διονύσιος των Συρακουσών άραγε;- όταν πέτυχε μια φορά κάτι Σπαρτιάτες μαγείρους, τους έβαλε να του φτιάσουν μέλανα ζωμό. Του τον έφτιασαν όσο καλύτερα ήξεραν, κι εκενος τον δοκίμασε μ' ένα μεγάλο μορφασμό.
- Απορώ, τους είπε, πώς σας αρέσει αυτή η αηδία!
- Θα σου άρεσε και σένα, του αποκρίθηκαν οι Σπαρτιάτες, αν έκανες ταχτικά το λουτρό σου στον Ευρώτα!
Λέτε τώρα, όταν ξενιτευόταν κανένας νεαρός Σπαρτιάτης, να του έστελνε η μητέρα του, καμιά γιορτή σαν τα Χριστούγεννα λιγάκι μέλανα ζωμό;... Δεν το πιστεύω. Οι Λάκαινες* δε συνήθιζαν να παραχαϊδεύουν έτσι τα λεοντόπουλά τους. Πιο πιθανό μου φαίνεται να το 'κανε μια μητέρα Αθηναία ή Ζακυθινή. Γι' αυτό κι ένας δικός μας ποιητής, ο Ανδρέας Μαρτζώκης, σε κάποιο σατιρικό ποίημά του, «Ζακυθινός Μνηστήρας», παρασταίνει ένα Ζακυθινό αρχοντόπουλο στην Ιθάκη -στην ομηρική Ιθάκη, επί Οδυσσέως- που για να συγκινήσει την Πηνελόπη, της προσφέρει... τ' ωραίο χριστόψωμο που του είχε στείλει τα Χριστούγεννα η μητέρα του!

Σας ασπάζομαι
Φαίδων

Γ. Ξενόπουλος, Αθηναϊκές επιστολές,
Αδελφοί Βλάσση

* καλαντάρι: ημερολόγιο * πομπή: τελετή * ζαφουράνα: ζαφορά, κρόκος, είδος φυτού που καλλιεργείται για τις χρωστικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες * είχα εγκλιματιστεί: είχα συνηθίσει στο νέο τρόπο ζωής * εφάμιλλο: ισοδύναμο, ισάξιο * Λάκαινες: Σπαρτιάτισσες  


http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1686,5384/

1 Δεκεμβρίου 2013

Χ Ι Ο Ν Ο Π Ο Λ Ε Μ ΟΣ ( Απο το τυπογραφείο της Εστίας το 1898)


Χ Ι Ο Ν Ο Π Ο Λ Ε Μ ΟΣ !
 (Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου)
 Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό και ήσυχο, τόρα χυτό κι ομαλό, βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό και ανεμισμένο έπεφτε· ολοένα έπεφτε το χιόνι απάνωθε, κι ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην αρμονική χιονιά που εσκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν, χωρισμένα σε δυο ανυπόταχτα στρατόπαιδα, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη Απανωρούγα.
Ήταν παραμονή μεγάλη, και την άλλη μέρα θα ξημέρωναν Χριστούγενα, — βοήθεια μας! Από την πρώτη μέρα της βδομάδας βροχές ασταλαμάτιγες, νεροποντές ακράτητες και βαρυχειμωνιές επάτησαν τον τόπον όλον. Τόρα εξέσπαε από χτεβράδυ στη χιονούρα. Ντυμένο μες τους αθογαλερούς αφρούς, χωμένο μες τ' αμάλαγα μπαμπάκια το χωριό, εφάνταξε πανώρια ζωγραφιά, θεόγραφτη, κρεμάμενη στου χιονισμένου του βουνού τον κάτασπρον το ρόβολο. Τα δέντρα τα πυκνά του λόγκου ανάγυρα, οι λεμονιές κ' οι βυσινιές στους κήπους μέσα, κρατώντας πάνω στ' άπειρα κλωνιά τους και στα παγωμένα φύλλα τους γρούπους πυκνούς τα χιόνια τα στεγνά, εφάνταζαν πελώρια μπουκέτα με ονειρεμένους, σαν τα κρίνα κάτασπρους ανθούς, που χέρι θεϊκό αόρατο τα σκόρπισε κάτω στη γη· για να στολίση τους αμαρτωλούς τους κόρφους της, και να δεχτή την άγια και λεφκότερη από τα χιονάτα κρίνα αλήθεια του Θεού, που σε τέτοια βραδιά μέσα μαγικήν κι ονειροφάνταστη γενήθηκε στον κόσμον κάτω. Οι ξύλινες οι φράχτες γύρω, πλεγμένες από λυγαριές μες τα κηπάρια, έδειχναν τόρα, κάτω από το χιόνι το πυκνό που τις εσκέπαζεν ολόπηχτο, πανώριες μάντρες μαρμαρόχυτες, φανταχτερές, χτισμένες μαγικά από το πιο άδολο κι ασπρήτερο μάρμαρο, που μες τα πέτρινα τ' αβάθητα τα σπλάχνα της βουτώντας, ανέβασε στη γη ο άνθρωπος, να βαρυθεμελιώση παλάτια ονειρεμένα, μυριοπέτυχα.
Όξω στους δρόμους τα παιδιά, εγιόρταζαν κ' εχαιρετούσαν, με τον πιο χαρούμενον τρόπο, την άγια μέρα που ξημέρωνε. Εδιαμεράστηκαν οι συντροφιές· εχωρίστηκαν. Έπιασαν άλλα τις φράχτες στους κήπους μέσα. Νάχουν ταμπούρια να φυλάγωνται· νάχουν και τα πολεμοφόδια άφτονα και πρόχειρα, που ήταν γεμάτες χιόνια, γόνα πάνω από τη γη, οι πρασιές.
Έπιασαν άλλα τω σπιτιών τις απόγωνες γωνιές περίγυρα, που όταν ξεφυσούσε ανάλαφρος ο άνεμος, το ρίπιζε πάνω στους τοίχους τους το χιόνι και τόσπρωχνε, το σώριαζε στω σπιτιών κάτω τις απάνεμες γωνιές. Να βρίσκουν άφτονα και πρόχειρα κι αφτά πολεμοφόδια· να κρύβωνται κι αφτά πίσω από ταγκωνάρια· να φυλάγωνται κιόλα τα φοβερά τα βόλια του εχτρού. Άλλα πάλι έπιασαν ταμπούρια ασύγκριτα τις μεγάλες τις αβλόπορτες, να μάχωνται όξω στ' ανοιχτά· να τρυπώνουν και στις αβλές μέσα, αν θα τους τσάκιζε ο εχτρός καμιά φορά· να του κλειούν και τα θυρόφυλλα μπροστά· να μην τους ξανοίγουν καθόλου μέσα τα βόλια. Άλλα πάλι έπιασαν τις χιονισμένες καμάρες, και τους φούρνους τους καπνισμένους στους τοίχους τους και χιονισμένους απάνω, ταγκωνάρια τα λαδωμένα τω λιτριβειών, τις χτιστές κολώνες, τα μεγάλα και κυκλόβολα δεντρικά· όλα ασπροντυμένα, αφρόχυτα και μαγικά μες την κρινόλεφκη, παρθένα φορεσιά τους, και τάβαλαν μπαστούνες στον εχτρό, καλοπροφυλαγμένες κι απολέμητες.
Ολοένα αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό, χυτό κ' ήσυχο, και τόρα ομαλό βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτε, έπεφτε, ολοένα έπεφτε απάνωθε το χιόνι· και ολοένα τα παιδιά, χωμένα μέσα στην ονειρεφτή χιονιά που σκέπαζε τον κόσμον όλον ολοτρίγυρα, εμάχονταν χωρισμένα σε δυο ανυπόταχτα στρατόπεδα, — η Κατωρούγα η φοβερή, με την αντρειωμένη Απανωρούγα.
Έκαναν πρώτα σωρούς, να τάχουν άφτονα και πρόχειρα στον πόλεμο τα πύρινα πολεμοφόδια. Να μην τους βρίσκη ο εχτρός ανέτοιμους, και τους τσακίζη κιόλα. Εφούχτιαζαν, μες τα κοκινισμένα, ψημένα από την παγουνιά τα χέρια τους, γρούπους χοντρούς τα χιόνια, πάνω απ τους σωρούς. Τα έσφιγκαν ανάμεσα στις φούχτες τους. Τα αζύμωναν, τα ετσούπωναν, τα έκαναν μπάλες στεγνές σαν πέτρες, και σαν τα πορτοκάλια ολοστρόγγυλες. Και όλα σβέλτα φτερωτά, κι όλα γοργά χαρούμενα, εκυνηγιώνταν ακράτητα, κ' εχτυπιώνταν λυσάρικα, μανιακά αναμεταξύ τους, κ' εμάχονταν ηρωικά, αντρειωμένα. Εσφύριζαν οι άσπρες μπάλες φλογερές, μέσα στη θολωμένην τη χιονιά. Έσκιζαν τον πυκνόν αέρα φτερωτές· ολόδρομες εδιάβαιναν απάνω· εδιασταβρώνονταν από τη μιαν άκρη του δρόμου στην άλλη. 
Εχτυπούσαν στις χιονισμένες στέγωσες, στ' άσπρα κεραμίδια πάνω· κάτω στ αγκωνάρια, στους κήπους μέσα τους αφρόστρωτους· στις ξύλινες φράχτες τις μαρμαρόχυτες απάνω. Εβροντούσαν στις ισκιερές καμάρες κάτω, και πάνω στις κλειστές αβλόπορτες, και τους κουκουλωμένους φούρνους· στις στοιβανιές τα ξύλα, στα δέντρα, στα κλειστά παραθυρόφυλλα. Εσπόριζαν οβούζια αστραφτερά, ολάναφτα, που άπλωναν τις φλογερές τις σπίθες τους ολούθε, συνέπαιρναν κ' εσκόρπιζαν κι ανέμιζαν ολούθε τα χιόνια σύγνεφα πυκνά. Άχνιζε ο τόπος, εθόλωναν τα φώτα της ημέρας στην πυκνή χιονιά. Κι αφτοί γοργοί κι ακούραστοι, φτερωτοί κι ολόχαροι έτρεχαν ολοένα. Εμάχονταν οι φοβεροί αρματωλοί, κ' εχτυπιώνταν με τις φοβερές τους μπάλες αναμεταξύ τους, με φωνές και σφυριξιές κι αλαλητόν και τάραχο μεγάλο, οι τρανοί οι ήρωες, που ετίκλωναν τον κούφιον και βουβόν αγέρα της πηχτής χιονιάς. Ολοένα κι ο ουρανός απάνω, χωμένος μες τη χειμωνιάτικην τη γούνα του, λες κ' εχαιρότανε κι αφτός με τον τρελό τους πόλεμο, έστελν' έστελνε ολοένα, άπλωνε, σώριαζε άφτονα πυκνά πολεμοφόδια, στους αντρειωμένους του πολεμιστάδες κάτω.
Ολοένα το χιόνι κάτω αριό και σπιθωτό, απαλό και μαλακώτατο, ολοένα αλαφρό και σπιρωτό, αγανό και ήμερο, άλλοτε πυκνό και γλίγωρο, άλλοτε αργό και πουπουλένιο, τόρα κατεβατό χυτό και ήσυχο, και τόρα ομαλό βουβό και κούφιο, και πάλι πλαγιαστό κι ανεμισμένο έπεφτ' έπεφτε, ολοένα έπεφτ' απάνωθε· ολοένα κ' οι πολεμιστάδες οι τρανοί, χωμένοι μέσα στην αρμονική χιονιά,  αλοπροφυλαγμένοι πίσω στ' απολέμητα ταμπούρια τους, εμάχονταν αγριεμένοι, τρομεροί, σε δυο ανυπόταχτα στρατόπεδα χωρισμένοι, — η Κατωρούγα η φοβερή με την αντρειωμένη Απανωρούγα.
[1895].

