ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

25 Ιουνίου 2017

Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη !-Κίπλινγκ

Αν μπορείς...... παιδί μου τότε...

"Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη


κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,
κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις  κερδίσει,
στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά
αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,
κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,
κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,
αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,
αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,
αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις
όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία
και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία
και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν
αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,
αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ !  Παιδί μου τότε…
Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…
Θα ’σαι άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου! "

 (Ρ. Κίπλινγκ, Άγγλος ποιητής & πεζογράφος 1865-1936, Βρ. Νόμπελ 1907)

http://agiasofiapeiraios.blogspot.gr/2012/10/blog-post_14.html

5 Ιουνίου 2017

Ποια είναι η ωραιότερη λέξη της Ελληνικής Γλώσσας;

Ποια είναι η ωραιότερη λέξη της Ελληνικής Γλώσσας;

Απαντούν:
"Ποια είναι η ωραιοτέρα λέξις της Ελληνικής γλώσσης;" αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998) πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.
Nομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό –κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)– έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.
Στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.
Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά». Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.
Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη«νειάτα».
Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή.
Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη«χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».
Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα».
Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την«αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».
Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις» «ΖΩΗ»!
Η γιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».
Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:
Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.
Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την«ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».
Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

15 Μαΐου 2017

Ποίημα στη μάνα. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, το σκοτεινό τρυγόνι
Τον γνωρίζουμε για τα ηθογραφικά διηγήματά του. Θεωρείται, μαζί με τον Βιζυηνό, εισηγητής της ρεαλιστικής ηθογραφίας. Έγραψε, όμως, και λυρικά ποιήματα που συγκινούν για τον πόνο που εκφράζουν. Ένα ποίημα όχι για τη μητέρα, αλλά προς τη μητέρα από τον γλυκύτατο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Νικόλαος Γύζης (1842-1901), Μητέρα και μωρό.

Μάνα μου,
εγώ είμαι τ’ άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει..

Το δόλιο
όπου κι αν στραφεί
απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει..

Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη..

Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη..

Νικόλαος Γύζης (1842-1901), κούκου. 

16 Απριλίου 2017

Ηρώων Πάσχα ...Του Χρήστου Χρηστοβασίλη !


