ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

8 Μαΐου 2016

"Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο…"

Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο…»
Του Στέλιου Παπαθεμελή*
Μεγάλη και Διακαινίσιμη Εβδομάδα καταφεύγουμε στον αριστουργηματικό λόγο του ασυναγώνιστου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ξαναδιαβάζουμε τον «Λαμπριάτικο Ψάλτη» του.
Κρίνει δίκαια τις εκτροπές πιστών, ημίπιστων, απίστων λαίκών και εκκλησιαστικών. Καταχεριάζει δε εμφαντικά τους Γραικύλους (Graecouli = Έλληνες που συμπεριφέρονται με δουλοπρέπεια στους ξένους): «Γραικύλος τής σήμερον όστις θέλει να κάμει δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην [αυτοί περισσεύουν σήμερα] ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και φανή και αυτός γίγας» (Άπαντα, Βήμ. 8, σελ. 98).
Σύμπασα η Ευρώπη βιώνει ένα κλίμα κατάρρευσης και παρακμής.
Το ομολόγησε προχθές και ένας από τους διαπρύσιους θιασώτες της, ο Μάριο Μόντι: «κινούμαστε ήδη προς την διάλυσή της»! Από τότε που η Ε.Ε. άκριτα προχώρησε σε κατάργηση εθνικών συνόρων και ταυτοτήτων και υπέκυψε στον πειρασμό της παγκοσμιοποίησης, αυτού του… υψηλού ιδεώδους της διεθνούς τοκογλυφίας το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο.
Μια Ευρώπη που απέτυχε να επαναφέρει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη σε μια οικονομία μόλις του 2% , την Ελλάδα, και να την προστατεύσει από την αρπακτικότητα της διεθνούς κλεπτοκρατίας αξίζει να υπάρχει; Προς τι;
Ασυγκάλυπτη ωστόσο η διοικητική ανεπάρκεια και η ένδεια οραμάτων της εγχώριας Αριστεράς. Αποδόμησε και το ηθικό πλεονέκτημα της αφετηρίας της.
«Άρχε» (=κυβέρνα) συμβούλευε ο Σόλων. Αλλά «πρώτον μαθών άρχεσθαι» (=αφού πρώτα μάθεις να είσαι αρχόμενος). «Άρχεσθαι γαρ μαθών άρχειν επιστήσει» (=γιατί αφού μάθεις να άρχεσαι, τότε θα είσαι σε θέση να άρχεις). Δοκιμασμένες αλήθειες που γκρεμοτσακίζουν όσους τις καταπατούν.
Αποκαλυπτικότατη η Handelsblatt (4/5/16) προβάλλει την έρευνα της Ευρωπαϊκής Σχολής Μανατζμέντ και Τεχνολογίας του Βερολίνου. Καταπελτώδη τα ευρήματά της: από τα 220 δισ. ευρώ των δανείων μας μόνο το 5% (9,7 δισ.) κατέληξε στον ελληνικό προϋπολογισμό. Το 95% διατέθηκε για τη σωτηρία των ευρωτραπεζών ως εξής: 86,9 δισ. για παλαιά χρέη 52,3 δισ. για τόκους και 37,3 δισ. για ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών.
Για το 2018 θα χρειασθούμε 12 δισ. ευρώ, 6 για να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα και άλλα τόσα για να πετύχουμε το ποθητό πρωτογενές πλεόνασμα = 3,5% του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει άλλα μέτρα, (=νέα μνημόνια) και ασφαλώς περαιτέρω ύφεση και λόγω νέας υπερφορολόγησης κάθετη μείωση φορολογικών εσόδων.
Πρόκειται για φαυλεπίφαυλο σχέδιο αφανισμού της Ελλάδος αφού οδηγεί αναπόφευκτα και σε εθνικοαμυντική αποδυνάμωσή μας. Το ΝΑΤΟ είναι για μας βαρίδιο. Ωμή η πρόσφατη δήλωση Στόλτενμπεργκ: «Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ευαίσθητα ζητήματα στο Αιγαίο Πέλαγος. Γι’ αυτόν τον λόγο είχαμε δηλώσει με μεγάλη προσοχή όταν αποφασίσαμε να συμμετάσχουμε, ότι το ΝΑΤΟ θα έχει ευαισθησία σε οποιαδήποτε εθνική θέση, απόφαση που αποτελεί και τη βάση της δράσης μας εξαρχής» (Καθημερινή, 24/4/16). Τόση «ευαισθησία» ώστε η νατοϊκή αρμάδα να παρακολουθεί ακίνητη τις πρωτοφανείς τουρκικές προκλήσεις εναντίον μας.
Η Τουρκία είναι ο κύριος εχθρός μας. Οι ηγεσίες μας όμως αρνούνται επιμόνως να το συνειδητοποιήσουν. Το ΝΑΤΟ θα μας στηρίξει, αν μια στο τρισεκατομμύριο μας επιτεθεί η… Ρωσία!!! Για Ελλάδα – Κύπρο «νίπτει τας χείρας του». Η Άγκυρα κατατρύχεται από όγκο προβλημάτων, αλλά ο επεκτατισμός της είναι στο DNA της και τον λειτουργεί στην διαπασών. Αμερικανοί και ιδίως Ρώσοι δείχνουν να το κατάλαβαν. Αντιθέτως η Ευρώπη εξακολουθεί να κάνει striptease ενδίδοντας στις απαιτήσεις του σουλτάνου.
Ο ΥπΕξ κ. Κοτζιάς απαριθμεί τα τουρκικά προβλήματα (Συνέντευξη στον Π. Σαββίδη, Ανιχνεύσειςhttp://www.anixneuseis.gr) αλλά η αυτοκαθησυχαστική διαπίστωσή του ότι ο Ερντογάν δεν έχει δείξει διάθεση για θερμά επεισόδια, αλλά μόνον για αμφισβητήσεις, δεν επιβεβαιώνει την εθνική μας αποφασιστικότητα. Οι αμφισβητήσεις του Τούρκου δεν είναι λεκτικές, αλλά πεισματικά εμπράγματες. Μην αυταπατώμεθα.
Κείμενο ρωμαλέο με στιβαρές θέσεις, η Διακήρυξη των «10» (Κασιμάτης, Φίλιας, Νεάρχου, Αξελός, Ήφαιστος, Μάζης, Ευρυβιάδης, Αλευρομάγειρος, Βάσσης, Στοφορόπουλος) για την Κύπρο μας.
Καταγγέλλει την σκόπιμη καλλιέργεια αισιοδοξίας για δήθεν λύση, ενώ πρόκειται για παραπλάνηση αναφορικά με το πραγματικό περιεχόμενο του συζητούμενου σχεδίου. Η διζωνική – δικοινοτική ομοσπονδία πάσχει αφετηριακά. Καταλύοντας την δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας υποδουλώνει την πλειοψηφία στη τ/κ μειοψηφία δηλαδή στην Άγκυρα που την ελέγχει πολιτικοστρατιωτικά και δημογραφικά (οι έποικοι είναι υπερδιπλάσιοι των τ/κ).
Το ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν θα ισχύει αφού η δυσώνυμη συμφωνία χαρακτηρίζεται «πρωτογενές ευρωδίκαιο».
Όμως το Κυπριακό δεν είναι διακοινοτικό, αλλά πρόβλημα εισβολής, κατοχής και εποικισμού. Λύση υπέρ ε/κ και τ/κ σημαίνει αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων. Η συζητούμενη είναι καταστροφή. Ελλαδίτες και Κύπριοι μην ξεχνούμε ότι:
…«Τη λευτεριά μας τούτη
δεν την ήβραμε στο δρόμο
και δε θα μπούμεν εύκολα
στου αυγού το τσόφλι,
γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα
σ’ αυτό να ξαναμπούμε πίσω
μα εγίναμε πουλιά, και τώρα πια
στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε»!
 (Μακρυγιάννης)
*Πρόεδρος Δημοκρατικής Αναγέννησης

2 Μαΐου 2016

Η ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ! Χρήστου Χρηστοβασίλη !

Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) υπήρξε συγγραφέας και δημοσιογράφος, εκπρόσωπος της ηρωικής και βουκολικής λογοτεχνίας και σημαντική μορφή της λογοτεχνίας της Ηπείρου κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα
.
Ετελείωνε η εκκλησιά. Ο παπάς στεκότανε μπροστά στην Ωραία Πύλη  κι αντί  Δι΄ευχών και των αγίων πατέρων ημών …… έλεγε Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω….
Όλο το χωριό σταυροκοπιόταν , και διπλή χαρά ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του. Τέτοια χαρούμενη Λαμπρή δε θυμόνταν κανείς να έχει ιδεί εκεί- πέρα.Τελειώνοντας ο παπάς το τελευταίο του Χριστός ανέστη είπε:
-Χριστός ανέστη , χωριανοί! Και του χρόνου να είμεστε καλά. Κι ο Μεγαλοδύναμος να μας φέρει καλά τ΄αδέρφια μας που πολεμούνε στο γεφύρι της Πλάκας, στο Λούρο , στην Πρέβεζα και στα Πέντε Πηγάδια….
Την τελευταία του φράση την επρόφερε με δάκρυα ,κι όλο το χωριό , άντρες και γυναίκες , έκλαψαν  μέσα στην εκκλησία, αλλά έκλαψαν από χαρά κι από αναγαλλιασμό , και φιλιόνταν γκαρδιακά ο ένας με τον άλλον για την Ανάσταση του Χριστού και για την ανάσταση , που νόμιζαν , της σκλαβωμένης Πατρίδας.
Ο παπάς ξαναμπήκε στο Ιερό για να αποτελειώσει τη λειτουργία, και το χωριό άρχισε να βγαίνει από την εκκλησιά  φαμίλιες -φαμίλιες .Πρώτα έβγαιναν οι μεγαλύτερες οι φαμίλιες κι ύστερα οι μικρότερες ,κι από τις φαμίλιες πάλι πρώτοι έβγαιναν οι γέροντοι με τις γριές , και παραπίσω οι νιοι και οι νιες και τα παιδιά.
Πρώτος -πρώτος βγήκε ο προεστός του χωριού , ο γερο-Λιόλιος , γέρος μ΄εβδομηνταπέντε χρόνια και πλιότερο στη ράχη του και με κάτασπρα μαλλιά και με κάτασπρα μακριά μουστάκια , κρατώντας με το ζερβί του χέρι την άσπρη του λαμπάδα κι ακουμπώντας με το άλλο σε μιά ροζιάρικη και χοντρή πατερίτσα.
Αποπίσω ερχόνταν δύο παιδιά του , απάνω από σαράντα ή σαρανταπέντε χρόνων το καθένα , δυό παντρεμένα αγγόνια, εφτά νυφάδες από παιδιά και δυό αγγονονύφες , και καμιά εικοσαριά αγγόνια από είκοσι χρόνων και κάτω.Απ΄ τα επίλοιπα πέντε παιδιά του γερο-προεστού , που δεν ήτανε στην εκκλησιά , δυό ήταν πεθαμένα και τρία ξενιτεμένα , κι από τα τρία πάλι το ένα ήταν εθελοντής στον ελληνικό στρατό.
Τραβούσε μπροστά ο γερο-προεστός , σαν σερτάρι  κοπαδιού , κι ερχόνταν όλο το χωριό καντά του , με τα κεριά στα χέρια αναμμένα. Ήτανε νύχτα βαθιά ,κι ο αυγερινός δεν είχε ξεπροβάλει ακόμα από την κορυφή των Τζουμέρκων. Αλλά μια φωτεινή αυλακιά , απλωμένη από το κορφοβούνι του Περιστεριού ως απών στα Γιάννινα , έδειχνε πως τ΄αστέρι αυτό , που τ΄ονομάζουν οι πλιότεροι ”λαμπρό”, δεν θ΄αργούσε να βγει.
Ανάμεσα απ΄την εκκλησιά και το χωριό είναι ένα μεγάλο δεντρόφυτο πλάτωμα. Εκεί σταμάτησαν όλοι , κι έκαμαν ένα μεγάλο κύκλο να μιλήσουν για τον πόλεμο.
Ένα ψιλό αγεράκι , που τραβούσε απ΄το χωριό ,έφερνε τη μοσκομυρουδιά των αρνιών που ψήνονταν στις αυλές των σπιτιών.
-Τα μάθαταν;
-Τι καινούργια;
-Αληθινά πως τους τσάκισαν τ΄αδέλφια μας τους Τούρκους;…..
-Όλο και καλά. Νικήθηκαν οι Τούρκοι στης Άρτας το γεφύρι .Τους τσάκισε ο Κίτσιος ο Μπότσαρης.
-Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πόλεμο…..
-Καημένο Σούλι , να μην πεθάνεις ποτέ με τα παλικάρια που βγάζεις!….Εσύ στα παλιά χρόνια , εσύ και τώρα!
-Πόσοι αρχηγοί ήτανε στην Άρτα;
-Δυο. Ο Κίτσιος ο Μπότσαρης κι ο Κώστας ο Σιέχος.
Ο Μπότσαρης κλείστηκε στην Άρτα κι ο Σιέχος πέρασε το ποτάμι και πήρε τα πλευρά των Τούρκων.Τότε οι Τούρκοι βάρεσαν μ΄όλα τους τα δυνατά να πάρουν την Άρτα , για να κλείσουν τον Σιέχο μέσα στο τούρκικο , αλλά τους τσάκισε το Μποτσαράκι ,κι έτσι σκόρπισαν ,κι όπου φύγει-φύγει….
Τότε ο δικός μας ο στρατός πέρασε το γεφύρι της Άρτας κι έπιασε τα Λέχοβα , την Κανέτα και τα Πέντε Πηγάδια.
-Σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι;
-Σαν πόσοι έπεσαν απ΄τους δικούς μας;
-Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές και λείπουν τρεις χιλιάδες,
μετριούνται τα Ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες!
-Σαν τι άνθρωποι να΄ναι ο Κίτσιος ο Μπότσαρης κι ο Κώστας ο Σιέχος;
-Ο ένας μια πιθαμή άνθρωπος ,μικρός μα θιαμαχτός , κι ο άλλος θεριακωμένος :δυο Τούρκους μπορείς να κρεμάσεις από τα μουστάκια του!
-Χαρά στις μάνες που τους έκαμαν!
Ο γέρος -προεστός , που είχε σταθεί κι αφουγκράζονταν τι έλεγαν οι χωριανοί , φώναξε:
-Ωρέ παιδιά! Ποιος σας τις έφερε τις κουβέντες; Μη μιλάτε , μωρέ παιδιά μου , όπως θέλει η καρδιά σας , και σας δοκιμάσει ο Θεός !
-Είναι αλήθεια , μπάρμπα, αυτά που λέμε!Είναι αλήθεια ! Ήταν κάτι Τσιάμηδες στην Άρτα , και με την καταστροφή των Τούρκων πέρασαν κι αυτοί δώθε χωρίς διαβατήρια και τράβηξαν για τα χωριά τους!
-Τους είδες με τα μάτια σου εσύ; τον ερώτησε ο γερο-προεστός με δυσπιστία.
-Τους είδα και μίλησα μαζί τους , και μου τα είπαν όλα!
-Ποια μέρα φύγαν από την Άρτα οι Τσιάμηδες;
-Τη Μεγάλη Παρασκευή .Ήλθαν από τα Λακκοχώρια , πέρασαν από τον Καλαμά ψες το σουρούπωμα και τράβηξαν νύχτα για τα χωριά τους…