Κ. Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΗ
Μ ο σ κ ι έ ς
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
1898

26 Νοεμβρίου 2013

Ανέλπιστη ευτυχία ! Του Γ.Κ.Χατζόπουλου- τ.Λυκειάρχη

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες
«Ανέλπιστη ευτυχία»
 
Η Σουσάνα κοσκίνισε από νωρίς το αλεύρι για να είναι έτοιμο κατά το μεσημέρι για ζύμωμα. Θα έκανε τα τσουρέκια και τα κουλουράκια για τις μεγάλες γιορτές, που πλησίαζαν.
Ο Αρίστος, από το έμπα ακόμη του Φθινοπώρου είχε γεμίσει την αποθήκη με καυσόξυλα από το προσήλιο μέρος του δάσους, που δεν απείχε και πολύ από το χωριό, που ήταν απιθωμένο στα ριζά του βουνού.
Νοικοκύρης ζηλευτός, ήθελε να τα έχει όλα έτοιμα πριν την ώρα τους. Δεν του άρεσε να τρέχει την τελευταία στιγμή. Όλοι στο χωριό είχαν να λένε για τη νοικοκυροσύνη του. Αν θέλανε να παινέψουν κάποιον για την εργατικότητά του, έλεγαν: «Να, είναι σαν τον Αρίστο».
Κι ο Αρίστος, που συνέβαινε να τ’ ακούει, δεν το πολυμετρούσε. Δεν καμάρωνε γι’ αυτό το παίνεμα, γιατί θεωρούσε ότι η εργατικότητα είναι μια από τις αρετές, που πρέπει να έχει κάθε άνθρωπος. Και δεν ήταν μόνον εργατικός ο Αρίστος. Ήταν και τίμιος και δίκαιος και πονετικός. Δε δυσκολευόταν να μοιράσει ακόμη και την μπουκιά του με τους συνανθρώπους του, που είχαν πραγματική ανάγκη. Το ίδιο συμβούλευε να κάνουν και τα παιδιά του. Ο Θεός, έλεγε συχνά, αγαπάει την ελεημοσύνη, όταν βέβαια την αξίζει κάποιος. Όταν δίνεις ένα με την ψυχή σου, ο Θεός σου δίνει δέκα. Η ευλογία του Θεού είναι μια σκεπή, που σε προστατεύει συχνά από κάθε κακό, έλεγε στο γείτονά του Λευτέρη, που είχε αντίθετη άποψη. Χέρια έχουν, μυαλό τους έδωσε ο Θεός, ας δουλέψουν να έχουν κι εκείνοι ! υποστήριζε ο Λευτέρης κάθε φορά που κάνανε λόγο για κάποιο συγχωριανό τους, που η ζωή δεν του πήγαινε καλά.
Η διαφορετική αυτή άποψη του Λευτέρη καθόλου δεν άγγιζε τον Αρίστο, που στο κύτταρό του ήταν βαθιά σφηνωμένη η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, έστω κι αν αυτός τύχαινε να τον πικράνει κάποια φορά. Και τον εχθρό σου ακόμη με το ψωμί να τον χτυπάς, συνήθιζε να λέγει ο Αρίστος και το εννοούσε.
Τάισε από νωρίς τα ζωντανά, έφερε κούτσουρα στο καθιστικό και τ’ αράδιασε δίπλα στο τζάκι. Η Σουσάνα είχε ακόμη αρκετό κουράγιο από τις δουλειές του σπιτιού. Πήρε το συρτό ξύλινο σκαμνί και κάθισε κοντά στο τζάκι για να μαλακώσει τα ξυλιασμένα δάχτυλά της. Λίγο πριν είχε βάλει στην πυροστιά την τσαγιέρα για το βραδυνό τσάι. Το είχε μαζέψει προς το τέλος του καλοκαιριού ο Αρίστος από τις πλαγιές του Καλέ. Ευλογημένο βοτάνι. Μόλις άρχιζε να βράζει μοσχοβολούσε το καθιστικό. Τούτα τα αγριοβότανα, χάρισμα απλόχερο του Πανάγαθου, ξαποσταίνουν την ψυχή και προστατεύουν το σώμα. Δεν είναι δηλητήρια σαν αυτά, που επινόησε το γραμματιζούμενο μυαλό για να ανακουφίζουν τον ανθρώπινο πόνο.
Η Σουσάνα δεν πρόλαβε να στρώσει τον χαμηλό ξύλινο σοφρά κι άρχισε να γαβγίζει απειλητικά ο Τσάκος. Ποιός να’ναι άραγε τέτοια ώρα αναρωτήθηκαν θορυβημένοι κι οι δυό τους. Τα απειλητικά γαβγίσματα του Τσάκου πύκνωσαν. Έριξε στις πλάτες του το χοντρό πανωφόρι ο Αρίστος και βγήκε να δει τι συμβαίνει. Με το αχνό φως του γκαζοφάναρου διέκρινε μια μορφή που έτρεψε σύγκορμη. Ύψωσε το γκαζοφάναρο για να δει το πρόσωπο του απρόσκλητου επισκέπτη. Δεν του ήταν καθόλου γνωστή η φυσιογνωμία του. Δεν τον είχε ξαναδεί. Ούτε και του θύμιζε τίποτε. Έδιωξε τον Τσάκο, που υπάκουσε πρόθυμα στην επίπληξή του και αποσύρθηκε στο σπιτάκι του, που βρισκόταν δίπλα στον ορνιθώνα. Πλησίασε τον ξένο και τον κάλεσε να μπει μέσα. Φορούσε ένα κουρελιασμένο πανωφόρι χωρίς κουμπιά μ’ ένα σχοινί, σχεδόν χοντρό, στη μέση, να το κρατεί, όσο ήταν δυνατόν κλειστό.
-Με συγχωρείς, αφέντη, που ενοχλώ τέτοια ώρα. Είμαι ξένος και ξέμεινα. Δεν ξέρω κανέναν στο χωριό. Τυχαία ήρθα στην πόρτα σου. Συγχώρεσε το θράσος μου!
-Μη στεναχωριέσαι, άνθρωπέ μου! Δεν έκανες κανένα έγκλημα. Μη διστάζεις. Πέρασε μέσα.
Μπήκε δειλά ο ξένος στο καθιστικό. Όρθια και με την περιέργεια να τη ζώνει τον υποδέχθηκε ανέκφραστη η Σουσάνα. Προσπάθησε να ανταμώσει το βλέμμα του απρόσκλητου επισκέπτη, μα στάθηκε αδύνατο. Το είχε στυλωμένο στο πάτωμα, ενώ ταυτόχρονα έτριβε τα ξυλιασμένα χέρια του.
