Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ' εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν' αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.
20 Δεκεμβρίου 2014
Της Κοκκώνας το σπίτι-Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Της Κοκκώνας το σπίτι»
Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ' εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ' της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν' αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.
Άμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.
Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι του γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το εν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι' όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν. Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρεί ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν' απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνει κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.
************************
Δεν είχεν αξιωθεί ν' απολαύσει την οικοκυράν της. Ο καπετάν Γιαννάκος ο Συρμαής, ανήρ αισθηματικός και γενναίος, «μερακλής» όσον κανείς άλλος εκ των συγχρόνων του, είχε ερωτευθεί ποτέ εις το Σταυροδρόμι την Κοκκώνα-Αννίκαν, ωραίαν, υψηλήν, με χρυσόξανθα μαλλιά, λευκήν και με χαρακτήρας λεπτοτάτους, με βλέμμα το οποίον κάτι έλεγε στην καρδιά. Ο πλοίαρχος ηρραβωνίσθη εν τη Βασιλευούση, και κατήλθε με το καράβι εις την πατρίδα, όπου παρήγγειλε να του κτίσουν, με σχέδιον κομψόν και ασύνηθες έως τότε εις την πολίχνην, την μικράν ωραίαν οικίαν, σκοπεύων με το πρώτον ταξίδιον να φέρει έπιπλα από την Βενετίαν, διά να ευτρεπίσει, να στολίσει την νεόκτιστον οικίαν και την κάμει αξίαν της αβράς Κοκκώνας, την οποίαν εμελέτα να φέρει από την Πόλιν. Αλλ' η οικία δεν έμελλε να τελειώσει και η Κοκκώνα δεν έμελλε να κατέλθει. Η Κοκκώνα, οκτώ μήνας μετά την μνηστείαν, απέθνησκε φθισική εις το Σταυροδρόμι, και η οικία έμεινεν ατελείωτη, έρημη και άχαρη, ανά τον λιθόστρωτον ανηφορικόν δρόμον, σιμά εις τον κρημνώδη βράχον. Ως αόρατος δε επιγραφή επί του μετώπου της καταρρευούσης οικίας, ως αόριστος τραγική ειρωνία επί της τύχης της, έμενε το όνομα «της Κοκκώνας το Σπίτι».
Μνημούρια του Φερίκ-κιοΐ κι' ολόρθα κυπαρίσσα...
Έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα.
*********************
Την εσπέραν εκείνην, παραμονήν των Χριστουγέννων του έτους 185... δύο παιδία κατήρχοντο με ζωηρά βήματα το λιθόστρωτον και οι πόδες των, ασυνήθιστοι εις τα πέδιλα τα οποία είχον φορέσει ίσως εκτάκτως την εσπέραν εκείνην, έκαμνον μέγαν κρότον επί των πλακών του εδάφους. Αμφότεροι εκράτουν ελαφράς ράβδους. Ο εις εκράτει φανόν με την άλλην χείρα. Ήτο εβδόμη ώρα. Νυξ αστροφεγγής και ψυχρά. Σφοδρός άνεμος κατήρχετο παγετώδης από τα χιονισμένα βουνά. Ο άνεμος έκαμνε τα σφικτοκλεισμένα παράθυρα και τας κλειδομανδαλωμένας θύρας να στενάζωσιν υπό την ψυχράν πνοήν του. Τα παιδία εμάλωναν ως δύο γνήσιοι φίλοι.
— Εγώ είδα π’ σόδωκε ένα εικοσιπενταράκι, βρε Αγγελή, έλεγε το εν.
— Όχι, μα το θεριό, έλεγε το άλλο· μια πεντάρα μόδωκε. Να τηνε.
Και εδείκνυε μεταξύ των δακτύλων του μίαν πεντάραν.
— Όχι, επέμενε το άλλο, το οποίον εκράτει το φανάριον. Το είδα εγώ που ήταν εικοσιπενταράκι· δε με γελάς.
— Όχι, μα την παναγίδα, βρε Νάσο. Μιά πεντάρα, σου λέω.
— Μ' αφήνεις να σε ψάξω;
— Θα σ' πέσει το φανάρι.
Διά μιας ο Νάσος άφησε το φανάρι καταγής και ητοιμάζετο να ψάξει τον Αγγελήν. Είχον λάβει το μέτρον, επειδή δεν ενεπιστεύοντο αλλήλους (ήσαν δεκαετείς την ηλικίαν), ευθύς άμα κατήρχοντο από εκάστην των οικιών, όπου ανέβαινον κι ετραγουδούσαν τα Χριστούγεννα, να κάμνωσιν ευθύς μερίδιον πεντάρα και πεντάρα και κανείς εκ των δύο να μην είναι κάσσα μέχρι τέλους της επιχειρήσεως. Αλλά την τελευταίαν φοράν ο Νάσος είχε υποπτευθεί τον Αγγελήν.
Εν τη θέρμη της λογομαχίας των, είχον λησμονήσει ότι έφθασαν ήδη εις το στενόν του λιθοστρώτου, του άγοντος εις την επάνω συνοικίαν, και ευρίσκοντο υποκάτω εις το σπίτι της Κοκκώνας, όπου έβγαιναν φαντάσματα. Εκεί είχον σταματήσει και ο Νάσος ήρχισε να ψάχνει τον Αγγελήν.
Ο Αγγελής, ενόσω ο άλλος ηρεύνα τα θυλάκια της περισκελίδος του, ίστατο αδιάφορος, αλλ' άμα η χειρ ανήλθε και ήρχισε να ψαύει τον κόλπον, έπιασεν ο ίδιος το γελέκον του αριστερά προς την μέσην, και το έσφιγγε με όλην την δύναμιν του, εμποδίζων την χείρα του φίλου του να φθάση έως εκεί.
— Δεν μ' αφήνεις να σε ψάξω!
— Άφησέ με! Δεν έχω τίποτε.
— Είσαι ψεύτης!
Ο Αγγελής ύψωσε απειλητικήν χείρα.
— Είσαι ψεύτης και κλέφτης!
Ελαφρός κόλαφος ηκούσθη, και συγχρόνως φωνή παραδόξου όντος μελανού την όψιν, με μαλλιά ανατσουτσουρωμένα, με αλλόκοτα ράκη ως ενδυμασίαν, αντήχησε:
— Τι μαλώνετε, βρε;
*********************
Τα δύο παιδία αφήκαν συγχρόνως διπλήν πεπνιγμένην κραυγήν και εδοκίμασαν να τραπώσιν εις φυγήν, αφήνοντα το φανάριον καταγής. Αλλά το παράδοξον ον με τον πόδα ανέτρεψε το φανάριον, το οποίον έσβησεν ευθύς, και με τας δύο χείρας συνέλαβεν από τους βραχίονας τα δύο τρέμοντα παιδία.
— Ποιος είναι κάσσα, βρε;
Τα δύο παιδία ήσπαιρον κ' εδοκίμαζαν να φύγουν.
— Μη φοβάστε, δεν σας τρώω. Δώστε μου τους παράδες σας, για να μη μαλώσετε και σκοτωθήτε. Καλά που βρέθηκα εδώ και σας γλύτωσα.
Έψαξε τες τσέπες των δύο παιδίων, και συγχρόνως τα έσυρε προς την θύραν του ισογείου της κατηρειπωμένης οικίας οπόθεν είχεν εξέλθει, ως φαίνεται, το παράδοξον ον. Εκεί έβαλε τον Νάσον υπό κράτησιν όπισθεν της θύρας, ωχύρωσε το άνοιγμα με το ίδιον σώμα του και έψαξεν εν ανέσει τον Αγγελήν. Εύρε δεκαπέντε ή είκοσι πεντάρες και δεκάρες εις τα θυλάκια. Είτα έψαξε τον Νάσον, εύρεν άλλα τόσα και εις αυτού το θυλάκιον. Ακολούθως απέπεμψε τα δύο παιδία.
— Πηγαίνετε τώρα, και μη φοβάσθε. Άλλη φορά να μην μαλώνετε.
*********************
Ο Γιάννης ο Παλούκας δεν είχε πώς να μεθύσει και πώς να εορτάσει τα Χριστούγεννα, εκείνην την χρονιά. Ήτο συνήθως άεργος, και οι τεμπέλικες μικροδουλειές, τας οποίας εξετέλει κάποτε, πότε κουβαλών νερό με την στάμναν εις τας οικίας, πότε υπηρετών τους κηπουρούς, τους αλωνιστάς και τους εργάτας των ελαιοτριβείων, πότε βοηθών τους γριπάρηδες εις την ανέλκυσιν του μακρού ατελειώτου γρίπου επί της μεγάλης άμμου εις τον αιγιαλόν, δεν τον είχαν «σηκώσει» κατά το έτος εκείνο. Τι να κάμει; Πώς να περάσει τέτοια χρονιάρα μέρα; Τι εσοφίσθη;
Της Κοκκώνας το σπίτι, το οποίον εφοβούντο τα παιδία της πολίχνης, και το οποίον δεν αγίαζαν οι παπάδες όταν κατήρχοντο από την άνω συνοικίαν με τους σταυρούς, ήτο κατάλληλος σταθμός διά να κρυβεί κανείς και να περάσει ως σκαλικάντζαρος, επειδή το καλούσαν οι μέρες, αφού μάλιστα χάριν των ημερών αυτών θα το έκαμνε και ο Παλούκας. Από εκεί θα επερνούσαν όλα τα παιδία της κάτω ενορίας, δηλαδή τα δύο τρίτα των παιδιών του χωριού, εις το γύρισμά των από την επάνω ενορίαν, ότε θα είχαν ικανά κέρματα εις τα θυλάκιά των. Ο Παλούκας δεν εσκέφθη περισσότερον.