-Ωρέ , δεν έχει κανένας από σας άρματα; βροντοφώνησε ο γερο-προεστός πνιγμένος από τη χαρά του . Η Πασκαλιά θέλει αρνιά , ο Αι-Γιώργης κατσίκια , ο γάμος κριάρια , κι η λευτεριά ντουφέκια! Δεν έχει κανένας από σας άρματα για να ρίξουμε και να χαιρετίσουμε τη λευτεριά; Πεντακόσια χρόνια δούλοι, ωρέ παιδιά , και να μην έχουμε σήμερα ένα ντουφέκι να ρίξουμε και να καλωσορίσουμε τη λευτεριά μας;
- Αμ τι ρωτάς ; του απολογήθηκε ένας. Δεν μας τα΄μασαν όλα τ΄άρματα οι Τούρκοι; Ποιανού άφηκαν ντουφέκι ή πιστόλα; ξαναρώτησε.
-Ωρέ , δεν έχει κανένας ένα παλιοντούφεκο , μια παλιοπιστόλα;ξαναρώτησε.
-Αμ τώρα , γέρο -μπάρμπα , του είπε ένας , θα πλακώσουν γκράδες και βελονωτά όσα θέλεις!΄Ορεξη να΄χεις να ντουφεκάς. Ντουφέκια και φισέκια χάρισμα.
-Mωρέ, εγώ το θέλω αυτή τη στιγμή , δεν το θέλω ύστερα! Τι να το κάμω ύστερα; Αχ, ανάθεμά τους τους αντίχριστους που μας τα ΄μασαν όλα τ΄άρματα! Ανάθεμά τους και τρισανάθεμά τους τους αντίχριστους! Έχει , ωρέ , κανένας σας κανένα παλιοντούφεκο για μια φορά , και του το γυρίζω πίσω! Ένα αρνί διαλεχτό δίνω για ένα παλιοντούφεκο  γεμάτο.
-Δίν΄ς τ΄αρνί;
-Μωρ΄έχεις άρματο , γερο- Τόλαινα;
-Μα το ξύλο πόχω φάει απ΄τους αντίχριστους για να μην τους το μαρτυρήσω!
-Ντουφέκι είναι;
-Ναι , ντουφέκι , του μακαρίτ΄!
Και η γριά άρχισε να κλαίει το μακαρίτη της.
-Άφσ΄ τα κλάματα , γριά , και σύρε να μου φέρ΄ς το ντουφέκι στο σπίτ΄ , να σου δώσω τ΄ αρνί….
Όλο το χωριό ήταν τρελό από τη χαρά του. Από τα λόγια , από τα φερσίματα , από το περπάτημα νόμιζε κανείς πως όλος εκείνος ο κόσμος  είχε φάει το ζουρλόχορτο.΄Ως  κι αυτά τα λιανοπάιδια , που δεν μπορούσανε να καταλάβουν καλά-καλά τι θα ειπεί λευτεριά , φώναζαν ψαλμωδικά:
-Έγινε ρωμαίικο! Καλημέρα σας! Έγινε ρωμαίικο! Καλημέρα σας!
-Μωρέ , Πασκαλιά μας την έστειλε ο Μεγαλοδύναμος τη χαρά της λευτεριάς μας , έλεγε ο ένας .
-Τέτοιο καλό δεν μπορούσε να ρθει άλλη μέρα παρά Πασκαλιά , απαντούσε ο άλλος.
-Δυο Πασκαλίες!
-Αλήθεια , δυο Πασκαλιές. Η μιά του Χριστού και η άλλη της σκλαβωμένης Πατρίδας!
-Τι μεγάλη μέρα!
-Δοξασμένος να ΄ναι ο Κύριος!
Με τέτοιες κουβέντες ο κόσμος όλος μπήκε στο χωριό , και κάθε φαμίλια πήγαινε στο σπίτι της.Οι αυλές των σπιτιών φεγγοβολούσαν από τις ψησταριές των αρνιών που στριφογύριζαν απάνω στη θράκα.
Όταν ο γερο-προεστός έφτασε στο σπίτι του , βρήκε στην αυλόθυρα τη γριά με το ντουφέκι στα χέρια να περιμένει.Μόλις την είδε ρίχτηκε απάνω της να της το πάρει.
-Τ΄ αρνί πρώτα ! του φωνάζει η γριά.
-Μωρέ ένα αρνί μονάχα γυρεύεις , κουτή , της λέει ο προεστός .Εγώ τέτοια μέρα σφάζω όλο το κοπάδι και καίω και τα σπίτ΄ μ΄ ακόμα!
Και, σα να προσβάλθηκε από την απάντηση της γριάς , έκραξε ένα αγγόνι του που είχε ανεβεί στο σπίτι:
-Ωρέ Κίτσιο! Κίτσιο ωρέ!
-Όρσε , παππού ! του απολογήθηκε το παιδί , παλικάρι ως δεκατεσσάρων -δεκαπέντε χρόνων.
-Να πεταχτείς ,ωρέ , στη στάνη και να ξεκόψεις δεκαπέντε ως είκοσι αρνιά καλά.Γρήγορα! Ακόμα εδώ είσαι!
Το παιδί λάκισε σαν ελάφι στη στάνη , αλλά ο γερο-προεστός , θέλοντας να δείξει όλη τη χαρά της καρδιάς του , φώναξε το διαλαλητή του χωριού:
-Ωωωωρέ Νάσιο! Νάσιο ωρεεέε!
-Έφτασα , μπάρμπα , απολογήθηκε μια φωνή εκεί- γύρω από τα σπίτια.
-Να βγεις , ωρέ , στη ράχη και να διαλαλήσεις στο χωριό πως όποιος δεν έχει αρνί να ρθει στο σπίτι μου να πάρ΄!…
Η γριά όμως , μ΄όλα αυτά που γινόνταν , κρατούσε το ντουφέκι με τα δυο της χέρια και δεν το ‘δινε πριν της φέρουν πρώτα τ΄αρνιά.
-Δεν το δίνω ακόμα ,έλεγε , θέλω τ΄αρνί πρώτα!
Του Νάσιου η φωνή ξεχύθηκε σ΄όλο το χωριό σαν δυνατός βοριάς, κι όσοι δεν είχαν αρνί έτρεξαν στο σπίτι του προεστού.Έτρεξαν ακόμα κι εκείνοι που είχαν , όχι για να ζητήσουν κι αυτοί , αλλά για να ιδούν με τα μάτια τους το ψυχικό του προεστού.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και , νά σου ,έφτασε κι ο Κίτσιος μ΄ένα κοπάδι αρνιά.
-Το καλύτερο της γριάς ! φώναξε ο προεστός , και στη στιγμή ο πιστικός που ερχόταν μαζί με τον Κίτσιο άρπαξε απ΄τον λαιομό ένα λάγιο αρνί με μιά βούλα άσπρη στο μέτωπο σαν τον αυγερινό , που ήταν μια οργιά βγαλμένος εκείνη την ώρα.
Η γριά με το έν΄χέρι άρπαξε τ΄αρνί και με τ΄άλλο τρεμάμενο έδινε το ντουφέκι στου προεστού τα χέρια , από φόβο μην ήτανε ψέμα το τάξιμο.Ύστερ΄από τη γριά πήραν από ένα αρνί όσοι δεν είχαν ,κι ο προεστός , παίρνοντας το ντουφέκι στο χέρι του , είπε στη γριά:
-Γεμάτο είν΄ωρή;
-Γεμάτο! όπως το ΄χει αφήκει ο μακαρίτ΄ς.
-Μωρέ, είν΄ ακέρια πέντε χρόνια από τότε.Φοβάμαι  μη δεν πάρ΄φωτιά και ντροπιαστώ!
Σηκώνει το λύκο και λέει:
   -Χριστός  Ανέστ΄ ωρ΄αδέρφια .Χριστός Ανέστ΄! Καλώς μας ήλθ΄ η λευτεριά!
Το παλιοντούφεκο βρόντησε κι ετράνταξε το χωριό , και με το βρόντημά του σωριάστηκε ο προεστός άψυχος!
Ρίχνονται απάνω του οι δικοί και ξένοι , φέρνουν αναμμένα δαδιά , του ρίχνουν νερό , τίποτε .Είχε ξεψυχήσει . Τον είχε σκοτώσει η χαρά .