Το τσάι είχε βράσει αφήνοντας το μεθυστικό του άρωμα να διαχέεται σ’ όλο το δωμάτιο. Κατέβασε την τσαγιέρα κι έβαλε στη θέση της την κατσαρόλα γεμάτη νερό. Ύστερα ζήτησε από τον ξένο να βγάλει τα τριμμένα υποδήματά του και να πλησιάσει στο τζάκι. Πόνεσε η ψυχή της να τον βλέπει να τρέμει. Έφερε τη λεκάνη και καθαρές κάλτσες. Συνήλθε κάπως ο ξένος και ύψωσε το βλέμμα του. Κοίταξε και τους δυο στα μάτια αναζητώντας στις κόρες των ματιών τους την αλήθεια, που έψαχνε χρόνια. Δεν τον γελούσε η διαίσθησή του. Το αίμα στις φλέβες του άρχισε να ξυπνάει. Χάθηκε στο παρελθόν αναζητώντας τη βαθιά αποτυπωμένη στο μυαλό του εικόνα των ματιών του Αρίστου. Δεν είχαν χάσει καθόλου από τη λάμψη τους κι ας διάβηκαν μερικές δεκάδες χρόνια από τότε, που τους χώρισε η σκληρή μοίρα, την παγερή εκείνη νυχτιά στο δάσος της Καϊνάρτζας. Κυνηγημένοι από τους Τούρκους τσέτες χώθηκαν στο δάσος για να σωθούν. Ο πατέρας πήρε στην αγκαλιά του τον Στάθη κι η μάνα τον Αρίστο. Μα γρήγορα χάθηκαν στο σκοτάδι.
Η τύχη των δυο παιδιών, ύστερα από το χαμό των γονιών τους πέρασε στα χέρια άλλων. Τον Στάθη τον συμμάζεψε ένας Τούρκος και τον ανέθρεψε σαν παιδί του. Βέβαια δεν παρέλειψε να του κάνει περιτομή και να τον οδηγήσει στο τζαμί και να του αλλάξει το όνομα. Τον έβγαλε Γιουσούφ. Ο Αρίστος είχε την τύχη να πέσει στα χέρια ενός Ρωμιού, που είχε χάσει λίγο πιο μπροστά τα δυο του βλαστάρια. Τον πήρε στη θέση τους. Με χίλια βάσανα έφτασε στην Ελλάδα, όπου τον ανάστησε με πολλή αγάπη και τον έκανε νοικοκύρη δαχτυλοδειχτούμενο.
Όσο κι αν καλοπερνούσε ο Στάθης με τον θετό Τούρκο πατέρα, δεν ένιωθε ευτυχισμένος. Ο νους του ήταν στον Αρίστο. Κοιμόταν και ξυπνούσε με τον πόνο από το χαμό του αδελφού του. Έτσι τον νόμιζε. Μα ώρες ώρες κρυφόκαιγε στη σκέψη του η ελπίδα πως κάποια στιγμή, προτού κάνει το μεγάλο ταξίδι χωρίς γυρισμό, θα ξανάβλεπε τον αδελφό του, που η απουσία του τόσο πόνο του προκαλούσε.
Μάταια ο Αχμέτ προσπαθούσε να παντρέψει τον Γιουσούφ με την Αϊσέ. Κάθε φορά που του υπενθύμιζε ότι έπρεπε να κάνει δική του οικογένεια για να χαρεί κι αυτός εγγόνια, ο Στάθης – Γιουσούφ του απαντούσε ότι δεν ήρθε ακόμη η ώρα του.
Είδε και απόειδε ότι δε θα μπορούσε να γλυτώσει από την ασφυκτική πίεση του Αχμέτ, πήρε την απόφαση να φύγει.
Μια μέρα,  λίγο πριν το σούρουπο, πήρε μια τσάντα, έβαλε μέσα λίγο ψωμί και τυρί και χάθηκε στο δάσος. Μάταια τον περίμενε ο Αχμέτ να γυρίσει. Ποτέ δεν αργούσε τα βράδια ο Στάθης – Γιουσούφ.
Πέρασε τη νύχτα στο δάσος και, μόλις άρχισε να χαράζει, τράβηξε για την Αμισό. Ξεθεωμένος από την πεζοπορία, τράβηξε για το λιμάνι. Ένα ρωσικό φορτηγό ετοιμαζόταν να αποπλεύσει για την Ελλάδα. Ήταν φορτωμένο με ποντιακά φουντούκια. Πλησίασε τον καπετάνιο, του έδωσε δυο χρυσές λίρες και με τη γλώσσα του σώματος του έδωσε να καταλάβει ότι θέλει να ταξιδέψει με το καράβι του. Η λάμψη του χρυσού λειτούργησε ως διαβατήριο χωρίς διατυπώσεις.
Η θάλασσα ήταν γαλήνια. Το ταξίδι ευχάριστο. Όμως η φουρτούνα της σκέψης ταρακουνούσε συθέμελα την ψυχή του Στάθη. Κάποτε φτάσανε στον Πειραιά. Παντού ελληνικές λαλιές. Αναγάλλιασε η ψυχή του. Η ελπίδα σε σπερματική μορφή άρχισε να γεννιέται μέσα του. Έπιασε κουβέντα με κάποιους, που μιλούσαν ποντιακά. Ρώτησε μήπως ξέρανε κάποιον Αρίστο Καπετανίδη. Έλαμψε το πρόσωπό του ενός. 
– Ναι, τον ξέρω! είπε. Είμασταν μαζί στο Ζάππειο, μα χωρίσαμε. Αυτός έφυγε για τη Μακεδονία. Σε ποιο ακριβώς μέρος πήγε, θα σε γελάσω. Θα τον ψάξεις ως παιδί του Ζαππείου. Ίσως, αν είσαι τυχερός, τον βρεις. Κι άλλοι πήγαν στη Μακεδονία και βρήκαν τ’ αδέλφια τους.
Γύρισε αρκετά μέρη της Μακεδονίας. Κανείς δεν μπόρεσε να τον διαφωτίσει. Απογοητεύτηκε. Μα πάλι η ελπίδα μέσα του δεν ξεθώριαζε. Πίστευε πως ο καλός Θεός θα έδινε ευχάριστο τέλος στην αγωνία του και θα τον λυπόταν.
Ένα βράδυ πήγε να φάει σε μια ταβέρνα, που είχε την επιγραφή: «Ταβέρνα ο Πόντος, Παύλος Καπετανίδης». Σκίρτησε η καρδιά του. Λες; αναρρωτήθηκε. Μπήκε μέσα κι έκατσε σε μια γωνιά. Τα ποντιακά έδιναν κι έπαιρναν. Κάποια στιγμή τον πλησίασε ο ταβερνιάρης με μια άσπρη πετσέτα στη μια μεριά του ώμου του.
-Τι θα φάει ο πατριώτης; τον ρώτησε.
-Του έδωσε την παραγγελία. Χαμψοφούστορο, λαχανοσαλάτα και λίγο κρασί, έναν κάρτο.
Ο ταβερνιάρης είχε τη συνήθεια να γνωρίζεται με κάθε νέο πελάτη του. Άκουσε με προσοχή την ιστορία του.
-Είσαι τυχερός, πατριώτη! του είπε. Ο Αρίστος, που ψάχνεις είναι γνωστός μου. Όταν κατεβαίνει στην πόλη, έρχεται και τρώει εδώ. Κι αυτόν τον τρώει το βάσανο. Νομίζω ότι θα ξαναγεννηθεί, άμα σε δει. Ζει με τον δικό σου το καημό. Θα πάρεις αύριο το βράδυ το τρένο και θα κατεβείς στο Κουζλούκιοϊ. Εκεί θα τον βρεις. Είναι ένας πολύ καλός νοικοκύρης. Φως στα μάτια σου. Αυτός πρέπει να είναι αδελφός σου. Μοιάζετε! Αχ, να ήμουν κι εγώ σαν κι εσένα τυχερός. Ψάχνω χρόνια την αδελφή μου και δεν μπορώ να τη βρω. Θα πεθάνω μ’ αυτόν τον καημό και δεν θα τη δω.