Ο Αυγερινός της Πασχαλιάς χαιρέτισε με τις χρυσές αχτίνες του απάνω στα Σουλιώτικα βουνά τα φλάμπουρα της Κλεφτουριάς, τους Κατσαντωναίους, σαράντα παλληκάρια, έναν κι έναν και τον αρχηγό τους, τον αντρείον των αντρείων Κατσαντώνη, σαράντα κι έναν. Ηταν μαζύ οι ενδοξότεροι Κλέφτες: Ο Χασιώτης, ο Λεπενιώτης, ο Βλαχόπουλος, ο Τσιόγκας, ο Καραϊσκάκης κι άλλοι ονομαστοί τουρκοφάγοι. Ερχονταν απο τα χειμαδιά της Λάμαρης και πήγαιναν ίσια στο Μοναστήρι του Κουγγιού, όπου είχαν τάμμα να κοινωνήσουν και να κάνουν Πασκαλιά με τον άλλον ανδρείον των ανδρείων ,τον Ηγούμενον Σαμουήλ, τον λεγόμενον Καπετάν Καλόγερο, κι απο κεί να τραβήξουν για τ΄ανοιξιάτικα λημέρια τους, απάνω στ΄ακρούρανα των Αγράφων και του Ασπροποτάμου.
Ο Αητός της Πίνδου πήγαινε να χαιρετίση το Λιοντάρι του Σουλιού. Οι δυό αυτοί μεγάλοι πρόμαχοι της ελληνικής Ελευθερίας ζηλεύονταν συναμεταξύ τους και φθονούσε ο ένας για τα ηρωικά κατορθώματα του άλλου. Μπορούσε να ειπή κανείς ότι κατά βάθος ήταν αγαπημένοι εχτροί ή μισεμένοι φίλοι , αλλά στα μάτια του κόσμου περνούσαν για λατρεμένοι φίλοι.
********************
Βρόντηξε δυνατά απ΄εξω η μεγάλη θύρα του ένδοξου Μοναστηριού του Κουγγιού.
-Ποιοί είστε; Ρώτησε απο μέσα μια βαρειά φωνή.
-Οι Κατσαντωναίοι ! Απολογήθηκε άλλη βαρειά φωνή απ΄έξω.
-Το σύνθημα !
-Κωνσταντίνος την έχτισε, Κωνσταντίνος την έχασε και Κωνσταντίνος θα την πάρη.
Γουρρρρρρρρρρρρρρρρουουουουουου....
Άνοιξε αμέσως διάπλατα η εξώθυρα του Μοναστηριού και μπήκαν μέσα οι ημίθεοι της Μεγάλης Ιδέας και τράβηξαν ίσια προς την εκκλησιά που λειτουργούσε. Ξαρματώθηκαν όλοι μπροστά στη θύρα της εκκλησιάς και μπήκαν μέσα στην εκκλησιά, ταπεινά-ταπεινά μπροστά στο μεγαλείο της θρησκείας τ΄ανυπόταχτα θηρία , λές κι ήταν νυφάδες πρωτοβδόμαδες , προσκύνησαν την Ανάσταση, άκουσαν το " Χριστός Ανέστη" , μετάλαβαν , πήραν το αντίδωρο από το τουρκοφόνο χέρι του υπερηρωικού Ηγουμένου, κι ύστερα βγήκαν από την εκκλησιά, και φόρεσαν πάλε τ΄αρματά τους.
Αμέσως βγήκε κοντά τους ο Ηγούμενος , κι εκεί έξω στην αυλή του Μοναστηριού οι δυο μεγάλοι Πρόδρομοι της ελληνικής Παλιγγενεσίας αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά, κι από ΄κει τράβηξαν ίσια στο δοξάτο, όπου ήταν στρωμένο ένα μεγάλο στενόμακρο τραπέζι με τέσσερα-πέντε αρνιά ψημένα και καμμιά εκατοστή κόκκινα αυγά σκορπισμένα από τη μια άκρη του τραπεζιού ως την άλλη.
Στο στρογγυλό κεφαλοτράπεζο κάθησαν οι δυο αντρείοι των αντρείων, η Δόξα της Εκκλησίας και η Δόξα της Κλεφτουριάς, ο Καπετάν Καλόγερος και ο Κατσαντώνης, δεξιά οι άλλοι καλόγεροι του Μοναστηριού και ζερβά οι Κλέφτες οι Κατσαντωναίοι.
Έξοχο και μεγαλόπρεπο σύμπλεγμα Σταυρού και Σπαθιού, Ράσου και Φουστανέλλας, Θρησκείας και Πατρίδας.
Ο Ηγούμενος ευλόγησε το τραπέζι, λέγοντας:
"Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος"
Κι ύστερα παίρνοντας ένα κόκκινο αυγό, είπε στον Κατσαντώνη:
-Χριστός Ανέστη καπετάν-Αντώνη, και στην Πόλη !
-Αληθώς ανέστη , καπετάν Ηγούμενε, κι ο λόγος σου στου Θεού τ΄αυτί.
Απάντησε ο Κατσαντώνης , παίρνοντας κι αυτός ένα κόκκινο αυγό. 
Στη στιγμή πήραν κι όλοι οι άλλοι καλογέροι και κλέφτες από ΄να κόκκινο αυγό.
Ο Ηγούμενος είπε στον Κατσαντώνη: 
-Κράτα κάτω τ΄αυγό να χτυπήσω....
-Κράτα το εσύ να χτυπήσω εγώ...
Του απάντησε ο Κατσαντώνης..
Οι δυο μεγάλοι ήρωες αγριοκυτάχτηκαν..
-Εγώ θα χτυπήσω πρώτος, είπε ο Ηγούμενος ,γιατί είμαι ιερωμένος και πολύ ηλικιωμένος..
-Όχι , απάντησε ο Κατσαντώνης. Εγώ θα χτυπήσω πρώτος γιατί είμαι αρχηγός όλης της Κλεφτουριάς.
-Πρωτεύει πάντα η Εκκλησία και μ΄αυτήν οι λειτουργοί της, είπε πάλε ο Ηγούμενος.
-Μόνον όταν φοράς το πετραχήλι είσαι ανώτερός μου ! Αντείπε πάλε ο Κατσαντώνης.
Ο περήφανος Ηγούμενος του Κουγγιού κι ο αλύγιστος αρχηγός της Κλεφτουριάς άναψαν κι ήταν φωτιά και μπαρούτι πλάϊ-πλάϊ. Τα μάτια τους πετούσαν αστραπές. Περιμένοντας να βροντήξη ο κεραυνός.
Απάνω σ΄αυτήν την τρομερή στιγμή , που χαίρονταν ο Δαίμονας της Κόλασης , περιμένοντας να γένη του Διαβόλου το πανηγύρι, πετάχτηκε σαν μολύβι , που βγαίνει από το στόμα του ντουφεκιού, ο Λεπενιώτης και μπήκε ανάμεσά τους:
-Σταθήτε, βρυχήθηκε !.Κι οι δυό σας έχετε δίκηο. Ούτε ο Ηγούμενος του Κουγγιού, ούτε ο Αρχηγός των Κλεφτών πρέπει να πέσει κάτω. Να τσουγκρίσετε στα ίσια κι όχι το ένα από πάνω και τ΄άλλο από κάτω.....
Το μαύρο σύγνεφο , που είχε καθήσει βαρύ και άγριο απάνω τους , σκορπίστηκε στην πνοή της ευφυϊας του Λεπενιώτη, κι οι ψηλότερες κορφές του αγωνιζομένου ελληνισμού για την ελευθερία του ,τσούγκρισαν τα κόκκινα αυγά οριζόντια, και -θαύμα θαυμάτων !-έσπασαν και τα δυο !
-Χριστός ανέστη ! και στην Πόλη !
Φώναξαν οι Κλέφτες με χαρά.
-Αληθώς ανέστη ! και στη Αγιά Σοφιά !
Απάντησαν οι καλογέροι κι έγινε ένα γενικό τσούγκρισμα αυγών στο τραπέζι απ΄άκρη σ΄άκρη και μια μεγάλη χαρά αδέρφωσε πάλε Καλογέρους και Κλέφτες....
Το ταυτόχρονο σπάσιμο των αυγών του Ηγουμένου του Κουγγιού και του Αρχηγού των Κλεφτών θεωρήθηκε κι από τους Καλογέρους κι από τους Κλέφτες , που παρακολουθούσαν με καρδιοχτύπι τη έριδα των δύο μεγάλων ηρώων, ως θεϊκό σημείο , ότι δεν ήταν κατώτερος ο ένας από τον άλλον και φωνάξανε όλοι με ακράτητη χαρά:
-Να μας ζήσετε κι οι δυο ανίκητοι για την Λευτεριά της Πατρίδας !
Τότε οι δυο πανένδοξοι και περιλάλητοι αντίζηλοι έσκυψαν τα κεφάλια μετανοημένοι, άνοιξαν την αγκαλιά τους και σφιχταγκαλιάστηκαν, κλαίγοντας από χαρά κι άπειρη αγάπη !
Ο Κατσαντώνης ασπάζεται το δεξί χέρι του Ηγουμένου Σαμουήλ κι ο Ηγούμενος φιλεί τον Κατσαντώνη στο μέτωπο, κι από κείνη τη στιγμή ο Αητός του Πίνδου Κατσαντώνης ωνόμαζε πατέρα του το Λιοντάρι του Σουλιού κι ο Ηγούμενος του Κουγγιού ωνόμαζε παιδί του τον Κατσαντώνη.!
Ύστερα από λίγα χρόνια έπεσαν κι οι δυο τους για τη Θρησκεία του Χριστού και για την πατρίδα μας Ελλάδα...Αιωνία τους η μνήμη ! ! !

Σημείωση δική μου:
Το κείμενο δακτυλογραφήθηκε από μένα, από ένα παλιό περιοδικό. Προσπάθησα να διατηρήσω την ορθογραφία του συγγραφέα. Δεν το έχω συναντήσει πουθενά στο διαδίκτυο.
Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά σε Όλους σας ! ! !
Ι.Β.Ν.