Έλαβε παλαιόν σιδηρούν τηγάνιον, εμουντζουρώθη όλος εις το πρόσωπον -μετέθεσε, το επ' αυτώ δύο μήνας πρωιμώτερα την Αποκριάν- εφόρεσε παλαιά ράκη τα οποία επρομηθεύθη κάπου, και απελθών, άμα ενύκτωσεν, εξεκάρφωσεν αθορύβως τας παλαιάς σανίδας, τας σχηματιζούσας χιαστί πρόχειρον φραγμόν εις το ισόγειον της ερήμου κατοικίας της Κοκκώνας, και εχώθη μέσα. Μίαν ώραν ύστερον κατήλθε διά του λιθοστρώτου, η πρώτη συνωρίς των αδόντων παιδίων, ο Νάσος και ο Αγγελής. Είδομεν πώς ήλθαν βολικά τα πράγματα, και πώς ο Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα να περάση ως ειρηνευτής μεταξύ των παιδίων που εμάλωναν.
Αφού ο Νάσος και ο Αγγελής ετράπησαν εις φυγήν, αισθανόμενοι φεύγον το έδαφος υπό τους πόδας των, κατήλθον άλλα παιδία, είτα άλλα. Ο Παλούκας ήκουε μακρόθεν τον κρότον των βημάτων των, τας ευθύμους φωνάς των, και εψιθύριζε:
— Μας έρχεται άλλη ζυγιά.
Η τελευταία ζυγιά ήτις κατήλθε, συνίστατο από τον Στάμον και από τον Αργύρην, δύο φρονίμους παίδας. Ούτοι δεν εμάλωναν, αλλ' εσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τι να τα κάμουν τα λεπτά εκείνα που θα εμάζωναν εκείνην την βραδιάν.
—Να φτιάσωμε κι ένα σκεπαρνάκι, βρε.
— Να κόψουμε μια λεύκα.
— Να πάρουμε φλαμούρι, να κάμουμε καράβι.
— Να βγάλουμε από τον πεύκο τ' Αλμπάνη την καρίνα και τα στραβόξυλα.
— Εσύ θα είσαι μαραγκός, κι εγώ πρωτομάστορας.
— Βρε! καλώς τους μαστόρους, ηκούσθη έξαφνα μία φωνή.
Ο Παλούκας είχεν εξορμήσει, τρίτην ή τέταρτην φοράν, από την κρύπτην του.
Ο Στάμος και ο Αργύρης αφήκαν πεπνιγμένην κραυγήν και ηθέλησαν να φύγουν. Αλλ' ο Παλούκας εφήρμοσε την μέθοδόν του, και τους ελήστευσε.
— Είναι άλλη ζυγιά; ηρώτησεν είτα.
Τα παιδία τον εκοίταζαν με απλανή όμματα, απολιθωμένα από τον φόβον. Αλλ' ο Στάμος, όστις ήτο δωδεκαετής και ξυπνητός, ενόησε εν τω μεταξύ ότι δεν ήτο φάντασμα. Ο φόβος του εμετριάσθη, και μετέδωκε θάρρος και εις τον Αργύρην.
— Είναι κι άλλη ζυγιά; επανέλαβεν ακαταλήπτως ο παράδοξος άνθρωπος.
— Τι ζυγιά; ηδυνήθη ν' αρθρώσει ο Στάμος.
— Είναι άλλα παιδιά να κατεβούν, απ’ τον απάνω μαχαλά;
— Δεν ξέρω, είπεν ο Στάμος.
Την φοράν ταύτην, ο Παλούκας είχεν ολιγωρήσει να σβήσει τον φανόν, διότι εκ της μέχρι τούδε πείρας του επείσθη ότι δεν θα τον ανεγνώριζαν τα παιδία. Αλλ' ο Στάμος τον εκοίταξε τόσον καλά, ώστε «εγύριζε μες στο νου του» ότι κάποιος ήτον και δεν απείχε πολύ του να τον αναγνωρίσει.
— Πέστε μου, βρε, αν είναι κι άλλη ζυγιά, επέμεινεν ο Παλούκας.
— Δεν ξέρουμε, επανέλαβεν ο Στάμος.
Τέλος ο Παλούκας αφήκε τα παιδία ελεύθερα.
********************
Παρήλθον δέκα λεπτά της ώρας, και γενναίον πετροβόλημα ήρχισε να δέρνει την στέγην, τας ξυλώσεις, και τας δοκούς του αφατνώτου πατώματος της ερήμου κατοικίας. Πολλοί λίθοι, με υπόκωφον δούπον, διερχόμενοι διά των δοκών, και άλλοι διά της θύρας έπιπτον εις το έδαφος του ισογείου.
Στράτευμα παιδίων είχεν εξορμήσει από το προαύλιον του ναού των Τριών Ιεραρχών, τριακόσια ή τετρακόσια βήματα απέχοντος, και εξετέλει φοβεράν έφοδον κατά του ασύλου του Σκαλικαντζάρου.
Τα πρώτα ληστευθέντα παιδία, ο Νάσος και ο Αγγελής, αφού έφθασαν ασθμαίνοντα εις την μικράν πλατείαν την έμπροσθεν του ναού, μη έχοντα πλέον διά τι πράγμα να μαλώσωσιν, έκαμαν αγάπην. Μετά φιλικωτάτην δε συζήτησιν εκ συμφώνου, απεφάνθησαν ότι το παράδοξον ον, το οποίον τους επήρε τα λεπτά, αφού δεν τους επήρε ούτε την φωνήν ούτε τον νουν των, θα ειπεί ότι δεν ήτον φάντασμα, ούτε βρυκόλακας, και αφού δεν εδοκίμασε να τους φάγει, θα ειπεί ότι δεν ήτον ούτε σκαλικάντζαρος. Τι άλλο θα ήτον λοιπόν; Θα ήτον άνθρωπος, χωρίς άλλο.
Η δευτέρα ζυγιά των παιδίων έφθασε μετ' ου πολύ, είτα η τρίτη και η τετάρτη. Τέλος ο Στάμος, όστις ήλθε τελευταίος μετά του Αργύρη, επρότεινε και όλοι εψήφισαν να εκτελέσωσι τακτικήν νυκτερινήν έφοδον κατά της οικίας.
Ο Παλούκας, την στιγμήν εκείνην, εδίσταζε, και είχεν αποφασίσει πλέον ν' αποσυρθεί αφού είχε κάμει αρκετήν λείαν, όση θα ήρκει διά να μεθύσει την ημέραν των Χριστουγέννων, ως και την ημέραν των Επιλοχίων, και την του αγίου Στεφάνου ακόμη. Ενώ δε ήτο έτοιμος να φύγει και πάλιν έμενεν, επήλθεν η πρώτη πυκνή χάλαζα των λίθων.
— Να μια ζυγιά! εφώναξε φιλέκδικος ο Στάμος.
— Να μιά ζυγιά! επανέλαβον εν χορώ τα παιδία.
Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον αν απεφάσιζεν ο Παλούκας να φύγει, θα ήτο ήδη εκτός βολής. Δυστυχώς ήτο αργά τώρα.
Απεφάσισε ν' αρπάξει μίαν σανίδαν και μεταχειριζόμενος αυτήν ως σπάθην άμα και ως ασπίδα να εκτελέση έξοδον διασχίζων τας τάξεις του εχθρού. Αλλά δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τον έκαμε να οπισθοδρομήσει με δύο πληγάς εις την κνήμην και εις τον βραχίονα.
— Να κι άλλη ζυγιά! εφώναξεν αδιάλλακτος ο Στάμος.
— Να κι άλλη ζυγιά! ηλάλαξαν τα παιδία.
Ο Παλούκας εκόλλησεν εις την εσωτέραν γωνίαν του ισογείου, στηρίξας τα νώτα εις τον τοίχον, ζαρωμένος υπό τινά δοκόν του πατώματος, σύρριζα εις τον τοίχον βαλμένην. Αλλά κι' εκεί, μέγας λίθος, κτυπήσας επί του τοίχου, ελόξευσε και τον έπληξε μετά μετρίας βίας εις τον ώμον.
— Βρε! από σπόντα, εμορμύρισε γελών ακουσίως ο Παλούκας.
Ευτυχώς δι' αυτόν, οι εχθροί δεν απεφάσισαν να έλθωσιν έως την θύραν του ισογείου. Λείψανον φόβου υπήρχεν ακόμη, φαίνεται, εις το βάθος του παιδικού θράσους.