***
Όσην ώρα τον έβλεπε στα μάτια, τόσο και ξεκαθάριζε η εικόνα, που είχε αποτυπωμένη στο μυαλό του. Ύψωσε τα μάτια του προς το ταβάνι και κάνοντας το σταυρό του είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, για το καλό , που μου έκανες. Δεν με νοιάζει πια. Τώρα μπορείς να με πάρεις!
Τα έχασε ο Αρίστος. Το ίδιο και η Σουσάνα. Τι είναι αυτά που λέει ο ξένος; Ποιος είναι; Μήπως δεν είναι στα καλά του; Θεέ μου, που μπλέξαμε;
-Έχεις δίκιο, Αρίστο, που δε με θυμάσαι. Μικρός ήσουν, όταν χαθήκαμε. Είμαι ο μεγάλος αδελφός σου, ο Στάθης! Είπε και βούρκωσε. Έφερε τα χέρια στο πρόσωπο για να κρύψει τα δάκρυά του. Πάγωσαν ο Αρίστος και η Σουσάνα. Δεν πίστευαν όσα άκουαν. Τα πάντα περίμεναν, όχι όμως και αυτό. Εφτά δεκάδες χρόνια κύλησαν για να γίνει μια τέτοια ανάσταση χάρη στη μεγαλοσύνη του Θεού, που εκπληρώνει διακαείς πόθους, που δεν ξεχνά όσους αληθινά τον πιστεύουν και τηρούν πιστά το θέλημά του.
Έγιναν ένα κουβάρι κι οι τρεις, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν τις σκαμμένες από το χρόνο παρειές. Καλοδεχούμενες τέτοιες ευτυχίες, έστω κι αν έρχονται στο λυκόφως της ζωής. 
Ευτυχίες που ξανανιώνουν την ψυχή πλημμυρίζοντάς την από ανείπωτη χαρά.
 
Έζησαν ευτυχισμένοι κι οι τρεις μέχρι που ο Θεός τους κάλεσε κοντά Του

http://www.proinos-typos.gr/

22 Νοεμβρίου 2013

Οι Δροσουλήτες ! ( Της Κάπελης )


ΟΙ ΔΡΟΣΟΥΛΗΤΕΣ
Κωνσταντίνος Μουλαγιάννης

ΦΕΤΟΣ θα πήγαινε κι ο γερο- Κωνσταντής στης Κάπελης* τη Ράχη· έταξε και στο εγγόνι του τον Λάμπη, ότι θα τον έπαιρνε αντάμα, για να τού δείξει τους δροσουλήτες. Φόρεσε στραβά το κόκκινο φεσάκι του και την άσπρη πλισεδένια φουστανέλα με την ασημοπλουμισμένη φέρμελη, ποδέθηκε τα φουντωτά τσαρούχια του και ζώθηκε ακόμη τη φαρδιά μπαλάσκα με τη διμούτσουνη πιστόλα του. Οι χωριανοί τού το γύρεψαν σαν στερνή χάρη, τώρα στα γεράματά του, να τους συντροφέψει ώς τη Ράχη, για να υποδεχθούν τους επίσημους, που θα συνάζονταν ν’ αποθέσουν στεφάνια από βαγιόκλαδα και μυρτιές, που είχαν φτιάξει τα σχολιαρόπαιδα, όπως έκαναν κάθε χρονιά του Ευαγγελισμού τη μέρα.
 Καιρούς και ζαμάνια ορθώνεται περήφανη της Κάπελης η Ράχη, πιο πανώρια και ψηλή από τις άλλες ξέχωρα, που διαφεντεύει ολοχρονίς τριγύρω στην καρακαμπιά, ώς τα πέρατα που σβήνει το γέρμα τ’ ουρανού. Βουβή κι αγέραστη φιλιώνει με τα χιονόκαιρα και τα λιοπύρια, θαρρείς ατράνταχτος της λευτεριάς δραγάτης, που ξέμακρα ο Ρουφιάς* τού στέλνει την άχνα του προσκυνητάδες με τούφες από σύγνεφα, που αριοτυλίγουν την κορφή της. Εδά δεν καμαρώνει κανένα τεσσαράγκωνο κάστρο με τρύπιες πολεμίστρες να θυμίζουν τους ταμπουρωμένους υπερασπιστές του, μα οι σημερινοί στέριωσαν και στεφανώνουν μια ξάσπρουλη μαρμαρολιθιά, που χάραξαν στα πλευρά της λαβωμένους ξελευτερωτές· ένα τοξότη, ένα φουστανελά, ακόμη και φαντάρο.