14 Απριλίου 2017

Τι λένε οι επιστήμονες για την διαρρηγμένη κολώνα στο Ναό της Αναστάσεως

Τι λένε οι επιστήμονες για την διαρρηγμένη  κολώνα στο Ναό της Αναστάσεως;
Το Μεγάλο Σάββατο του 1579, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά χρονικά της πόλης των Ιεροσολύμων, οι Τούρκοι κυβερνήτες απαγόρευσαν στον Έλληνα πατριάρχη και στους ορθοδόξους πιστούς να εισέλθουν στον Ναό της Αναστάσεως για την καθιερωμένη τελετή του Αγίου Φωτός.
Τα συγγράμματα που αναφέρονται στο γεγονός δεν προσδιορίζουν το ακριβές έτος. Αναφέρουν, όμως, ότι την περίοδο εκείνη πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Σωφρόνιος, ενώ πατριάρχες Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας ήταν αντιστοίχως ο Ιερεμίας, ο Σιλβέστρος και ο Ιωακείμ· τέλος, σουλτάνος της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ο Μουράτ Γ΄.
Αν ανατρέξουμε στους επίσημους καταλόγους (ή στις ιστοσελίδες) των τεσσάρων αυτών Πατριαρχείων, διαπιστώνουμε πως οι τέσσερις ελληνορθόδοξοι πατριάρχες πράγματι διετέλεσαν τα καθήκοντά τους στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα· και αν εξετάσουμε την ακριβή περίοδο πατριαρχίας του καθενός, και την αντίστοιχη περίοδο βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Γ΄, προκύπτει ότι το μοναδικό έτος που συνέπεσε η διοίκηση των πέντε αντρών είναι το 1579.
Το προαύλιο και η είσοδος του Ναού της Αναστάσεως.
Σύμφωνα με τις γραπτές πηγές, το Μεγάλο Σάββατο εκείνης της χρονιάς, μια ομάδα Τούρκων στρατιωτών, ύστερα από διαμεσολάβηση των Αρμενίων, απαγόρευσε τη διέλευση των ορθοδόξων στον Ναό της Αναστάσεως. Το πλήθος των πιστών παρέμεινε στο προαύλιο του ναού καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά ακόμη και μετά τη δύση του ηλίου.
Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Δ΄, που διήνυε το πρώτο έτος της πατριαρχίας του, ανέλαβε για πρώτη φορά να φέρει εις πέρας την πιο σημαντική τελετή τoυ έτους, όμως, οι Τούρκοι τού στέρησαν το νόμιμο δικαίωμα.
Ο πατριάρχης στεκόταν προσευχόμενος στο αριστερό μέρος της πύλης του ναού, πλησίον ενός κίονα. Και ξαφνικά, ενώ είχε ήδη πέσει η νύχτα, ο κίονας διερράγη και το Άγιο Φως ξεπήδησε από το εσωτερικό του.
Ο πατριάρχης άναψε αμέσως τη λαμπάδα του και μεταλαμπάδευσε το Άγιο Φως στους πιστούς. Μέσα σε λίγα λεπτά, η ιερή φλόγα εξαπλώθηκε σε όλους τους παρευρισκόμενους και το προαύλιο του ναού φωτίστηκε. Οι έκπληκτοι Τούρκοι φρουροί άνοιξαν τότε τις πύλες του ναού και ο πατριάρχης, μαζί με το πλήθος των ορθοδόξων, κατευθύνθηκαν πανηγυρικά προς τον Πανάγιο Τάφο.
Ο κίονας που διερράγη αριστερά της πύλης του Ναού της Αναστάσεως και δίπλα του ο κ. Χαράλαμπος Σκαρλακίδης. Η ρωγμή έχει ύψος 1.20 μ. και μοιάζει με ανερχόμενη φλόγα.
Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας καταγράφονται σε όλα τα αποκαλούμενα Προσκυνητάρια Ιεροσολύμων, που είναι οδηγοί για τους προσκυνητές των Αγίων Τόπων.
Τι λένε όμως οι επιστήμονες για την κολώνα αυτή;
Ο κ. Χαράλαμπος Σκαρλακίδης, Αρχιτέκτων και καθηγητής σχεδιαστικών προγραμμάτων μέσω Η/Υ στο βιβλίο του, «Άγιον Φως. Το θαύμα του Μεγάλου Σαββάτου στον Τάφο του Χριστού· σαράντα δύο ιστορικές μαρτυρίες (9ος – 16ος αι.)», αναφέρει τα εξής:
Το Πάσχα του 2008, η ρωγμή του κίονα αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης του Αντρέι Βολκόβ. Ο Ρώσος φυσικός απέστειλε υψηλής ανάλυσης φωτογραφίες της ρωγμής σε έναν συμπατριώτη του ειδικό επιστήμονα, τον καθηγητή Εβγκένι Μιχάηλοβιτς Μορόζοβ, ο οποίος θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ερευνητές στον κόσμο στο επιστημονικό πεδίο της Μηχανικής των Θραύσεων (Fracture Mechanics) και της Φυσικής της Αντοχής των Υλικών (Physics of Strength of Materials).
Η Μηχανική των Θραύσεων είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των θραύσεων και του σχηματισμού ρωγμών στα υλικά. Χρησιμοποιεί μεθόδους αναλυτικής μηχανικής για να υπολογίσει τη δύναμη που ασκείται κατά τον σχηματισμό μιας ρωγμής, καθώς και πειραματικές μεθόδους που υπολογίζουν την αντοχή ενός υλικού στη θραύση και τη ρηγμάτωσή του.
Ο καθηγητής Εβγκένι Μορόζοβ, αφού εξέτασε αναλυτικά τις φωτογραφίες της ρωγμής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή θα μπορούσε να παραχθεί μόνο ως αποτέλεσμα ηλεκτρικής εκκένωσης!
Ο καθηγητής Εβγκένι Μορόζοβ
Ο Αντρέι Βολκόβ, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Εβγκένι Μορόζοβ για το συγκεκριμένο ζήτημα, αναφέρει τα εξής σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Βέρα:
Вот это совпадение, что именно на Пасху, когда Огонь не сошёл, появилась трещина, – разве не чудо? Можно, конечно, усомниться, мол, всё было подстроено и трещину на колонне сделали искусственным путём. Мы обратились за консультацией к Евгению Михайловичу Морозову – он ведущий специалист в области механики разрушения не только в России, но и в мире, автор более 800 научных работ по этой теме. Евгений Михайлович исследовал предоставленные ему подробные снимки трещины и однозначно заключил, что она могла появиться только в результате электрического разряда, такова её структура. О чём это говорит? Что подделать трещину никак не могли: это ж какой электрогенератор нужно иметь, да ещё в XVI веке, когда о существовании электричества понятия не имели!11
«Αυτή η σύμπτωση, ότι το Πάσχα ακριβώς, όταν δεν κατήλθε το Φως, εμφανίστηκε η ρωγμή – δεν είναι ένα θαύμα; Βεβαίως, μπορεί να πει κανείς, ότι όλα ήταν στημένα και ότι η ρωγμή στον κίονα είχε παραχθεί με τεχνητό τρόπο. Απευθυνθήκαμε για πληροφορίες στον Εβγκένι Μιχάηλοβιτς Μορόζοβ που είναι κορυφαίος ειδικός στον τομέα της Μηχανικής των Θραύσεων όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο και έχει γράψει πάνω από 800 επιστημονικά συγγράμματα για το θέμα αυτό. Ο Εβγκένι Μιχάηλοβιτς εξέτασε τις αναλυτικές φωτογραφίες της ρωγμής και δήλωσε ρητά ότι αυτή μπορούσε να εμφανιστεί μόνο ως αποτέλεσμα ηλεκτρικής εκκένωσης, τέτοια είναι η δομή της. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ήταν πλήρως αδύνατον να κατασκευάσει κανείς τη ρωγμή αυτή: φανταστείτε, πόσο δυνατό μετασχηματιστή θα έπρεπε να είχε κανείς, και ιδίως τον 16ο αιώνα, όταν οι άνθρωποι δεν είχαν ιδέα για την ύπαρξη της ηλεκτρικής ενέργειας!»
Η επιστημονική άποψη του Εβγκένι Μορόζοβ έχει αναμφισβήτητα μεγάλη βαρύτητα. Ήθελα να έχω όμως και μία δεύτερη γνώμη επί του θέματος. Γι’ αυτό, αποτάθηκα σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες επιστήμονες του κλάδου της Μηχανικής των Θραύσεων, τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιο Α. Παπαδόπουλο,12 στον οποίο απέστειλα αναλυτικές φωτογραφίες της ρωγμής.
Ο καθηγητής Γεώργιος Α. Παπαδόπουλος
Ο καθηγητής Παπαδόπουλος, αφού εξέτασε τις φωτογραφίες, αποφάνθηκε ότι η ρωγμή του κίονα παράχθηκε πράγματι από μία ηλεκτρική εκκένωση, η οποία εκδηλώθηκε ταυτοχρόνως με ένα σεισμικό κύμα που είχε κατεύθυνση από κάτω προς τα πάνω!
Αυτή τη συνδυασμένη καταπόνηση του κίονα –ηλεκτρική εκκένωση+σεισμικό κύμα– την θεωρεί ανεξήγητη και γι’ αυτό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «θα μπορούσε κανείς να ομιλεί περί θαύματος και μόνο»!
Από πού προήλθε η εκκένωση, επιστημονικώς, παραμένει άγνωστο.
Ο καθηγητής Παπαδόπουλος, σε απαντητική του επιστολή, μετά από σχετικό αίτημά μου μέσω email, αναφέρει τα εξής:
«Αγαπητέ κύριε Σκαρλακίδη,
Σας ευχαριστώ για το e-mail σας την 31/1/2010. Πιστεύω να βοηθήσω στο αξιόλογο έργο σας. Επί 35 έτη ασχολούμαι με την Πειραματική Μηχανική των Θραύσεων στο Εργαστήριο Αντοχής των Υλικών του ΕΜΠ και πιστεύω ότι εκεί που δεν υπάρχει επιστημονική εξήγηση υπάρχει Θαύμα.
Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης του Μονάχου του έτους 1634 όπου αναφέρεται ο θαυματουργικός τρόπος σχισίματος του κίονα καθώς και τα επακόλουθα· δηλαδή το ότι ο Έλληνας πατριάρχης άναψε τη δάδα του από το Φως αυτό. Ένα θαύμα δεν νομίζω ότι είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί και μάλιστα όταν υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες, όπως αναφέρετε.
Παρατηρώντας από τις φωτογραφίες τη ρωγμή θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι είναι αποτέλεσμα μιας μικτής καταπόνησης. Συνδυασμός ηλεκτρικής εκκένωσης (πιθανώς ισχυρός κεραυνός) και ισχυρής σεισμικής δόνησης. Η ηλεκτρική εκκένωση, λόγω υψηλής στιγμιαίας θερμοκρασίας, ψαθυροποίησε το υλικό του κίονα κατά μήκος μιας στενής ζώνης (γενέτειρας). Το επιφανειακό σεισμικό κύμα καταπόνησε τον κίονα σε στρεπτική ταλάντωση (κόπωση). Η ταυτόχρονη αυτή καταπόνηση είχε σαν αποτέλεσμα να ξεκινήσει η ρωγμή από τη βάση του κίονα προς τα επάνω με ζικ-ζακ πορεία (όπως φαίνεται στη φωτογραφία η πορεία της ρωγμής δεν είναι ευθύγραμμη) κατά μήκος της ψαθυροποιημένης από την ηλεκτρική εκκένωση ζώνης. Εάν πράγματι συνέβησαν τα ανωτέρω, ανεξήγητο παραμένει κατά την άποψή μου η ταυτόχρονη αυτή μικτή (συνδυασμένη) καταπόνηση του κίονα.
Επομένως, θα μπορούσε κανείς να ομιλεί περί θαύματος και μόνο.
Αγαπητέ κύριε Σκαρλακίδη σας συγχαίρω για την προσπάθειά σας και σας εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία.

Με εκτίμηση,
Γεώργιος Παπαδόπουλος
Καθηγητής Μηχανικής
Εργαστήριο Αντοχής των Υλικών
Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο

12 Απριλίου 2017

Πάσχα Ρωμέικο: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη !

Πασχαλινά διηγήματα. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Κανείς δεν απέδωσε όπως αυτός, με τόσο αυθεντικά ρωμέικο τρόπο τα μεγάλα θέματα της Χριστιανοσύνης. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Ο Άγιος των ελληνικών γραμμάτων» έγραψε μεταξύ άλλων τρία αθηναϊκά πασχαλινά διηγήματα, ένα εκ των οποίων ήταν το «Πάσχα Ρωμέικο».
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης τις μέρες του Πάσχα συνήθιζε να ψέλνει στον βυζαντινό ναό του Αγίου Ελισσαίου σε κλίμα κατανυκτικό με το πολύ 50 άτομα γύρω του. 
Έγραφε ο Κώστας Βάρναλης για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη: «Τη Μεγάλη βδομάδα τον χάναμε. Εκτελούσε στην εντέλεια όλα τα χριστιανικά του χρέη σαν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μα την Κυριακή του Πάσχα, κατά το μεσημέρι ο κυρ Στέφανος ερχότανε στο καφενείο και τον έπαιρνε στο σπίτι του να φάνε το πασχαλινό αρνί. Κατηφορίζανε κι οι δύο το λόφο, ο ένας με σκυμμένο το κεφάλι κι ο άλλος με την αλύγιστη περπατησιά του, γιατί τα γόνατά του ήτανε ξυλιασμένα από την αρθρίτιδα.
Στο τραπέζι μοσχοβολούσε κι άχνιζε το αρνί μέσα στο ταψί· μοσχοβολούσε το τυρί του Παρνασσού, η μαρουλοσαλάτα με τον άνηθο και το κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τα πορτοκάλια και λαμποκοπούσανε μέσα στη σουπιέρα τα κόκκινα τ' αυγά. Πόσοι πειρασμοί: Μα ο θρήσκος Παπαδιαμάντης πρώτα έκαμνε το σταυρό του, έλεγε το «φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται...», οι άλλοι όρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αυτοί κι ύστερα... Αι, ύστερα, άμα καθόντανε στο τραπέζι, ο κυρ Στέφανος, που ήξαιρε τα συνήθεια του φίλου του, του γέμιζε μια κούπα ρετσίνα. Ο κυρ Αλέξανδρος την έπιανε με τις δυο του φούχτες (γιατί τα χέρια του τρέμανε) και την άδειαζε ολάκερη «αμυστί» με μια συγκινητική λαχτάρα.
Τότες το αίμα του ξυπνούσε και κύλαε ζεστό στις φλέβες του, τα μάτια του καθαρίζανε, η ψυχή του άνοιγε τα διπλωμένα φτερά της και τότε μονάχα αρχίζανε το φαγί. «Ητο ωραίον ρετσινάτον» (λέγει σ' ένα του διήγημα) «όλον άρωμα και πτήσις και αφρός»! Τι λυρικός καϋμός, τι αληθινός έρωτας για το κρασί!»

Ακολουθεί το διήγημα Πάσχα Ρωμέικο:
«O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.
Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. Όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
Aλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο... δυτικός!
O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις:«Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα.
O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις...
O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρω το τσιγάρο μου.
-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;
-Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης , εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυριδωνα
O χωρικός εκάγχασε.
-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
-Aπ' την Aθήνα.
-Aπ' την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Aνάσταση;
-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης
O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
-Nα φχαριστάς, καϋμένε...
Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!
O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ -ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ-ΑΘΗΝΑ 1982 -Σελ. 177-182


27 Μαρτίου 2017

Σ' ένα συνοριακό σταθμό - Του Αντώνη Σαμαράκη

Σχετική εικόνα

Από παιδί είχε μανία με τα τρένα. Μεγάλη μανία. Το έσκαγε από το σχολείο, με τα βιβλία παραμάσχαλα, και πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στο σταθμό. Έμεναν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη.
Τρύπωνε σε μια γωνιά κι εκεί καθότανε ώρες ολόκληρες και κοίταζε. Όχι μόνο τα τρένα που ολοένα ερχόντουσαν και ολοένα φεύγανε, μα όλη η ατμόσφαιρα εκεί τον γοήτευε. Από το πολύ το σκασιαρχείο έμεινε στην ίδια τάξη. 
Η μάνα του του τις έβρεχε ταχτικά, αυτός το βιολί του.
Το όνειρό του, από τότε, δεν ήτανε να γίνει, όπως θέλανε άλλα παιδιά, αξιωματικός ή μηχανικός, μα σταθμάρχης. Ονειρευότανε τον εαυτό του σταθμάρχη στον κεντρικό σταθμό της πρωτεύουσας, με τη σκούρα μπλε στολή, με τα σιρίτια στα μανίκια. Κι ένοιωθε μεγάλη συγκίνηση. 
Συχνάζοντας στο σταθμό, είχε μάθει από μικρός όλες τις μανούβρες που γίνονται εκεί σαν είναι να ‘ρθει ή σαν είναι να φύγει ένα τρένο.
Είχε μάθει ακόμη να παρατηρεί. Να μελετάει τα πρόσωπα των ταξιδιωτών. Άλλοι φτάνανε στο σταθμό με συνοδεία συγγενείς και φίλους κι αρχίζανε οι ατέλειωτοι αποχαιρετισμοί, οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Άλλοι πάλι ερχόντουσαν και βρίσκανε ολόκληρη υποδοχή. Και ξανά οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Μα κείνοι που ήταν η συμπάθειά του από τότε, ήταν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Αυτοί που φεύγουν ή έρχονται ολομόναχοι. Σαν είναι να φύγουνε πηδάνε στο βαγόνι τους και χάνονται εκεί μέσα. Δεν κοιτάνε από το παράθυρο, γιατί ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους αποχαιρετίσει, να τους πει: «Καλό ταξίδι!». Το ίδιο σαν έρχονται. Κατεβαίνουν από το βαγόνι τους, γρήγορα γρήγορα, και τραβάνε κατευθείαν στην έξοδο. Ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους πει: «Καλωσόρισες!».
Το είχε λοιπόν μεγάλο μεράκι να γίνει σταθμάρχης. Και τίποτα, μα τίποτα, δε μπόρεσε να του κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Ούτε το ξύλο που ταχτικά έτρωγε από τη μάνα του ούτε που έμεινε στην ίδια τάξη δυο φορές.
Και γίνηκε σιδηροδρομικός, μα όχι σταθμάρχης. Δεν είχε τα «τυπικά προσόντα». Δεν τα κατάφερε να τελειώσει το σχολείο. Όμως, μέρα και νύχτα, βρισκότανε στο αγαπημένο του περιβάλλον κι αυτό του έφτανε.
Τώρα που είναι συνταξιούχος, λέει να καθίσει να γράψει ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις του. Τριάντα δύο χρόνια έκανε σιδηροδρομικός. Υπηρέτησε σε πολλούς σταθμούς, μικρούς και μεγάλους, και είδε πολλά πράγματα. Έχει ένα σωρό αναμνήσεις.
Το είπε το σχέδιο του για το βιβλίο σ’ ένα φίλο του, συνταξιούχο δάσκαλο, που τα κουτσοπίνουν παρέα τα βραδάκια. Το βρήκε σπουδαίο το σχέδιό του ο φίλος του. Μάλιστα του βρήκε και τον τίτλο του βιβλίου:
 «Απομνημονεύματα μιας μακράς σιδηροδρομικής ζωής».
 Κι αυτός του είπε: 
«Δάσκαλε, τι ‘ναι τούτο; Μακρύ σα σιδερόδρομος είναι».
Γελάσανε κι οι δυο τους και τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους. 

