Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας !

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας !
Με Υγεία, Αγάπη και Εργασία !

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

27 Φεβρουαρίου 2014

Ο χρόνος ως έννοια φυσική και μεταφυσική -Μάνος Δανέζης

Με επιτυχία και με μεγάλη συμμετοχή έγινε την Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014 το δεύτερο μάθημα του Ελευθέρου Πανεπιστημίου που διοργανώνει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά η Ιερά Μητρόπολις Κερκύρας. Η εκδήλωση έγινε στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως και εισηγητής ήταν ο διακεκριμένος επιστήμονας κ. Μάνος Δανέζης, Καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το θέμα του μαθήματος ήταν «Ο χρόνος ως έννοια φυσική και μεταφυσική». Ο εισηγητής επεσήμανε ότι η Ορθόδοξη Θεολογία ουδέποτε συγκρούσθηκε
με την επιστήμη, γιατί για την Ορθοδοξία θεωρεί ότι εφόσον η επιστήμη ασχολείται με τον χώρο του κτιστού, η θεολογία δεν μπορεί να έχει αντίρρηση, καθώς η πίστη μας οδηγεί στην κοινωνία με τον Άκτιστο Θεό. Παλαιότερα η επιστήμη είχε ως βάση της την ύλη και τις αισθήσεις, γι’ αυτό και ταύτιζε την αλήθεια μόνο με την πειραματική απόδειξη. Η επιστήμη έμενε στην τρισδιάστατη πραγματικότητα. Γι’ αυτό και ο χρόνος είχε να κάνει με τα ρολόγια και τα ημερολόγια.. Βάση των θετικών επιστημών ήταν η ύλη-μάζα, ο χρόνος και ο χώρος. Οι τρεις αυτές έννοιες υπήρξαν και η βάση για την κοινωνική φιλοσοφία (π. χ. διαλεκτικός υλισμός), αλλά και για την θεολογική σκέψη στη Δύση.

Μετά όμως την επανάσταση που έφερε στην επιστημονική σκέψη και στο επιστημονικό κοσμοείδωλο ο Αϊνστάιν με τη θεωρία της σχετικότητας, ο άνθρωπος πλέον καλείται να περάσει από τον homo sapiens στον homo universalis, αλλαγή η οποία ρίχνει τεράστιες γέφυρες ανάμεσα στην επιστήμη και την θεολογία. Αρχή της επιστημονικής επανάστασης του 20ού αιώνα είναι η πλάνη των αισθήσεων. Όπως τόνισε ο εισηγητής τα πάντα είναι ενέργεια, την οποία ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι πλασμένος να την αποκωδικοποιεί και να την ορίζει μέσω των νευρώνων του ως χρώμα, ως γεύση, ως όσφρηση, ως ακοή. Το σύμπαν που οι αισθήσεις μας μάς αναγκάζουν να εκλάβουμε ως πραγματικότητα είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Όμως, τόσο η νευτώνεια φυσική όσο και η ευκλείδειος γεωμετρία είναι ήδη παρελθόν από την επιστήμη πλέον ως τρόποι προσέγγισης της πραγματικότητας του σύμπαντος. Η πραγματικότητα είναι τετρασδιάστατη. Αντιλαμβανόμαστε τις προβολές της ως καθρέφτισμα στον ψευτοευκλείδειο χώρο Minkowski, που σημαίνει ότι αυτό που παλαιότερα ορίζαμε ως χρόνο, σήμερα η επιστήμη το αποκαλεί τέταρτη διάσταση.

Οι συνέπειες της αλλαγής κοσμοειδώλου είναι εκπληκτικές. Υπάρχει, κατά τον εισηγητή, ένας κόσμος τον οποίο η θεολογία ονόμαζε ως «νοητό», ένας κόσμος τον οποίο οι αισθήσεις μας δεν μπορούν να τον προσεγγίσουν με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος, σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογία, όπως την κατέγραψαν ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι προσεγγίσιμος με την πίστη, την προσευχή και την κοινωνία με το Θεό. Τα πάντα στην επιστήμη σήμερα μετριούνται με το χρόνο και όχι με το μήκος. Για τον εισηγητή το σύμπαν πληροφορεί για την ταυτότητά του και στο πιο μικρό κομμάτι κι εδώ οι Πατέρες της Εκκλησίας κατέγραψαν τον «άνθρωπο, τον μικρό, τον μέγα», στον οποίο αποτυπώνεται η πληροφορία της παρουσίας του Θεού σε ολόκληρη την ύπαρξή του.