                                       ************
ΕΙΧΕ και δεν είχε σηκωθεί δυο βοϊδόσκοινα ο ήλιος ανάμεσα στ’ αστραφτερά συγνεφάκια κι έστελνε τις ζεστές αχτίνες του στις λαμπερές δροσοσταλίδες, όντας σώθηκε η γιορτή στης Κάπελης τη Ράχη και πόρισαν οι συναγμένοι. Μα ο γερο-Κωνσταντής παράμεινε· ξέκοψε με το εγγόνι του παράμερα κι έκατσε πάνω σ’ ένα στουρνολίθι, ακουμπώντας στον κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς.
–Και τι ’ναι, παππούλη, οι δροσουλήτες; ρώτησε το παιδόπουλο.
Ο γέρος το κράτησε στην αγκάλη ανάμεσα στα γόνατά του, του χάιδεψε την πλάτη με το κοκαλιάρικο χέρι του και του αποκρίθηκε, σαν να περίμενε το ρώτημα:
–Οι ξωμάχοι του τόπου διηγούνται, γιόκα μου, πως κάποιο από τούτα τ’ ανοιξιάτικα πρωινά ξαναφαίνουν ξαπλωταριά στη Ράχη αρίθμητες σκιές, θαρρείς λεφούσι* καβαλάρηδες και πεζοπόροι, που πιλαλάνε αλαφιαστά κι ανεμίζουν δόρατα και γιαταγάνια, κι άλλοι με γκράδες* σημαδεύουν. Κι όσο κανείς σιμώνει, τόσο τα φαντάσματα της δροσολογιάς ξεμακραίνουν, θαρρείς και ψάχνουν αν είναι ο τόπος λεύτερος κι ημερωμένα πια χάνονται στ’ ακροούρανα.
Άλλοι λένε πως τούτες οι ξωθιές ξεπετάγονται από την αυγινή πάχνη της δροσοσταλιάς, κι άλλοι από τις μακρουλές σκιές των δέντρων ή των μακρινών διαβατάρικων συγνεφιών της ανατολής· μα οι παλιότεροι είχαν να ’μολογάνε πως είναι ήρωες της λευτεριάς, που στοίχειωσαν και πλανιούνται από τα παμπάλαια χρόνια στην απλωσιά της Ράχης κι αλλοίμονο αν τη βρούνε σκλαβωμένη· θεριεύουν, ανταριάζονται και κονταροχτυπάνε τον κατακτητή, ώσπου να τον ξεκληρίσουν και να τον αποδιώξουν στα τρίσβαθα του ρούφουλα.
–Και πάλεψαν καμιά φορά με τους κατακτητές οι δροσουλήτες; ρώτησε πάλι ο Λάμπης.
–Πολλές φορές, γιόκα μου· το Εικοσιένα που η γενιά μας ολάκερη ξεσηκώθηκε με τα γιαταγάνια κι απόσωσε την τούρκικη σκλαβιά, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, που οι φαντάροι μας πολέμησαν γενναία τους άδικους εχθρούς, κι άλλες φορές παλιότερα που δεν φθάνει ανθρώπου θυμητάρι.
–Και νίκησαν οι δροσουλήτες, παππούλη;
–Ναι, παιδί μου. Πάντα νίκησαν και θα νικούν, γατί ’ναι στοιχειωμένοι…
Για λίγο σώπασαν κι οι δυο. Ολόγυρα ακούγονταν λογής - λογής λαλήματα από τα θεοπούλια κι η βελανιδιά ανάδευε τους κλώνους της σαν να χάιδευε απαλά τα πηχτά μαλλιά του εφτάχρονου παλληκαριού, που αγνάντευε πέρα κατά το Ρουφιά, θαρρείς κι ανάμεσα στ’ ανταριασμένο ρουκούλημα της ποταμιάς του ξεδιάκρενε κλαγγή από δόρατα και γιαταγάνια, και σάμπως ντουφεκιές ακόμη. Σε μια στιγμή τα μάτια του στραφτάλισαν και μίλησε, δείχνοντας πέρα κατά την ξάκρια του λόγγου:
–Για ιδές, παππούλη, κείνη τη σκιά που πρόβαλε μπροστά στις άλλες· τι μεγάλη που ’ναι!… Είναι ο πιο τρανός καβαλάρης· και πώς τρέχει τ’ άλογό του! Ανεμίζει και το γιαταγάνι. Κι όλοι οι άλλοι γιατί τραβούν ξωπίσω του;…
-Είναι ο βασιλιάς τους, γιόκα μου, κατάφερε ν’ αποκριθεί ο γέρος με τη ματιά του βουρκωμένη. Ο βασιλιάς της αγάπης, που σύντα ζωντανέψει, θα λείψουν από τον κόσμο οι πόλεμοι κι όλοι οι άνθρωποι θα ’ναι ευτυχισμένοι…

                                      ************
–ΓΙΑΓΙΑΚΑ, πότε θα ζωντανέψει ο δροσουλήτης βασιλιάς; ρώτησε ο Λάμπης τη γρια-Κωνσταντινιά σαν κάθισαν αποσπερίς σιμά στο παραγώνι. Θέλω πολύ να ζωντανέψει, καλή μου γιαγιά, να μη σεργιανάει σαν σκιά ο καψερός! Να ’βλεπες τι ωραίος που ’ναι!…
–Σύντα νικήσει ο κάλεσιος το λάγιο* και ψοφήσει, τότε θ’ αναστηθεί κι ο βασιλιάς της αρετής του κόσμου, αποκρίθηκε ’κείνη γνέθοντας στη ρόκα της τη χιονερή τουλούπα.
Στερνά ξιστόρησε πως στις μαύρες νυχτιές της χειμωνιάς, που το πηχτό σκοτάδι τυλίγει ολάκερη την πλάση και τ’ αστροπελέκια σφυροκοπούν τη Ράχη και καμιά ανάσα δεν ξεθαρρεύει στ’ ανοιχτά, τότες ξερνάει κι ο Ρουφιάς το κολασμένο λάγιο κριάρι της κακίας από τα τάρταρα του μανιασμένου πέλαγου, που πηγαίνει να κονέψει στο ξάγναντο της Ράχης. Μα ξεπροβαίνει και το κάλεσιο της λευτεριάς γκεσέμι,* που παραφυλάει στα σύδεντρα της Κάπελης, και πιάνονται στο πάλεμα σαν ανήμερα θεριά. Παίρνουν φόρα από πολλές οργυές και χτυπιούνται απανωτά με τα πελώρια κουλουριαστά τους κέρατα, ώσπου ματώνουν, αποσταίνουν και ξελακίζουν στην κρυψώνα τους, το ένα κιοτισμένο από το άλλο. Ο θρύλος έπλασε και τραγούδι για την ανελέητη πάλη τους:

«Πάψε, Ρουφιά, το βουητό, πάψε και την αντάρα,
ν’ ακούσουμε τι γίνεται στου Πούσι* και στου Λάλα:
Εκεί παλεύουν τα στοιχειά στα θρυλικά μπεντένια,*
ο λάγιος και ο κάλεσιος, τ’ αφίλιωτα κριάρια,
του σκότους και της λευτεριάς τα φοβερά γκεσέμια*».