σερτάρι=το αρσενικό που σέρνει το κοπάδι
βελονωτά=εμπροσθογεμή και πολεμικά με ξιφολόγχη
λάγιο = μαύρο , που θεωρείται ότι έχει καλύτερο κρέας

Χρήστου Χρηστοβασίλη,  “Πασχαλινά διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων”, εκδόσεις GUTENBERG, σελ.55-63

http://averoph.wordpress.com/2013/05/07

1 Μαΐου 2016

Χριστός Ανέστη ! Παύλος Νιρβάνας

Χριστός Ανέστη ! Παύλος Νιρβάνας

Κάποτε —εδώ και πολλά χρόνια— που μούτυχε να κάνω Ανάσταση σε κάποιο ορεινό χωριό της Ρούμελης, ένας γέρος χωριάτης, υψώνοντας τη λαμπριάτικη λαμπάδα του, σα χαιρετισμό, προς τ' αναστάσιμα άστρα, μου είπε σα να μιλούσε με τον εαυτό του : 

—Ημέρεψαν απόψε, παιδί μου, τα Ουράνια. 

Στα δυό αυτά λόγια ο αθώος χωριάτης είχε κλείσει, επιγραμματικά, το βαθύτερο νόημα του χριστιανικού θαύματος. «Ημέρεψαν τα Ουράνια». Ο ουρανός, χωρίς το μεγάλο χριστιανικό θαύμα, θα εξακολουθούσε να είναι για την περίφοβη ψυχή του απλοικού ανθρώπου —για κάθε ανθρώπινη ψυχή— το κατοικητήριο ενός Θεού τρομερού, δικαιοκρίτη χωρίς επιείκεια και τιμωρού χωρίς έλεος. Τέτοιοι στάθηκαν οι θεοί όλων των θρησκειών. Κυβερνούσαν τα πλάσματά τους με τον τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι απ' το λαό τους, δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τις αδυναμίες του, δεν είχαν πονέσει ποτέ τον πόνο του, δεν είχαν βασανισθεί ποτέ απ' τα βάσανά του, δεν είχαν κλάψει ποτέ τα δάκρυά του. Ανίκανοι να συμπονέσουν, να λυπηθούν και να συχωρέσουν. Πως να μην είναι «άγρια» — όπως τάβλεπε το μάτι του φοβισμένου ανθρώπου —τα ουράνια, τα κατοικημένα από τέτοιους θεούς; 

Και μέσα στην ανοιξιάτικη εκείνη νύχτα, που η λαμπάδα του γέρου χωριάτη είχε υψωθή σα χαιρετισμός προς τα λαμπρά, αναστάσιμα άστρα, τα ουράνια είχαν ημερέψει. Δεν κατοικούσε πιά εκεί απάνω υψωμένος στον τρομερό του θρόνο, ένας θεός ξένος για τους ανθρώπους. Κατοικούσε ένας γλυκύτατος θεός, που είχε πονέσει όλους τους πόνους των ανθρώπων, που είχε γνωρίσει όλες τις αδικίες της γης, που είχε τραβήξει όλες τις καταφρόνιες, που είχε πληρώσει όλες τις αχαριστίες. Τον έβρισαν, τον αναγέλασαν, τον έφτυσαν, τον έσυραν δεμένο στους δρόμους, σαν το τελευταίο κακούργο, τον σταύρωσαν. Επείνασε, εδίψασε, κουράστηκε, αντίκρυσε τη φρίκη του θανάτου. Για μια στιγμή είδε τον εαυτό του λησμονημένο κι' απ' τον ίδιο το Θεό, που ήταν πατέρας του. «Θεέ μου, θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;» 

Δε στάθηκε πόνος, που να μην τον γνώρισε, καρδιοσωμός, που να μην τον έννοιωσε, δυστυχία, που να μη γεύθηκε το φαρμάκι της. Ήπιε όλα τα φαρμάκια, που μπορεί να πιή άνθρωπος σ' αυτόν τον κόσμο. Και, τη νύχτα εκείνη, ο πονεμένος και βασανισμένος αυτός άνθρωπος είχε ανέβη στους Ουρανούς και είχε καθήσει παντοδύναμος στο θρόνο του θεού, να κυβερνήση τον κόσμο. Πως να μην «ημερέψουν τα Ουράνια»; Μια απέραντη καλωσύνη είχε πλημμυρίσει το στερέωμα. 

Γιατί να τρέμη πιά ο αμαρτωλός; θα συλλογιζότανε ο γέρος. Εκείνος που συχώρεσε την πόρνη, το ληστή κι εκείνους ακόμα που τον σταύρωσαν, είναι τώρα εκεί απάνω, για να ιδή τα δάκρυα του μετανοιωμού του και να τον συχώρεση. Γιατί ν’ απελπίζεται ο άρρωστος; Εκείνος που γιάτρεψε τον τυφλό και τον παράλυτο, είναι τώρα εκεί απάνω για να τον γιατρέψη. Γιατί να βαρυγκομάη ο φτωχός και ο αδικημένος; Εκείνος, που πείνασε και δίψασε, είναι τώρα εκεί απάνω και καταλαβαίνει τη δυστυχία του. Γιατί να λαχταράη η μάννα για το παιδί της; Εκεί απάνω στους Ουρανούς είναι μια Μαννούλα, που δοκίμασε τον πόνο της, για να παρακάλεση το παιδί της, που κυβερνάει τον κόσμο, να την ελεήση. Και γιατί να τρέμη ο ασπρομάλλης ο γέρος την ώρα του θανάτου; Είναι και γι' αυτόν, είναι για κάθε ψυχή, μια ανάσταση. 

Τα Ουράνια είχαν ημερέψει, αλήθεια, εκείνη την ανοιξιάτικη νύχτα. Και η λαμπάδα του γέρου είχε υψωθή σα χαιρετισμός και σαν ευχαριστία, προς τα αναστάσιμα άστρα. 

—Χριστός ανέστη, παππού.
—Ο Θεός, ο Κύριος, παιδί μου.
 

23 Απριλίου 2016

Γεώργιος Καραϊσκάκης- Άφησε την τελευταία του πνοή στις 23 Απριλίου 1827

"Ο γιος της καλογριάς"
 
Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας, Σκουληκαριά, ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η Ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες, και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.
Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.
Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.
Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματολός του Βάλτου. Λιμπίστηκε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.
Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία. Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τ΄ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει!  Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.
Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τι θ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιός θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.
Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή ο γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της (των ομματιών της) κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.
Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε νια κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο Καραϊσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.
Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;
– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;
Κι έπαιρναν την απόκριση:
– Ο γιος της καλογριάς.
Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.
ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΤΕ, ΒΡΕ!
Μεγάλωνε το παιδί ανάμεσα στους ξένους, τρώγοντας ξύλο και μπομπότα. Ένα κουρέλι σκέπαζε το κορμί του ό,τι καιρό κι αν έκανε. Τα γυμνά πόδια του συνήθισαν ν΄ αντέχουν στις κοφτερές πέτρες, στις τσουκνίδες την άνοιξη στα ξεράγκαθα το καλοκαίρι, στα χιόνια το χειμώνα. Έμαθε να κάνει βαριά θελήματα πιο πάνω από την ηλικία του. Άμα του δίνανε να βοσκάει τα γίδια ήταν η χαρά του, σκαρφάλωνε στις κακοτοπιές καλύτερα απ’ αυτά.
Φτώχεια όλα, τα πάντα, και μιζέρια γύρω του, μα η δική του ζωή ήταν πιο άχαρη απ’ όλες. Και τούτη τη σκοτεινή εικόνα δεν τη λησμόνησε ποτέ. Γι αυτό συμπονούσε τον αδύνατο και κατηγόραγε όσους του φέρνονταν άδικα. Συχνά, όταν πια τράνεψε έλεγε:
-Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλίμονο στο δούλο.
Η σκληρή αυτή ζωή τον έκανε πρόωρα να μεστώσει . Αν τσακωνόταν μ’ άλλα παιδιά και τους άνοιγε με καμιά πέτρα το κεφάλι, έτρωγε της χρονιάς του κι από πάνω άκουγε αδιάκοπα, σαν μια κατάρα που δε μπόραγε να την κρίνει, να τον φωνάζουν μούλο και μπάσταρδο. Αν πάλι τον εχτύπαγαν τα’ άλλα παιδιά, ήξερε πως δεν είχε να παραπονεθεί σε κανέναν, γιατί σ’ αυτόν θα ‘ριχναν το φταίξιμο.
Μα η ζωή δε μοιάζει με τα όνειρα. Η μάνα του, ως φαίνεται, πέθανε άμα ήταν οχτώ χρονών. Όλα γύρω του γίνηκαν κόλαση. Οι ξένοι καταφρόνεσαν το παιδί πιότερο από ποτέ και γύρευαν μ’ αδιάκοπη δούλεψη να τους πλερώνει το ξεροκόμματο που του δίναν να φάγει. Και τότε παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Παρατάει τους Σαρακατσαναίους, φεύγει από το Μαυρομάτι και τραβάει για τη Γράλιστα (Ελληνόπυργο), που βρίσκεται ίσαμε πέντε ώρες δρόμο από τη σημερινή Καρδίτσα. Κι εκεί λίγο πιο κάτω απ’ το χωριό, στη σπηλιά του Λώλου, στήνει το πρώτο λημέρι του. Είχε τη γη για στρώμα, προσκέφαλο την πέτρα. Τα μόνα άρματά του για να μη πεθάνει από την πείνα, ήταν η σβελτάδα του κι η καπατσοσύνη του. Έκλεβε φρούτα κι άλλοτε άρπαζε καμιά κότα. Τέτοια κακή φήμη απόχτησε τότες, που οι μάνες, σ’ αυτά τα μέρη, ακόμα ως χτές λέγανε στους κανακάρηδές τους, άμα τους βλέπανε να αλητεύουν:
-Σαν τον Καραϊσκάκη καταντήσατε, βρέ!»
(Δ. Φωτιάδης, Καραισκάκης)