Τέλος, επειδή η μάχη παρετείνετο, ο Παλούκας, μετά φρόνιμον σκέψιν, απεφάσισε ν' αναρριχηθεί εις τον τοίχον (εγνώριζε πού υπήρχαν οπαί από τα ικρία και τες ξυλωσιές της οικοδομής) πατών από οπήν εις οπήν. Το έκαμε ταχέως και επιτυχώς, και αφού έφθασεν εις το πάτωμα, αόρατος εις τον εχθρόν όπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, αποφασιστικώς επήδησεν από το άλλο μέρος, εντός του εδάφους της αυλής του γερο-Παγούρη.
Ήτον ως δύο μπόγια υψηλά, όχι περισσότερον. Διότι το έδαφος ήτο υψηλότερον κατά τρεις ή τέσσαρας σπιθαμάς έσωθεν του αυλογύρου.
Ο Παλούκας έπεσε βαρύς, εκτύπησεν εις το γόνυ, ανετράπη, ανωρθώθη, έψαυσε τα μέλη του, και βεβαιωθείς ότι δεν του είχε σπάσει κανέν κόκκαλον, ετράπη εις φυγήν, τρέχων από το άλλο μέρος του αυλογύρου, όπου ήξευρεν ότι ο περίβολος εκλείετο από απλούν φράκτην, συγκοινωνών προς την αυλήν συγγενικής οικίας.
Ο δούπος της πτώσεώς του ηκούσθη εκείθεν του τοίχου της αυλής.
Ο Στάμος εφώναξε «εμπρός!» και δοκιμάσας το μάνδαλον της θύρας του αυλογύρου, είδεν ότι η θύρα ήτο ανοικτή. Εισώρμησε πρώτος και τα άλλα παιδία τον ηκολούθησαν.
Η φωνή του Παλούκα συνωδεύθη, εκτός του δούπου της πτώσεώς του, και από άλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτά τού είχαν πέσει από την τσέπην.
Ο Παλούκας δεν εγύρισεν οπίσω να τα μαζέψει.
Ο Αγγελής, εν των παιδίων, ήκουσε ζωηρότατα τον μεταλλικόν κρότον, αγροίκησε πολύ καλά το μέρος εις το οποίον είχον πέσει τα κέρματα, και κύψας και ψηλαφών ήρχισε να τα μαζώνει με την φούχταν, ενώ τα άλλα παιδία έτρεχαν κατόπιν του φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους και κράζοντα:
— Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!
******************
Κρότος παραθύρου ανοιγομένου ηκούσθη ήδη εις τον οικίσκον του γερο-Παγούρη, όστις ακούσας την ακατανόητον έφοδον, την γενομένην την νύκτα εκείνην εις τον αυλόγυρον του, ήνοιγε το παράθυρον και ηρώτα έκπληκτος:
— Τι είναι; Τι τρέχει;... Ποιος είναι;... Ποιοι είστε;... Ε! δεν ακούτε!
Ενώ ο Αγγελής είχε μαζέψει ήδη όλα τα λεπτά όσα ηύρε, και έφευγεν διά της μεσημβρινής θύρας, και τα άλλα παιδία πέραν του βορεινού φράκτου, κατεδίωκον εις τον βρόντο τον Παλούκαν, όστις είχε γίνει άφαντος ήδη, επαναλαμβάνοντα:
— Να, κι άλλη ζυγιά! Να, κι άλλη ζυγιά!
(1893)
[πηγή: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, τ.2, κριτ. έκδ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, Αθήνα 1997, σ. 641-649]
Labels:
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα
19 Δεκεμβρίου 2014
ΜΙΝΙΟΝ-Στις φλόγες «Κατράντζος» και «Μινιόν»-Σαν σήμερα 19-12-1980....
Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980 δύο ταυτόχρονες πυρκαϊές κατέστρεψαν δύο από τα ιστορικότερα πολυκαταστήματα της Αθήνας, «Μινιόν» και «Κατράντζος», εν μέσω της εορταστικής περιόδου. Επρόκειτο για εμπρησμούς και αποδόθηκαν από τις αρχές σε τρομοκρατικές ενέργειες.
Στις 3:07 το πρωί της Παρασκευής αυτόπτες μάρτυρες και στα δύο πολυκαταστήματα άκουσαν εκρήξεις και δευτερόλεπτα μετά είδαν φλόγες να ξεπηδούν από τα δύο κτήρια. Μέσα σε λίγα λεπτά έγιναν παρανάλωμα του πυρός, εξαιτίας των εύφλεκτων υλικών και της απουσίας χωρισμάτων στους ορόφους.
Η Πυροσβεστική, που έφθασε και στα δύο σημεία μισή ώρα αργότερα με 38 οχήματα και 170 άνδρες, είχε να επιτελέσει δύσκολο έργο. Κύριο μέλημά της ήταν να αποτρέψει την επέκταση της φωτιάς στα διπλανά κτίρια. Επιτόπου κατέφθασε και ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, που μίλησε για «μεγάλη καταστροφή». Πριν από λίγες ώρες υπεράσπιζε στη Βουλή τον πρώτο και τελευταίο προϋπολογισμό της πρωθυπουργικής του θητείας. Βρισκόμαστε ήδη στον αστερισμό του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, που βρισκόταν προ των πυλών της εξουσίας.
Η φωτιά είχε τέτοια ένταση, που από το Μινιόν απέμεινε μόνο ο σκελετός, ενώ το κτίριο του Κατράντζου κατέρρευσε. Οι ζημιές σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς της Πυροσβεστικής ανήλθαν σε 2 δισεκατομμύρια δραχμές. Ο δημιουργός και ψυχή του «Μινιόν» Γιάννης Γεωργακάς υπολόγισε μόνο σε 2 δισεκατομμύρια δραχμές το εμπόρευμα που χάθηκε, ενώ, όπως δήλωσε, το κατάστημα ήταν ασφαλισμένο μόνο για 200 εκατομμύρια δραχμές.
Με δηλώσεις του ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «επιτρέπει σε παρακρατικά και εγκληματικά στοιχεία να επιδίδονται σε καταστροφές που θίγουν επαγγελματίες και εργαζόμενους, καθώς και τη γαλήνη του κόσμου». Για «σκοτεινή υπόθεση» έκανε λόγο το ΚΚΕ. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης ενημέρωσε το πρωί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και σε δηλώσεις του κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ για «εκμετάλλευση του τραγικού γεγονότος».
Τα κατεστραμμένα κτίρια
Στις 22 Δεκεμβρίου ήλθε και η επιβεβαίωση της τρομοκρατικής ενέργειας. Την ευθύνη για τους εμπρησμούς ανέλαβε η νεοεμφανιζόμενη «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80», που ήταν παρακλάδι του ΕΛΑ. Στην προκήρυξή της, που ταχυδρομήθηκε στις εφημερίδες, δικαιολόγησε την επίθεση στα πολυκαταστήματα υποστηρίζοντας ότι «κάθε επιχείρηση, έτσι και αυτές στηρίζονται στην εκμετάλλευση των προλετάριων. Τα αφεντικά εκμεταλλεύονται την ανάγκη των προλετάριων να έχουν ένα εισόδημα για να ζήσουν και τους στριμώχνουν στο μεροκάματο, την αλλοτρίωση και τη μιζέρια».
Η Αστυνομία από την πρώτη στιγμή προχώρησε στη σύλληψη ενός υπόπτου, αλλά αφέθηκε ελεύθερος, καθώς δεν προέκυψαν σε βάρος του επιβαρυντικά στοιχεία. Αργότερα, συνέλαβε δύο αδελφές, την Αικατερίνη και την Ευαγγελία Τσαγκαράκη, 23 και 20 ετών αντίστοιχα, επειδή η μία σχετιζόταν με άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Τα στοιχεία της Ασφάλειας δεν άντεξαν στη δικαστική βάσανο και ο ανακριτής της υπόθεσης Μιχάλης Μαργαρίτης (ο δικαστής της 17Ν) τις άφησε ελεύθερες.
Οι εμπρησμοί στα πολυκαταστήματα «Κατράντζος» και «Μινιόν» ήταν μόνο η αρχή. Το εφιαλτικό σκηνικό επαναλήφθηκε στις 3 Ιουνίου 1981 με την ταυτόχρονη πυρπόληση των πολυκαταστημάτων «Κλαουδάτος» και «Ατενέ» και σε μικρότερη έκταση στις 4 Ιουλίου στον «Δραγώνα» και τρεις μέρες αργότερα στο πολυκατάστημα «Λαμπρόπουλος» στον Πειραιά. Το μπαράζ αυτό των εμπρηστικών επιθέσεων έβαλε την «ταφόπλακα» στο ελληνικό λιανεμπόριο και οδήγησε στην εισβολή των ξένων πολυκαταστημάτων στη χώρα μας.
Θέση για τη διπλή εμπρηστική επίθεση της 19ης Δεκεμβρίου πήρε και ο ΕΛΑ, που κατήγγειλε όσους είχαν αποχωρήσει από τις τάξεις του. Μάλιστα, αποκάλυψε στο περιοδικό «Αντιπληροφόρηση» ότι η εμπρηστική ουσία έχει εισαχθεί από την Ολλανδία και χρησιμοποιείται για την επιτάχυνση της φωτιάς σε πετρελαιοπηγές. Κριτική στο διπλό τρομοκρατικό χτύπημα άσκησε και η 17Ν. Με προκήρυξή της, που δημοσιοποιήθηκε στις 24 Ιουλίου 1981, υποστήριξε ότι ήταν «επιχειρησιακά ασυντόνιστες, όχι κατάλληλα προετοιμασμένες και πολιτικά επιβλαβείς».
Μέχρι σήμερα, οι δύο υποθέσεις εμπρησμών στα πολυκαταστήματα «Κατράντζος» και «Μινιόν», όπως και οι άλλες τέσσερις που ακολούθησαν, παραμένουν ανεξιχνίαστες και έχουν παραγραφεί δικαστικά.
ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/366#ixzz3MJFV4eVe
Σημείωση δική μου:
Νεαρός -τότε -εργαζόμουν ακριβώς δίπλα από το ΜΙΝΙΟΝ στο Grand Hotel. Ειδοποιήθηκα τη νύχτα και έτρεξα...
..και ήμουν αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής που εσυντελείτο...Άκουγα τους άντρες της πυροσβεστικής να λένε ότι έπρεπε-με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή-να μην μεταδοθεί η φωτιά στους 20 τόνους πετρελαίου θέρμανσης που υπήρχαν στις υπόγειες δεξαμενές του κτηρίου, γιατί θα τιναζότανε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο στον αέρα. Παρόντες οι αείμνηστοι Γιάννης Γεωργακάς του ΜΙΝΙΟΝ και Γιάννης Παπαγεωργίου του Grand Hotel. Από τη μεγάλη θερμοκρασία που είχε αναπτυχθεί, λειώσανε -θυμάμαι- τα εξώφυλλα και σπάσανε όλα τα τζάμια του Ξενοδοχείου από την πλευρά της Βερανζέρου...
Και ήταν στολισμένο Χριστουγεννιάτικα το ΜΙΝΙΟΝ και το ισόγειο του Grand Hotel επί της οδού Πατησίων που στέγαζε βιτρίνες του ΜΙΝΙΟΝ περιμένοντας και τα δυό τους πελάτες τους...
Τελικά-ας μου επιτραπεί ο συλλογισμός-δεν κατάλαβα αν οι καταστροφείς "ιδεολόγοι" κάνανε κακό στο κεφάλαιο ή στους εργαζομένους και τις οικογένειές τους, λέω...
Υ.Γ.
Είχα δεχτεί εκείνες τις ημέρες-ελεύθερος ων- ένα δωράκι από τρυφερή ευγενική ύπαρξη, αγορασμένο από το ΜΙΝΙΟΝ...Μαζί με το δωράκι της -που υπάρχει ακόμη στο προσωπικό μου αρχείο-υπάρχει και η μικρή πλαστική σακκούλα του ΜΙΝΙΟΝ με το λογότυπό του, ίδια ακριβώς με αυτήν που βλέπετε στην πρώτη φωτογραφία...
Ι.Β.Ν.
Σημείωση δική μου:
Νεαρός -τότε -εργαζόμουν ακριβώς δίπλα από το ΜΙΝΙΟΝ στο Grand Hotel. Ειδοποιήθηκα τη νύχτα και έτρεξα...
..και ήμουν αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής που εσυντελείτο...Άκουγα τους άντρες της πυροσβεστικής να λένε ότι έπρεπε-με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή-να μην μεταδοθεί η φωτιά στους 20 τόνους πετρελαίου θέρμανσης που υπήρχαν στις υπόγειες δεξαμενές του κτηρίου, γιατί θα τιναζότανε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο στον αέρα. Παρόντες οι αείμνηστοι Γιάννης Γεωργακάς του ΜΙΝΙΟΝ και Γιάννης Παπαγεωργίου του Grand Hotel. Από τη μεγάλη θερμοκρασία που είχε αναπτυχθεί, λειώσανε -θυμάμαι- τα εξώφυλλα και σπάσανε όλα τα τζάμια του Ξενοδοχείου από την πλευρά της Βερανζέρου...
Και ήταν στολισμένο Χριστουγεννιάτικα το ΜΙΝΙΟΝ και το ισόγειο του Grand Hotel επί της οδού Πατησίων που στέγαζε βιτρίνες του ΜΙΝΙΟΝ περιμένοντας και τα δυό τους πελάτες τους...
Τελικά-ας μου επιτραπεί ο συλλογισμός-δεν κατάλαβα αν οι καταστροφείς "ιδεολόγοι" κάνανε κακό στο κεφάλαιο ή στους εργαζομένους και τις οικογένειές τους, λέω...
Υ.Γ.
Είχα δεχτεί εκείνες τις ημέρες-ελεύθερος ων- ένα δωράκι από τρυφερή ευγενική ύπαρξη, αγορασμένο από το ΜΙΝΙΟΝ...Μαζί με το δωράκι της -που υπάρχει ακόμη στο προσωπικό μου αρχείο-υπάρχει και η μικρή πλαστική σακκούλα του ΜΙΝΙΟΝ με το λογότυπό του, ίδια ακριβώς με αυτήν που βλέπετε στην πρώτη φωτογραφία...
Ι.Β.Ν.
Labels:
Ιστορικά
Άνθος του Γιαλού..Αλέξ.Παπαδιαμάντης !
Για πολλές νύχτες στη σειρά έβλεπε ο Μάνος του Κορωνίου, εκεί που έδενε τη βάρκα του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρόνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα σε δύο ψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλιό ερημόσπιτο καταερειπωμένο, - εκεί έστρωνε συνήθως την κάπα του πάνω στην πλώρη της βάρκας, και κοιμόταν ύπνο χορευτό και νανουρισμένο, τρείς σπιθαμές ψηλότερα από το κύμα, παρατηρώντας τα άστρα και μελετώντας την Πούλια και όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέω, ανοιχτά στο πέλαγος, έξω από τα δύο ανθισμένα νησάκια, που φυλάνε σαν σκοποί την είσοδο του λιμένα, ένα μελαγχολικό φως -καντήλι, φανάρι, λαμπάδα, ή άστρο πεσμένο- να τρεμοφέγγει, εκεί μακριά, στο βάθος της σκοτεινής εικόνας, στην επιφάνεια του κύματος, και να στέκεται για ώρες, να μοιάζει σαν να πλέει, και να μένει ακίνητο.
Ο Μάνος του Κορωνίου, βαρκάρης ψαράς, ήταν αδύνατος στα μυαλά όπως και κάθε θνητός. Ήταν κιόλας αρκετό που έδενε την βάρκα του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα στους δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτο εκείνο, το ολόρθο άψυχο φάντασμα, που είχε τη φήμη πως ήταν στοιχειωμένο. Όλοι το έλεγαν «Της Λουλούδως το Καλύβι».
Γιατί; Κανείς δεν ήξερε. Ή, αν υπήρχαν λίγα γραΐδια «λαδικά», ή και δύο τρείς γέροι, που γνώριζαν τις παλιές ιστορίες του τόπου, ο Μάνος δεν είχε τύχει να βρει ευκαιρία να τους ρωτήσει.
Έβλεπε, βραδυές τώρα, το παράδοξο εκείνο απομακρυσμένο φως να τρέμει και να φέγγει εκεί στο πέλαγος, ενώ ήξερε ότι δεν ήταν εκεί κανένας φάρος.
Η κυβέρνηση δεν είχε φροντίσει για αυτά τα πράγματα στα μικρά μέρη, αυτά που δεν έχουν ισχυρούς βουλευτές.
Τι ήταν, λοιπόν, εκείνο το φως; Αισθανόταν την επιθυμία, επειδή καθημερινά σχεδόν περνούσε με τη βάρκα του από το πέρασμα εκείνο, ανάμεσα στα δύο χλοερά νησάκια, και δεν έβλεπε κανένα ίχνος εκεί τη μέρα, που να εξηγεί την παρουσία του φωτός τη νύχτα, να ξεκινήσει με τη βάρκα τα μεσάνυχτα, διακόπτοντας τον μακάριο ύπνο του, και τους ρεμβασμούς του προς τα άστρα και την Πούλια, να φτάσει ως εκεί, να δει τι είναι, και, στην ανάγκη, να το κυνηγήσει το μυστηριώδες εκείνο φέγγος.
Έτσι ο Μάνος, επειδή ήταν αδύνατος άνθρωπος, όπως είπαμε, νέος εικοσάχρονος, κάλεσε για βοήθεια και τον Γιαλή της Φαφάνας, δέκα χρόνια μεγαλύτερο του, αφού του διηγήθηκε το νυκτερινό του όραμα, για να του κάνει συντροφιά στην ασυνήθιστη εκδρομή.
Πήγαν μια νύχτα, όταν η σελήνη ήταν εννιά ημερών κι επρόκειτο να δύσει γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το φως φαινόταν εκεί, ακίνητο σαν καρφωμένο, ενώ ο πύρινος κολοβός δίσκος κατέβαινε αργά αργά προς τη δύση κι έμελλε να κρυφτεί πίσω από το βουνό. Όσο έπλεαν αυτοί με τη βάρκα, τόσο τους έφευγε, χωρίς να φαίνεται στα μάτια τους πως κινείται, ο μυστηριώδης πυρσός.
Έβαλαν δύναμη στα κουπιά, «ξεπλατίστηκαν». Το φως μάκραινε, φαινόταν όλο και πιο μακρινό. Ήταν άφθαστο. Στο τέλος χάθηκε από το μάτια τους. Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάνα, έκαναν πολλούς σταυρούς. Αντάλλαξαν λίγες λέξεις:
-Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καΐκι, όχι.
-Και τι είναι;
-Είναι…
Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξερε τι να πει.
Την νύχτα της τρίτης μέρας, και πάλι δύο ή τρείς μέρες μετά από αυτήν, οι δύο ναυτικοί επιχείρησαν και πάλι την εκδρομή. Πάντα έβλεπαν τη μυστηριώδη λάμψη να χορεύει στα κύματα. Έπειτα, όσο πλησίαζαν αυτοί, τόσο το όραμα έφευγε. Και τέλος γινόταν άφαντο. Τι ήταν άραγε;
Ένας μόνο γείτονας είχε προσέξει τις αλλεπάλληλες νυχτερινές εκδρομές των δυο φίλων με τη βάρκα. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα λίγα κολλυβογράμματα που ήξερε, και είχε μιλήσει με πολλές σοφές γριές, που είχαν ζήσει τα χρόνια τα παλιά. Καθόταν όλη τη νύχτα, αγρυπνώντας, κοντά στο παράθυρο του, βλέποντας προς την θάλασσα, και πότε διάβαζε τα βιβλία του, πότε ρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβα του, όπου έρημος και μόνος κατοικούσε, βρισκόταν λίγους βράχους παραπέρα από το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε τη βάρκα του ο Μάνος, ανάμεσα στο σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
Μια νύχτα, ο Κορώνιος κι ο εγγονός της Φαφάνας ετοιμάζονταν να λύσουν τη βάρκα, και να κωπηλατήσουν, τέταρτη φορά, για να κυνηγήσουν το ασύληπτο θήραμα τους.
Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδε, βγήκε από την καλύβα του, φορώντας άσπρο σκούφο και ράσο μακρύ, όπως συνήθιζε μέσα στο σπίτι, πήδησε δυο τρείς βράχους προς τα εκεί, κι έφτασε παραπάνω από το μέρος, όπου βρίσκονταν οι δυο φίλοι.
- Για πού, αν θέλει ο Θεός, παιδιά; τους φώναξε. Είναι βραδιές τώρα που τρέχετε έξω από το λιμάνι, χωρίς να πιάνετε θαλασσινά, χωρίς να ψαρεύετε με πυροφάνι και τα ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως είδατε όνειρο και σκάβετε κάπου, για να βρείτε κανένα θησαυρό;
Ο Μάνος παρακάλεσε τον Κόκοϊα να κατεβεί παρακάτω και να μιλάει σιγανότερα. Έπειτα δεν δίστασε να του διηγηθεί το όραμα του.
Ο Λίμπος άκουσε με προσοχή. Έπειτα γέλασε:
- Αμ που να τα ξέρετε αυτά εσείς, οι νέοι, είπε, κουνώντας έντονα το κεφάλι. Τον παλιό καιρό, τέτοια πράγματα, σαν αυτό που είδες, Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγώ δεν βλέπω τίποτα!... Το είδε κι ο Γιαλής, αυτό που λες πως βλέπεις;
Ο Γιαλής αναγκάστηκε με ντροπή κατώτερη της ηλικίας του να ομολογήσει πως δεν έβλεπε το φως, για το οποίο γίνοταν λόγος, αλλά έδινε πίστη στη διαβεβαίωση του Μάνου, που έλεγε ότι το βλέπει.
Ο Κόκοϊας άρχισε τότε να διηγείται:
- Ακούστε να σας πω, παιδιά. Εγώ που με βλέπετε, έφτασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τη προγιαγιά αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθώς και τη μάνα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθεί πολλά πρωτινά, παλαιικά πράγματα, καθώς κι αυτό που θα σας πω τώρα:
Βλέπετε αυτό το χάλασμα, το καλύβι της Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδώ τον παλιό καιρό κατοικούσε μια κόρη, η Λουλούδω, που της είχαν δώσει αυτό το όνομα για την ομορφιά της, - έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτή- μαζί με τον πατέρα της, τον γέρο-Θεριά ( ελληνικά τον έλεγαν Θηρέα), που κυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαΐτα και με φαρμακωμένα βέλη. Ένα Βασιλόπουλο από τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωσε το δαχτυλίδι του, και κίνησε να πάει στον πόλεμο και της έταξε με όρκο πως άμα νικήσει τους βάρβαρους, την μέρα που θα γεννηθεί ο Χριστός, θα έρθει να τη στεφανωθεί.
Πήγε το Βασιλόπουλο. Έμεινε η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυα της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχή στα ουράνια, να βγεί νικητής το Βασιλόπουλο, να έρθει η μέρα που θα γεννηθεί ο Χριστός, να γυρίσει ο αρραβωνιαστικός της να την στεφανωθεί.
Έφτασε η μέρα που ο Χριστός γεννάται. Η Παναγιά με αστραφτερό πρόσωπο, χωρίς πόνο, χωρίς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το σήκωσε, το σπαργάνωσε με χαρά, και το έβαλε στο παχνί για να το κοιμήσει. Ένα βοϊδάκι κι ένα γαϊδουράκι σίμωσαν τα χνότα τους στο παχνί και φυσούσαν μαλακά να ζεστάνουν το θείο Βρέφος. Να, τώρα θα έρθει το Βασιλόπουλο να πάρει τη Λουλούδω!
Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριά άσπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κι έπεσαν και προσκύνησαν το θείο Βρέφος. Είχαν δει τον Άγγελο αστραπόμορφο, με χρυσογάλανα λευκά φτερά, είχαν ακούσει τα αγγελούδια που έψαλαν:
Δόξα έν υψίστοις Θεώ!
Έμειναν γονατιστοί, με εκστατικά μάτια, κάτω από το παχνί, πολλήν ώρα, και λάτρευαν αχόρταγα το θαύμα το ουράνιο. Να! Τώρα θα έρθει το Βασιλόπουλο, να πάρει την Λουλούδω!
Έφτασαν και οι τρείς Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσές μίτρες στο κεφάλι, και φορούσαν μακριές γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και το αστεράκι, ένα λαμπρό χρυσό αστέρι, χαμήλωσε και κάθισε στη σκεπή της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκό ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρείς βασιλικοί γέροι ξέζεψαν από τις καμήλες τους, μπήκαν στο Σπήλαιο, κι έπεσαν και προσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, και πρόσφεραν δώρα: χρυσόν και λίβανον και σμύρναν.
-Να! Τώρα θα έρθει το Βασιλόπουλο, να πάρει τη Λουλούδω!
Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρει την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλαμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμό τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χιμήξει με ακράτητη ορμή, πάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!
Τα δάκρυα της κόρης πίκραναν το κύμα το αρμυρό, οι αναστεναγμοί της διαλύθηκαν στον αέρα, κι η προσευχή της έπεσε πίσω στη γή, χωρίς να φτάσει στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυο αυτούς βράχους, που το λένε Άνθος του Γιαλού, αλλά μάτι δεν το βλέπει.
Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, παρακάλεσε να γίνει Σπίθα, φωτιά του πελάγους, για να φτάσει εγκαίρως, ως τη μέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξει τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.
Μερικοί λένε, πως το Άνθος του Γιαλού έγινε ανθός, αφρός του κύματος. Κι η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχή του Βασιλόπουλου, που έλιωσε, σβήστηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανείς δεν την βλέπει πια, παρά μόνο όσοι ήταν καθαροί τον παλιό καιρό , και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».
(1906)
Labels:
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα
18 Δεκεμβρίου 2014
Τα Χριστουγεννιάτικα τσαρούχια..Γεωργίου Αθάνα !
Τα Χριστουγεννιάτικα τσαρούχια
Του Γεωργίου Αθάνα
Από μικρός είχε μια μανία: να κοιτάζει τα πόδια των ανθρώπων κι όταν ήταν ποδεμένοι -τις πιο πολλές φορές μπορεί να ήταν ξυπόλητοι- να περιεργάζεται τα τσαρούχια τους ή τα παπούτσια των γυναικών με κάποιον τρόπο που θα έκανε τον άλλον να πιστέψει πως ο μικρός τσομπανάκος ήξερε να κρίνει αν ήταν τάχα καλά ή κακά φτιαγμένα από το μάστορά τους. Αυτός φορούσε γουρουνοτσάρουχα, πέδιλα καμωμένα από το πετσί του χριστουγεννιάτικου γουρουνιού. Στα μέρη μας σφάζουμε τα θρεφτά γουρούνια την παραμονή των Χριστουγέννων. Κι είναι τα μόνα γουρούνια που γίνονται γδαρτά κι όχι μαδητά. Γιατί είναι μεγάλα και τετράπαχα. Δεν ψένονται, για να ροδοκοκκινίσει η πέτσα τους και να τρώγεται κριτσανιστά, που να είναι σα μύγδαλοκαβουρδισμένο. Τώρα το πετσί τους γδέρνεται, αλατίζεται κι απλώνεται στον ήλιο. Απ' αυτό βγαίνουν τα γουρνοτσάρουχα της φαμελιάς. Το πάχος γίνεται γλίνα*, οι χοντράδες* γίνονται τσιγαρήθρες, κι έπειτα μένουν τα κόκαλα για μαγειρευτά, τα εντόσθια για πηχτές* και για ματιές*, το κρέας για λουκάνικα και για παστουρμά. Μ' ένα καλό γουρούνι περνάει τον υπόλοιπο χειμώνα η φτωχοφαμελιά.
-----------------------
Ο Θανάσης ήθελε από εννιά χρονών να φτιάνει μόνος του τα γουρνοτσάρουχα του. Και τα κατάφερνε τόσο περίφημα που σε λίγα χρόνια αυτός έφτιανε και του πατέρα και της μάνας και της γειτονιάς ακόμα. Όμως την μεγαλύτερη χαρά της μικρής του ζωής είχε δοκιμάσει όταν κάποια παραμονή Χριστουγέννων ήρθε ο πατέρας από τη Χώρα και του έφερε ένα ζευγάρι τσαρούχια. Δικά του! Δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ ως τότε... Τ' ανάρπαξε με λαχτάρα, τους χάιδεψε τις φούντες, τους άγγιξε το λουστρίνι και τα ξεμάκρυνε λίγο, να τους καμαρώσει το ζωηρό κατακόκκινο χρώμα. Μα σαν πέρασε η πρώτη χαρά της απόχτησης, είχε δοκιμάσει μεγάλη λύπη. Καλοκοίταξε τα τσαρούχια του και τα βρήκε άσχημα, κακοφτιασμένα. Τι άγαρμπο σουλούπι που είχαν! Και τόσο κακοδουλεμένα. Με κάτι άτσαλες φούντες. Με κάτι άνοστα κεντίδια. Ω, αν τα είχε φτιάσει ο ίδιος, πόσο θα ήταν καλύτερα και γερότερα! Το είπε του πατέρα του αυτό. Κι εκείνος του απάντησε:
- Τότε, να σε στείλουμε κάτου να γίνεις τσαρουχάς!
- Μακάρι!
- Θέλεις;
- Αν θέλω!...
Το μέλλον του είχε κριθεί. Ο μικρός τσομπανάκος με τα γουρνοτσάρουχα θα γινόταν ο μεγαλύτερος τσαρουχάς του τόπου, θα πόδενε τους πιο ντερτιλήδες λεβέντες και τις πιο ασίκισσες κοπέλες. Στους γάμους και στα πανηγύρια, απάνω στην άναψη του χορού, τα δικά του τα τσαρούχια και τα δικά του τα παπούτσια θα κάνανε τη μεγαλύτερη φούβα*! Ήταν γεννημένος για τσαρουχάς. Πώς αλλιώς θα κοιτούσε με τόση περιέργεια τα ποδήματα των ανθρώπων και θα 'φτιανε με τόση τέχνη τα γουρνοτσάρουχα όλης της γειτονιάς; Κανείς δεν ξεφεύγει το γραφτό του!
Με τι περηφάνια φόρεσε την άλλη μέρα τα καινούργια τσαρούχια! Ήταν σα να πρωτόβγαινε στον κόσμο. Τα γουρνοτσάρουχα τον κρατούσαν στην αφάνεια και την ασημότητα. Τώρα έκανε κι αυτός την επίσημη εμφάνιση του. Καθώς περπατούσε κι έτριζαν, το τριζοβόλημά τους έμοιαζε σα γαμπριάτικο τραγούδι.
Ένα ζευγάρι τσαρούχια δίνει πολλές φορές στη ζωή των ανθρώπων τη σημασία της!
- Με γεια, Θανάση!
- Του χρόνου που θα τα φτιάσω μοναχός μου, να ιδείτε τι λογιά τσαρούχια θα 'χω!
Περνώντας τα Χριστόημερα, τον κατέβασε ο πατέρας του στη Χώρα. Είχε κάποιο σταυραδερφό τσαρουχά, μαγαζάτορα, και σ'αυτόν πέτονταν*. Του πήγε δυο λουκάνικα κι ένα τσουκάλι πηχτή. Αυτά ήταν τα δίδαχτρα, να πούμε, του Θανάση.
- Κουμπάρε (ήταν ψευτοκούμπαροι), σου παραδίνω το παιδί. Απ' το θεό και στα χέρια σου! Έχει μεγάλο ζήλο για την τέχνη σου. Θα ιδείς.
Ο κουμπάρος τον κράτησε. Και είδε: Όχι άλλο! Τεχνίτης γεννητάτος. Πρόωρη μεγαλοφυΐα της τέχνης των τσαρουχιών. Τον είχε δα ο κουμπάρος μη στάξει και μη βρέξει. Ο Θανάσης κι ο κόσμος όλος! Καμάρωνε ο Θανάσης όταν κατέβαιναν οι χωρικοί να ψωνίσουν και τον παίνευε ο κουμπάρος κι αγόραζαν εκείνοι τα τσαρούχια, που είχε βάλει κι αυτός τον κόπο του και την τέχνη του. Του φαινόταν πως τα "στέλνε πεσκέσι στο χωριό του. Θα τριζοβολούσε και θα κατακοκκίνιζε το χοροστάσι απ' τα δικά του τα έργα.
-------------------
Πέρασ' ένας χρόνος. Ζηλευτικιά τέχνη. Όλο και τον τραβούσε πιο πολύ. Δούλευε όλη μέρα. Έκανε και νυχτέρι , αν ήταν βολετό να ποδέσει αυτός όλα τα χωριά της Ρούμελης κι όλα τα ευζωνικά συντάγματα της Ελλάδας! Όμως απ' την πολλή δουλειά είχε κόψει, είχε αχαμνύνει λίγο. Κάποτε που 'ρθε ο πατέρας του, το πρόσεξε.
Μην ήταν τίποτα ζαμπούνης*; Μην τον πείραξε κανένα κρυφομάζωμα*; Να κράξει το γιατρό; Ο Θανάσης γελούσε κι ο κουμπάρος ξηγήθηκε:
- Είναι στη δουλειά του νταμαχιάρης. Πέφτει απάν'-καταπάν'! Εγώ τον μαλώνω, δε μ' ακούει.
- Γιατί, ορέ, δεν κάνεις νισάφι;
- Αφού έχουμε δουλειά;
- Βάλε καλή σειρά, γιατί θα σε πάρω στο χωριό!
- Παραπέρα, τα Χριστόημερα, ας έρθει, είπε τ' αφεντικό, να ξεκουραστεί. Τι καλός λόγος! Ναι, τα Χριστούγεννα πρέπει να πάει χωρίς άλλο στο χωριό. Να τους ιδεί και να τον ιδούν. Και όλο το ονειρευόταν πια αυτό το ταξίδι. Και το ετοίμαζε μέσα στο μυαλό του. Πώς όμως να πάει; Αυτός, καλά, θα είχε καινούργια ρούχα και καινούργια τσαρούχια. Μα να πάει με άδεια χέρια; Δίχως πεσκέσι*για τη μάνα και για τον πατέρα; Δε γίνεται, θυμήθηκε τα τσαρούχια που του είχε πρωτοφέρει ο πατέρας, χωρίς να του τα ζητήσει. Με τι χαρά είχε γιορτάσει φορώντας τα τις άγιες μέρες! Έτσι πρέπει να του πάει τώρα κι αυτός, χωρίς να του τα 'χει ζητήσει, ένα ζευγάρι τσαρούχια. Κι ένα ζευγάρι παπούτσια της μάνας. Αυτό είναι! θα το μάθει όλο το χωριό, θα χαρούν οι φίλοι και θα σκάσουν οι οχτροί. Α! χωρίς άλλο, καλύτερα να μην πάει καθόλου, παρά να πάει χωρίς τα δώρα των γονέων!... Μα πώς να τα πάρει; Δε μπήκε ακόμα σε μεροδούλι. Λογαριάζεται πως ακόμα μαθαίνει την τέχνη... Τον ταΐζει και τον ντένει τ' αφεντικό μονάχα... Όμως κάπως πρέπει να τα οικονομήσει!...
(Όχι, όχι έτσι! θα πεις: δε θα τον καταλάβει ο κουμπάρος· έχουν τόσο πολύ έτοιμο πράμα στο μαγαζί... Μα δεν κάνει, δεν κάνει!... Ακούς εκεί ! να τα κλέψει!... Πώς του ήρθε τέτοιος πειρασμός στο νου; Και τι αξία θα είχαν τα κλεμμένα τσαρούχια; Καταραμένα θα ήταν. θα γλίστραγε ο πατέρας μ' αυτά να τσακιστεί, Θεός φυλάξοι!... Ή θα ερχόταν το απόσπασμα να τους πιάσει όλους, θα τους κρέμαγε ο νωματάρχης τα κλεμμένα τσαρούχια στο λαιμό και θα τους πόμπευε σ' όλο το χωριό. Φαντάσου ντροπή! Μπα, σε καλό! Τα κάνει αυτός τέτοια πράματα;)
- Τι λες, Θανάση; θα πας ή όχι;
- Πώς να πάω, αφεντικό;
- Με τα ποδαράκια σου. Παιδί πράμα!