–Και ποιο κριάρι παραβγαίνει, γιαγιά; ξαναρώτησε το εγγόνι της.
–Κάθε φορά, γιόκα μου, που η δοξασμένη πατρίδα μας παλεύει τους βαρβάρους, νικάει ο κάλεσιος. Κάποτε όμως παραβγαίνει κι ο λάγιος όσο κρατάει η μπόρα κι η χώρα μαραζώνει στην αβανιά, μα και τότες ξαστερώνει και ξελαχιουρίζει ο λάγιος, γιατί δεν αντέχει το φως της μέρας.
–Και ζει, γιαγιά, το λάγιο ακόμη;
–Ζει και τριδονίζεται* στ’ αραχνιασμένα τρίσβαθα, ώσπου φέρνει τη διχόνοια στους ανθρώπους κι αρχινάνε τ’ άγρια μπουμπουνητά. Μονάχα αντρειωμένοι το γκρεμοτσάκισαν κάμποσες φορές, μα δεν κατάφεραν να το ξεκληρίσουν. Πάνε χρόνια τώρα που κι ο παππούλης σου το σκάγιασε με την παλιότσαγκρα* στον πόλεμο της λευτεριάς, μα βρέθηκε με το ζερβί του χέρι λαβωμένο, γιατί ’ναι –βλέπεις– δαιμονικό τ’ αφορισμένο λάγιο…
–Και πώς θ’ αφανισθεί;
–Σύντα μονοιάσει όλη η γης και βασιλέψει η ειρήνη, δεν θά ’βρει στέκι πουθενά για τον απάνω κόσμο κι ο ήλιος θα το σβήσει.
–Γιαγιάκα, σαν θα τρανέψω, θα πάρω την παλιότσαγκρα να πάω να καρτερέσω, το λάγιο να λαβώσω στα στήθια μέσα στην καρδιά και στην κακή την κεφαλή του, για να ξεμείνει ανήμπορο στο χάραμα του ήλιου, να τυφλωθεί καταλιακού, να πέσει του θανάτου με βόγγητα κι αφρούς… Να αναστηθεί κι ο ξακουσμένος βασιλιάς της αρετής του κόσμου!…
 ____________

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: Κάπελη, Πούσι=τοπωνύμια του όρους Φολόη κοντά στο χωριό Λάλα, όπου διεξήχθη πολύμηνη μάχη στην αρχή της επαναστάσεως του 1821, Ρουφιάς=ο Αλφειός ποταμός, λεφούσι=πλήθος, γκρας=παλαιό οπισθογεμές όπλο, λάγιο=μελανόχρωμο (κριάρι), γκεσέμι=κερασφόρος οδηγός ποιμνίου, μπεντένι= έπαλξη, τριδονίζεται= διαβολίζεται, τσάγκρα= παλαιό κυνηγετικό ντουφέκι.
 

 

Photo
  Ο Κωνσταντίνος Αποστ. Μουλαγιάννης, Αρεοπαγίτης ε.τ. - Λογοτέχνης, γεννήθηκε το έτος 1939 στο χωριό Λάλα της Αρχαίας Ολυμπίας, όπου μαθήτευσε στο Δημοτικό Σχολείο και τις τρεις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Το έτος 1954 αναχώρησε στην Αθήνα, όπου περάτωσε το εξατάξιο Νυχτερινό Γυμνάσιο με «άριστα» και στη συνέχεια τη Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το έτος 1963, εργαζόμενος παραλλήλως ως Τεχνικός Τύπου και δημοσιεύοντας ποιήματα και χρονογραφήματα σε διάφορα έντυπα, ενώ το έτος 1960 εξέδωσε ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανθοί στ’ αγκάθια».
Ακολούθως υπηρέτησε ως έφεδρος Αξιωματικός και το έτος 1966 διορίσθηκε Δικηγόρος Αθηνών. Το έτος 1968 μετά επιτυχή δοκιμασία διορίσθηκε Έμμισθος Πάρεδρος Πρωτοδικείου και υπηρέτησε τη Δικαιοσύνη επί 38 έτη μέχρι και τον βαθμό του Αρεοπαγίτη, τον οποίο διατηρεί τιμητικώς μετά τη συνταξιοδότησή του το έτος 2006.
Στο μεταξύ δημοσίευσε νομική διατριβή με τίτλο «Το Συνταγματικό Δικαστήριο» και ήδη συνεχίζει την λογοτεχνική του ενασχόληση, που είχε ανασταλεί λόγω των υπηρεσιακών και οικογενειακών του υποχρεώσεων (είναι έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων). Τιμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών με το Α΄ Βραβείο ποιήσεως στον πανελλήνιο διαγωνισμό του έτους 2007 για το ποίημά του «Εγερτήριο» και έχει προς έκδοση μία συλλογή διηγημάτων και μία ποιημάτων έμμετρης διασκευής μύθων του Αισώπου, ενώ έργα του ανθολογήθηκαν στον 17ο τόμο της «Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Χάρη Πάτση). Παραλλήλως δημοσιεύει επίκαιρα άρθρα γενικού ενδιαφέροντος σε διάφορα έντυπα των Αθηνών

20 Νοεμβρίου 2013

Η ΔΟΛΙΑ Η ΜΑΝΝΑ- Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ

Χαροπάλευε η δόλια η μάννα, η πρωτονοικοκυρά του σπιτιού. Είταν τρία νυχτόημερα του θανατά. Τρεις νυφάδες, δυο γυιοί, τρεις θυγατέρες, τρεις γαμπροί και καμμιά δεκαριά αγγόνια, αρσενικά και θηλυκά, περικύκλοναν το στρώμα της. Όλος αυτός ο κόσμος, που είχε βγη μες από τα σπλάγχνα της, δε μπορούσε να γεμίση τον τόπο του τρίτου γυιού της, του Βασίλη, που βρίσκονταν μακρυά στην Ξενιτειά. Χαροπάλευε και ξωλαλούσε η δόλια η Μάννα, κι' όλα τα ξωλαλήματά της είταν για τον ξενιτεμένο της το Βασίλη.
— Την ευχή μου νάχετ' όλοι σας, κι' ο Βασίλης μου την πλειότερη. Χώματα να πιάνη και μάλαμμα να γίνωνται.
Από τη δεξιά τη μεριά είχε τη νύφη της τη Βασίλαινα και της κρατούσε το χέρι.
— Μου φαίνεται έτσι πως πιάνω τη σάρκα του Βασίλ' μου.
Έλεγε με πόνο η δόλια η Μάννα.
Κι' ύστερα από λίγο, άρχισε το τραγούδι του Ξενιτεμένου, που βουλιέται να γυρίση στην πατρίδα του.

 «Τώρα είν' ο Μάης κι' η άνοιξη, τώρα 'ντό καλοκαίρι,
«Τώρα κι' ο Ξένος βούλεται στον τόπο του να πάη…
«Νύχτα σελώνει τ' άλογο, νύχτα το καλλιγόνει
«Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφι’ ασημένια.. »


 Τώλεγε και το ξανάλεγε αυτό το τραγούδι και μέσα στο παραλόγισμα του θατανά έχανε τους στίχους κι' έλεγε αλλ' άντ' άλλων, κι' έδινε διαταγές, σαν όταν είταν γερή:

— «Κώσταινα! Εσύ να πας για ξύλα σήμερα!…. »
— «Εσύ, Γιώργαινα να μάσης τα σκουτιά και να πας στο πλύμα!.. Ο Κώστας να πάη στα πρόβατα, κι' ο Γιώργης στο ζευγάρι»
— «Εσύ, Βασίλαινα να ζυμώ'ης καθάριο και να φκιά'ης πρόσφορα.. Να φκιά'ης και πήττα!… Τα παιδιά όλα τα προσέχω εγώ.. Σηκωθήτε όλοι και στες δουλειές σας! Έδωκε ο Θεός τη μέρα του…. τι περιμένετε»;
— «Ξιουουουού!.. παλιόκοττες που να σας μάση ο μπούφος! μου λερώνετε την πρόκοβα! Ξιουουουού»!