12 Απριλίου 2016

Είναι στενό το φόρεμα και δεν το θέλω...Κυρά Γιωργία απ τα Πετράλωνα Ηλείας ...



Σημείωση δική μου:
"Βρείτε τρόπο να ξεφύγετε από τα κουμπιά !"
Μπράβο θειά ! Μπράβο πατριώτισσα  ! ! !
Τα είπες όλα !....
Ι.Β.Ν.

10 Απριλίου 2016

Δόξα στὸ Μεσολόγγι ! ! !

Δόξα στὸ Μεσολόγγι ! ! !

Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου -  La Grèce sur les ruines de Missolonghi, Ευγένιος Ντελακρουά, 1826 (ΠΗΓΗ)
Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου -
La Grèce sur les ruines de Missolonghi, Ευγένιος Ντελακρουά, 1826
(ΠΗΓΗ)
 (Το 1926, απαγγέλθηκε από τον ίδιο τον Ποιητή, στην 100η επέτειο της Εξόδου στο Μεσολόγγι - απόσπασμα)
Γη, τους ξάστερους πάντοτε ουρανούς μου
κάθε λογής κόσμοι αστρικοί πλουμίζουν,
άστρα που σβύνουν και που πέφτουν, άστρα
που τρεμοφέγγουν,

πλανήτες, φωτοσύγνεφα, κομήτες,
φώτα χλωμά και φώτα θάμπωμα, ήλιοι,
πες τα μαργαριτάρια και χρυσάφια,
πες τα διαμάντια.

Μα εσύ, ρουμπίνι απ᾿ τους αχνούς δεμένο
μαρτυρικών και ηρωικών αιμάτων.
Στον ουρανό της πλάσης, καθώς είναι του πόλου το άστρο,
του πόλου το άστρο εσύ στους ουρανούς μου.

Της Δόξας, δόξα, ω Γη! Το Μισολόγγι:
Κι᾿ οι με ονόματα μύρια γνωρισμένοι
κόσμο μου που είναι
κι᾿ οι από σπαθιού καταχτητές, και οι δάφνες

Των πολεμάρχων οι αιματοβαμμένες,
κι᾿ οι Αλέξαντροι
κι᾿ οι Εφτάλοφες και οι Νίκες
και οι Σαλαμίνες,

Και με τις ιστορίες οι πολιτείες
και στόματα χρυσά και οι Κυβερνήτες
κι᾿ οι Ηράκλειτοι του Λόγου και της Τέχνης
παντού κι᾿ οι Αισχύλοι, 

Ανήμποροι όπως κι᾿ αν σταθούν μπροστά σου,
και σε μιάς τρίχας ήσκιο να θολώσουν
την ξεκομμένη απ᾿ του Κυρίου την όψη
φεγγοβολιά σου.

Μισολόγγγι. Χαρά της ιστορίας,
Γη επαγγελμένη. Πάνε εκατό χρόνια,
Κι᾿ ας πάνε. Η θύμηση άχρονη μπροστά σου
Θα γονατίζει.

Κωστής Παλαμάς
Πηγή: www.nektarios.gr

9 Απριλίου 2016

Έτσι ήτανε ωρέ !...-Γιάννης Βλαχογιάννης (Για την έξοδο του Μεσολογγίου)..

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει το διήγημα του Γιάννη Βλαχογιάννη «Έτσι ήτανε», από τη συλλογή διηγημάτων «Μεγάλα Χρόνια» Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Παππού, σήκου, παππούλη: Σήμερα είναι μέρα επίσημη: Τι φυλάς το στρώμα και βογγάς; Όλο βογγάς κι όλο μαλώνεις – σώνει πια: Έβγα να ιδής: Έλα ν’ αλλάξης και να πας στην αγορά. Ο κόσμος έχει πανηγύρι σήμερα – Σάββατο Λαζάρου:
Το μαθητούδι ζωηρό, καθώς μπήκε στο σπίτι, έφυγε κιόλα. Τόξερε ο παππούς πως ήταν η τρανή. Παραμονή, της Έξοδος η μέρα… Αχ, τέτοια μέρα δε θα ξαναφανή – μήτε ο θεός να δώση:
Τόξερε ο παππούς, κι αυτό από μέρες κι από νύχτες συλλογιόταν. Ο πονεμένος νους του σερνότανε τριγύρω στη μεγάλη Θύμηση. Και την περίμενε τη μέρα αυτή, σα νάτανε ναρχόταν άλλη μια φορά, πρώτη φορά – του κάκου:
Μα του μικρού τ'αγγόνου οι χαρωπές φωνές του ξάφνισαν το νου. Κι εκεί, να πάλι το τρελόπαιδο μπροστά του. Άφησε τις τρεχάλες για να ξαναρθή και να του γίνη πειρασμός και πάλι.
-Ακόμα κάθεσαι, παππούλη; Λεχώνα θα μου γίνης αυτού πέρα; Απόλυσε κι η εκκλησιά:
-Καλά, καλά, μωρέ παιδί, μη με μαλώνεις τόσο· γέρος είμαι, δε μπορώ να σηκωθώ. Εδώ άσε με να σήπωμαι…
-Τι είπες; Δεν ακούς; Περνάει η Έξοδο!
Αυτός ο λόγος χτύπησε το γέρο αλλόκοτα. Της λιτανείας η βοή, που έφτανε απ’ τον άλλο δρόμο, κρυφή τρεμούλα τούχυσε στα σωτικά· ο νους του σάλεψε άξαφνα.
-Έφτασα: Τ’ άρματά μου:
Ορθός τινάχτηκε σαν παλληκάρι. Ανάλλαγος, ανάμαλλος ζώστηκε το σπαθί. Και βγήκε.
Τα μάτια αγριωπά στυλώνει γύρω του. Κάτι σα να ζητή. Το κανόνι και το τουφέκι γεμίζει όλη τη χώρα μ’ αμέτρητη βοή. Κόσμος πολύς στην αγορά. Όλοι ντυμένοι τα καλά τους. Όλοι τ’ άρματα κρατούν – και ρίχνουν:
Ο λαός παίζει με τη φαντασία του το παιγνίδι αυτό, στο χρόνο μια φορά. Θέλει να ξαναζωντανέψη τη μεγάλη εικόνα, έτσι για να δη «πώς ήτανε» – κι ο γέρος πάει να το πιστέψη.
Βρίσκεται με τ'αγγόνι στης λιτανείας την ουρά, κι ακολουθούν. Τέλος στους Τάφους έφτασαν. Εκεί χιλιάδες συναγμένοι στέκονται κι ακούν έναν που βγάνει λόγο, μα ο λόγος είν’ ατέλειωτος. Ο γέρος ακούει, και δεν καταλαβαίνει. Ακούει, και καρτερεί· σαν κάτι φαίνεται να καρτερή…
-Ωρέ, δεν ήταν έτσι: κράζει με δυνατή φωνή.
Άφησε στη μέση τη γιορτή και πήρε το δρόμο πίσω για το σπίτι. Θυμωμένος φαίνεται. Βογκάει, στ’ αγγόνι δε μιλεί. Άξαφνα σταματάει. Εκεί κοντά του κάποιος τραγουδεί. Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.

Ορθός ο γέρος, άσειστος ακούει. Βρύση πάνε τα μάτια του. Κλαίει ήσυχα, και δε μιλεί. Τέλος κόπηκε το τραγούδι.
-Να, ωρέ, έτσι ήτανε:
Αυτό είπε μοναχά. Και γύρισε στο σπίτι του και στον καϊμό του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ 16/12/1911
«ΕΤΣΙ ΗΤΑΝΕ» από το βιβλίο «ΜΕΓΑΛΑ ΧΡΟΝΙΑ» Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Πηγή

6 Απριλίου 2016

Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσιάνος (παράδοσις)

Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσιάνος (παράδοσις)
 
ένα πολύ συγκινητικό κείμενο για το παιδομάζωμα- από το Αναγνωστικό της Έκτης Δημοτικού (1964)
(Δημητρίου Γ. Καμπούρογλου)
Ήταν περασμένα τα μεσάνυχτα. Φωνή καμιά! Κανένα ζωντανό δεν έβγαζε φωνή στα ρημαγμένα μέρη. Και αν κάπου κάπου κανένα τριζόνι έκανε πως θα αρχίσει το παραπονιάρικο σκοπό του, ως κι αυτό σώπαινε από το φόβο του. Μακριά ακούστηκε και ένα πετεινάρι να λαλεί πίσω από κάτι χαλάσματα, μα και αυτού η φωνή τρομαγμένη πνίγηκε στο λαρύγγι του. Οι Τούρκοι κλεισμένοι στο Κάστρο. Οι Βενετσιάνοι τριγυρίζουν σαν τ’ αγρίμια στην χώρα. Οι Αθηναίοι είναι τρυπωμένοι στα σπίτια τους.
Βρισκόμαστε στα 1687.
Σβηστό ήταν το καντήλι της Αγίας Γλυκερίας στο Γαλάτσι, κοντά στην Αθήνα. Κανείς δεν πηγαίνει να προσκυνήσει. Και μόνο το κυπαρίσσι της εκκλησίας, που το φυσούσε ο άνεμος, πήγαινε και ερχότανε, και ο ίσκιος του στον τοίχο έμοιαζε σαν καλόγηρος τυλιγμένος στο ράσο του. Το αγιασμένο νερό κατρακυλούσε μουρμουρίζοντας τον κατήφορο και πότιζε ότι εύρισκε στο δρόμο του. Να, να και από κάτω από της όμορφης εκκλησιάς το δρόμο κάποιος προβάλλει. Φτάνει σε κάτι χαλάσματα, βγάζει βαθύ αναστεναγμό, και ακούει πέρα από τον βράχο τον αντίλαλο του μόνο. Έρχεται γύρω γύρω από τα χαλάσματα, κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του. Ποιος άλλος από σένα, άμοιρε Αθηναίε, θα μπορούσε να γνωρίσει το σπίτι του; Χαϊδεύει το αγιόκλημα, που είχε φυτεμένο με την δύστυχη την αδελφή του, σκύβει, παραμερίζει τις πέτρες σαν κάτι να γυρεύει. Ύστερα φεύγει από κεί. Πάει κατά την εκκλησία, στέκεται, γονατίζει σε έναν τάφο εμπρός και φιλεί το μάρμαρο του. Χορτάριασε του γονιού ο τάφος!
-Μα γιατί κλαις σαν μικρό παιδί: τάχα θα ζεις και συ αύριο;
Τα αγριολούλουδα χύνουν γύρω την μυρωδιά τους. Ξαπλώνεται στη γη, ακουμπά το κεφάλι του στον τάφο και, κοιτάζοντας τον ουρανό, ρωτά τι έφταιξε και έμεινε έρημος και μοναχός στον κόσμο!
Αίφνης από τα Τουρκοβούνια κάποιος άλλος προβάλει. Οι νυχτερίδες τρελά φτερουγίζουν και τρίζουν γύρω του. Κατεβαίνει μονοπάτι μονοπάτι, πηδά έναν έναν τους βράχους και κοιτάζει παντού σαν κάτι να ζητεί. Η αγριεμένη όψη του φαίνεται πιο άγρια μέσα στο σκοτάδι. Αλίμονο σ’ εκείνον που θα τον βρει στο δρόμο του! Μα όσο πλησιάζει στην εκκλησιά κοντά, τόσο μερώνει.
-Γιατί κιτρίνισες και τρέμεις σαν κορίτσι, άγριε Γενίτσαρε;
Σε λίγο βλέπει ένα μαύρο πράγμα να έρχεται από το κάτω μέρος. Βαθύ σκοτάδι και δεν διακρίνει τι να είναι. Μα σε μια ξαφνική αστραπή βλέπει πως ήταν άνθρωπος. ΉτανΒενετσιάνος! Ο Γενίτσαρος έγινε πάλι Γενίτσαρος, βγάζει το χατζάρι του και χύνεται καταπάνω του. Μα να, και ο Βενετσιάνος δεν χωρατεύει. Πιάνει με το αριστερό χέρι του το δεξί του Γενίτσαρου. Σκουντιούνται σαν αγρίμια και με τα πολλά έρχονται κοντά στον τάφο. Πετιέται ο Αθηναίος με το σπαθί στο χέρι και βρίσκεται μπροστά τους.
-Εμένα βοήθα, πατριώτη, φωνάζει ελληνικά ο Βενετσιάνος, να σκοτώσουμε τον Τούρκο τον άπιστο!
-Κανέναν δεν βοηθώ! Τους Τούρκους και τους Βενετσιάνους ας τους αγαπούν οι άμυαλοι λαϊκοί. Εγώ και τους δυο τους ξέρω εχθρούς της πατρίδας μου. Όποιος είναι πιο γερός, ας φάει τον άλλο, και τους δυο ας τους φάνε τα σκυλιά και τα κοράκια. Μα τραβηχτείτε από δω! Δεν θα αφήσω να χυθεί αίμα ανθρώπινο στου πατέρα μου, του γέρο Χωραφά, τον τάφο!
Γιατί με φωνή από δυο στόματα ακούγεται: «Αδελφέ μου!»; Γιατί μεμιάς πέφτουν τ’ άρματα κάτω; Γιατί ανοίγονται τρεις αγκαλιές; Ποιος το’ λπιζε, ο πρώτος, που μικρό τον πήραν οι Γενίτσαροι, ο δεύτερος, που παιδάκι τον εξαγόρασαν οι Βενετσιάνοι, και ο μικρός, που στάθηκε πιο τυχερός, για πρώτη φορά να σμίξουν, και σαν εχθροί, στου πατέρα τους τον τάφο;
Κοντεύει να ξημερώσει. Τα πουλάκια μέσα στα χαμόκλαδα τινάζουν τα φτερά τους, βγάζοντας χαρωπή λαλιά. Το νυχτοπούλι κρύφτηκε στα χαλάσματα, να μην το βρει η μέρα. Τα άστρα τρεμοσβήνουν. Η νυχτερίδα έγινε άφαντη. Πόσο θα σάστιζε ο διαβάτης, αν περνώντας έβλεπε ένα Γραικό, ένα Γενίτσαρο και ένα Βενετσιάνο γονατισμένους σιμά σιμά, να χύνουν μαύρο δάκρυ σ’ ένα τάφου λιθάρι!
 
εικόνες από το παλιό αναγνωστικό
 

5 Απριλίου 2016

Το βαπόρι- (Από τον υπέροχο αείμνηστο μπάρμπα-Γιάννη Σκαρίμπα ! )

Το βαπόρι !

