Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 1797, εκεί κάτω στο Λιδωρίκι, που μια φτωχή γυναικούλα υπόφερε στη σκιά ενός πουρναριού. Η γυναίκα αυτή-Βασιλική τη λέγανε-είχε ξεκινήσει απο πολύ πρωί απο το καλυβοχώρι της, το Αβορίτι, για να μαζέψει ξύλα και να τα φέρη στο φτωχικό της, για μαγείρεμα και για την αλισίβα της. Μα καθώς ήταν ετοιμόγεννη, την έζωσαν ξάφνου μέσα στο δάσος οι πόνοι και στη ρίζα ενός ψηλού δένδρου, με τη βοήθεια μόνο της φύσης, εφερε στον κόσμο ένα παιδί !
Ένα σερνικό παιδί, μια μπουκιά άνθρωπο, που δεν είχε τη δύναμι ούτε να κλάψη...Η φτωχή γυναίκα συγύρισε το παιδί της, το τύλιξε μέσα στο φουστάνι της και με το παιδί στην αγκαλιά και τα ξύλα στην πλάτη (ζαλωμένη..) ξεκίνησε για το σπίτι της. Δεν ένοιωθε η καϋμένη η μάνα την ευχαρίστησι της γεννήσεως ενός παιδιού...Μπορεί να ήταν σταλμένο από το Θεό, μα τί τα θέλεις...Ένα παιδί περισσότερο στην καλύβα ενός πολυφαμελίτη δεν είναι κάτι που γίνεται ευπρόσδεκτο με ανοιχτή καρδιά...Μα τι να γίνη; ...Ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο δεν το πετάνε στους λύκους...
Έφτασε με τις σκέψεις αυτές στο σπίτι της. Ο άντρας της, ο Δημήτρης Τριαντάφυλλος, δέχτηκε και "το δώρο αυτό του Θεού" με την ψυχρότητα του πεινασμένου που του προσφέρουν ψωμί μουχλιασμένο. Μα δεν είπε τίποτε. Κούνησε μόνο το κεφάλι του και κύτταξε προς τον ουρανό και ξαναχαμήλωσε το βλέμμα του σε ύφος ανθρώπου που υποκύπτει μοιρολατρικά στης Μοίρας τα αλύπητα χτυπήματα. Μα το παιδί-ούτε φυσικά κανείς το περίμενε-δεν έφερε γούρι στο σπίτι. Αντίθετα οι κακομοιριές απανωτιαστά συσσωρεύτηκαν στη φαμίλια του φτωχού Αβοριτιανού. Δεν είχαν περάσει τρείς μήνες και οι άνθρωποι του Αλή-πασά σκότωσαν τρείς, μαζί με τον πατέρα του παιδιού που γεννήθηκε μέσα στο δάσος... Ετσι η δυστυχία μεγάλωσε και περισσότερο, αφού μάλιστα οι Αρβανίτες πολεμισταί απειλούσαν όλη τη φαμίλια με θάνατο ή σκλαβειά!
Έτσι μια καλοκαιρινή νύχτα αποφασίσανε να πάρουν μαζί τους ό,τι μπορούσαν και να φύγουν για τη Λειβαδιά. Θα παρατούσαν το σπίτι τους, θα απαρνιώνταν το χωριό τους και θα ζητούσαν καλύτερη τύχη στη Λειβαδιά...Ποιός ξέρει ; Η γκίνια θα τους άφινε ίσως μόνους στο μεγάλο και επικίνδυνο ταξείδι τους. Πάντως, εκεί, κοντά με τους Τούρκους, δεν εκινδύνευαν από τις ορδές των επιδρομών του Αλή...Μα η οδοιπορία τους ανάμεσα στα βουνά δεν ήταν και πράγμα εύκολο. Κινδύνευαν να φαγωθούν από τους λύκους ή να πιαστούν από τους στρατιώτες που φύλαγαν καραούλι στα διάφορα περάσματα.
Μα έτσι ή αλλοιώς ήσαν χαμένοι ! Η τύχη βοηθάει πάντα τους τολμηρούς. Τόλμησαν.