Στέκονταν όλοι γύρα στο επιθανάτιο κρεβάτι της δόλιας Μάννας, της αληθινής μάννας του σπιτιού και περίμεναν το τέλος της, την ύστερη πνοή της με βαρυοθλιμμένο πρόσωπο και με δάκρυα στα μάτια. Σε λίγο ήρθε κι' ο παπάς με τ' αρτοφόρι για να τη μεταλάβη. Άμα μπήκε μέσα ο παπάς, τρέμοντας με την κοινωνιά στα χέρια, η άρρωστη ήρθε στα λογικά της, σήκωσε τα μάτια της, έκανε το σταυρό της κι' είπε:
— «Σχωράτε με κι' ο Θεός σχωρέσ' σας»!
Άνοιξε το στόμα της και δέχτηκε από τη λαβίδα τη μεταλαβιά με μεγάλη ευχαρίστηση και με μεγάλον αναγαλλιασμό. Ύστερα είπε:
— «Αν ήξερα, ότι ο Βασίλης μου θάρχονταν σε μια βδομάδα μέσα, θα βαστούσα στα δόντια μου την ψυχή ως που νάρθη, κι' ύστερα θα πέθαινα ευχαριστημένη. Μη νομίζετε, ότι δεν σας αγαπώ εσάς τους άλλους, αλλ' ο πόνος της Ξενιτειάς είναι βαθύτερος και με κάνει να πονώ πλειότερο αυτήν την ώρα τον Βασίλ' μου, γιατί δεν τον βλέπω μπροστά μ'. Έτσι λέει και το τραγούδι:

 «Κι' ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει… »

 Ύστερα απ' αυτά τα λόγια, την έπιασε ένα βογγητό, και τη βάσταξε κάμποση ώρα, κι' ύστερα από το βογγητό άρχισε πάλε τα ξωλαλήματα:
— Σάμα ήκουσα να πέφτουν δυο-τρία ντουφέκια στην αράδα.. θάναι ο Βασίλ'ς μου! Ακούω ποδοβολητό αλόγου:.

«Πώχει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια… »

 Σηκωθήτε όλοι να τον καρτερέσετε στην αυλή.. Μην του πήτε πως είμαι του θατανά και σκανιάση… Πέτε του ότ' είμαι λιγάκι άρρωστη… Ότι με πονεί το κεφάλι…… Όχι, όχι.! Πέτε του καλύτερα, ότι χτύπησα στο ποδάρι και για αυτό δεν μπόρεσα να βγω να τον καρτερέσω…. Μη βγαίνετε όμως όλοι έξω… Ας μείνουν κι' ένας-δυο μέσα μ' εμένα, γιατί φοβούμαι να μείνω μοναχή μου…
Κι' ενώ έλεγε και ξανάλεγε όλα αυτά τα ξωλαλήματα, τα παιδιά της, γυιοί της, θυγατέρες της, νυφάδες της, γαμπροί της κι' αγγόνια της, κάθονταν ολόγυρα στο στρώμα της και περίμεναν με βουρκωμένα μάτια το τέλος της. Σ' αυτό απάνω, ανασηκώθηκε λιγάκι, ζύγιασε τα μάτια της κατά τη θύρα κι' είπε:
— Ανοίξτε τη θύρα κι' αναμεράστε όσοι είστε μπροστά, γιατί μ' εμποδίζετε να ιδώ. θέλω να τον ιδώ τον ξενιτεμένο μου να μπαίνη μέσα μ' όλη του τη λεβεντιά..
Αναμέρησαν όσοι στέκονταν κατάντικρυ της θύρας κι' άφηκαν ελεύτερο το μάτι της δόλιας της Μάννας να βλέπη προς τα έξω, κι' αυτή κάρφωσε τα μάτια της στο έμπα της θύρας για κάμποση ώρα, κι' ύστερα άρχισε το τραγούδι, σα να είταν γερή.

 «Ξενιτεμένο μου πουλί, γλυκό χελιδονάκι,
«Η Ξενιτειά σε χαίρεται κι' εγώ πίνω φαρμάκι.
 «Ο Ξένος μες στη Ξενιτειά, σαν το πουλί γυρίζει,
«Σαν τον βασιλικόν ανθεί, αλλ' όμως δεν μυρίζει.
«Ανάθεμα σε, Ξενιτειά, κι' εσέ και τα καλά σου,
«Ούτε τ' άσπρα σου ήθελα, ούτε τα βάσανά σου.


 Ύστερα άλλαξε το σκοπό:

 «Τι να σου στείλω, Ξένε μου, τι να σου προβοδήσω;
«Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,
«Να στείλω σου τα δάκρυα μου σ' ένα χρυσό μαντήλι..
«Τα δάκρυα μου είναι καφτερά και καίνε το μαντήλι..


 Και με την ύστερη λέξη αυτού του τραγουδιού έπεσε σε βαθειά νάρκη. Μια ώρα ακέρια πέρασε, που βαρυοκοιμώνταν στην αγκαλιά του Ύπνου, που μια τρίχα, τη χώριζε από τον θάνατο. Ανησύχησαν όλοι κι' άρχισαν με κλάμματα να την κουνούν, για ν' ανοίξη και να ιδούν για ύστερη φορά τα μάτια της, και ν' ακούσουν για ύστερη φορά τα ευλογημένα της τα λόγια.
Η δόλια η Μάννα άνοιξε για ύστερη φορά τα μεγάλα τα μάτια, και κύτταξε όλους με την αράδα, σα να τους μετρούσε έναν έναν, και τους έδωκε την ευχή της ολωνών.
— «Νάχετε όλοι την ευχή μου! Σας την δίδω με όλην μου την καρδιά! Να ζήσετε καλοκαρδισμένοι και να γεράσετε με παιδιά και μ' αγγόνια, και σύντομη Ξενιτειά, δυο-τρία χρόνια το πολύ. Οι μικρότεροι να σέβεστε τους μεγαλύτερους κι' οι γυναίκες τους άντρες. Έτσι να κάνετε για νάχετε την ευχή μ' ολάκερη. Μην κλέψετε, μην φονέψετε, μην πορνέψετε, μην ψευτομαρτυρήσετε. Έτσι είπε ο Θεός. Να δίνετε ελεημοσύνη όσο μπορείτε. Η ελεημοσύνη βγαίνει με το βελόνι και μπαίνει με το σακκί. Να μην καταφρονήτε κανένα, να κρατάτε το θυμό σας και να φοβάστε τον Θεό. Κάνοντας αυτά θα ζήσετε καλά στον κόσμο… Ύστερα από λίγο δε θα είμαι εδώ-κάτω… Παιδιά μου πεθαίνω!
 Όλοι άρχισαν να κλαιν και να της φιλούν το μέτωπο και τα χέρια. «Μάννα μ'!» φώναξαν όλα τα στόματα του σπιτιού. Τα μάτια της δόλιας της Μάννας άρχισαν να κλειούνε, να βασιλεύουν, σαν όταν πέφτει ο ήλιος πίσω από το βουνό, και τα χείλια της να σφαλούν. Η Βασίλαινα η πλειο μικρή κι' η πλειο αγαπημένη της νύφη άρχισε πρώτη το μυρολόγι. Ο ήχος του μυρολογιού την ξαναγύρισε τη δόλια Μάννα. Ξανάνοιξε τα μάτια της και τα χείλια της, κι' είδε για ύστερη φορά τα παιδιά της και τους είπε τα πλειο υστερινά λόγια:
 — Η Ξενιτειά του Βασίλη μου με στέλλ' στον Κάτω Κόσμο πικρή- φαρμακωμένη. Χίλια φορτώματα ζάχαρη δε θα μπορούσαν να μου γλυκάνουν την καρδιά. Μώρχεται πως από την πίκρα της καρδιάς μου θα ξεφυτρώσουν από το μνήμα μου αλιφασκιές, σπλώνοι και πικραγγουριές. Σας αφίνω διάτα, όταν έρθ' με το καλό ο Βασίλ'ς μου, όταν σας πάρουν τα σχαρήκια, νάρθ' ένας σας απάνω στο μνήμα μου, να ρίξ' τρία βροντερά ντουφέκια και να μου φωνάξ' δυνατά:
— «Μάννα, ήρθ' ο Βασίλ'ς!»
Τ' όνομα του Βασίλη είταν η υστερινή της λέξη. Η δόλια η Μάννα δεν είταν πλειο στη ζωή. Αντήχησαν τα μυρολόγια, δυνατά, κι' όλο το Χωριό έτρεξε στο χαροχτυπημένο σπίτι.
 Μήνες πέρασαν από το θάνατο της δόλιας της Μάννας, την άνοιξη δέχτηκε το καλοκαίρι, και το καλοκαίρι ο χινόπωρος, και το χινόπωρο, ο χειμώνας. Ο ξενιτεμένος ο Βασίλης δεν ακούονταν πουθενά, Τώχουν σύστημα οι ξενιτεμένοι, όταν βουλιώνται ναρθούν, κόβουν τα γράμματα. Τον θάνατο της μάννας του δεν του τον είχαν γράψει τ' αδέρφια του για να μην του φανή πικρότερος στην Ξενιτειά, και τον περίμεναν ναρθή και να τον μάθη στην αγκαλιά του σπιτιού του. Πέρασε ο Άη- Δημήτρης, πέρασε των Ταξιαρχών, Πέρασε κι' ο Άη-Νικόλας και ζύγοναν και τα Χριστούγεννα.