Νάναι ως νάχης φύγει -με τους ανέμους- καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλο να πάης
και νάν' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα -μεγάλα
σύγνεφα πάνω -οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται -όλο να τρέμει -
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει -και δε μένει-
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου του κόσμου...

Γιάννης Σκαρίμπας

4 Απριλίου 2016

Η ΕΛΛΑΔΑ «ΑΛΛΑΖΕΙ ΧΕΡΙΑ ;»!

Γράφει ο Νίκος Ταμουρίδης, Αντιστράτηγος (ε.α), Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ
 
»Αυτοί γαρ οικούντες την χώραν μέχρι τούδε παρέδωσαν ελευθέραν δι’ αρετήν. Ημείς δε επηυξήσαμεν τα πλείω αυτής και παρασκευάσαμεν αυτήν τοις πάσιν αυταρκεστάτην και ες πόλεμον και ες ειρήνην», διατράνωσε στον περίφημο »Επιτάφιο» ο μέγας Περικλής, δηλαδή: »Γιατί αυτοί (οι πεσόντες) κατοικώντας την χώρα αυτή, από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας, μας την παρέδωσαν ελεύθερη χάρις στην ανδρεία τους. Εμείς δε τους περισσότερους τομείς αυξήσαμε και την προετοιμάσαμε σε όλα, ώστε να είναι αυταρκέστατη και για πόλεμο και για ειρήνη».
Σήμερα δυστυχώς, γίνεται το τελείως αντίθετο. Η χώρα μας διαλύεται πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, αμυντικά, εθνικά, θρησκευτικά! Σύγχρονοι εφιάλτες άνοιξαν τα προδοτικά μονοπάτια και πλήθη αλλοεθνών και αλλοθρήσκων κατακλύζουν τα άγια χώματά μας. Η πάλαι ποτέ δοξασμένη Ελλάδα των Ελλήνων αμαχητί αλλάζει κάτοχο. Η ζηλευτή πατρίδα μας ξεπουλιέται ολοκληρωτικά! Σήμερα η Ελλάδα »αλλάζει χέρια»!
Εμπρός λοιπόν!
Εσείς που πιστεύετε ότι η χώρα μας πρέπει να μείνει Ελληνική και Ορθόδοξη.
Εσείς που θέλετε να αποκτήσουμε και πάλι την χαμένη μας αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.
Εσείς που αγανακτείτε βλέποντας να πωλείται κάθε υλική, πνευματική και πολιτιστική μας περιουσία.
Εσείς που αντιλαμβάνεσθε ότι παρά τα δυσβάσταχτα μέτρα που φτωχοποιούν το λαό μας, το χρέος και η ανεργία αυξάνονται.
Εσείς που βλέπετε τα παιδιά σας να φεύγουν στο εξωτερικό, γιατί οι θλιβεροί πολιτικοί μας δεν τους παρέχουν την απλή δυνατότητα να ζήσουν και να μεγαλουργήσουν στη γη που τα γέννησε.
Εσείς νέοι που αγανακτείτε γιατί σας παραδίδουμε μια Ελλάδα διαλυμένη και χρεωκοπημένη.
Εσείς που είδατε τις επιχειρήσεις σας να συρρικνώνονται και να κλείνουν.
Εσείς που μείνατε άνεργοι και χάνετε τα σπίτια σας από τα μέτρα των εξευτελιστικών μνημονίων.
Εσείς που είδατε τους μισθούς και τις συντάξεις σας να μειώνονται πάνω από το μισό, από την ανικανότητα των τελευταίων κυβερνήσεων.
Εσείς που καταλαβαίνετε ότι γεμίζουν την Ελλάδα με ξένους και μας επιβάλλουν την αλλοίωση της εθνικής και θρησκευτικής μας ταυτότητας.
Εσείς που δεν ανέχεστε τον καθημερινό βιασμό του Συντάγματος, την γελοιοποίηση του εθνικού μας κοινοβουλίου και την απαξίωση της Δημοκρατίας μας.
Εσείς που βλέπετε την εθνική μας παιδεία να διαλύεται, την υγεία και την κοινωνική πρόνοια να καταρρέουν, τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας να απαξιώνονται και τη δικαιοσύνη να αδυνατεί να επιτελέσει το έργο της.
Εσείς που πιστεύετε ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε την οικονομική κρίση με δουλειά και εκμετάλλευση των εθνικών μας προϊόντων.
Εσείς που επιθυμείτε ένα σωστά οργανωμένο κράτος, χωρίς δυνάστες και κομματικούς στρατούς.
Εσείς που θέλετε η ελληνική οικογένεια να επιστρέψει στα πρότυπα του βασικού κυττάρου της κοινωνίας.
Εσείς που πιστεύετε στα δίκαια όλων των σκλαβωμένων αδερφών μας.
Εσείς που θέλετε να επανακτήσουμε τη δόξα της κλασσικής Ελλάδας και του Βυζαντίου.
Εσείς που δεν ανέχεστε άλλο τα ψέματα και τις κοροϊδίες.
Εσείς που θέλετε να τιμωρηθούν όσοι μας έφεραν σ’ αυτό το σημείο.
Εσείς που έχετε μάθει να αγωνίζεσθε για το δίκαιο.
Εσείς που αγαπάτε τον κατατρεγμένο, έστω κι αν δεν είναι Έλληνας.
Εσείς που νοιώθετε ότι χρωστάτε σ’ όσους πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν.
Εσείς που δακρύζετε όταν υψώνετε η σημαία μας.
Εσείς που μπορείτε να συντρίψετε αλυσίδες με τη δύναμη της ψυχής σας.
Ενωθείτε! Αγωνιστείτε!Υψώστε ένα τεράστιο ΟΧΙ στον αφελληνισμό της Ελλάδας!
Δεν έχουμε δικαίωμα να παραδώσουμε τέτοια χώρα στα παιδιά μας.
Πιστεύουμε σε ένα καλύτερο αύριο.
Έχουμε ένα όνειρο, να ξαναδούμε την πατρίδα μας όπως της αξίζει! Να δούμε τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία να φωτίζουν ειρηνικά όλο τον κόσμο!

Ευχαριστώ πολύ Στρατηγέ  μου !
Ι.Β.Ν.

3 Απριλίου 2016

Ι σινεχίς προσπάθια αλίοσις τις Ελινικίς γλόσας ....

