ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

14 Δεκεμβρίου 2024

Ο ΧΑΡΑΜΑΔΟΣ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 – 1911)

Ο ΧΑΡΑΜΑΔΟΣ
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
(1851 – 1911)

Χριστούγεννα έμελλον να κάμουν, το έτος εκείνο, εις το παλαιόν βραχοκτισμένον θαλασσοδαρμένον Κάστρον, κατέναντι του αγρίως μαινομένου πελάγους, εις τα κράτη του Βορρά; Δυστυχισμένη χρονιά εκείνη. Δύο χιλιάδες γίδια και πρόβατα είχαν ψοφήσει από τα ολίγα κοπάδια της μικράς νήσου, μέσα εις τα χειμαδιά των ποιμένων και βοσκών, από το τρομερόν ψύχος, από τα χιόνια τα πρώιμα, οπού εσκέπασαν τους λόγγους και τα βουνά, έως τους βουβώνας το ύψος. Τρόφιμα άλλα δεν υπήρχον, ειμή ελαίαι και παστά οψάρια. Τ’ αμπέλια δεν είχον καρποφορήσει. άγνωστος πρωτοφανής νόσος είχε βλάψει τα σταφύλια. Τας τελευταίας σταγόνας του οίνου της χρονιάς, ολίγον λάκυρον νεροπλυμένον το οποίον είχον κάμει το έτος εκείνο, τας είχον πίει προ δύο ή τριών ημερών ο Νικολός το Πιτς και ο αχώριστος φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, εις το καπηλείον του Γιαννιού της Στέργαινας. και τώρα, οπού εξημέρωναν Χριστούγεννα, με τον ουρανίσκον στεγνόν, έμειναν αγρυπνούντες εις το μικρόν καπηλείον, το σύνθετον και από καφενέν, το οποίον έμεινεν ανοικτόν εξαιρετικώς την νύκτα εκείνην, μέχρι της ώρας καθ’ ην έμελλε να σημάνη ο Όρθρος και η Λειτουργία των Χριστουγέννων. Πού η εποχή εκείνη, καθ’ ην παντοίοι κορσάροι, Τούρκοι, Αφρικανοί, Γενοβέζοι, περιεκάθιζον το μικρόν παραθαλάσσιον φρούριον – και όμως οι τότε άνθρωποι ήσαν ευτυχείς, χωρίς να το ηξεύρουν! 

Η σιδηρόπορτα πάντοτε κλειστή, η κινητή γέφυρα ανεβασμένη. είχον αφθόνους τροφάς, κ’ έπινον νερόν από μίαν στέρναν. κ’ επειδή εφείδοντο του νερού, όταν επρόκειτο να κτισθή τοίχος αυλής ή μικρά καλύβη, κατεσκεύαζον την λάσπην με κρασί – καθώς διηγούντο οι γεροντότεροι – και αυτοί το είχον εξ ακοής – και όλοι έλεγαν ότι το πιστεύουν. Πού η αφθονία εκείνη εις όλα τα πράγματα; Ευλογημένος καιρός! Σήμερον, ο Νικολός το Πιτς, και ο φίλος του, ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, ησθάνοντο ξηρόν το φάρυγγα, ενώ εξημέρωνε τέτοια μεγάλη και φαιδρά εορτή, χρονιάρα μέρα! Αφού έπαυσαν τα φαναράκια να περιφέρωνται, και τα παιδία που έψαλλον το «Χριστούγεννα – Πρωτούγεννα» επήγαν να κοιμηθούν, κ’ εσβήσθησαν όλα τα φώτα, και ο βορράς εμαίνετο και αντήχει ο πλαταγισμός των κυμάτων κάτωθεν του βράχου, έμεινε το καπηλείον με τας δύο πενιχράς καπνώδεις λυχνίας του, με την θύραν βλέπουσαν προς το πέλαγος, εις το ύψος όπου ίστατο το παμμέγιστον «Κανόνι της Αναγκιάς», κατά το βόρειον άκρον του Κάστρου. Δύο ή τρεις άλλοι θαμώνες έκλινον την κεφαλήν εις τα τραπέζια κ’ ενύσταζον ο κάπηλος, όρθιος παρά το κυλικείον, αφήκε μέγαν ρογχασμόν. Ο Νικολός το Πιτς κι ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας εξήλθον ν’ αγναντέψουν το μαύρον πέλαγος, από της Αναγκιάς το Κανόνι. Τούτους ηκολούθησε μετ’ ολίγον δια να ξενυστάξη κι ο ίδιος ο καφετζής.
                                                                **************
Ανάμεσα εις τα χορεύοντα κύματα, εις το έρεβος της νυκτός και το χάος, ο Νικολός κι ο φίλος του είδαν έξαφνα έν φώς μικρόν ως λαμπυρίς να σείεται, ν’ αφανίζεται, και πάλιν ν’ ανακύπτη. Κάποιον πλοίον αγωνιούσε κ’ επαράδερνεν εκεί, εις το μαύρον πέλαγος.
-Να ένα καΐκι, είπεν ο Νικολός το Πιτς.
-Καράβι μεγάλο είναι, είπεν ο υιός της Γαλοντζίτσας.
-Μεγάλο, μικρό… η φουρτούνα το σπρώχνει κατά δω.
-Ξυλάρμενο; είπεν ο άλλος.
-Ποιος μπορεί να διακρίνη;
Παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας.
Το πλοίον είχε πλησιάσει. Εφαίνετο να έχη κατεβασμένα τα πανιά. Ηκούσθη κρότος αλύσεως.
-Να, άραξε, είπεν ο Νικολός το Πιτς. Θέ μου, και να ήτον φορτωμένο κρασιά;... Ο Χριστός το στέλνει.
-Να έχη και τίποτα ξηροτύρια στ’ αμπάρι του! παρετήρησεν ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας.
-Να έφερνε και κάμποσα κεφάλια γιδοπρόβατα για σφάξιμο! προσέθεσεν ο Γιαννιός της Στέργαινας.
                                                                     *************
Προ έτους και πλέον, ο καπετάν Ηρακλής ο Καλούμπας, με την ωραίαν μεγάλην σκούναν του, είχεν αποπλεύσει από την Σαλονίκην, δια να εκφορτώση έν υπόλοιπον του εκ λιθοκόλλας και οικοδομικού υλικού φορτίου του εις ένα δυτικόν αιγιαλόν του λαιμού της Κασσάνδρας, εντός του Θερμαϊκού κόλπου. Είχε λάβει επί του πλοίου του ένα ή δύο Εβραίους βοηθούς δια την εκφόρτωσιν, επειδή η επιχείρησις εγένετο από μέρους της ισραηλιτικής κοινότητος της Σαλονίκης.
Ο Εβραίος φορτωτής και ο υπάλληλός του δεν ήλπιζον να φθάσωσι τόσον γρήγορα εις το τέρμα του πλού.

Ήτο Σάββατον, έφθασαν προ μεσημβρίας, και ο καπετάν Ηρακλής επέμενε ν’ αρχίση αμέσως η εκφόρτωσις. Ήτο περί τα μέσα του φθινοπώρου, οι καιροί ήσαν θυμωμένοι, και κατά πάσαν νύκτα σφοδρότατοι απόγειοι άνεμοι έπνεον. Το μέρος ήτο αλίμενον. Ήτο κίνδυνος, αν έμενον την νύκτα, ο άνεμος και τα κύματα να ξεσύρουν την άγκυραν, να ξουριάσουν το πλοίον, και τότε… καλό ξεπλάτισμα! όπως λέγουν οι ναυτικοί. Ο Εβραίος ηρνήθη να δώση χείρα εις την εκφόρτωσιν εν ημέρα Σαββάτου. Δεν ήξευρεν, ο Τσιφούτης, ότι «έξεστιν εν Σαββάτω αγαθοποιείν», και δεν ήξευρεν ότι «Κύριός εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου». Ήξευρε μόνον να σώζεται, με τον κόπον των Ελλήνων ναυτικών, πλέων εν ημέρα Σαββάτου. Πώς δεν τους διέτασσε (του έλεγεν ο καπετάν Ηρακλής) να αράξουν καταμεσής στο πέλαγος, εις βάθος διακοσίων οργυιών, δια να μη αρμενίζουν το Σάββατον; Άλλως και δια να αράξουν μόνον εχρειάζετο κόπος, εργασία. Αλλ’ ήτο, ως φαίνεται, γνήσιος απόγονος εκείνων, οίτινες το πάλαι διύλιζον τον κώνωπα και κατέπινον την κάμηλον.
Ο πλοίαρχος εθύμωσεν, ηγανάκτησε, και δυστυχώς, ως ελέχθη, ίσως παρεξετράπη κατά του Εβραίου. Τον υπάλληλόν του τον υπεχρέωσε δια της βίας να εργασθή, εξεφόρτωσεν όπως ηδυνήθη και απέπλευσε.
                                                                       **************
Την άλλην χρονιάν, μεσούντος του Δεκεμβρίου, ο καπετάν Ηρακλής, προερχόμενος από τα Μπογάζια, και το Δεδεαγάτς, φέρων και τινα εξαίρετα κασκαβάλια της Αίνου, επλησίασεν εις την Λήμνον, εφόρτωσεν ωραία κοκκινωπά κρασιά, κ’ έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην. Η Εβραϊκή Κοινότης ηρνήθη να δεχθή και να εκφορτώση τα πράγματα, τα οποία ήσαν προωρισμένα εις παραλαβήν αυτής. Απηγόρευσεν εις όλους τους εργάτας της, εκφορτωτάς, αχθοφόρους, αμαξαγωγούς, Εβραίους ή όχι, να συντελέσωσιν εις την εκφόρτωσιν.
Ο καπετάν Ηρακλής δεν ήξευρε τίποτε, δι’ ό,τι είχε συμβή από πέρυσιν έως εφέτος. Εν τω μεταξύ, η Κοινότης τον είχε κάμει χαραμάδον, ήτοι αποσυνάγωγον, μεταξύ των Ελλήνων εμποροπλοιάρχων.

Ο καπετάν Ηρακλής δεν ηθέλησε ούτε να ενεργήση τι, ούτε εις το Προξενείον να προσφύγη. Επειδή ήρχοντο Χριστούγεννα δεν εμελέτα μεν να πλεύση εις την γενέθλιον νήσον του, δια να εορτάση, αλλ’ ενδομύχως ηύχετο να έστελλεν ο Θεός ένα καλόν βορράν δια να πωλήση τα κρασιά οπουδήποτε (τα οποία ήξευρεν ότι εκόστιζαν πάμφθηνα εις τον έμπορόν του) και έπειτα μίαν καλήν νοτιάν δια να ποδίση και μεταβή εις την πατρίδα του. Δεν ήξευρεν, επειδή προ πολλού δεν είχε λάβει γράμματα εκείθεν, ότι ακριβώς δια το είδος αυτό του τερπνού εμπορεύματός του, υπήρχε μεγάλη δίψα εις όλους τους ουρανίσκους και τους φάρυγγας των νυκτερινών θαμώνων του καπηλείου, επάνω εις το Κανόνι της Αναγκιάς… εκεί ήτο η πατρίς του. 

Απέπλευσεν από την Σαλονίκην, και έλεγε μέσα του: «Να μην πιάση η κατάρα των Τσιφούτηδων! Να μην τους περάση!» Διασκέδασον την βουλήν του Αχιτόφελ, Κύριε ο Θεός μου!
Ανοικτά από την Κασσάνδραν εύρε δύο μεγάλα πλοία, βαρυφορτωμένα από αρνία πρώιμα κ’ ερίφια. Ηγόρασεν εξ αυτών είκοσι κεφάλια. Όπως ευχήθη, ούτω σχεδόν έγινε. Την πρώτην νύκτα έστειλεν ο Θεός ελαφρόν βορράν. Την δευτέραν εσπέραν έπνευσεν σφοδρός νότος.
Επόδισε την νύκτα και κατέπλευσεν εις το παλαιόν βραχοκτισμένον και θαλασσοδαρμένον Κάστρον.
Άμα εξημέρωσε, και έπαυσεν ο άνεμος, εξεφόρτωσε τα είκοσι κεφάλια αρνία κ’ ερίφια, τα εξαίρετα τυριά της Αίνου, κ’ επώλησε προς είκοσι λεπτά την οκάν το κοκκινωπόν αφρώδες ποτόν.

Κ’ έτσι έκαμαν καλά Χριστούγεννα, και ο πλοίαρχος εις την εστίαν του, κι ο Νικολός το Πιτς, κι ο Αντώνης της Γαλοντζίτσας, κι ο Γιαννιός της Στέργαινας, και όλοι οι κάτοικοι του βορεινού θαλασσοδαρμένου χωρίου

 O Π υ ρ σ ό ς
Δ Ε K E Μ Β Ρ Ι Ο Σ  2 0 1 0

 

10 Δεκεμβρίου 2024

Χριστουγεννιάτικη ιστορία της Βάβως !

Χριστουγεννιάτικη ιστορία της Βάβως | Ήταν και τότε Χριστούγεννα. Μαγικά και όχι εμπορικά

Γράφει  η Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά*

 Ήταν παλιά, πολύ παλιά… εκει στην Παραμυθιά.

Τα σπίτια φωτίζονταν με τις λάμπες πετρελαίου αυτές τις ωραίες μπρούτζινες, με τα λαμπόγιαλα, που πολλές φορές είχαν πάνω τους υπέροχα κεντήδια, ή τις γυάλινες και κείνες με λαμπόγυαλά, με ένα ντενεκέ στρογγυλό πίσω και μια συρμάτινη θηλιά με την οποία κρέμονταν στον τοίχο.

Στα πιο φτωχά σπίτια φωτίζονταν με λαδοκάντηλα,(μπρούτζινα βαριά ή ντενεκεδένια που έκαναν στην πόλη μας) εκεί που είχαν λάδι ή με καντήλια λίπους που τα έκαναν οι γυναίκες μόνες τους. Έστριβαν βαμβάκι και το έκαναν φιτίλι. Είχαν ένα ντενεκέ μικρό από κονσέρβα, στον οποίο έβαζαν το λίπος που είχαν από τα σφαχτά, αφού είχαν βάλει το φιτίλι. Αυτά κρατούσαν μέρες αναμμένα. Βέβαια είχε και έτοιμο φιτίλι που το αγόραζαν με τον πήχη.

Επίσης ο φωτισμός γίνονταν και με κεριά χοντρά ή λεπτά σαν της εκκλησίας που έμπαιναν στα μπολιτσάκια που είχαν τα σπίτια δίπλα στο Τζάκι. Αυτό μας δίνει μια διαφορετική εικόνα των γιορτών. Φώτα, δένδρα, μπιχλιμπίδια δεν είχε.

Μα πως θα γιόρταζαν εκείνοι οι άνθρωποι τα Χριστούγεννα; Σαν Χριστούγεννα, σαν Χριστούγεννα. Χριστούγεννα δεν σημαίνει, στολίδια μπιχλιμπίδια, γλέντια και φαγοπότι, ποτά και αξημέρωτα γλέντια.

Χριστούγεννα σημαίνει, οικογένεια, χαρά, πνευματική ανάταση στον ερχομό του Κυρίου μας. Δηλαδή τι, δεν υπάρχει χαρά στη θρησκεία μας; Δεν υπάρχει χαρά στην οικογένεια; Στη δημιουργία;

Στον τόπο μας τον ορθόδοξο, η χαρά είναι πολύ μεγαλύτερη από τα κενά πάρτυ και από τα ρεβεγιόν της πολυφαγίας, και της κενότητας. Τα Χριστούγεννα τότε ήταν μια προετοιμασία για να δεχθούμε στο σπίτι μας τον Χριστό μας. Και αν το σπίτι μας σε κάθε επισκέπτη είναι στολισμένο και μεις καλοντυμένοι, πως θα πρέπει να είμαστε όταν περιμένουμε την επίσκεψη του Χριστού μας;

Τότε που δεν είχαμε φώτα, δένδρα και ψεύτικα πλαστικά στολίδια που μοιάζουν αληθινά, μα είπαμε αυτά είναι ψεύτικα, και μεις ζούσαμε τα αληθινά, τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων.

Τότε οι μανάδες φρόντιζαν τα παιδιά τους να πηγαίνουν στον εσπερινό που τούτες τις ημέρες είναι καθημερινός. Μετά έβαφαν με χρωματιστό ασβέστη μπλε και ώχρα, όχι μόνο τις σκάλες και τα πεζοδρόμια, μα και τους ντενεκέδες που πολλές φορές τους ζωγράφιζαν με λουλούδια και πουλιά.

Στα σπίτια στρώνονταν τα καλύτερα και η προετοιμασίες ήταν και εσωτερικές μιας και όλοι μικροί μεγάλοι νήστευαν και εξωτερικές γιατί ο επισκέπτης είναι μοναδικός.

Τα παιδιά προετοίμαζαν τις ομάδες που θα έλεγαν τα κάλαντα. Ήταν υπέροχα να τα ακούς όλες τις μέρες να φροντίζουν τα καλύτερα κουδούνια, τα καλύτερα τρίγωνα, τις τζαμάρες, τις φλογέρες και τις φυσαρμόνικες. Οι μανάδες φρόντιζαν ακόμα να είναι έτοιμα τα σκουτιά που θα φόραγαν στην εκκλησιά και στα κάλαντα.

Πολλές φορές κρεμασμένα στην πόρτα σε μια κρεμάστρα ξύλινη με γάντζους, και κρεμάστρες από καθαρισμένα ξύλα ντυμένες με κουρέλια και μια θηλιά να τις κρεμάμε. Καλές κρεμάστρες είχαμε μόνο για τα ρούχα του πατέρα και της μάνας μας.

Τα φαγητά των Χριστουγέννων ήταν χοιρινό με φασόλια, κατσίκι στη γάστρα με πατάτες η με ρύζι, κότα σούπα ή κότα πίτα. Και πολλά άλλα φαγητά έκαναν, όμως από ένα φαγητό μια πίτα, ένα γλυκό εκτός από τις δίπλες τα μελομακάρονα, τους κουραμπιέδες που έκαναν κοφίνια, γιατί όποιος έρχονταν επίσκεψη αφού έτρωγε ένα γλυκό έπρεπε να πάρει κι άλλο τυλιγμένο σε ένα κομμάτι εφημερίδας, και ο κουραμπιές μπαίνει εύκολα.

Εκείνο που έκαναν όλες οι γυναίκες ήταν τα ψωμιά, τα πρόσφορα και τα χριστόψωμα που ήταν κεντημένα με μια κονταρίτσα και ήταν εικόνες από την καθημερινή μας ζωή, τα ζώα την τυροκόμηση, τα σπαρτά. Έκαναν πολλά ψωμιά και για κείνους που δεν είχαν στάρι και είχαν καλαμπόκι. Βέβαια και τότε πολλές οικογένειες που ήταν με πολλά άτομα έκαναν κοτόπουλα στο φούρνο ή τη γάστρα και κοτόπουλο σούπα καθώς και κοτόπιτα ή κοτοπιτάκια (βλέπεις όλα τα σπίτια είχαν κότες), που ήταν για μεζέ, όπως τα μπουρεκάκια, τα τυροπιτάκια κλπ. Αυτά δεν χαλάν όπως και τα γλυκά κρατάν τρεις τέσσερις μέρες τα γλυκά κρατάν μήνα και, βλέπεις η ζάχαρη είναι συντηριτικό…

Σε όλη τη νηστεία έκαναν λαχανόπιτες, κολοκυθόπιτες ή μπατσαριές ορφανές χωρίς τυρί, μπόλια, όσπρια και πατάτες βραστές τις μέρες που δεν έτρωγαν λάδι, ήταν και τα λεφτόκαρα ή οι μπασμάδες που μασουλάγαμε με ψωμί συνέχεια.. ελιές τουρσιά, πολλά…ήταν πάνω στο τραπέζι για να μην ανοίγουν τα ντουλάπια και μπαίνουν σε πειρασμούς και τα δέντρα της πορτοκαλιάς είχαν γλυκάνει τα ωραία τους πορτοκάλια που τα τρώγαμε σαν φαγητό με ψωμάκι…Και επειδή είχαμε πολλά δίναμε και στους γειτόνους μας που δεν είχαν. Και κείνοι μας έδιναν ότι δεν είχαμε εμείς.

Στα γλυκά πολλές οικογένειες είχαν το μπακλαβά και το κανταΐφι λίγους κουραμπιέδες και δίπλες. Και η μάνα μας έκανε μπακλαβά όλη τη σαρακοστή.

Το γλυκό όμως των Χριστουγέννων που έκαναν όλα τα σπίτια ήταν τα σπάργανα του Χριστού που τα έκαναν με μεγάλη ιεροτελεστία. Έπρεπε από μέρες να βρουν την πλάκα, μια μαυρόπλακα που αφού την έπλεναν την έκαιγαν να δουν αν αντέχει, γιατί μερικές έσπαγαν.
– Άει ωρέ καμάρι μου να πάρεις μια καλή πλάκα να μη μας σπάσει, έλεγαν οι μάνες στα παιδιά και κείνα έτρεχαν στις πλακαριές να βρουν την καλύτερη.

Το βράδυ σούρωπο, πολύ πριν τις επτά, θα έτρωγαν τούτα τα σπάργανα του Χριστού, θα κοιμώνταν ύστερα λουσμένα καθαρά, και (τη νύχτα,) το πρωί, θα μεταλάβαιναν στον Αι’νικόλα που θα πηγαίναμε να λειτουργηθούμε, να μην είμαστε αλειτούργητοι.

Οι μάνες σταύρωναν το αλεύρι το καθάριο, το καλοσιτισμένο, να μην έχει πίτουρο καθόλου να το κάνουν φαρίνα, μετά τραγουδώντας, το ελάτε εδώ να κάνουμε, τα σπάργανα για το Χριστό, έκαναν ένα κουρκούτι λεπτό σκέτο μόνο αλεύρι νερό και λίγο αλάτι. Όταν η πλάκα ήταν έτοιμη έριχναν το χυλό να σκεπάσει την πλάκα σαν ύφασμα. Μόλις έκανε τρύπες τη γύριζαν ίσα ίσα να ακουμπήσει την πλάκα και την έβγαζαν με μια ξύστρα (σιδερένιες σπάτουλες που τις έκαναν οι σιδεράδες) να τη βάλουν στο ντεψί. Εκεί αν ήταν πολλά τα παιδιά στέκονταν ο πατέρας να την κόψει σε ίδια κομμάτια και να τη μοιράσει. Μετά η μάνα έλεγε. Σιγά, σιγά, αν τις φάτε όλες δεν θα τις φάτε με σιρόπι. Και κει δεν ξαναζητάγαμαν. (Φαντάζομαι και στα άλλα σπίτια)

Τότε έβαζε τις τηγανίτες στο ταψί σκορπίζοντας από πάνω καρύδια. Όταν τελείωναν όλες τις χάραζε ο πατέρας σταυρωτά με ένα μεγάλο μαχαίρι (σε πολλά σπίτια με το μαυρομάνηκο σουγιά) ενώ εμείς περιμέναμε γεμάτα λαχτάρα τις τηγανίτες μας, τα σπάργανα του Χριστού μας. Η μάνα τις σιρόπιαζε και τις σκέπαζε με ένα σινί, για λίγο να ρουφήξουν το σιρόπι που ήταν μέλι πολλές φορές με λίγο νερό, χωρίς ζάχαρη. Η ζάχαρη ήταν ακριβή. Τότε κι αυτοί που δεν είχαν μελίσσια έβρισκαν άγρια στο δάσος και έπαιρναν το μέλι ή το άλλαζαν με τσίπουρο ή λάδι.

Έβαζαν στα σαγάνια (τα είχαν σαν πιάτα,) το κομμάτι του κάθε ενός, το έτρωγαν και νωρίς έπεφταν για ύπνο. Τραγούδαγαν τότε στα σπίτια το βράδυ "το Σήμερον της σωτηρίας ήμων το κεφάλαιο" ή το η Παρθένος. Η μάνα έβαζε στη φωτιά το φαγητό ή τα φαγητά να σιγοψηθούν γιατί αύριο είναι μεγάλη γιορτή.

Το πρωί, νύχτα τζατ, με φακό ή ένα ξύλο αναμμένο έπαιρναν το δρόμο για τη μεγάλη εκκλησιά οι πιο πολλοί, για τον Άγιο Νικόλα εμείς, καθαρά με ωραία ρούχα με ζακέτες που έπλεκαν οι μανάδες μας, με την προσμονή της θείας κοινωνίας, την ευλογία από τον παπά μας, τις ευχές χρόνια πολλά να σου ζήσει ο Χρήστος, να χαίρεσαι τη Χριστίνα κλπ με καινούρια ή με παλλιά καλογυαλισμένα τα παπούτσια μας και μπαλωμένα πολλές φορές από τον τσαγκάρη, είχαμε μια μεγάλη λαχτάρα να πάρουμε τη θεία κοινωνία. Να μεταλάβουμε.

Την προηγούμενη είχαν πει τα αγόρια τα κάλαντα, πολλές φορές και τα κορίτσια. Τα χρήματα πήγαιναν στα ορφανά ή στα παιδιά πολύτεκνων οικογενειών που δεν είχαν, ή στα παιδιά του οικοτροφείου. Κάναμε και μεις την καλή μας πράξη.

Γυρίζοντας από την εκκλησία τρώγαμε κοτόσουπα, κουραμπιέ και πηγαίναμε να συνεχίσουμε τον ύπνο μας ευτυχισμένα, σε λίγες ώρες θα έχουμε στο σπίτι γιορτή γιορτάζει ο Χρήστος μας.

Επειδή δεν είχαμε σχολείο χαιρόμαστε διπλά, γιατί μπορούσαμε να παίζουμε όλη μέρα με τους φίλους μας καινούρια παιχνίδια με τα λεφτόκαρα, την καινούρια μας μπάλα ή κάτι φθηνά κοτοπουλάκια, χνουδωτά κίτρινα, που τα έκανε η θεία μας η Αθηνά και δεν τα αγόραζε…

Πολλά παιχνίδια μας έκανε η θεία μας η Αθηνά, η Γιωργίτσα μας έκανε μόνο ρούχα.

Ο κόσμος ήταν ντυμένος καλά και πήγαιναν επισκέψεις σε όλους. Πρώτα όμως πήγαινε ο παπάς μας να ευλογήσει το σπίτι. Να δεις πόσο όμορφα ήταν τα κορίτσια με τις πλεξίδες τους στολισμένες με κοκαλάκια ή φιόγκους, και τα αγόρια λεβέντες και καμάρι οι γονείς για τα βλαστάρια τους.

Χοροί στήνονταν στις γειτονιές και πανηγύρια να μην ξεχνάμε πως όλες τις μέρες και της νηστείας ακόμη, είναι βαριές γιορτές. Ένα γραμμόφωνο ή ένα ραδιόφωνο ήταν ότι πρέπει, μα κι αν δεν είχαν δεν ήταν τίποτε, οι γέροι τραγουδούσαν και οι νέοι χόρευαν.

Έτσι περνούσαν τότε τα Χριστούγεννα με άλλα ήθη και άλλα έθιμα, εκκλησία, αγάπη, οικογενειακή θαλπωρή, παιχνίδια οικογενειακά τα βράδια με μεζεδάκια, ένα τσίπουρο οι άνδρες, ένα κομμάτι πίτα γλυκά και λικέρ οι γυναίκες και τα παιδιά κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Και γλέντι με τα δικά μας δημοτικά τραγούδια που τότε έπαιζε και το ραδιόφωνο.

Χρόνια πολλά παιδιά μου. Χρόνια ευλογημένα !


*H Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, είναι συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος 
της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών  και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων
Λογοτεχνών

6 Δεκεμβρίου 2024

ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - Του Κ. Κρυστάλλη (1868 – 1894)

 

ΠΡΟΠΕΡΣΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


(Το αφήγημα που ακολουθεί είναι γραμμένο στα 1892 κι εξιστορεί ένα περιστατικό
από τα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα, όταν «ξανάνοιξαν», ανήμερα των Χριστουγέννων, οι εκκλησίες, που η λειτουργία τους είχε απαγορευθεί το 1890.) 

Του Κ. Κρυστάλλη
(1868 – 1894)



Επεινάσαμαν κι αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιόμα να φάμε. Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την εκκλησιά το πρωί. Φέτο, όπου δεν είδαμαν εκκλησιά, ούτε για φαΐ μας πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας τη νύχτ’ απ’ ώρα σ’ ώρα, τον σήμαντρο και τον κράχτη. Κι από την αγρύπνια αυτή μάς εγένονταν αγλέουρας το φαΐ μέσα και κάθε χαψιά έπεφτε σαν μολύβι βαριά στο στομάχι μας.
Έξαφνα, μέσ’ στο φαΐ απάνου, έν’ απέραντο και δυνατό σημανταριό ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
-Κάτι κακό θάρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά στο στόμα του.
-Χριστός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάνα. Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν. Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους. Πετιούμαστε με τον πατέρα στο δρόμο να μάθουμε.
Όλ’ έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τους ρωτάμε τι γίνεται.
-Ανοίγουν οι εκκλησιές, μας λέγουν.
-Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;
-Μωρ’ τι με το στανιό, που νικήσαμαν! Πήραμαν τα προνόμια.
-Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια!
Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι όλοι ετρέχαμαν κατά τη Μητρόπολη! Εκεί ηύραμαν ολάνοιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι αναμμένα τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες.
Είχε γιομίσει κόσμον η εκκλησιά και μέσα και στην αυλή ακόμα. Οι εικόνες δεν επρόφταιναν να πάρουν ανασπασμούς. Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και οι όψες των χριστιανών, όπ’ έλαμπαν τώρα χαρούμενες κι αυλακωμένες κάπου κάπου από δάκρυα. Και μέσα από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
-Θε μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε νικήτρια, δόσε κι εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδιά να φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως που να σωθούν καμιά μέρα οι αμαρτίες μας κι ως που να δούμε άστρο ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ’ άστρο…

3 Δεκεμβρίου 2024

Τα Χριστούγεννα του Οσμάν Πασά -Συγκινητική πραγματική ιστορία ! ! !

 

Χαράματα. Οι μοναχοί της μονής των Ασωμάτων βγαίνουν από την εκκλησία και κατευθύνονται στα κελιά τους. Αύριο Χριστούγεννα. Η μητρόπολη των εορτών. Η καρδιά τους σκιρτάει σε αυτή τη σκέψη. Και ας είναι σκλάβοι. Ο λυτρωτής, ο ελευθερωτής των ψυχών τους άμποτε να δώσει και την ποθητή λευτεριά του Γένους.
Βρισκόμαστε στα 1814. Χρόνια βαριά, γεμάτα δυστυχία και θλίψη.
«Οι Τούρκοι ! Οι Τούρκοι !» διακόπτει ξαφνικά τη γαλήνη Του μοναστηριού μία λαχταρισμένη φωνή.
Πραγματικά Τούρκοι ζαπτιέδες είχαν περικυκλώσει το μοναστήρι και ζητούσαν να μιλήσουν στον ηγούμενο Ιωσήφ. Ο ηγούμενος, ήταν 28 χρόνων τότε, άνοιξε την πύλη και τους έβαλε μέσα. Ήξερε τούρκικα και γρήγορα συνεννοήθηκε μαζί τους. Ο Χατζή Οσμάν Πασάς, ο φόβος και τρόμος των Γενιτσάρων, τον καλούσε στο Ρέθυμνο.
Ο Ιωσήφ κιτρίνισε. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Το τέλος του πλησιάζει. Σίγουρα, ένας προύχοντας της επαρχίας, που μισούσε το μοναστήρι, τον είχε καταγγείλει στον πασά. Και τώρα η αγχόνη τον περιμένει…
Καλεί τους αδελφούς και με λυγμούς τους ανακοινώνει την πρόσκληση του Πασά και τους φόβους του. Ζητάει συγνώμη από όλους και τους ασπάζεται. Ύστερα μπαίνει στο ναό των Ασωμάτων γονατίζει και προσεύχεται. Και… χωρίς να προλάβει ούτε καφέ να πιει, ανεβαίνει στο μουλάρι, που του ετοίμασαν, και σαν κατάδικος, ανάμεσα στους άγριους ζαπτιέδες πορεύεται στο Ρέθυμνο, στην έδρα του Οσμάν. 
Έφτασαν το μεσημέρι. Τον έβαλαν στο μουσαφίρ οντά. Η αγωνία του μεγάλωνε. «Τάχα τι πονηρές ερωτήσεις θα μου κάνει ο Πασάς για να με παγιδέψει και τι απαντήσεις να του δώσω;». Σκέπτεται «Όπως και να ‘ναι το πράγμα, η αγχόνη με περιμένει. Κύριε ελέησον».
Σε λίγο μπαίνει ο πασάς, τον κοιτάζει με βλέμμα περιφρονητικό και αγριωπό και του λέει: 
–«Πεινάς παπά; Έλα κοντά μου». Ο Ιωσήφ αναθάρρησε.
–Εμείς, Πασά μου, σήμερα έχουμε παραμονή των Χριστουγέννων και νηστεύουμε και το λάδι…. Δεν πεινάω. Δωσ’ μου την άδεια να πάω σε κανένα χάνι να φροντίσω το ζώο μου».
Κι ο Πασάς σαρκαστικά:
–«Εκείνοι που θα έχουν από τώρα το ζώο, ας το φροντίσουν. Εσένα δε σου χρειάζεται πια».
Τα τελευταία λόγια του Πασά έβαλαν τη σφραγίδα στις προβλέψεις του Ιωσήφ.
Ο Πασάς τον έσπρωξε στο διπλανό μικρό δωμάτιο. Εκεί βρήκε άλλο τραπέζι στρωμένο, «με χαβιάρι, αστακό, εκλεκτές ελιές και γλυκό κρασί». «Τι είναι τούτα;» σκέφτεται. «Τουλάχιστον ας πάω χορτάτος στον Άδη». Κι άρχισε να τρώει. Ύστερα ο Πασάς τον κάλεσε πάλι στην αίθουσα και του είπε:
-«Σε κάλεσα εδώ παπά μου γιατί έχω στο χαρέμι μου μία χριστιανή και θέλει τώρα τα Χριστούγεννα σας να φάει ένα χριστιανικό φαγητό, που το τρώτε εσείς και πρέπει να το ετοιμάσει αυτό παπάς με λειτουργία».
Ο ηγούμενος ανατρίχιασε. Κατάλαβε ότι εννοούσε την Αγία Μετάληψη.
-«Πώς είναι δυνατό, Πασά μου, να γίνει εδώ Θεία Λειτουργία;» τόλμησε να πει.
-«Πώς είναι δυνατό;». Είπε περιφρονητικά ο Πασάς. «Ψωμί έχω, κρασί έχω, θα σου δώσω ένα ποτήρι και ένα κουμάρι και φιάξε το».

-«Αλλά χρειάζεται ιδιαίτερος τόπος, Ιερά άμφια, βιβλία, σκεύη… Και δεν υπάρχουν εδώ». 
Ο Πασάς αγρίεψε.
–«Κατέβα στο υπόγειο, εκεί θα βρεις ότι σου χρειάζεται. Εκεί λειτούργησε τον Αύγουστο και άλλος ένας παπάς».
–«… Ώστε θέλει να με θανατώσει στα κρυφά χωρίς να γίνει θόρυβος. Δοξασμένο τ’ όνομά σου, Κύριε».
Το σεράι ήταν Ενετικό και είχε πολλά θολωτά υπόγεια. Ένα από αυτά ήταν διαμορφωμένο σε ναό. Ένα σεντόνι χώριζε το δωμάτιο στα δύο. Το άδυτο από τον κυρίως ναό. Σήκωσε το σεντόνι ο Ιωσήφ. Μπροστά του πρόβαλε ένα τέλειο θυσιαστήριο, με Αγία Τράπεζα, με αντιμήνσιο, με όλα τα ιερά σκεύη, με άμφια… ακόμη και με νωπό πρόσφορο και με νάμα!…
Όταν ανέβηκε επάνω τον ρωτά ο Πασάς: 
-«Αρκούν αυτά;»
-«Μόνο βοηθό ψάλτη έχω ανάγκη».

-«Μόνος θα τα πεις όλα. Το ίδιο έκανε και ο άλλος παπάς τον Αύγουστο», του απάντησε γελώντας. Πριν τον οδηγήσουν σε κάποιο δωμάτιο για ν’ αναπαυθεί, τον πλησίασε ο Πασάς και του πε Ελληνικά αυτή τη φορά: 
-«Να σηκωθείς δύο ώρες πριν να φέξει, να ετοιμάσεις το φαγητό της δούλης μου, να μην πάρουν είδηση οι Τούρκοι.» 
Κατέβηκε την ορισμένη ώρα στο υπόγειο. Έψαλλε τη λιτή, τον εξάψαλμο, τα καθίσματα, το εωθινό Ευαγγέλιο, τον πεντηκοστό ψαλμό, τον κανόνα…. Και την ώρα της προσκομιδής των Αγίων Δώρων μια φωνή άρχισε να ψάλλει μελωδικά: 
«Χριστὸς γεννᾶται δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε…».
Ο Ιωσήφ έμεινε καθηλωμένος στη θέση του. Κάποιος άγγελος, σταλμένος από το Θεό, συνόδευε τη φτωχική του λειτουργία;
…Μα όταν γύρισε το κεφάλι του είδε με έκπληξη και αγανάκτηση τον Οσμάν Πασά να ψέλνει. «Ε! Όχι κι έτσι!…» σκέφτηκε. «Κύριε… Κύριε…». Μια σκέψη όμως τον ησύχασε. «Ίσως να ναι γιος εξομότη και έμαθε από μικρός να ψέλνει τη λειτουργία. Ίσως θα μπορούσε και πάλι να εκχριστιανισθεί». Και συνέχισε την ιεροτελεστία. Έφτασε και η ώρα της Θείας Μεταλήψεως. Ο Ιωσήφ με βαθιά ευλάβεια και συγκίνηση προσευχόταν. 
«Ἰδού, βαδίζω πρὸς θείαν Κοινωνίαν…».
«Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ…». «Ευλογείτε άγιοι άγελλοι, αρχάγγελοι, θρόνοι, κυριότητες, εξουσίαι…» Και τότε ω! τότε ο… Πασάς πλησίασε τον ηγούμενο και ζητούσε να… κοινωνήσει.
Το αίμα του Ιωσήφ ανέβηκε στο κεφάλι. Πώς να ανεχθεί τη βεβήλωση; 
-«Αυτό που ζητάς, Πασά, δε θα γίνει ποτέ» του είπε σταθερά. Ο πασάς επέμενε. Μία δυνατή πάλη άρχισε μεταξύ τους.
Ο ιερεύς του Θεού όμως είχε πάρει την απόφαση.

«Καλύτερος ο θάνατος από τη βεβήλωση. Ας βάψει το αίμα του το Άγιο Θυσιαστήριο…». 
Τότε… αφαιρεί ο Πασάς το σαρίκι του, πλούσια μαλλιά χύθηκαν στους ώμους του. Από τον κόλπο του βγάζει ένα διπλωμένο χαρτί. Ήταν πιστοποιητικό με την υπογραφή του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ο αείμνηστος Γρηγόριος ο Ε’ πιστοποιούσε ότι ο Χατζή Οσμάν πασάς ήταν ο γραμματεύς των πατριαρχείων. Ο Πρωτοσύγγελλος Βασίλειος.
Έγινε μικρή σιωπή. Γεμάτος κατάπληξη ο ηγούμενος, γύρισε και κοίταξε τον Οσμάν. Το πρόσωπό του, είχε πάρει τώρα μορφή αγίου.
-«Αδελφέ και συλλειτουργέ, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ψιθύρισε ο Βασίλειος.

Μετάλαβαν τα Άχραντα Μυστήρια και ανέβηκαν στον μουσαφίρ οντά να πάρουν καφέ. 
Σημείωση: Ο Σουλτάνος Μαχμούτ μισούσε τους Γενίτσαρους. Όταν ο Πατριάρχης του παραπονέθηκε για τους Γενίτσαρους της Κρήτης ότι καταπιέζουν τους χριστιανούς, ο Μαχμούτ του ζήτησε να του υποδείξει άνθρωπο, πού να τα καταφέρει. Γιατί όποιον έστελνε, γινόταν ένα με τους Γενίτσαρους. Τότε στη Σύνοδο, που κάλεσε ο Γρηγόριος, ο Πρωτοσύγγελλος Βασίλειος πρότεινε: «Εγώ θα πάω Παναγιώτατε, στην Κρήτη». Και πήγε σαν Χατζή Οσμάν πασάς «για να λυτρώσει τους Χριστιανούς από την κόλαση των Γενιτσάρων».
Το 1815 ο ευμετάβολος Μαχμούτ τον ανακάλεσε. Και τότε ο Βασίλειος ναύλωσε ένα καράβι και έκανε πανιά για τον Άθω. Εκεί έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, μία ζωή αυταπάρνησης και θυσίας για το Θεό. Το συναρπαστικό αυτό περιστατικό μας αποκαλύπτει μία ακόμη πτυχή της προσφοράς της Εκκλησίας στο υπόδουλο γένος 

(
Ίδε Νικ. Π. Ανδριώτη, Κρυπτοχριστιανικά κείμενα, σ.σ. 199-209
Από το περιοδικό «Η Δράσις μας» τεύχ. Δεκεμβρίου 1984

1 Μαΐου 2024

Η Λαμπρή των Ελλήνων !

 Η Λαμπρή των Ελλήνων!

Γράφει ο Νικόλαος Ταμουρίδης, Αντιστράτηγος (ε.α) – Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ

Όλοι οι Έλληνες ορθόδοξοι Χριστιανοί απανταχού γης, γιορτάζουμε αυτές τις ημέρες το Πάσχα, τη Λαμπρή των Ελλήνων, με αποκορύφωμα τη μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, την Ανάσταση του Χριστού. Μια Ανάσταση όμως που δεν έρχεται από μόνη της, αλλά ακολουθεί μια περίοδο νηστείας και παθών του Χριστού.

Η νηστεία, τα πάθη και η Ανάσταση, θέλουν να μας δείξουν ότι στη σημερινή εποχή του πληθωρισμού της κενολογίας και της ξύλινης γλώσσας, μέσα στο θολό αυτό κόσμο που ζούμε, φυλακισμένοι στην κυριολεξία στις συντεταγμένες του χώρου και του χρόνου καθώς και στη σκλαβιά της καθημερινότητάς μας, υπάρχει διέξοδος.

Και η διέξοδος αυτή είναι η πίστη στο Χριστό και στη διδασκαλία του, που σημαίνει αισιοδοξία και πίστη στη δικαίωση κάθε αγώνα που κάνουμε στη ζωή μας. Γιατί:

-Δεν υπάρχει επιτυχία χωρίς αγώνα
-Δεν υπάρχει νόστος χωρίς ταλαιπωρία
-Δεν υπάρχει Ιθάκη χωρίς Οδύσσεια
-Δεν υπάρχει Ανάσταση χωρίς Γολγοθά

Τι μπορούμε τώρα να κάνουμε εμείς στην πράξη για να αγγίξουμε έστω και ελάχιστα το νόημα των ημερών; Πως μπορούμε να βιώσουμε αυτή τη διέξοδο στον ανέραστο και ταλαίπωρο αυτό κόσμο που ζούμε;

Η απάντηση είναι μια και απλή. Εάν ξεπεράσουμε και νικήσουμε τα δικά μας πάθη, τις δικές μας αδυναμίες. Αυτή τη φορά λοιπόν, ας σταθούμε διαφορετικά. Ας κοιτάξουμε εσωτερικά τον εαυτό μας. Αν αναγνωρίσουμε τα δικά μας πάθη και τα ξεπεράσουμε τότε πετύχαμε τη μεγαλύτερη των νικών στη ζωή μας.

Ας νικήσουμε το μεγαλύτερο των παθών, τον εγωισμό μας. Ας ρίξουμε τον εγωισμό μας, πλησιάζοντας τον συνάνθρωπό μας, κάνοντας εμείς το πρώτο βήμα, έστω και με ένα τηλεφώνημα, για επανασύνδεση κάποιων σχέσεων με συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, με τα οποία βρισκόμαστε σε απόσταση. Ας πούμε εμείς πρώτοι Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά. Η ικανοποίηση που θα νοιώσουμε θα είναι απίστευτη.

Ας νικήσουμε τη δύναμη του χρήματος, κάνοντας ελεημοσύνη. Δεν έχει σημασία πόσα θα δώσουμε. Αρκεί να δώσουμε και θα αισθανθούμε την ικανοποίηση ότι δεν είμαστε σκλάβοι του χρήματος, αλλά εμείς το κυβερνάμε και όχι αυτό εμάς.

Ας θερμάνουμε την καρδιά μας με μια προσευχή σε μια εκκλησία και πίστη στον Χριστό. Ας κοινωνήσουμε με σεβασμό, πίστη και αγάπη. Κι ας μη νηστεύσαμε καθόλου. Η πασχαλιάτικη ευχή, πριν από τη Θεία κοινωνία καλεί «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες» να κοινωνήσουν.

Αυτή είναι η Λαμπρή των ορθοδόξων Ελλήνων!

Καλή Ανάσταση! Χρόνια Πολλά!  

Πηγή

 Πηγή 2

18 Απριλίου 2024

Η ζωή εν τάφω ! - Στρατής Μυριβήλης -(απόσπασμα)


Η ζωή εν τάφω ! -Στρατής Μυριβήλης -(απόσπασμα)

Η μυστική παπαρούνα

Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.

Μου 'ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.

Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' αφήσαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.

Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά μεγάλα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον-καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από τα νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα-κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Άλλα πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρησμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο.

Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.

Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.

Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί* του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι έναν κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.

Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.

Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:

— Καληνύχτα... καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.

Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία... Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουκράζουμαι. Είναι ένα παιδιάστικο τραγούδι:

Φεγγαράκι μου λαμπρό...

 https://vnegativa.blogspot.com/2024/04/blog-post_15.html

 

17 Απριλίου 2024

Το προσφυγόπουλο του ουρανού - Παύλος Νιρβάνας

 Το προσφυγόπουλο του ουρανού - Παύλος Νιρβάνας

    
Εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμὸν τῆς Λαχαναγορᾶς Πειραιῶς ἐνεφανίσθη μίαν τῶν ἡμερῶν ἕνας ἀνέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δὲν ἦτο οὔτε Μικρασιάτης, οὔτε Θράξ. Δὲν τὸν εἶχαν κυνηγήσει αἱ ὀρδαὶ τοῦ Κεμάλ. Δὲν τοῦ εἶχαν σπάσει τὸ πόδι του οἱ Τοῦρκοι Τσέτηδες. Ἦτον ἁπλούστατα ἕνας ἀθῷος σπουργίτης. Καὶ καθὼς ἐπετοῦσε στὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον δὲν διεκδικοῦν, ὡς γνωστὸν οὔτε οἱ Ἕλληνες, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, τὸ λάστιχο ἑνὸς μικροῦ ἐντοπίου Τσέτη τὸν ἐτόξευσεν εἰς τὰ ὕψη καὶ δὲν εἶχε τὴν εὐσπλαγχνία νὰ τοῦ δώσῃ τουλάχιστον τὸν θάνατον. Τοῦ ἐτσάκισε τὸ ποδαράκι του. Καὶ ὁ πληγωμένος σπουργίτης, λιγοθυμισμένος ἀπὸ τὸν τρομερὸν πόνον ἔπεσεν ὡς νεκρὸν σῶμα, εἰς τὸ χῶμα. Ὁ μικρὸς Τσέτης ἔσπευσε νὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ, καὶ νεκρὸν ἀκόμη. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ πτερωτὸς τραυματίας εὑρῆκε τὴν δύναμιν τῶν φτερῶν του. Καὶ ἐσώθη πάλιν, εἰς τὰ ὕψη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔπεσε.
    Tα φτερὰ του ὅμως ἀπέκαμαν εἰς τὴν οὐρανίαν περιπλάνησιν. Ἐδοκίμασε ν᾿ ἀκουμπήσῃ σ᾿ ἕνα κλαδὶ δένδρου νὰ ξεκουρασθῆ. Ἀλλὰ πῶς; Μόλις ἐπροσπάθησε νὰ στηριχθῇ στὸ ποδαράκι του, τρομεροὶ πόνοι τὸν ἔκαμαν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ κάθε ἰδέαν ἀναπαύσεως. Καὶ μὲ τὰς τελευταίας δυνάμεις, ποὺ ἀπέμεναν στὶς μουδιασμένες φτεροῦγες του, ἐδοκίμασε πάλιν νὰ πετάξῃ. Ἔκαμε δυὸ-τρεῖς γύρους εἰς τὸν ἀέρα, ἀλλὰ οἱ φτεροῦγες του δὲν τὸν ἐκρατοῦσαν πλέον. Ἔνοιωθε τώρα ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγα λεπτά, λίγα δευτερόλεπτα, θὰ εὑρίσκετο κάτω στὸ χῶμα, ἀνίκανος πλέον νὰ σωθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγρίους Τσέτες τῆς γειτονιᾶς. Εἰς ὁμοίαν περίστασιν, ὁ ἀεροπόρος, τοῦ ὁποίου ἐσταμάτησεν ἔξαφνα ὁ μοτέρ, κατοπτεύει βιαστικὰ τὸ ἔδαφος καὶ ζητεῖ τὸ κατάλληλον ἔδαφος, διὰ νὰ προσγειωθῆ, ὅσον ἀσφαλέστερα μπορεῖ.

    Έτσι ἔκαμε καὶ ὁ μικρὸς πτερωτὸς ἀεροπόρος. Ὁ μοτέρ του δὲν ἐδούλευε πιά. Κατώπτευσε τὸ ἔδαφος. Παντοῦ δρόμοι, μὲ τρομερὰ παιδιά, ποὺ ἐπερίμεναν μὲ τὰ λάστιχα τεντωμένα. Παντοῦ ἐχθρικοὶ αὐλόγυροι. Παντοῦ ἄξενα κεραμίδια, ὅπου ἕνας τραυματίας σπουργίτης, ἀνίκανος ν᾿ ἀναζητήσῃ ἀλλοῦ τὴν τροφήν του, θὰ ἐκινδύνευε ἀσφαλῶς νὰ πεθάνῃ ἀπὸ ἀσιτίαν. Ἔξαφνα, πρὸς ἕνα σημεῖον τοῦ ἐδάφους διέκρινε μίαν αὐλήν, ὅπου γυναικοῦλες καὶ μικρὰ παιδάκια, ἐκινοῦντο, μὲ ἕνα ὕφος μεγάλης δυστυχίας. Καὶ ἐπειδὴ ἡ δυστυχία ἐννοεῖ τὴν δυστυχίαν, ὁ πληγωμένος σπουργίτης δὲν ἄργησε νὰ καταλάβη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ἀδελφοί του καὶ ὅτι ἡ αὐλὴ αὐτὴ δὲν ἦταν ὅπως οἱ ἄλλες αὐλὲς τῶν κακῶν ἀνθρώπων.

- Μαζὶ μὲ τοὺς δυστυχισμένους κι ἐγώ! ἐσκέφθη ὁ μικρὸς σπουργίτης.
Kαι, μ᾿ ἕνα τέλειον βὸλ-πλανέ, τὸ ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἐδιδάχθησαν, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τὰ πουλιά, εὑρέθη μέσα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ προσφυγικοῦ καταυλισμοῦ, κατάκοιτος στὸ χῶμα, ἀνίκανος νὰ κινηθῇ, ἕτοιμος ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἀλλὰ δὲν ἄργησε νὰ βεβαιωθῇ ὅτι εὑρίσκεται μεταξὺ πονετικῶν ψυχῶν. Μία ἀτμοσφαίρα συμπαθείας καὶ ἀγάπης ἐσχηματίσθη γύρω ἀπὸ τὴν δυστυχίαν του. Οἱ ἄλλοι δυστυχισμένοι ἐννοοῦσαν τὸν πόνον του. Τὰ παιδάκια δὲν ἦσαν ἐκεῖ σκληρὰ καὶ ἄσπλαγχνα, ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά. Οἱ μεγάλοι δὲν ἦσαν κακοὶ καὶ ἀδιάφοροι. Ἀγαθὰ χέρια τὸν ἐσήκωσαν καὶ τὸν ἐχουχούλισαν. Καί, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ εὐτυχία του, μία ἀκόμη πονετικὴ ψυχὴ ἔσκυψε ἀπὸ πάνω του, ὡς Θεία Πρόνοια. Ἦταν ἡ ἀγαθὴ Πρόνοια καὶ τῶν ἄλλων δυστυχισμένων, ἡ δεσποινίς, ἡ διακονοῦσα τὴν Φιλανθρωπίαν εἰς τὸν προσφυγικὸν καταυλισμόν.

- Τὸ καημένο τὸ πουλάκι! εἶπεν ἡ δεσποινίς. Ἔχει σπασμένο τὸ ποδαράκι του. Πρέπει νὰ τὸ κρατήσουμε κι αὐτὸ δῶ, νὰ τὸ γιατρέψουμε, ὡς ποὺ νὰ μπορέση νὰ ξαναπετάξῃ.

Ὁ μικρὸς σπουργίτης, μολονότι δὲν ἐγνώριζε τὴν γλῶσσαν τῶν ἀνθρώπων, ἐκατάλαβε πολὺ καλὰ τί ἔλεγεν ἡ δεσποινίς, διότι ἡ γλῶσσα τῆς ἀγάπης εἶναι μία γιὰ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔσπευσε νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν δεσποινίδα μ᾿ ἕνα γλυκύτατον τσίου-τσίου.

- Εὐχαριστῶ, καλή μου κοπέλα, εὐχαριστῶ πολύ. Ὅταν γίνω καλά, θαρθῶ νὰ σοῦ πῶ ἕνα ὡραῖο τραγουδάκι στὸ παράθυρό σου. Δὲν τραγουδῶ σὰν τὸ ἀηδόνι. Ἀλλὰ τὰ γλυκύτερα τραγούδια δὲν εἶναι τὰ τεχνικώτερα. Εὐχαριστῶ, καλή μου κοπέλα, εὐχαριστῶ. Τσίου-τσίου!

Δύο τρυφερὰ χεράκια ἐπῆραν τὸν μικρὸν πτερωτὸν πρόσφυγα, τοῦ ἔδεσαν τὸ ποδαράκι του, τὸν ἐτάισαν, τὸν ἐπότισαν καὶ ὕστερα τὸν ἐτοποθέτησαν σὲ μιὰ ζεστὴ καὶ μαλακὴ φωλίτσα. Ἦτο καὶ αὐτὸς ἕνα προσφυγόπουλο τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων φθάνει κάποτε ἀγρία καὶ τρομερά, ὡς νὰ μὴν τῆς ἔφθανε γιὰ νὰ χορτάση αὐτὴ ἡ μεγάλη καὶ ἀπέραντη Γῆ.

(ἀπὸ Τὰ Ἅπαντα, E´, Ἐκδοτικὸς Οἶκος Χρήστου Γιοβάνη 1968)

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

31 Μαρτίου 2024

Όταν αλλάζουν οι αντιλήψεις μας, αλλάζει η χημεία του σώματός μας-Bruce Lipton

 Bruce Lipton: Όταν αλλάζουν οι αντιλήψεις μας, αλλάζει η χημεία του σώματός μας, όταν αλλάξει η χημεία, αλλάζει και η υγεία μας

 
 Image by Merlin Lightpainting from Pixabay 

Bruce Lipton: Όταν αλλάζουν οι αντιλήψεις μας, αλλάζει η χημεία του σώματός μας, όταν αλλάξει η χημεία, αλλάζει και η υγεία μας

Ο Bruce H. Lipton, Phd., κυτταρικός βιολόγος και λέκτορας, είναι μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα και για πάνω από 10 χρόνια συγκαταλέγεται στους 100 πιο επιδραστικούς ανθρώπους του κόσμου στη γεφύρωση της επιστήμης και του πνεύματος.

Ξεκίνησε την καριέρα του στη σχολή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν και αργότερα πραγματοποίησε πρωτοποριακή έρευνα σχετικά με τα βλαστοκύτταρα στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.

Είναι ο συγγραφέας των μπεστ σέλερ βιβλίων Η Βιολογία της Πεποίθησης και Το φαινόμενο του Μήνα του Μέλιτος, και συν-συγγραφέας με τον Steve Bhaerman του βιβλίου Spontaneous Evolution. Ο Bruce έλαβε το 2009 το διάσημο Βραβείο Ειρήνης Goi (Ιαπωνία) προς τιμήν της επιστημονικής του προσφοράς.

Με αφορμή την επικείμενη επίσκεψή του στην Αθήνα, συγκεντρώσαμε 5 αποφθέγματα που αποτελούν την πεμπτουσία όλης της θεωρίας του. 
1. Οι αντιλήψεις σου έχουν να κάνουν με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις εμπειρίες της ζωής σου.

Αυτές οι αντιλήψεις επηρεάζονται από τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές που έχεις αναπτύξει με τον καιρό. Ο Bruce Lipton αποκαλύπτει μια συναρπαστική προοπτική: η πραγματικότητά μας είναι σαν ένας καμβάς, βαμμένος από τις αντιλήψεις μας.

Οι σκέψεις και πεποιθήσεις που έχουμε συσσωρεύσει στη διάρκεια της ζωής μας λειτουργούν σαν πινέλα, δίνοντας χρώμα και μορφή στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε τον κόσμο.

Αυτό το πλαίσιο μετατρέπει κάθε ανθρώπινη εμπειρία σε μια υποκειμενική δημιουργία, υπογραμμίζοντας τη δύναμη της προσωπικής μας οπτικής να διαμορφώνει την αντίληψη της πραγματικότητας.

Περιοριστικές πεποιθήσεις καταδυναστεύουν τη ζωή σου: Πώς να τις υπερβείς

2. Όταν αλλάζουν οι αντιλήψεις σου, αλλάζει και η χημεία του σώματός σου

Με αυτή τη φράση, ο Bruce Lipton υποδεικνύει τη δύναμη της ανθρώπινης σκέψης. Προτείνει ότι η αλλαγή της αντίληψής μας δεν είναι μια αφηρημένη ή ψυχολογική διαδικασία μόνο· είναι ένας πραγματικός μετασχηματισμός που συμβαίνει στο φυσικό επίπεδο, επαναπροσδιορίζοντας την κυριολεκτική χημεία του σώματός μας.
Αυτός ο εκπληκτικός ισχυρισμός υπογραμμίζει την ισχύ που έχουν οι σκέψεις και οι αντιλήψεις μας να επηρεάζουν άμεσα την υγεία, τη διάθεση, και την ευεξία μας. Είναι μια πρόσκληση να αναγνωρίσουμε και να αξιοποιήσουμε τη μεταμορφωτική δύναμη του μυαλού μας.

Η Βιολογία της Πεποίθησης: Το σώμα και η υγεία μας αλλάζει μόλις αλλάξουμε τις σκέψεις μας
 3. Μπορείς να ζήσεις μια ζωή φόβου ή μια ζωή αγάπης. Εσύ επιλέγεις.

Αυτή η φράση μας καλεί σε μια βαθιά προσωπική ανασκόπηση, προτρέποντάς μας να αναγνωρίσουμε τη δυναμική της επιλογής στην καθημερινότητα και την ποιότητα της ζωής μας. Στον πυρήνα της, υπογραμμίζει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φόβου και αγάπης ως θεμελιωδών κατευθυντήριων δυνάμεων.

Η επιλογή φόβου μπορεί να περιορίσει, να απομονώσει και να δημιουργήσει αμυντικές στάσεις προς τη ζωή. Αντίθετα, η επιλογή της αγάπης ανοίγει τις πόρτες στη συνεργασία, την κατανόηση και την ανάπτυξη. Είναι μια πρόσκληση να διαλέξουμε συνειδητά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αντιδρούμε στον κόσμο, αναγνωρίζοντας την εξουσία μας να διαμορφώσουμε μια ζωή που αντανακλά τις πιο βαθιές μας αξίες και επιθυμίες. 
4. Η στιγμή που αρχίζεις να αναλαμβάνεις ευθύνη για το περιεχόμενο του υποσυνείδητου σου, τότε, γίνεσαι ο προγραμματιστής.

Αυτή η πρόταση αποτελεί μια ισχυρή υπενθύμιση της ικανότητας που έχουμε να μετασχηματίσουμε την ψυχολογική και συναισθηματική μας υπόσταση. Στην ουσία, μας λέει ότι όταν αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε και να αναλαμβάνουμε ευθύνη για τις ασυνείδητες πεποιθήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που διαμορφώνουν την εμπειρία της πραγματικότητας μας, αποκτούμε τη δυνατότητα να τα επαναπρογραμματίσουμε.

Αυτό σημαίνει ότι μετατρεπόμαστε από παθητικοί παρατηρητές σε ενεργοί δημιουργοί της δικής μας ζωής, εξοπλισμένοι με τη δύναμη να ορίζουμε το ποιοι είμαστε και πώς ζούμε. 
 5. Δεν είναι τα γονίδιά μας, αλλά οι πεποιθήσεις μας που ελέγχουν τις ζωές μας.

Αυτή η φράση αντικατοπτρίζει μια βαθιά και επαναστατική ιδέα που έχει αναδειχθεί στο πεδίο της επιγενετικής: την ιδέα ότι η δύναμη της σκέψης και των πεποιθήσεων μας μπορεί να έχει άμεσο αντίκτυπο στην έκφραση των γονιδίων μας και, κατ’ επέκταση, στην υγεία και την ευεξία μας.

Η πρόταση αυτή προκαλεί την παραδοσιακή αντίληψη της βιολογίας ότι είμαστε προκαθορισμένοι από τα γονίδιά μας, προτείνοντας αντ’ αυτού ότι έχουμε μια πιο δυναμική σχέση με το DNA μας.

Η ιδέα αυτή υποστηρίζει ότι μέσω της συνειδητής σκέψης, των πεποιθήσεων και της θετικής στάσης ζωής, μπορούμε να επηρεάσουμε τον τρόπο με τον οποίο τα γονίδιά μας λειτουργούν και εκφράζονται. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαστε απλώς θύματα της γενετικής μας κληρονομιάς, αλλά έχουμε τη δυνατότητα να γίνουμε συνδημιουργοί της υγείας και της ευημερίας μας.

Ενθαρρύνει την ανάπτυξη μιας πιο θετικής, υγιούς και ενσυνείδητης προσέγγισης στη ζωή, αναδεικνύοντας τη σημασία της εσωτερικής μας κατάστασης στη διαμόρφωση της πραγματικότητάς μας.

Ο Μπρους Λίπτον έρχεται στην Αθήνα στις 12 και 13 Οκτωβρίου 2024. Η προπώληση εισιτηρίων έχει ξεκινήσει με μεγάλες εκπτώσεις.

Πηγή: leadingminds.grenallaktikidrasi.com


25 Δεκεμβρίου 2023

Στο ξέφωτο των Χριστουγέννων...

Στο ξέφωτο των Χριστουγέννων


Προανάκρουσμα των Χριστουγέννων με τη ζωή να βολοδέρνει στο κυκεώνα της καθημερινότητας και τη σκέψη αιχμάλωτη στη βιοπάλη. Διάχυτη πίκρα και αβεβαιότητα για τo αύριο να απλώνει τα γκρίζα πέπλα της παντού. Μακάρι να κατάφερναν τ’ αστραφτερά στολίδια και οι φωτεινές γιρλάντες να ζεστάνουν λιγάκι την ατμόσφαιρα. Κυνηγώντας το εφήμερο και τo αναγκαίο ξεμάθαμε τo μεγαλείο τoυ απλού και τη χάρη του μικρού. Ξεμάθαμε ακόμη και τo κουβεντολόι. Και ίσως για τούτο τις λιγοστές φορές που βρίσκονται πια οι άνθρωποι συν δύο - συν τρεις καπνίζουν τόνα τσιγάρο πάνω στ’ άλλο μήπως και λύσουν την αμηχανία τους. Κι άλλοι αρχίζουν τα χαρτιά για να κρυφτούν πίσω από τους ρηγάδες και τις ντάμες αφού δεν έχουν τίποτα να πουν. Οι άνθρωποι βουβάθηκαν κοιτώντας άκαμπτοι την τηλεόραση. 

Η παλιά εσωτερική ζωή και ένταση των σπιτιών αντικαταστάθηκε με τη μοναξιά των ανθρώπων μέσα στο ίδιο σπίτι. Ευτυχώς που υπάρχει και τo ημερολόγιο για να μας φέρει μία ευχάριστη είδηση. Είναι η μέρα που προαναγγέλλει την έλευση τoυ Θείου Βρέφους επί της γης. Είναι η μέρα που ξεδιαλύνει τα σύννεφα του βαρομετρικού χαμηλού και φέρνει στην καρδιά μας τo ξέφωτο, την ξαστεριά.

Ας μείνουμε προσηλωμένοι, όμως, ηθελημένα στα παλιά όπως τότε που μας συγκινούσαν τα κάλαντα, οι φυσαρμόνικες και τα μετάλλινα τρίγωνα με τα μπαλόνια (τις φούσκες).

Και τότε υπήρχαν προβλήματα και αβεβαιότητα. Ξεχνιόντουσαν όμως ευκολότερα στις γιορτινές μέρες που φούντωνε η ελπίδα, η χαρά, η αισιόδοξη καλή καρδιά. Σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρειαζόμαστε αυτό το ξέφωτο των γιορτών. Να ξεχάσουμε για λίγο τa καθημερινά προβλήματα και να αναζητήσουμε λίγες στιγμές χαράς από τη φάτνη των αλόγων της Άγιας Νύχτας.
Να αναζητήσουμε καταφύγιο ηρεμίας και περισυλλογής μακριά από την αλαζονεία του κόσμου, την κενότητα, την αθλιότητα και την κακία του.
Θα μπορέσουμε άραγε να μαζέψουμε μία στάλα από «το φως της γνώσεως» για να καταλάβουμε, να συνειδητοποιήσουμε έστω και καθυστερημένα την ανεκτίμητη, την ανυπέρβλητη αξία του «Ηλίου της Δικαιοσύνης» και να ανακαλύψουμε «του μυστηρίου τη φανέρωση»;

Θα μπορέσουμε άραγε να γιορτάσουμε πραγματικά τα Χριστούγεννα «εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας» μακρυά από τον «πολιτισμό» που μετατρέπει αυτή τη γιορτή σε ρεβεγιόν στα φαγάδικα και τηλεοπτικά σόου και πολιτικά μηνύματα για «επί γης ειρήνη» δηλ.μακρυά από τον πολιτισμό των «προηγμένων θηλαστικών»;

Θα μπορέσουμε άραγε να αγκαλιάσουμε αμέριμνα τον κόσμο, να τον δούμε όπως τον θέλουμε και όχι όπως είναι; Να βγούμε για λίγες μέρες, όσο διαρκούν οι χρονιάρες αυτές γιορτές στο ξέφωτο της φάτνης να δούμε τον αστέρα «ον είδον οι Μάγοι εν τη ανατολή» ώστε και μεις να αισθανθούμε «χαράν μεγάλην σφόδρα»;
Στο ξέφωτο αυτό θα δούμε και πάλι να θριαμβεύει η τιμιότητα, η ηθική, η αρετή και γενικά το καλό να νικά το άδικο και το κακό, καθώς μας δίδασκαν τα γοητευτικά παραμύθια της γιαγιάς μας, των  δασκάλων μας, των γονιών μας.
Στην ανήμερη ετούτη εποχή των ξεφτισμένων ιδεολογιών, των πολυεθνικών συμφερόντων, της αβεβαιότητας των συναισθημάτων είναι πια πασίδηλο πως πολλοί προσπαθούν να μας νοθεύσουν ό,τι πολύτιμο είχαμε φυλάξει μέσα μας από παιδιά. Έτσι σήμερα είναι φανερό ότι τα ασχημόπαπα δεν θα φθάνουν ποτέ τους κύκνους του πλούτου, η Σταχτοπούτα θα μείνει με το παράπονο ότι δεν την πρόσεξε κανένας, το κορίτσι με τα σπίρτα δεν θα γελάσει και η καλόκαρδη νεράϊδα θα φοβηθεί τη φθονερή αδελφή της και δεν θα αγγίξει κανέναν με το χρυσό ραβδάκι της.

Παρόλα αυτά όμως εμείς δεν αλλάζουμε κατεύθυνση: θα αναζητήσουμε και θα βρούμε τα αντίφασκα του Αγιώργη, θα ανάψουμε μ’ αυτά το τζάκι μας και με τo «μπούχλωμα» τους θα διώξουμε τα «καρκατζέλια» της μιζέριας και της απαισιοδοξίας από την καπνοδόχο. Θα ρίξουμε στη θράκα τις αναμνήσεις μας μαζί με τις τσαπέλες και τη μουσταλευριά, για να ζεσταθούν και να φουντώσουν, θα πιάσουμε μετά το ψυχοτρόπο κουβεντολόϊ, το ατέλειωτο, το καταλυτικό. Θα θυμηθούμε τους παλιότερους δικούς μας που τώρα είναι στο Αλλού. Και ένα αίσθημα χαρμολύπης θα μας κρατήσει κοντά στο ξέφωτο των Χριστουγέννων για ώρες. Την ελπίδα μας λοιπόν κανείς δεν μπορεί να την αιχμαλωτίσει.

Κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίσει να ακολουθήσουμε το υπέρλαμπρο άστρο της Βηθλεέμ οδεύοντας προς την φάτνη μαζί με τους αγραυλούντες ποιμένες και τους Μάγους της Ανατολής «Δόξα εν υψίστοις λέγοντες τω εν σπηλαίω τεχθέντι εκ της Παρθένου και Θεοτόκου εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας...»

 Από το βιβλίο του Δημήτρη Κουκουζή

Εύθυμα και σοβαρά 

Σημείωση δική μου:

Εγώ τι να πω ; Τα είπε όλα ο Δημήτρης.

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας ! Καλό ξέφωτο ! ! !

22 Δεκεμβρίου 2023

Χριστουγεννιάτικο δώρο απο Βασιλιά ...το 1925 !

 


Μιά παραμονή Χριστουγέννων, ένας φτωχός γεροντάκος περίμενε τον Βασιλιά να βγεί απο το Νοσοκομείον "Ευαγγελισμός" για να του δώση μία αναφορά.

Όταν εβγήκε, συνοδευόμενος από τον πρίγκηπα Γεώργιο, ο γεροντάκος τον επλησίασε και του είπε:

-Πολυχρονεμένε μου Άνακτα τής Ελλάδος και...

Ο βασιλεύς τον διέκοψε :

-Καλά, καλά, τι θέλεις;

-Έχω παιδί στην φυλακή και η οικογένειά μου πεινάει...