 Ένα απόγευμα πρόβαλε ένας συχαρηκιάρης κι' άρπαξε το μαντήλι από το κεφάλι της Βασίλαινας!

 — Ο Βασίλ'ς! της είπε λαχανιασμένος.

 Εκείνη η στιγμή είταν η πρώτη χαρούμενη στιγμή, αφόντας είχε πεθάνει η δόλια η Μάννα, που αιστάνονταν το χαροκαμένο σπίτι. Η Βασίλαινα για μια στιγμή τάχασε από τη χαρά της, άμα άκουσε το χαρμόσινο άγγελμα.. ύστερα από λίγο συνήρθε, έτρεξε στην κασσέλλα της, την άνοιξε, έκοψε ένα μικρό φλωρί από την τραχηλιά της, το έδωκε του σχαρηκιάρη, κι' ενώ το σπίτι γένονταν άνω κάτω από τη χαρά, και μικροί-μεγάλοι έτρεχαν τον κατήφορο να δεχτούν τον Ξενιτεμένο, αυτή ξεκρέμασε το ντουφέκι και τες παλάσκες από τον τοίχο και τράβησε κατά το νεκροταφείο, στο μνήμα της δόλιας της Μάννας, κι' εκεί απάνω έρριξε τρία ντουφέκια στην αράδα «μπαμμ!» μπαμμ!» «μπαμμ!» κι' ύστερα φώναξε με όλη τη δύναμη της:

— «Μάνναααα! ήρθ' ο Βασίλ'ς!»


Σημείωση δική μου:
Εγώ τι να πώ που με πήρανε τα κλάματα ! ! !.....
Ι.Β.Ν.
 
Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΑΡΑΛ. ΑΝΤΡΕΑΔΗΣ
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Δ. Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ
 8 — Δρόμος Πραξιτέλη — 8
1907

7 Νοεμβρίου 2013

Απο το δικό μας τον Πύργο, της Ηλείας !


"Gruss von Pyrgos Domenikakirche"

Σε μια βαριεστημένη μου βόλτα στα παλαιοπωλεία της Πλατείας Αβησσυνίας τον περασμένο Απρίλιο, φυλλομετρώντας ένα λεύκωμα με παλιές καρτ ποστάλ από τα νησιά και πλησιάζοντας στο τέλος του, το βλέμμα μου τράβηξε το όνομα «Pyrgos», γραμμένο επάνω σε μία κάρτα που έδειχνε το εσωτερικό μίας εκκλησίας. Το κείμενο στο περιθώριο της φωτογραφίας, που έχει αποσταλεί στις 8 Αυγούστου του 1906, είναι γραμμένο με μολύβι στη γερμανική γλώσσα. Αναρρωτήθηκα ποιος Πύργος από όλους να ήταν και σκέφθηκα ότι μάλλον θα ήταν της Τήνου. Μια δεύτερη ματιά με έκανε να προσέξω την οροφή, το ξυλόγλυπτο αέτωμα και το γυναικωνίτη σχήματος Π. Όλα έμοιαζαν με τα γνωστά της Αγίας Κυριακής. «Αν στα δεξιά του τέμπλου υπάρχει ο Άγιος Τρύφων, τότε σίγουρα είναι η Αγία Κυριακή του Πύργου», σκέφθηκα. Και όντως στα δεξιά διακρίνεται το βαΐον του φοίνικος που κρατεί ο Άγιος.
 Χαρούμενος για την ανακάλυψη, ρώτησα την τιμή. Τρία ευρώ! Καμμιά φορά οι θησαυροί μπορεί να στοιχίζουν ελάχιστα. Η συλλογή μου με παλιές φωτογραφίες της Ηλείας και του Πύργου έχει αρχίσει να αποκτά υπόσταση, ωστόσο ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα έβρισκα κάτι τέτοιο.
 Και μία γλωσσολογική παρατήρηση. Ο εκδότης απέδωσε στη γερμανική γλώσσα το όνομα της Αγίας Κυριακής ως Domenika. Ωστόσο η γερμανική λέξη για την εκκλησία "kirche" προέρχεται από την ελληνική λέξη «κυριακόν», αφού «κυριακόν δώμα» ονομαζόταν ο οίκος του Θεού, δηλαδή η εκκλησία, ο ναός. Η λέξη της ελληνικής κοινής διαμέσου των Γοτθικών ιεραποστολών πέρασε στις γερμανικές και τις αγγλικές διαλέκτους, αλλά και σε άλλες γλώσσες της Βόρειας Ευρώπης.
 Έτσι η Αγία προστάτις των Δημητσανιτών και των Πυργίων, παρά τη μετάφραση του ονόματός της, πήρε την εκδίκησή της με τη βοήθεια της εφευρετικής ελληνικής γλώσσας.

Πηγή: Βυτιναιος



Συμπληρώνω εγώ απο τη σελίδα:

http://dionisisfrance.wordpress.com/2013/04/30

 Ο Ιερός Ναός Αγίας Κυριακής είναι πιθανόν ο μοναδικός τού είδους του στην Ελλάδα, κι αυτό εξαιτίας του νεογοτθικού αρχιτεκτονικού ρυθμού του! Πρόκειται για εναν από τους πρώτους ναούς που κτίστηκαν στον Πύργο. Εγκαινιάστηκε επί βασιλείας Όθωνα (!) και φέρει τοιχογραφίες του Ζακυνθινού αγιογράφου Ταμβάκη. Μια παράδοση αναφέρει μάλιστα πως στα εγκαίνιά του, παρευρέθηκε ο ίδιος ο Όθωνας. Κάθε χρόνο στα τέλη Ιανουαρίου, η Αγία Κυριακή δέχεται τη θαυματουργή εικόνα του πολιούχου Αγίου Χαραλάμπους από το ναϊσκο του και η εορτή του τιμάται εκεί. Από αυτό το λόφο της πόλης ξεκινά και η συνοικία του Αγίου Χαραλάμπους ή Κανούλια και φτάνει έως το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας