
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ' αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ' η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το 'χυσα σταλαματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ' το λόγγο
να 'ναι χλωρό και δροσερό, να 'ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ' το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ήσκιο του από κάτω
θα 'ρχονται τα κλεφτόπουλα τ' άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα 'ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ' η φλόγα τ' άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου μη με κλάψτε.
Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθείτ' εδώ τριγύρω μου, σταθείτε εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν' από σας το νιώτερο ας ανεβείς τη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ' άξο μου καρυοφύλλι
κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
"Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει".
Θ' αναστενάξ' η λαγκαδιά, θε να βογκήξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ' αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τηνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
και λυώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν' ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σα να 'τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:
"Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει".
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά κι έπειτα δευτερώνει.
βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει
φεύγει απ' τα χέρια σέρνεται στο χώμα λαβωμένο
πέφτει απ' του βράχου το γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.
'Aκουσ' ο Δήμος τη βοή μες τον βαθύ τον ύπνο,
τ' αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια...
Τ' ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ' απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται, πάνε.
11 σχόλια:
Μπραβο ειχα χρονια να το διαβασω και παλι μπραβο για να μη ξεχναμε τι εστι ΕΛΛΗΝ.
στη σελίδα rebetiko.sealabs.net βάλε στο ψαχτήρι "γερο Δήμος" και θα στο βγάλει μελοποιημένο από εκτέλεση του 1929. Τα σχόλια που διαβάζω από το τραγούδι είναι :
«Εγέρασα μωρέ παιδιά…» Ερμηνεύει ο Κώστας Μυλωνάς. Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, όπως μελοποιήθηκε από τον Παύλο Καρρέρ στα 1857-58, για την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Ηχογράφηση στο Βερολίνο, στις 19 Μαρτίου του ΄29. Parlophone Γερμανίας Β-21519.
Και αυτο απο τα παιδικα μου χρονιατο ήξερα απ εξω, αλλα δεν ήξερα οτι ληταν του Α.Βαλαωρίτη και το ειχα χασει. Το πρωτο ακουσα τραγουδισμενο απο την μανα μου,εστι λοιπον δινω εγω πλεον συνεχεια. Σήμερα λοιπον φρεσκαρω την μνήμη μου.
Μπράβο, πότε δεν το είχα δει ολόκληρο.
Χρόνια πολλά και πάντα να έχεις όμορφα πράγματα !!!
Χρόνια πολλά και πάντα να έχεις όμορφα πράγματα !!!
Συγκίνηση ΑΙ ΑΝΑΤΡΙΧΊΛΑ ΜΕ ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΑ ΜΆΤΙΑ.. Μας τα μαθαιναν οι δασκαλοι να τα τραγουδαμε στο Δημοτικο πριν 55 χρόνιοα. Ισως τα χρόνια εκείνα πολλα άσχημα να υπήρχαν... Ναι.. Αλλα ως μαθητές Δημοτικου μαθαμε να έχουμε αγάπη και σεβασμό για την πατρίδα και τη σημαία. Και ιερή ανατριχίλα για τους προγόνους και τούς ήρωες τού 21, για τον Παλαιολόγο, Το Λεωνίδα, τον Διάκο, Τον ΜΕΓΑΛΈΞΑΝΔΡΟ..
Είμαστε της ίδιας γενιάς και άρα έχουμε τις ίδιες προσλαμβάνουσες και
οπωσδήποτε συμφωνούμε απολύτως γιατί πατάμε στους ίδιους άξονες αναφοράς.
Σας ευχαριστώ για την επίσκεψή σας στο ιστολόγιό μου και για το σχόλιο σας.
Ελπίζω να τα ξαναπούμε, σας ευχαριστώ και πάλι !
Μπράβο παιδιά το είχα ξεχάσει. πήγα σε μια γιατρό Γερομημου Και έτσι άρχισα να το ψάχνω. μπράβο σας και για τα σχόλια.
Μεγάλο και αθάνατο 21. Δάκρυα χαράς και υπερηφάνειας αισθάνθηκα που είμαι Ελληνίδα. Ζήτω η αθάνατη Ελλάδα. Ζήτω το έθνος μας. Ζήτω η σημαία μας. Ζήτω οι ήρωες μας.
Μήπως το ποίημα αναφέρεται στο γερο-Δήμο Σταθά που γεννήθηκε το 1710 ή 1720 και πέθανε ειρηνικά το 1790, πατέρας του Γιάννη Σταθά που πολέμησε με τα ''μαύρα καράβια'' (ποίημα: Μαύρο καράβ' αρμένιζ'ς τα μέρη της Κασσάνδρας...) και που έφκιασε την πρώτη ελληνική σημαία με το λευκό σταυρό;
Δημοσίευση σχολίου