- Όχι αυτό... Δεν έχω αλλιώς τον τρόπο...
- Θα σου δώσω το χαρτζιλικάκι σου... Πάρε μπρος μεριά* το μποναμά εσύ.
Μποναμά; Χαρτζιλίκι; Κάτι θα γίνει, σώπα!... Να του το πει; Τι θα χάσει; Το και το!... Ο καλός αφεντικός, ο καλός κουμπάρος, συγκινήθηκε. Τέτοια παιδιά αξίζουν. Του είπε ένα «μπράβο» και τον χρέωσε μ' ένα ζευγάρι τσαρούχια και ένα ζευγάρι παπούτσια. Τα καλοδιάλεξε ο Θανάσης και την παραμονή των Χριστουγέννων τα 'βαλε στο σακούλι του μαζί με τα καινούργια τα δικά του, τοκρέμασε στον ώμο και τράβηξε για το χωριό, συντροφιά μ' άλλους χωρικούς και μ' άλλους γειτονοχωρίτες.
-----------------------
Ήταν μια χαρά στο δρόμο, καθώς περπατούσε γρήγορα και κουβεντιαστά το χαρούμενο ασκέρι. Όλοι πήγαιναν τα ψώνια τους κι άλλος συλλογιόταν τη νιόνυφη γυναίκα του, άλλος τη μάννα του κι άλλος την αδερφή του. Έλεγαν ποιος έχει το μεγαλύτερο θρεφτάρι φέτο στο χωριό και ποιος έχει το καλύτερο κρασί. Αλλά τους έπιασε στο δάσος με τις μεγάλες δρυς βροχή κι αυτό ήταν πολύ κακό. Οι άλλοι είχαν τις καπότες τους και κάτι γλίτωσαν. Ο φτωχός ο Θανάσης έγινε μουσκίδι.
Είδαν κι έπαθαν όσο να φτάσουν στο χάνι του Ρουπακιά. Άναψαν εκεί μεγάλη φωτιά και στέγνωσαν. Οι άλλοι κίνησαν σε λίγο να φύγουν, θα τραβούσαν όλη νύχτα. Είχαν ακόμα τέσσερις ώρες δρόμο. Βγήκαν όξω, σιγόβρεχε... θεοσκόταδο! Πού να πάει αυτός; θα μείνει να περάσει η βροχή, να ξαστερώσει κιόλας. Ας δώσουν χαμπέρι πως έρχεται και θα ξημερώσει κι αυτός στο χωριό. Πώς αλλιώς να γίνει;... Γύρισε μέσα και ξανάκατσε να αποστεγνώσει στο παραγώνι. Ήταν κι άλλοι πέντ'-έξι από κοντινότερα χωριά. Αυτοί δε βιάζονταν πολύ κι έκατσαν να πυρωθούν καλά. Δεν τους γνώριζε τα ονόματα τους. Ο ένας τώρα έβγαινε από φυλακή, τέσσερα χρόνια για ζωοκλοπή. Βλαστήμαγε τον αποσπασματάρχη που τον είχε πιάσει και τον πρόεδρο που τον είχε δικάσει. Άλλος ήταν ακόμα τώρα φυγόδικος για όμοια δουλειά.
- Όταν τα τρώγατε, ήταν καλά! τους έλεγε ο χαντζής*.
Έβγαλε ο Θανάσης απ' το σακούλι τα καινούργια τσαρούχια να τα πυρώσει. Είχαν βραχεί κι αυτά πολύ.
- Πούθε τα 'κλεψες; τον ρώτησε ο φυγόδικος.
- Δεν τα 'κλεψα. Τα δούλεψα!
- Τίνος είσαι;
- Του πατέρα μου...
- Είναι τ' Θωμοχρήστ' απ' τα Βαρίκα, το γνώρισα! είπε ο χαντζής.
- Με τον πατέρα σ', έχουμε κλέψ' μαζί δυο τραγιά! είπε ο κατάδικος.
-Δεν το πιστεύω να λες αλήθεια, είπε ο Θανάσης πειραγμένος. Αν έκλεβε ο πατέρας μου, θα 'ταν σαν και σένα στη φυλακή!
- Είν' άξιος και να σκεπάζεται.
- Άλλη κουβέντα έχεις;
----------------------
Η βροχή είχε δυναμώσει. Δείπνησαν με ψωμί κι ελιές. Έπειτα τους πήρε ο ύπνος. Ο Θανάσης πλάγιασε ριζά στον τοίχο. Βεργόπλεχτο ήταν το χάνι, μόνο η σκεπή του ήταν με κεραμίδια. Κι από μέσα το πλέμα του τοίχου του ήταν αλειμμένο με πηλό. Εκεί που πλάγιασε ο Θανάσης ένα μεγάλο κομμάτι πηλός είχε φαγωθεί και φαινόταν τρυπητός ο βεργοπλεγμένος τοίχος. Όμως απ' έξω ήταν ένα χαμηλό υπόστεγο, σα μαγερειό και σαν αποθήκη, κολλημένο στην καλύβα. Έτσι, δεν έφτανε να μπει η βροχή από το χάλασμα εκείνο.Το πρόσεξε καλά ο Θανάσης, κι ασφαλισμένος έγειρε να κοιμηθεί.
Η φωτιά είχε κατακάτσει, μόνο θράκα μπόλικη έκαιγε... Κουκουλώθηκε σ' ένα βρομερό τσόλι του χαντζή και τον πήρε βαριά. Χίλια ονείρατα έβλεπε στον ύπνο του. Το χωριό του, το σπίτι του, τους γονιούς του, το γουρούνι τους σφαγμένο. Ακόμα είδε τους καλικάντζαρους, καμιά δεκαριά, να πολεμάνε να κατεβούνε από το μποχαρί* μέσα στο σπίτι τους. Αυτός ήταν τάχα απ' έξω και τους έβλεπε. Καμώθηκε να φωνάξει, για να τους διώξει, μα πάλι θυμήθηκε πως δεν έκανε. Τώρα, λοιπόν, θα κατεβούν στο σπίτι να τους μαγαρίσουν το αμπάρι με τ' αλεύρι; Όχι!... Ιδές τους πώς φεύγουν παρασανταλισμένοι*! Η μάννα τα ξέρει αυτά. Είχε βάλει ένα παλιοτσάρουχο στο τζάκι. Όπου φύγει-φύγει οι καλικαντζαρέοι!...
Άξαφνα τον ξύπνησαν κάτι φοβερά σκουξίματα. Λαβάτωσε*. Οι καλικάντζαροι, οι καλικάντζαροι χωρίς άλλο! θα μπήκαν στο χάνι, θα τους μολέψουν... μπορεί να του φάνε τ' αφτιά!... Κουκουλώθηκε στο τσόλι. Τα σκουξίματα βάσταξαν λίγη ώρα κι έπειτα έπαψαν μεμιάς, θα 'φυγαν από 'δώ. Σκοτάδι το χάνι...
Έβγαλε το κεφάλι του έξω. Κάποιος ρουχνούσε. Μα έφεγγαν ζωηρά οι χαραματιές εκεί στο χάλασμα, πλάι του. Από κει είχαν έρθει τα σκουξίματα. Τι φλόγα ήταν αυτή; Μήπως έβαλαν φωτιά στην καλύβα οι καλικάντζαροι;... Κόλλησε το μάτι του στις χαραματιές, και τι να ιδεί!... Δυο χωριάτες ντυμένοι με κοντοκάπια, ίδιοι καλικάντζαροι, είχαν σφάξει ένα γουρούνι μικρό. Και τώρα το βουτούσαν σ' ένα καζανάκι βραστό νερό και το μαδούσαν γρήγορα-γρήγορα. Αλήθεια, σαν καλικάντζαροι, σαν παγανά* έμοιαζαν την ώρα εκείνη, με τα κοντοκάπια τους γύρω στη φωτιά. Και το γουρουνάκι έμοιαζε σαν ανθρωπάκος, σαν παιδόπουλο, που το 'χαν τα ξωτικά και το βασάνιζαν. Ανατρίχιασε...
- Αμ πώς; Δε θα κάνουμε κι εμείς Πάσχα εδώ στην ερημιά;έλεγε ο ένας χωριάτης.
- Από πού το 'κλεψες, μωρέ; ρωτούσε ο άλλος, που ήταν ο ίδιος ο χαντζής.
- Αύριο, μεθαύριο θα τ' ακούσεις... Τι μοναχά πρόσεξε, μη με ζεματίσεις με το θερμό!...
Πετάχτηκε ο Θανάσης να φύγει, να μην κολαστεί κι αυτός εκεί-πέρα. Σιάχτηκε, απλώνει να πάρει το σακούλι του, πουθενά σακούλι! Μπήχνει τις φωνές.