-Πως σε λένε ;

-Παναγή Αντωνάκο, απο τη Σύρα.

-Που κάθεσαι ;

-Οδός Μαυρομιχάλη...

-Ξέρεις κανέναν εκεί κοντά ;

-Τον κύριο Μεσολωρά, τον καθηγητή.

-Καλά, πήγαινε αύριο από το σπίτι του.

Ο πρίγκηψ Γεώργιος πήρε σημείωσι του ονόματός του και την άλλη ημέρα ο γέρος ελάβαινε από τον Μεσολωρά δώρον του βασιλέως 300 δρχμ.

Ύστερ' από λίγον καιρό βγήκε απο τη φυλακή και ο γυιός του.

Σημείωση δική μου:
Το περιστατικό είναι καταγεγραμμένο στο περιοδικό "Μπουκέτο", στίς 6 Οκτωβρίου του 1927 και αναφέρεται στον Βασιλιά Γεώργιο τον Α΄
Και ο Μεσολωράς, πρέπει να ήταν ο Θεολόγος καθηγητής Ομιλητικής και Λειτουργικής, στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Ι.Β.Ν.

21 Δεκεμβρίου 2023

Την παραμονή Του Χριστού, τα μεσάνυχτα !

 Οση γαλήνη και να κάνη, οση καλοκαιρία και αν υπάρχη, πάντα στις δώδεκα τα μεσάνυχτα κάθε παραμονής Χριστουγέννων θα ιδήτε εδω τη θάλασσα να φουσκώνη, να αφρίζη χωρίς βοή και αντάρα και να γεμίζη ασπρα κύματα, λέτε και ειναι κοπάδια πρόβατα, που βόσκουν σε λιβάδι. Και πάλι, σιγά-σιγά, τα κύματα σβήνουν και χάνονται στα βάθη του πελάγου.....

Ετσι μας ελεγεν ο μπάρμπα Ηλίας ο Σερεμέτης, στρίβοντας με τα ροζάριακα, χονδροπετσιασμένα χέρια του σιγάρο. Και εξακολούθησε:
-Και μη θαρρείτε πως ειναι τα πεύκα τότε, που βουίζουν εδώ...Ειναι ο βοσκός, που σαλαγάει τα πρόβατα επάνω κάτω στο περιγιάλι... Εμείς το ξεύρουμε πάππου προς πάππου και το είδαμε με τα μάτια μας...
Απίθωσε το σιγάρο στο πλαίσιο του παραγωνιού, οπου εσπιθοβολούσαν τα λιόκλαρα, και εσταυροκοπήθηκε μ' ευλάβεια. Το πρόσωπό του, που το ειχαν ψήσει η άλμη το λιοπύρι και τα ξηροβόρια, ανυψώθηκε με μιάν ενατένιση κάποιας οπτασίας. Και τα μάτια του, που τα εσκίαζαν πυκνά, ακατάστατα φρύδια, επήραν μιάν ημερότητα και μιάν αγαλίασι, ωσάν να εβλεπαν στα Θεοφάνεια ολάνοικτο τον ουρανό....
-Ετσι ειναι, ειπε, ξαναπαίρνοντας το σιγάρο και τραβώντας βαθειές ρουφηξιές...Μου τα ελεγεν η κυρούλα μου...Εκαθόμουνα δίπλα της και αρχιζε την ιστορία:
-Το βλέπεις εκείνο εκεί το χάλασμα στην πέρα ράχη, επάνω απο της Μπίγλαινας το λιοστάσι; Εκεί ηταν τότε η στάνη του Χριστόγιωργα με τ΄ονομα, του πρώτου αρχιτσέλιγγα του τόπου...Γιατί τότε δεν ειχαν τίποτε εδώ, μηδέ λιοστάσια, μηδέ χωριό...Ερχονταν, βλέπεις, οι "φούστες" με Αλγερίνους και εσκότωναν τα παλληκάρια και επαιρναν απο τα σπίτια ο,τι εύρισκαν....Γι' αυτό και το χωριό ητο υψηλά στην Παλιοχώρα και ειχε βίγλες, που εφύλαγαν και εδιναν είδησι.
Και οταν εφαίνονταν οι φούστες στο γιαλό, οι εξωμερίτες όπου φύγη φύγη...Ακουες θρήνο τα παιδιά και χάρχαλο τα πράγματα. Και ετρεχαν να κρυφθούν στο φρούριο...Ας ειναι...
Που λές, σ' εκείνο το χάλασμα επάνω στην πέρα ράχη ητο η στάνη του Χριστόγιωργα. "Ειχε χιλιάδες πρόβατα και μυριάδες γίδια", που λέγει το τραγούδι... Μα ηταν ανθρωπος σκληρός και απόνετος και δεν εκαμνε καλό σε ανθρωπο. Μια βραδιά, που λές, μια παραμονή του Χριστού, κάποιος επήγε και κτύπησε τη θύρα του. Οι σκύλοι, που έσκιζαν ανθρωπο, ούτε εσκουξαν ούτε αγρίεψαν. Μόνο επήγαν και συμμαζεύτηκαν στα πόδια του Χριστόγιωργα.
-Ποιός ειναι αυτού; εξεφώνησεν εκείνος αγριεμένος. Ποιός εισαι; Τι γυρεύεις τέτοια ώρα;
-Αν εισαι χριστιανός, ανοιξε , αποκρίθηκε μια φωνή. Μ΄επιασε η νύχτα και το κρύο και δεν δεν ηξεύρω που να πάω. Εχιόνιζε κι όλας, εξέχασα να σου το ειπώ.
-Τράβα το δρόμο σου και εδώ δεν ειναι χάνι, εξεφώνησε ο Χριστόγιωργας και εχούγιαξε τα σκυλιά. Μα εκείνα δεν εκουνήθηκαν !
-Για την αγάπη του Χριστού, που γεννιέται τώρα, ειπε παρακαλεστά η φωνή, ανοιξε, δε βαστώ πιά...Μα πού ν' ανοίξη !
-Σύρε στο δρόμο σου, ξαναείπε αγριεμένα.
-Για την αγάπη του Χριστού, ανοιξε, ειπε πάλι η φωνή. Μα πού εκείνος!....
Κι εξαφνα ακουσε ποδοβολητό των αρνιών, ωσάν να εβγαιναν απο το μαντρί. Και η θύρα ανοιξε μόνη της κι εβγήκαν εξω τα σκυλιά. Στην κατηφοριά, ωσάν φεγγερή σκιά, κατέβαινε ο ξένος. Και οπίσω του ακολουθούσαν τα πρόβατα... Μπροστά ο ξένος και πίσω αυτά και παραπίσω ο Χριστόγιωργας φωνάζοντας....
Οταν ο ξένος εφτασε στην θάλασσα, αρχισε να περπατά στα κύματα. Οπίσω του ερχονταν ενα-ενα τα πρόβατα. Και εγέμισεν η θάλασσα απο πρόβατα, που ολοένα εξεμάκραιναν, ακολουθώντας την φωτερή σκιά, ωσπου εχάθηκαν στα βάθη του πελάγου......
Κι εχάθηκε κι ο Χριστόγιωργας.... Και ερήμαξε η στάνη του.... Και μόνον κάθε χρονιά, την παραμονή του Χριστού, στα μεσάνυχτα, πηγαινοέρχεται στο γιαλό και σαλαγά τα πρόβατα, που ακολουθούν το Χριστό. Γιατί ο Χριστός ηταν που ειχεν ελθει για να το σώση η να τον τιμωρήση.
Και ο μπάρμπα Ηλίας εσταυροκοπήθηκε πάλι......


Περιοδικόν ¨Ναυτική Ελλάς" Γεράσιμος Αννινος
Απο το προσωπικό μου αρχείο.
(Το διήγημα αυτό το διδάχτηκα, μαθητής το πάλαι ποτέ, και ξαναγράφοντάς το τώρα, μου' φερε θύμησες γλυκές.....Καλά Χριστούγεννα σε ολους σας) Ι.Β.Ν.

20 Δεκεμβρίου 2023

Τα ωραιότερα Χριστούγεννα της ζωής μου-Μια αναδρομή που συναρπάζει ! Πάτρα 1965- (Καταπληκτικό, ανωνύμου Πατρινού συγγραφέα !) (επαναδημοσίευση)

 

Παραμονή Χριστουγέννων του 1965, σε μια γειτονιά της Πάτρας, σηκώθηκα μόλις ξημέρωσε, έφαγα βιαστικά το πρωινό μου («τριψάνα» το λέγαμε, ζεστό γάλα με μπόλικη ζάχαρη και ξεροκόμματα κομμένα σε κύβους σαν αντίδωρο), ντύθηκα ζεστά, πήρα το τρίγωνο και ένα άδειο κονσερβοκούτι από πελτέ ΚΥΚΝΟΣ και πήγα δίπλα στους γείτονές μας να ξυπνήσω το φίλο μου τον Νίκο.

Είμαι 10 χρονών, πηγαίνω στην Γ΄ Δημοτικού και μετά από κλάματα και παρακάλια οι γονείς μου με αφήνουν να πάω να πω τα κάλαντα στη γειτονιά, άντε και στη διπλανή που μένουν συγγενείς μας. Έχω δει σε μια βιτρίνα ένα «διαστημικό» όπλο που του βάζεις μια τσακμακόπετρα και όταν πατάς τη σκανδάλη βγάζει σπίθες, σαν κι αυτά που έχουν οι αστροναύτες στο «Lost in Space», στην τηλεόραση. Το θέλω πολύ αυτό το όπλο, στοιχίζει 30 δραχμές και ο μόνος τρόπος για να το αποκτήσω είναι να μαζέψω χαρτζιλίκι από τα κάλαντα. 

Ο Νίκος είναι κι αυτός πανέτοιμος, με το τριγωνάκι του και ένα άδειο μεταλλικό κουτί από μπισκότα πτι-μπερ Παπαδοπούλου για να βάλουμε μέσα τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που θα μας πρόσφεραν. Η εντολή από τους γονείς μας είναι αυστηρή: «Δεν θα φάτε τίποτα από αυτά που θα σας προσφέρουν!». 

Εκείνη την εποχή πολλές αφηρημένες νοικοκυρές μπέρδευαν τη ζάχαρη άχνη με το παραθείο που είχαν για τα ποντίκια, με αποτέλεσμα να έχουν ξεκληριστεί ολόκληρες οικογένειες. «Θα τα βάλετε όλα στο κουτί, θα τα φέρετε στο σπίτι και εμείς θα σας πούμε τι θα φάτε!» μας είπαν οι μανάδες μας. Μεταξύ μας, δεν ήταν τόσο ο φόβος του παραθείου, αλλά η περιέργεια να δούνε πώς είχαν φτιάξει τα γλυκά άλλες νοικοκυρές.

Ξεκινήσαμε από τη γειτονιά μας. Ήταν νωρίς ακόμη και έτσι στην ερώτηση «να τα πούμε;» κανείς δεν μας απάντησε «τα είπαν άλλοι». Είμαστε οι πρώτοι και καλύτεροι. Είχαμε κάνει πρόβες και λέγαμε όλα τα κάλαντα, όχι μόνο το «Καλήν ημέραν άρχοντες», αλλά και το «Χριστός γεννάται σήμερον», «Εν τω σπηλαίω κείτεται», «Εκ της Περσίας έρχονται», «Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι» και τελειώνουμε με το «σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει!»

Γρήγορα κατάλαβα ότι έπρεπε να γίνουν μερικές αλλαγές. Κατ’ αρχάς το κονσερβοκούτι με εμπόδιζε να χτυπάω το τρίγωνο. Με ένα καρφί άνοιξα τρύπες από τις δυο πλευρές και με μια κλωστή το κρέμασα στο λαιμό μου σαν τους ζητιάνους. Το ίδιο έκανα και με το κουτί του Νίκου. Έτσι τα χέρια μας ήταν ελεύθερα. 

Μετά παρατήρησα ότι οι περισσότερες νοικοκυρές, επειδή ήταν πολύ πρωί και ήταν αγουροξυπνημένες, μετά το «Χριστός γεννάται» μας σταμάταγαν, μας έδιναν το φιλοδώρημα, μας έλεγαν «και του χρόνου» και έκλειναν την πόρτα. Έκοψα λοιπόν τους στίχους και λέγαμε μόνο το «Καλήν ημέραν άρχοντες», το «Χριστός γεννάται» και το «σ’ αυτό το σπίτι…» Στο τελευταίο μάλιστα, επειδή μας άνοιγαν μόνο γυναίκες, έκανα μια αλλαγή: «Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού με τη νοικοκυρά να ζήσει!» Τα φιλοδωρήματα αμέσως αυξήθηκαν και από δεκάρες και πενηνταράκια έγιναν δραχμές και δίφραγκα!

Τελειώσαμε με τη δική μας γειτονιά, πήγαμε και στη διπλανή, αλλά τα έσοδα ήταν ελάχιστα. Οι περισσότεροι ήταν φτωχοί άνθρωποι, εργάτες στο εργοστάσιο χαρτοποιίας του Λαδόπουλου, μέτραγαν και την τελευταία δεκάρα. Έπρεπε να βρεθεί κάτι πιο αποτελεσματικό. «Θα πάμε να πούμε τα κάλαντα στη βίλα του Λαδόπουλου!» μου ήρθε η φαεινή ιδέα.

Ήταν μια τεράστια βίλα, περιτριγυρισμένη από κάγκελα, με φύλακες και σκυλιά. Κανείς δεν τολμούσε να πάει εκεί. «Μα πώς θα μπούμε μέσα; Θα μας φάνε τα σκυλιά!» μου λέει τρομαγμένος ο Νίκος. «Θα χτυπήσουμε το κουδούνι». Πάμε, χτυπάμε το κουδούνι, στην είσοδο μετά από λίγο έρχεται ένας φύλακας.

«Τι θέλετε;» «Να πούμε τα κάλαντα στον κύριο Λαδόπουλο». Μας κοιτάει από πάνω ως κάτω, «περιμένετε να δω αν έχει ξυπνήσει», μας λέει, φεύγει, ξανάρχεται, μας ανοίγει τη βαριά καγκελόπορτα, τα σκυλιά αρχίζουν να γαβγίζουν σαν λυσσασμένα, ένα από αυτά ξεφεύγει από τα χέρια του φύλακα, ορμάει, με δαγκώνει στο πόδι και μου σκίζει το παντελόνι! «Αζόρ, κάτω! κάτω!» λέει ο φύλακας, ο σκύλος μαζεύεται, αλλά το κακό έχει γίνει. Το καλό μου παντελόνι είναι σκισμένο! «Στο είπα, θα μας φάνε τα σκυλιά» μουρμουρίζει ο Νίκος. Ο φύλακας μας οδηγεί στο εσωτερικό του σπιτιού.

Στο σαλόνι υπάρχει ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, με χρυσές και ασημένιες μπάλες, ένα αστέρι στην κορυφή και φωτάκια που αναβοσβήνουν. Το κοιτάμε σαν χαζοί. Στο σπίτι μας αντί για μπάλες βάφαμε κυπαρισσόμηλα με χρυσομπογιά, πολλές φορές κρεμούσαμε και τενεκεδάκια από εβαπορέ ΝΟΥΝΟΥ. 

Κοντοστεκόμαστε στο σαλόνι νομίζοντας ότι θα πούμε εκεί τα κάλαντα, αλλά ο φύλακας μας κάνει νόημα «από δω, στην κρεβατοκάμαρα» λέει, και μας οδηγεί στον επάνω όροφο. Πάνω στο κρεβάτι είναι ο Λαδόπουλος, με τις μπλε πιζάμες του και χαμογελάει, «όχι μόνο θα μας φάνε τα σκυλιά, αλλά θα μας γαμήσουν κιόλας» μου ψιθυρίζει στο αυτί ο Νίκος. 

«Ο Αζόρ έσκισε το παντελόνι του μικρού» λέει ο φύλακας και δείχνει εμένα. «Μη στεναχωριέσαι, θα σου δώσουμε ένα άλλο» μου λέει χαμογελαστός ο Λαδόπουλος και προτού να τελειώσει τη φράση του, μπαίνουν από το διπλανό δωμάτιο τα παιδιά του, ένα αγόρι και ένα κορίτσι στην ηλικία μας, με τα νυχτικά τους. Σκαρφαλώνουν στο κρεβάτι, αγκαλιάζουν τον πατέρα τους, «και τώρα πείτε μας τα κάλαντα!», λέει αυτός πανευτυχής. 

Εννοείται ότι είπαμε όλα τα κάλαντα και επειδή δεν εμφανίστηκε η γυναίκα του στο τέλος δεν κάναμε προσθήκες στο «νοικοκύρη του σπιτιού», το αφήσαμε έτσι όπως είναι στο πρωτότυπο. Ο Λαδόπουλος μας έδωσε 50 (!) δραχμές στον καθένα, σε μένα ένα κοτλέ παντελόνι και στον Νίκο ένα μάλλινο πουλόβερ. «Να πάτε να πείτε τα κάλαντα και στους Γερμανούς» μας συμβούλεψε και ο φύλακας μας οδήγησε στην έξοδο. Ο Αζόρ, δεμένος πια, γρύλιζε παραπονεμένος.

Οι «Γερμανοί» ήταν τεχνικοί που είχε φέρει ο Λαδόπουλος για το εργοστάσιό του. Τους είχε φτιάξει μια ολόκληρη γειτονιά με ωραία άνετα σπίτια και έμεναν εκεί με τις οικογένειές τους. Δεν λέγαμε ποτέ τα κάλαντα σ’ αυτούς γιατί στο κατηχητικό μάς είχαν πει πως δεν είναι Χριστιανοί και άμα πηγαίναμε στη γειτονιά τους θα μας έπιαναν και θα μας εκτελούσαν, όπως στην Κατοχή. Θα μπορούσα να σταματήσω, ο στόχος να βρω 30 δραχμές είχε επιτευχθεί και με το παραπάνω, αλλά η περιέργεια είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Έπεισα και τον Νίκο και πήγαμε.

Ήταν σαν σκηνικό χριστουγεννιάτικης ταινίας. Όλα τα σπίτια φωτισμένα, παρ’ όλο που ήταν πρωί, έξω στις αυλές φάτνες με αγαλματάκια του Χριστού, της Παναγίας, του Ιωσήφ, των Μάγων, ψεύτικο χιόνι στα παράθυρα και στις πόρτες, μυρωδιές από φαγητά και γλυκά, κοκκινομάγουλα παιδιά να παίζουν στο δρόμο, χριστουγεννιάτικα τραγούδια και κλασική μουσική, τροφαντές Γερμανίδες μανάδες και πανύψηλοι πατεράδες να μιλούν μια άγνωστη γλώσσα και στη μέση εμείς, με τα τενεκεδάκια κρεμασμένα στο λαιμό μας και τα τρίγωνα στα χέρια μας να θέλουμε να πούμε τα κάλαντα σ’ αυτούς που δεν είναι Χριστιανοί και θα μας πιάσουν να μας εκτελέσουν, όπως στην Κατοχή.

Στο πρώτο σπίτι που χτυπήσαμε η ξανθιά Γερμανίδα, αφού άκουσε τα κάλαντα με προσοχή, μας ρώτησε: «Και τώρα εγκώ τι πρέπει να κάνει;». Της έδειξα την κονσέρβα ΚΥΚΝΟΣ που είχα κρεμάσει στο λαιμό μου. «Τέλει λεφτά;» ρώτησε για να σιγουρευτεί. «Πόσα;» Πριν προλάβω να απαντήσω, πετάγεται ο Νίκος «Ντέκα ντραχμές!» της λέει... με άψογα γερμανικά. Η Γερμανίδα έριξε το 10ρικο στο κουτί, ευχήθηκε «Κρόνια Πολλά» και ξαναγύρισε στο στρούντελ της.

Η γειτονιά των Γερμανών είχε 50 σπίτια επί «ντέκα ντραχμές» βγάλαμε ένα ωραιότατο 500άρικο και επειδή είχαμε πια απομακρυνθεί αρκετά από την περιοχή μας συνεχίσαμε να λέμε τα κάλαντα και μέσα στην πόλη. Πήγαμε σε συνοικίες που δεν τις γνωρίζαμε, μπήκαμε σε πλουσιόσπιτα και φτωχοκαλύβες, είδαμε γέρους και γριές κατάκοιτους να βγάζουν κάτω από το μαξιλάρι το κομπόδεμά τους, να το λύνουν και να μας δίνουν εκείνα τα ωραία, ασημένια 20άρικα με το δελφίνι. Σε μερικά σπίτια μάς φώναζαν! «Καλέ, ελάτε να τα πείτε και σε εμάς», σε άλλα μας έδιωχναν «Τώωωωωρα; Μας τα είπαν άλλοι!». 

Μια γυναίκα ανύπαντρη, γεροντοκόρη, μας ζήτησε να πούμε «Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού να ’ρθει να σε ζητήσει». Μια άλλη, δασκάλα, μας διόρθωσε «όχι εν τω σπηλαίω κείτεται, το σωστό είναι εν τω σπηλαίω τίκτεται». Ένας παππούς μάς ρώτησε αν ξέρουμε τα Ποντιακά κάλαντα και όταν του είπαμε «όχι» άρχισε να τα τραγουδάει μόνος του. 

Μια κυρία μάς παρακάλεσε να πάμε να φέρουμε μια πίτα από το φούρνο και όταν της την πήγαμε επέμεινε να κάτσουμε να φάμε. Είχε φτάσει πια μεσημέρι και εμείς συνεχίζαμε. Δεν ήταν μόνο για το κέρδος, καταλάβαμε ότι υπήρχαν άνθρωποι μονάχοι που αν δεν τους λέγαμε εμείς τα κάλαντα δεν θα τους τα έλεγε κανείς. Έτσι πήγαμε σε αστυνομικά τμήματα, στο νοσοκομείο, στο άσυλο ανιάτων, στο γηροκομείο. Μέσα σε μια μέρα είδα και έζησα πράγματα που δεν φανταζόμουν ότι υπάρχουν.

Γύρισα σπίτι στις 3, έφαγα ένα γερό χέρι ξύλο από τη μάνα μου που είχε τρελαθεί από την αγωνία της. Πήγε να με αρχίσει πάλι τις σφαλιάρες όταν είδε το σκισμένο παντελόνι και ηρέμησε μόνο όταν άδειασα το τενεκεδάκι με το μικρό μου θησαυρό, κι όταν της έδειξα το παντελόνι που μου είχε δώσει ο Λαδόπουλος.

Με τον Νίκο μοιράσαμε τα λεφτά και πήρε ο καθένας μας από 732 δραχμές, ποσό μυθικό για εκείνη την εποχή. Το ίδιο απόγευμα πήγαμε στην αγορά, πήρα το «διαστημικό» μου όπλο, αγόρασα ένα καροτσάκι για τη μικρή μου αδελφή, ένα λευκό καλσόν για τη μεγάλη και τα υπόλοιπα λεφτά τα έδωσα στη μάνα μου να τα φυλάξει. Την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα, ντυθήκαμε, σενιαριστήκαμε, ανεβήκαμε στα Ψηλά Αλώνια και βγάλαμε μια φωτογραφία. Αυτή τη φωτογραφία ανακάλυψα και στην αφιερώνω μαζί με τις ευχές μου, αυτά τα Χριστούγεννα να είναι τα ωραιότερα της ζωής σου.

Σημείωση δική μου:
Δεν γνωρίζω τον συγγραφέα, αλλά του εύχομαι κι εγώ καλά Χριστούγεννα και τον ευχαριστώ πολύ γιατί με έκανε να δακρύσω αλλά και να γελάσω μαζί...

Χρόνια πολλά σε όλους σας...

Ι.Β.Ν.