http://servouvillage.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html#more

Σημείωση δική μου:
Ο σταθμός επελέγη από μένα...
Όσο για τον τίτλο του βιβλίου, αν αλλάξτε τη λέξη "σιδηροδρομικής", κάπου με παραπέμπει...για όσους με ξέρουν από κοντά....
Ι.Β.Ν.

21 Φεβρουαρίου 2017

Η ζωή μας είναι ένα καρναβάλι - Πέτρος Επιτροπάκης Αλίκη Βιτσίου




Tango του 1934 σε μουσική Γρηγόρη Κωνσταντινίδη και στίχους Βασίλη Σπυρόπουλου - Πάνου Παπαδούκα

Σημείωση δική μου:
"Η ζωή μας είναι ένα καρναβάλι !"
Επίκαιρα και... διαχρονικά !
Κυριολεκτικά... και μεταφορικά !

Χρόνια πολλά !
Ι.Β.Ν.

31 Ιανουαρίου 2017

Σ'ΑΦΗΝΩ ΤΗΝ ΚΑΛΟΝΥΧΤΙΑ ....

*******
...Μόνο μια χάρη σου ζητώ και να με συμπαθήσεις,
το παραθύρι τ΄ακρινό απόψε μην το κλείσεις...
...κι εγώ θα 'ρθω την κονταυγή που' ναι γλυκός ο ύπνος....
να σου χαϊδέψω τα μαλλιά , να σε γλυκοφιλήσω...

Οι νύχτες είναι όμορφες γι' αυτούς που αγαπάνε ! 

Για όλους τους φίλους του Δημοτικού μας τραγουδιού και
για τους Ελληνες του Εξωτερικού, γνωστούς και αγνώστους φίλους, που με διαβάζουν...
Ι.Β.Ν.

8 Ιανουαρίου 2017

Οι παλιές φωτογραφίες !...

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ..


Μες σε συρτάρια σκονισμένα , ξεχασμένες ,
πολλές , ασπρόμαυρες , παλιές , φωτογραφίες ,
σαν τις ανθρώπινες ψυχές , φυλακισμένες ,
έχουν να πούνε , τις δικές τους ιστορίες .
*
Kομμάτια απ’ τη ζωή μας , διπλοσφαλισμένα ,
άθελα η θελημένα , μεσ’τα βάθη της ψυχής μας ,
κάποτε-πότε , λες , τα νοιώθουμε ...σαν ξένα ,
μ’αλλοίμονο , είναι τα ίδια τα θεμέλια της ζωής μας.
*
Κι’όταν , καμιά φορά , η μοναξιά , αφόρητα μας πνίγει ,
κι’ ο κόμπος , στο λαιμό μας , γίνετα σωστό...μαρτύριο,
τότε , το μυστικό πορτάκι της καρδιάς , ανοίγει ,
κι’όλα , ανασταίνονται , στου νου το κοιμητήριο …… 

(Αθήνα 26 12 06.)

22 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικο διήγημα συγκινητικό ! !-"Υστερα απο 25 χρόνια"- Χρήστος Χριστοβασίλης-

ΔΕΝ είχε ακόμα φέξει καλά-καλά τα Χριστούγεννα κι' η Τασιούλαινα, η ξακουσμένη νοικοκυρά του χωριού με τον μονάκριβο της τον Γεωργάκη, άντρα είκοσι πέντε χρονών, με μαύρο μουστάκι στριμμένο, άμα ήρθαν από την εκκλησιά, κάθησαν στο τραπέζι, πούχε απάνω μια μεγάλη απλάδα κουλάστρα, και μια γαβάθα με κόττα βραστή κι' ένα τεψί με τηγανίτες, σπάραγνα του μικρού Χριστού, ζεματισμένες με μέλι. Δεν άρχιζαν όμως να φαν, γιατί περίμεναν τον παπά-Νικόλα να τους ευλογήση το τραπέζι και να τους ευχηθή μια χαμένη ευχή: "να καλοδεχτούν"
Η Τασιούλαινα σαράντα πέντε χρονών γυναίκα, με πρόσωπο στρογγυλό σαν το φεγγάρι, με χρώμα σα μήλο κόκκινο, με μάτια μαύρα, σαν ελιές και φρύδια μακρυά και καμαρωτά, σαν δοξάρια, ώμοιαζε σα να μην είχε φτάσει ακόμα τα τριάντα χρόνια, κι' αν δεν είχε μια αδιάκοπη μελαγχολία στο πρόσωπό της θα φαίνονταν ακόμα νιώτερη απ' ό τι έδειχνε· κι' ο γυιός της, ο Γεωργάκης, με το δασύ του και κατάμαυρο μουστάκι, και με τα χονδρά του τα χαρακτηριστικά έδειχνε, σα να είχε περάσει τα τριάντα πέντε χρόνια, και χαριτωμένη μάννα κι' ωμορφοκαμωμένο παιδί έσμιγαν στην ηλικία, σαν που σμίγουν δύο αγαπημένα στόματα, και φαίνονταν ή σαν αδέρφια ή σαν αντρόγυνο, για όσους δεν τους ήξεραν.
Μάννα και γυιός, δυο όντα στον κόσμο, που το ένα ζούσε για το άλλο, κάθονταν στην άκρη του τραπεζίου μελαγχολικοί, και περίμεναν τον παπά-Νικόλα να ευλογήση και ν' αρχίσουν να φαν, αλλ' ο παπά-Νικόλας αργούσε, γιατί ευλογούσε με τη σειρά τα τραπέζια των σπιτιών του χωριού, και δεν είχε φτάσει ακόμα στο σπίτι της Τασιούλαινας και του Γεωργάκη. Ύστερα από κάμποση ώρα, ακούστηκαν τα σκυλλιά της γειτονιάς. Είταν ο παπά-Νικόλας, που έβγαινε από το ένα σπίτι κι' έμπαινε στ' άλλο. Σε λίγο ανέβαινε τες σκάλες του σπιτιού και μάννα και γυιός σηκώθηκαν να τον υποδεχτούν.
Ο παπάς είπε «καλημέρα» και «χρόνια πολλά» κι' άρχισε να ευλογάη το τραπέζι:
"Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου και πάντας ημάς"
Είπε μηχανικώς κι' άρχισε και το τροπάρι του Χριστού:
"Η γέννησις σου Χριστέ ο Θεός, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο σε προσκυνείν τον ήλιον της δικαιοσύνης και σε γιγνώσκειν εξ ύψους ανατολήν. Κύριε δόξα σοι"
Πήρε ένα φυλλί τηγανίτα, μια χουλιαριά κουλάστρα, ένα μπούτι κόττα, άρπαξε ένα ποτήρι γεμάτο κρασί στο χέρι κι' είπε:
— Να ζήσετε και να καλοδεχτήτε τον Τασιούλα…
Τράβηξε το κρασί και κίνησε να φύγη, ξαναλέγοντας:
— «Και του χρόνου τα Χριστούγεννα… και του χρόνου με τον άντρα σου εσύ, με τον πατέρα σου και με μια καλή νύφη εσύ… εκείνη ντε με τα κατσαρά μαλλιά…. τη γειτονοπούλα που ξέρεις….
Και λέγοντας αυτά ο παπάς κατέβαινε γλήγορα τη σκάλα, κρατώντας με το δεξί την πατερίτσα του και με το ζερβί το μπούτι της κόττας, και πήγαινε βιαστικός να ευλογήση κι' άλλα σπίτια, και να πη κι' άλλα «Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον…» κι' άλλα «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός..» κι' άλλα «Να ζήσητε και να καλοδεχτήτε…» κι' άλλα «Και του χρόνου τα Χριστούγεννα…»
Φεύγοντας ο παπάς, μάννα και γυιός γύρισαν και κάθησαν στο κατάφορτο τραπέζι από φαγητά, για να φαν, αλλά ούτε η μάννα, ούτε το παιδί έκαναν το σταυρό ν' αρχίσουν να φαν, σαν κάποιον να περίμεναν, που είταν η θέση του αδειανή στο κεφαλοτράπεζο, εικοσιπέντε ακέρια Χριστούγεννα, κι' άλλους τόσους Άη-Βασίληδες, κι' άλλες τόσες Λαμπρές, κι' άλλους τόσους Άη-Γεώργηδες….
-Είκοσι πέντε χρόνια ξενιτειά, είκοσι πέντε χρόνια μάρα και θλίψη, και δάκρυα και κακολογίες δεν είταν μικρό πράμμα για την καημένη την Τασιούλαινα… Είκοσι χρονών είταν όταν παντρεύτηκε τον Τασιούλη, παλληκάρι είκοσι πέντε χρονών, και δυο-τρεις μήνες ύστερα από το γάμο της ο Τασιούλης της ξεκίνησε για τη Βλαχιά με τον Ρόβα τον αγωγιάτη, κι' από τότε ούτε γράμμα, ούτε αντιλογιά… Όταν γέννησε το Γεωργάκη της ο κόσμος λογάριαζαν στα δάχτυλα τους μήνες,…. αλλά δεν έβγαζαν εκείνο πούθελαν, γιατί είταν εννιά μήνες παρά δέκα ακέριες μέρες, αφόντας είχε φύγει ο Τασιούλας, κι' ο Γεωργάκης, όχι εφταμηνίτικο, αλλά είταν και παράειταν στον καιρό του, ένα παιδί σα σαραντισμένο με τα μαλλιά μια παλάμη μακρυά στο κεφάλι του. Κι' όμως υπήρχαν και καμπόσες στριγλόγριες, που έλεγαν ότι ο Τασιούλας τάχα δεν είχε φύγει αντήμερα του Άη-Γεωργιού, αλλ' αντήμερα του Θωμά, δέκα μέρες πρωτύτερα και το παιδί μπορούσε να μην είναι του Τασιούλα, γιατί καμμιά φορά οι γυναίκες γεννούν δύο-τρεις μέρες πρωτύτερα από τους εννιά μήνες…
Η μάννα, με την καρδιά βαλαντωμένη από τον πόνο άρχισε να λέη στο παιδί της:
— …. Παιδί μου! Είκοσι πέντε Χριστούγεννα σωστά λείπει ο πατέρας σου στην Ξενιτειά. Χριστούγεννα, Άη-Βασιλειού και Φώτα δεν έχω κάνει μαζύ του. Μόνον αποκριές, Λαμπρή κι' Άη-Γεώργη… Αντήμερα τ' Άη- Γεωργιού έφυγε… για να μην ξαναγυρίση!… Τι έχω ακούσει παιδί μ', από τον παλιόκοσμο! Τι έχω ακούσει! Φθονούσε τα νειάτα μου, φθονούσε την ωμορφιά μου, πάη καλά, αλλά να φθονή και τη δυστυχία μου!
— Πόσες φορές μου τα είπες, μαννούλα μ' αυτά…. Τα ξέρω… Έλα να φάμε και να ευκηθούμε ακόμα μια φορά να τον καλοδεχτούμε, κι' ό τι θέλ' ο Θεός ας γένη! της απολογήθηκε ο Γεωργάκης.
— Αν έχει πεθάνει, σχωρεμένος νάναι, κι' άγιο το χώμα του, πούναι πεσμένος, αλλ' αν ζη και λησμόνησε τη γυναίκα του — εσένα, παιδί μου, δε σε ξέρει, αν ήρθες στον κόσμο — και λησμόνησε το σπίτι του, τα υπάρχοντά του, το Χωριό του, την πατρίδα του, από το Θεό να το βρη, με την αδικία που μας έχει κάνει των δυονών μας!
Άρχισε να κλαίη. Ο Γεωργάκης την αγκάλιασε, και την μίλησε για να την παρηγορήση και να της κάνη την καρδιά, κι' έτσι αγκαλιασμένοι έγειραν στο προσκέφαλο της παραστιάς. Η φωτιά έκαιγε γλυκά — γλυκά, κι' έπεφταν από τον δαυλοστάτη κόκκινα και χοντρά τα κάρβουνα, το τραπέζι στέκονταν μαραμένο με τες μελωμένες τηγανίτες, με την απλάδα γεμάτη κουλάστρα και με τη γαβάθα γεμάτη κόττα βραστή, η θύρα κι' η οξώθυρα είταν ανοιχτές πέρα-πέρα για τη χρονιάρα την ημέρα και τη δεσποτική τη γιορτή, και για τον ξενιτεμένο του σπιτιού. Έξω αγέρας, κρύο και χιονόνερο, τα στοιχειά του χειμώνα χόρευαν με μανία, κι' η μάννα με το παιδί της κοιμώνταν παραστιάς σφιχταγκαλιασμένοι, σαν όταν ο Γεωργάκης είταν εφτά χρονών παιδάκι..
Τι να είχε γείνει ο καημένος ο Τασιούλας; Άλλοι έλεγαν, ότι τον καιρό, που πήγαινε στη Βλαχιά είχε πέσει από το μουλάρι στο Δούναβη και πνίγηκε, άλλοι πάλι, ότι στο Γιάσι, που καταστάθηκε, τον αγάπησε μια Βλάχα για την ομορφιά του και τον παντρεύτηκε, άλλοι ότι είχε πεθάνει από αρρώστεια, κι' άλλοι πάλι έλεγαν άλλα. Τελευταία όμως ένας Ζαγορίσιος είχε ειπή στα Γιάννινα, και τα λόγια έφτασαν ως το χωριό, ότι ο Τασιούλας είχε κατηγορηθή άδικα όταν έφτασε στο Γιάσι, ότι είχε σπάσει μια κάσσα και πήρε φλωριά και καταδικάστηκε σε είκοσι πέντε χρόνια φυλακή, κι' ότι μες στη φυλακή έκρυβε την εντροπή του, μη θέλοντας να ειπή ούτε από ποιο χωριό είταν, ούτε στο σπίτι του να γράψη, κι' ότι μέσα στη φυλακή, που βρίσκουνταν, έφκιανε διάφορα εργόχειρα και με την οικονομία του είχε κάνει αρκετή περιουσία και περίμενε να τελειώση η ποινή του και ναρθή στην πατρίδα του. Αλλ' η Τασιούλαινα τ' άκουγε όλα αυτά τα πράγματα και τίποτε δεν πίστευε και μόνη της παρηγοριά είχε το παιδάκι της, που μεγάλωνε ημέρα με την ημέρα, και μόνον τα Χριστούγεννα, τ' Άη- Βασιλειού, τη Λαμπρή και τ' Άη-Γεωργίου θυμώνταν πως είταν παντρεμμένη και είχε άντρα στην Ξενιτειά.
Ενώ η μάννα και το παιδί κοιμώνταν στου πόνου το προσκεφάλι, ένας γουνοφορεμένος ξένος μπήκε καβάλλα στην αυλή. Κατέβηκε, ξεφόρτωσε, έδεσε τ' άλογό του στο κατώγι, ανέβηκε τη σκάλα και μπήκε στο δωμάτιο, όπου ηύρε τη φωτιά να καίγη γλυκά-γλυκά, το τραπέζι φορτωμένο από φαγητά, και τη μάννα και το παιδί να κοιμούνται σφιχταγκαλιασμένοι…. Ο ξένος έγεινε αλλοιώτικος και στη στιγμή μια μεγάλη δίστομη μαχαίρα άστραψε στο δεξί του χέρι. Μια στιγμή τον χώριζε από φρικτό έγκλημα, και μ' άδικη λέξη βούιξε στο στόμα του:
— Άτιμη!
Μάννα και παιδί πετάχθηκαν από τον βαθύν ύπνο. Ο Γιωργάκης πέταξε από το ζωνάρι του άλλη μαχαίρα κι' οι δυο άντρες βρέθηκαν αντιμέτωποι κι' έτοιμοι να σκοτώση ο ένας τον άλλο, ενώ η Τασιούλαινα έμπηξε τες φωνές και τραβούσε τα μαλλιά της.
— Ποιος είσαι συ εδώ μέσα!
Φώναξε άγρια άγρια ο ξένος του Γιωργάκη.
— Είμαι ο νοικοκύρης του σπιτιού! (απολογήθηκε ο Γιωργάκης) Εσύ ποιος είσαι που μπήκες εδώ μέσα!
— Κανένας άλλος από μένα δεν είναι εδώ μέσα νοικοκύρης!
Είπε ουρλιαχτά ο ξένος.
Η Τασιούλαινα ακούοντας αυτά, μπήκε στη μέση των δύο αντρών και φώναξε μ' όλα της τα δυνατά:
— Μη Τασιούλα!!! είναι το παιδί μας!...
 Μη Γιωργάκη μου!!! είν' ο πατέρας σου!...

Στη στιγμή η δύο μαχαίρες έπεσαν κατά γης. Άντρας και γυναίκα πατέρας και παιδί βρέθηκαν κι' οι τρεις αγκαλιασμένοι, και σε λίγο, κάθησαν κι' οι τρεις στο τραπέζι και γιώρτασαν μαζύ τα Χριστούγεννα, τα πρώτα Χριστούγενα, ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια ξενιτειά.

Σημείωση δική μου:
Χριστοβασίλης ειν΄αυτός, μπορεί να μην σε κάνει να βάλεις τα κλάματα διαβάζοντάς τον; Δε γίνεται...
Ι.Β.Ν.

Προσπάθησα να διατηρήσω την ορθογραφία του συγγραφέα