- Μ' έκλεψαν! Το σακούλι μου!... Ξυπνούνε οι άλλοι, τρέχει ο χαντζής.
- Πού το 'χες απιθώσει;
- Το 'χα κρεμάσει στο καρφί!
- Μην έπεσε κάτω;
Έψαξαν όλο το χάνι, μέσα κι έξω.
- Καλά και σε κουβεντιάζω!... Να μου φέρεις το σακούλι και τα τσαρούχια που είχε μέσα! Ανοίγει μεγάλος καβγάς.
- Θα το 'κλεψαν αυτοί που σηκώθηκαν κι έφυγαν πιο νύχτα, λέει ο χαντζής. Τώρα μόλις έφυγαν.
- Θα τους βρούμε, πού θα μας παν!
- Εσύ το 'κλεψες! φωνάζει ο Θανάσης. Εσύ, όπως έκλεψες και το γουρουνόπουλο, που μαδάτε κει- απόξω!...
- Θα το 'κλεψαν τα παγανά! είπε κάποιος χωρατατζής.
-Ξανάειδες καλικάντζαρους με καινούργια τσαρούχια; ρώτησε άλλος, κοροϊδεύοντας.
Έσκασαν στα γέλια όλοι. Ένα βαθύ παράπονο ένιωσε ο Θανάσης. Κοροϊδεύουν; Είναι για κοροϊδία; Είχε μια κρυφή ορμή να τους σκοτώσει όλους. Όλοι τους τέτοιοι είναι. Κακούργοι, κλέφτες! Παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που γεννιέται ο Χριστός στη σπηλιά του, αυτοί κλέβουν τα ξένα γουρουνόπουλα και τα ξένα τσαρούχια! Τι χειρότερο θα 'καναν οι καλικάντζαροι, τα όργανα του Σατανά; Ήταν έτοιμος να κλάψει.
- Μην κάθεσαι, παιδί μου, του είπαν οι άλλοι. Αυτός πόκανε την πράξη δεν είναι μακριά φτασμένος... Κυνήγησε τον, σαν παιδάκι που είσαι... Άμα τον φτάσεις, θα ντραπεί και θα το πετάξει τοσακούλι.
Τους κοίταξε αμίλητα, κουτά, ντράπηκε να κλάψει. Δεν είχε τι άλλο να κάμει και χώθηκε στο σκοτάδι, έξω απ' το χάνι...
Μόλις χώριζε ο δρόμος καταγής. Έτρεξε βιαστικά τον ανήφορο, μια τρομαγμένος και μια αγαναχτισμένος. Ο αέρας τίναζε τα δέντρα και οι βροχοσταλίδες τον χτυπούσαν στα μούτρα... Έτρεξε κάμποσο. Δεν απάντησε ψυχή. Αφουγκράστηκε. Δεν ακουγόταν άλλη περπατησιά. Κοντοστάθηκε. Τον περόνιαζε το κρύο. Είπε να γυρίσει πίσω. Πού να πάει; Πάλι στο χάνι; Μπορεί και να τον σκοτώσουν κιόλα και να τον ζεματίσουν, σαν το γουρουνόπουλο!... Προχώρησε. Ανήφορος... Βγήκε στο ψηλό διάσελο. Αγνάντεψε τη μεγάλη χούνη* των βουνών που ήταν γιομάτη πηχτό σκοτάδι. Είχε ξαστερώσει και τα κορφοβούνια ξεχώριζαν ανάμεσα στα σκόρπια και στ' ανάρια τ' αστεράκια. Τσουχτερό κρύο στάλαζε από γύρω του. Κι από μέσα του ανάβλυζε μυστικός τρόμος. Τα 'χασε. Κάποια συντέλεια προφήτευε η ψυχή του. Ζούσε ή δε ζούσε εκείνη την ώρα; Όπως και να 'ναι, δε θα ζήσει άλλο, ποτέ πια!...
Κάποτε, μέσα στην κατασκότεινη χούνη*, πρόσεξε λίγα μακρινά φωτεράκια. Κι άλλα πιο κει κι άλλα πιο πέρα, τρεμόσβηναν, σαν τ' αστέρια τ' ουρανού, σαν σπίθες από παραγώνι... Τα χωριά είναι, τα χωριά!... σκέφτηκε. Βέβαια. Ξυπνούν τώρα πια για την εκκλησιά. Χριστούγεννα, θα είναι οι παπάδες, οι ψάλτες, οι καντηλανάφτες. Οι πρώτοι που ξυπνούν κάθε χρόνο. Σε λίγο ακούστηκε η πρώτη καμπάνα. Έπειτα και δεύτερη. Έπειτα και τρίτη. Ποια να 'ναι απ' το δικό του χωριό; Τα φωτεράκια πυκνώσανε κι έπειτα όλα, όλα σχεδόν, κουνηθήκανε και πήγαιναν, σε κάθε χωριό, κατά ένα μέρος όλα. Πήγαιναν κατά την εκκλησιά... Ήταν οι χωρικοί με τα κλεφτοφάναρα και με τα δαδιά, που βάδιζαν για τη φάτνη του Χριστού!
--------------
Ζεστάθηκε η καρδιά του Θανάση. Άλλαξε όλος ο τόπος γύρα. Η σκοτεινή χούνη σα να γιόμισε φως. Σα να την κατοίκεψαν άγγελοι κι όχι πια καλικάντζαροι. Έτσι... Ας τρέξει κι αυτός στο χωριό του. Να προφτάσει την εκκλησιά. Ν' ακούσει το Δόξα εν υψίστοις...Προχώρησε δυο βήματα. Και στάθηκε πάλι. Πώς να πάει έτσι, με αδειανά χέρια, χωρίς δώρο για τους γονιούς, χωρίς καν δικά του καινούργια τσαρούχια; Όχι, δε θα πάει! Καλύτερα να γυρίσει στη Χώρα. Κι ακόμα πιο καλύτερα να ριζώσει κάπου εκεί, ν' απαγκιάσει, να παρακολουθήσει από μακριά τη λειτουργία των Χριστουγέννων στα τρία χωριά της χούνης, θ' ακούσει κι άλλες φορές τις τρεις καμπάνες. θα ξαναϊδεί τα φωτεράκια να φεύγουν τα ξημερώματα από τις εκκλησιές, όλα μαζί, και να σκορπούν ένα-ένα προς τους μαχαλάδες, θα ειπεί «Χρόνια πολλά! Χρόνια πολλά!...»
Κι έπειτα, ναι, ας γυρίσει στη Χώρα καταμόναχος, αφού ο κόσμος είναι τόσο κακός και δε φοβάται το Χριστό ούτε όταν σταυρώνεται ούτε όταν γεννιέται.
Έτσι θα κάμει... Αφού μάλιστα και ξαναβρέχει. Έτρεξε να κρυφτεί κάπου και, τυχερό του, βρέθηκε μπροστά στη μικρή σπηλιά, που αντίκριζε, παραπανούλια* απ' το δρόμο, το χωριό του, τα Βαρίκα... Μπήκε κι απάγκιασε στον ταπεινό της θόλο... Κοιτάζοντας τις χλομές σπιθούλες της ξέμακρης εκκλησιάς και προσμένοντας να ξανακούσει τους σβησμένους ήχους της χωριανής καμπάνας, αποκοιμήθηκε. Για να ιδεί στον ύπνο του πως βρισκόταν τάχα στην ίδια τη σπηλιά της Βηθλεέμ, που γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός... Να η Παναγία! Να κι ο Ιωσήφ!... Να το άστρο που οδηγεί τους Μάγους!...Έφτασαν οι Μάγοι και προσκυνούν το Χριστό. Γιομίζουν με δώρα, πολλά δώρα, τη φάτνη των αλόγων. Ούτε μπορεί να ξεχωρίσει κανείς πόσων λογιών δώρα έχουν φέρει οι Μάγοι! Όμως, ανάμεσα στ' άλλα δώρα, τα πολλά τα δώρα, μπόρεσε ο Θανάσης να ξεχωρίσει ένα ζευγάρι καινούργια, κατακόκκινα τσαρούχια...
---------
Λεξιλόγιο---------
Γλίνα = υποκατάστατο του βουτύρου (ζωικό λίπος)
Ζαμπούνης = άρρωστος
Κρυφομάζωμα = εσωτερικό απόστημα
Λαβάτωσε = τρομοκρατήθηκε, αναστατώθηκε
Ματιά = είδος λουκάνικου, όπου το έντερο γεμίζεται και με ρύζι
Μεριά = προκαταβολικά
Μποχαρί = καμινάδα
Παγανά = άλλη ονομασία των καλικάντζαρων
Παραπανούλια = λίγο παραπάνω (επίρρ.)
Παρασανταλισμένοι= Ζαλισμένοι και τρικλίζοντας
Πεσκέσι = δώρο επίσκεψης
Πέτονταν = πετάχτηκε, απευθύνθηκε
Πηχτή = χυλός με ψιλοκομμένο έντερο
Φούβα = εντύπωση
Χαν(ι)τζής = ιδιοκτήτης του χανιού
Χοντράδα = οι χόνδροι
Χούνη = κοίλωμα, φαράγγι
Labels:
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)