Περπάτησαν όλη τη νύχτα και είχε ξημερώσει όταν έφτασαν κοντά στο Στενό, μια γέφυρα του Λιδωρικιού. Μα δεν ήταν εύκολο το πέρασμά του. Το γιοφύρι το φύλαγαν. Θα τους έπιαναν...Έπρεπε να περάσουν τη νύχτα και κρύφτηκαν κάπου εκεί μέσα στο δάσος, στον Κόκκινο ! Το βράδυ επεχείρησαν να ξαναπεράσουν. Μα πού; Το φεγγάρι μεσουρανούσε και δεν ήταν εύκολο ! Φώτιζε τη γέφυρα και θα τους έβλεπαν. Ξαναγύρισαν έτσι στο δάσος. Μα δεν έφυγαν από εκεί ούτε την άλλη ούτε την άλλη μέρα. Έμειναν κάμποσες μέρες ! Στο μεταξύ τα τρόφιμά τους είχαν σωθεί και τρώγανε βελανίδια...Το παιδί πεινούσε, γιατί η μάνα του, με τα λίγα βελανίδια που ετρωγε, δεν κατέβαζε γάλα!... Επρεπε, λοιπόν, όπως-όπως να ξεφύγουν. Έτσι, ένα σκοτεινό βράδυ αποφάσισαν να επιχειρίσουν το πέρασμα του Στενού. Μα ο μικρός-το παιδί του δάσους-που πεινούσε, έβαλε, επάνω στην ώρα, τα κλάματα. Δεν μπορούσαν να το παρηγορήσουν και έτσι ξαναγύρισαν πίσω στο δάσος.
-Να το αφήσουμε, είπε τότε κάποιος, στο δάσος...Έτσι και έτσι θα πεθάνη..Η στοργή, όμως, της δύστυχης μάνας εξανέστη...
-Να αφήσω το παιδί μου; Όχι, δε γίνεται..Ας πεθάνω κι εγώ μαζί του. Πηγαίνετε εσείς, εγω θα καθίσω.
Ένας πιό λογικός βρήκε τη λύσι: Όχι, δεν θα μείνετε. Θα περάσουμε εμείς απο το Στενό !..Θα προχωρήσουμε και θα φτάσουμε μισή ώρα παρακάτω. Όταν θα περάσουμε εμείς, έρχεσαι και εσύ με το παιδί !...Αν γλυτώσετε και εσείς , θα μας βρήτε...Αλλοιώς, ο Θεός ας αναπαύση τη ψυχή σας !...
-Ο Θεός ας μας σχωρέσει, είπε η μάνα και αποχαιρέτησε τους συγγενείς της....Διαβήτε εσείς και αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνουμε κι εμείς !
Μα ο Θεός βοήθησε αυτή τη φορά. Πέρασαν όλοι και μαζί, έπειτα από κούρασι εβδομάδος, έφτασαν στη Λειβαδιά...Η τύχη του παιδιού βοηθούσε. Το πεπρωμένο κανόνιζε τα βήματά τους, αποκοίμιζε τους φρουρούς και έφραζε το στόμα του παιδιού...Η τύχη είχε αλλάξει φύλλο !
Στη Λειβαδιά η οικογένεια των Τριανταφυλλαίων απόχτησε σπίτια, υποστατικά...
Και ο μικρός που ωνομάστηκε Γιάννης, άρχισε τη δουλειά, τη σκληρή δουλειά του ανθρώπου που βάλθηκε να δημιουργήση. Δεν τον έμαθαν γράμματα, μα έμαθε λίγα μόνος του.
Μα τι σημασία έχουν αυτά; Ένα είναι η αλήθεια...
Το παιδί αυτό που γεννήθηκε στο δάσος, που παρ΄ολίγο να το πετάξουν φαγητό για τους λύκους, ήταν ο μετέπειτα ένδοξος στρατηγός Μακρυγιάννης ! Που έπαιξε σπουδαιότατο ρόλο κατά τον Αγώνα του 1821-κυρίως εις την Αττική, και που το όνομά του φέρει μια ολόκληρη συνοικία των Αθηνών, πρός τιμήν του !
Του Αγγέλου Μεταξά