Έτσι θα γράφουν σε λίγα χρόνια τα παιδιά μας. Κι όμως, η Ελληνική γλώσσα, η πληρέστερη και η μόνη νοηματική γλώσσα του κόσμου δεν της αξίζει να σβηστεί από την ιστορία εξαιτίας μιας χούφτας απάτριδων εθνομηδενιστών. Όπως λέει ο Γεώργιος Σεφέρης: «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». Που να ήξερε ο Σεφέρης ότι το 1982, μέσα σε μια νύχτα και σε άσχετο νομοσχέδιο θα καταργούνταν το πολυτονικό και θα ξεκινούσε η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια για την αλλοίωση της γλώσσας μας. «…. η επιβολή του μονοτονικού είναι στην ιστορία των Ελλήνων μια καταστροφή, ασύγκριτα ολεθριότερη από τη Μικρασιατική … το μονοτονικό αποδεικνύεται ένα απλώς μεταβατικό στάδιο ως την πλήρη κατάργηση των τόνων.
Και μετά το ατονικό, συνέπεια φυσική των αρχών που υπαγόρευσαν το μονοτονικό, αρχών μιας ιδεολογίας της ευκολίας, θα είναι η παραδοχή της φωνητικής γραφής  (“όλι ι άνθροπι ίδιι ίνε”)» (Χρήστος Γιανναράς).
Ήδη από το 2001 η Ακαδημία Αθηνών είχε προειδοποιήσει: «…Είναι αδιανόητο να δεχθούμε ως Έλληνες την μεταμφίεση της γραφής μας με την κατάργηση πολλών γραμμάτων της, που δεν πέρασαν στο λατινικό αλφάβητο και με την αντικατάστασή τους από άλλα υποτίθεται ηχητικώς παραπλήσια γράμματά του… με την δικαιολογία της δήθεν διευκόλυνσής μας στην παγκόσμια επικοινωνία, επιχειρείται η αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου των 2.500 και πλέον χρόνων με το λατινικό».
Ως γονέας μαθητών του δημοτικού διαπιστώνω καθημερινά ότι πράγματι επιχειρείται μέσω των σχολικών βιβλίων η εξαφάνιση γραμμάτων που δεν πέρασαν στο λατινικό αλφάβητο. Πρώτο θύμα το (ω): βρομιά, κλοτσιά, μοβ κλπ αντί των σωστών βρωμιά, κλωτσιά, μωβ. Άλλα θύματα των σχολικών βιβλίων είναι τα (ου): περπάταγαν, πήδαγαν κλπ αντί για τα σωστά περπατούσαν, πηδούσαν, κλπ, τα (αι): τρένο αντί για το σωστό τραίνο και τα (αυ): αβγό, αφτί, αντί των σωστών αυγό, αυτί. Τα δε (η, ει, οι) τα οποία οι Ρωμαίοι δεν τα αντέγραψαν από τα Ελληνικά εξολοθρεύονται από το (ι).
Τρανταχτό παράδειγμα εξολόθρευσης του (ω) είναι η λέξη βρωμιά. Στο πιο έγκυρο λεξικό που γράφθηκε ποτέ (LIDDELL – SCOTT) και δυστυχώς όχι από Έλληνες, το βρωμιά γράφεται με (ω) διότι προέρχεται από το ρήμα βρωμέω που σημαίνει αναδίδω δυσωδία.
Ο Μπαμπινιώτης το γράφει βρομιά και ισχυρίζεται ότι προέρχεται από το ρήμα βρέμω το οποίο όπως και ο ίδιος παραδέχεται σημαίνει κάνω πάταγο. Δηλαδή για τον Μπαμπινιώτη ο βρώμικος, ο βρωμερός, ο βρωμιάρης δεν είναι αυτός που βρωμάει αλλά αυτός που κάνει πάταγο!! Είναι προφανές ότι μας περνάει για ηλίθιους και νομίζει ότι μπορεί να γράφει ότι θέλει.
Ο άνθρωπος που μας τον παρουσιάζουν κάτι ως αυθεντία και το λεξικό του ως «ευαγγέλιο» που το μοιράζουν παντού, δεν μπορεί να μην γνωρίζει αυτό που εγώ που δεν είμαι καν φιλόλογος το έμαθα σε 5 λεπτά ανοίγοντας ένα «κανονικό» λεξικό. Από τα παλιά καλά λεξικά των μαθητικών μας χρόνων που θέλουν να τα εξαφανίσουν.
Οι αποδομητές της Ελληνικής Γλώσσας αγνοούν τους ίδιους τους καθηγητές τους, όπως τον Ξενοφώντα Μόσχο (μεταφραστή του λεξικού των LIDDELL – SCOTT) ή τον Α. Γεωργοπαπαδάκο (Λεξικόν Ανωμάλων Ρημάτων, Α. Γεωργοπαπαδάκου, Μάιος 1964, Θεσσαλονίκη). Όπου υπάρχουν δύο πιθανές εκδοχές κάθησα ή κάθισα επιλέγουν εκείνη που τους βολεύει για να εξαφανίσουν το (η).
Αλλά εκεί που η φαντασία του Μπαμπινιώτη και της παρέας του οργιάζει είναι στις ξενόφερτες λέξεις όπως για παράδειγμα η λέξη τραίνο. Προκειμένου να υποστηρίξει το τρένο, γράφει ότι δήθεν το δανεισθήκαμε από το ιταλικό treno. Και γιατί να μην το δανεισθήκαμε από το αγγλικό ή το γαλλικό train; Η απάντηση είναι ότι γράφουν ότι τους βολεύει για να εξαφανίσουν το (αι)!
Εκτός όμως από την εξαφάνιση γραμμάτων ή λέξεων εφευρίσκει και δικές του (είναι και λεξιπλάστης!!) όπως πχ το έκατσα που το κολλάει δίπλα στο κάθη(ι)σα χωρίς καμιά εξήγηση, επειδή έτσι του αρέσει. Σε συζήτηση που είχα με τον σχολικό σύμβουλο (γλωσσολόγο με διδακτορικό) προσπαθούσε να με πείσει ότι και το έκατσα είναι σωστό.
Στις ειρωνικές ερωτήσεις μου από ποιο ρήμα προέρχεται (μήπως από το κάτσομαι; το κατσάω – κατσώ;) μου απάντησε απρόθυμα ότι δεν υπάρχουν τέτοια ρήματα (πάλι καλά!), αλλά επέμενε ότι είναι και τα δύο σωστά διότι αυτή είναι η πολιτική του υπουργείου!! Μάλιστα!! Αυτή λοιπόν είναι η πολιτική του υπουργείου Διάλυσης της Παιδείας & Αποδόμησης της Ελληνικής γλώσσας.
Έχει το δικαίωμα ο κάθε τυχάρπαστος πολιτικάντης που έγινε για δυο φεγγάρια υπουργός να προσθέτει και να αφαιρεί λέξεις σε μία γλώσσα μερικών χιλιάδων ετών; Οι εθνομηδενιστές του παιδαγωγικού ινστιτούτου (Βερέμης, Δραγώνα, Ρεπούση κλπ) «διατάζουν» σχολικούς συμβούλους και δασκάλους να παπαγαλίζουν ότι και τα δύο είναι σωστά με σκοπό να παγιωθεί το λάθος!
Να κάνουν μπάχαλο την γλώσσα μας. Διότι η «προοδευτική» φιλοσοφία του υπουργείου είναι ότι «η αριστεία είναι ρετσινιά», είναι η μετατροπή της Ελληνικής γλώσσας σε λατινική (δείτε το πιο απλοϊκό παράδειγμα: στις πινακίδες των αυτοκινήτων υπάρχουν τα Γ, Θ, Λ, Ξ, Σ, Υ, Φ, Ψ, Ω;) και η διαστρέβλωση – εκμηδένιση της ιστορίας (δίνουν εντολές στις δασκάλες να μην μαθαίνουν τα παιδιά μας αποστήθιση την ιστορία για να μην θυμούνται τα επιτεύγματα των προγόνων μας και αποκτήσουν εθνική συνείδηση).
Όταν λοιπόν έχεις για υπουργό έναν Μπαλτά ή έναν ανιστόρητο και αμόρφωτο, όπως τον αποκάλεσε σε ανακοίνωσή του, Ποντιακός Σύλλογος Φίλη, αρνητή της Ποντιακής Γενοκτονίας, που μας εύχεται Καλά Χριστούγεννα από την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, και που επί χρόνια αρθρογραφεί εναντίον των παρελάσεων ως ένα «φασιστικό κατάλοιπο», δεν έχεις και πολλές ελπίδες ως έθνος. Φασίστες είναι αυτοί που θέλουν μας επιβάλλουν με το ζόρι τον εθνομηδενισμό που πρεσβεύει η παγκοσμιοποίηση.
Ούτε θέλουν να βγουν άλλοι επιστήμονες από τα σχολεία μας, θέλουν ανειδίκευτους εργάτες. Γι’ αυτό υποβαθμίζουν το επίπεδο των Ελληνοπαίδων σε εκείνο του προέδρου του 15μελούς που έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια να πάρει πτυχίο και που ακούει τον Κλίντον να μιλάει στα αγγλικά με το χαζοχαρούμενο, αμήχανο βλέμμα της αγελάδας που κοιτάζει το τραίνο να περνά. Στοιχηματίζω ότι είναι και ανορθόγραφος.
Του Άγγελου Γ. Αγοραστού
Διδάκτορα Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά την φιλόλογο κ. Σοφία Πλασταρά για τις χρήσιμες συμβουλές της.

1 Απριλίου 2016

Έτσι ανθίζει ένα τριαντάφυλλο ! Καταπληκτικό !



Καλό μήνα σε όλους σας !
Ι.Β.Ν.