Επομένως, ο χρόνος ως έννοια φυσική αλλά και μεταφυσική δεν υπάρχει, αλλά είναι μία άλλη διάσταση στην οποία εναπόκειται στον καθέναν μας να κατανοήσει την σημασία της και να την δει είτε επιστημονικά είτε δια της πίστης είτε και με τους δύο τρόπους. Για τον κ. Δανέζη το σύμπαν δεν δημιουργήθηκε τυχαία, αλλά υπάρχει Δημιουργός. Κατέληξε την ομιλία του επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα το οποίο μας κληροδότησαν οι προηγούμενοι αιώνες και η διαμάχη επιστήμης και θεολογίας στον δυτικό πολιτισμό είναι μία επιφυλακτικότητα από την πλευρά πολλών έναντι της πίστης. Όμως ο λόγος και το βίωμα της αγάπης που η ορθόδοξη θεολογία διακηρύττει και βιώνει αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο τελικά ο άνθρωπος μπορεί να ανοιχθεί στον νοητό κόσμο.

Στον διάλογο που ακολούθησε με κατάθεση πολλών ερωτήσεων από το κοινό, ο εισηγητής επέμεινε στην ανάγκη να ξαναχτίσουμε έναν νέο άνθρωπο, βασισμένοι όχι μόνο στην ανάγκη για παράταση της ζωής χάρις στην επιστήμη, αλλά κυρίως με γνώμονα την αγάπη. Ο χρόνος μετράται στην ψυχή μας και έχει να κάνει με το πόσο μπορούμε να αγαπήσουμε. Η αγάπη είναι ένα άνοιγμα στην συνάντηση με Αυτόν και αυτό που όντως υπάρχει.

Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από την Ένωση Χριστιανών Επιστημόνων.

Η επόμενη εκδήλωση του Ελεύθερου Πανεπιστημίου, το οποίο έχει ως κεντρικό του θέμα φέτος «Η επιστημονική πρόοδος, η εποχή μας και η Ορθόδοξη Θεολογία» θα γίνει την Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014 με θέμα «Θεολογία και Οικονομία». Ομιλητής θα είναι ο κ. Βασίλειος Γιούλτσης, ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
 

 

24 Φεβρουαρίου 2014

Τα χταποδάκια...- Μ. Καραγάτσης (Δημήτριος Ροδόπουλος)

 Οι νοτιάδες φέρναν σύγνεφα εκείνο το χειμώνα, μα όχι το ’να πίσω από τ’ άλλο. Άφηναν και ώρες, την κάθε μέρα, που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός. Αυτό γινόταν περί το δειλινό. Κι ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο μικρό λιμάνι, στ’ αργοσάλευτα καΐκια του, στις μπαταρισμένες βάρκες, στα δίχτυα των ψαράδων που στέγνωναν απλωμένα, στη θάλασσα που σιγανάσαινε, στους ανθρώπους που τριγυρνούσαν πέρα δώθε, άγνωστο γιατί. Περί τη νύχτα θα χάλαγε πάλι ο καιρός. Αυτό το καταλάβαινες από τους γλάρους που πετούσαν χαμηλά, έξυναν τη θάλασσα με τις φτερoύγες τους, κλαγγάζοντας κάποιαν ακατάληπτη ανησυχία. Και το όντις, σε λίγο έφταναν ξανά τα σύγνεφα, αβγατίζοντας πολύ το βραδινό σκοτάδι, έτσι που ’σφιγγε η ψυχή του ανθρώπου.
Έτσι λοιπόν, την ώρα που ο Αστέρας πάλευε με τα σύγνεφα, μπήκε ο λεγάμενος στο μαγαζάκι, μποτζάροντας δώθε κείθε, σαν τραμπάκουλο σε σοροκάδα. Κοντός ήταν, κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ’ ένα μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι - σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του μάλιστα, είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης, ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι με σύστημα, πάνω χέρι - κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο.
Τώρα, γινωμένος ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνησε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι τού καβγά; Αυτό δεν το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, λίαν σουρωμένος ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί, κρατούσε μάλιστα στο χέρι κατιτίς τυλιγμένο σε χαρτί, φαγώσιμο πρέπει να ήταν. Προχώρησε, το λοιπόν, κατά τον μπεζαχτά, χαιρετώντας πολύ εγκάρδια τις δύο παρέες που βρίσκονταν την ώρα εκείνη στο μαγαζί. Μα δεν πήρε αντιχαιρέτισμα, ένεκα που οι μεν -δυο μαντράχαλοι- ήσαν πολύ απασχολημένοι με τις κοπέλες τους και δεν είχαν καιρό για κουβέντες άχρηστες. Όσο για τους δε, αυτοί πίναν το κρασί τους λίαν βαρύθυμοι και σέρτικοι, είχαν φαίνεται τις στεναχώριες τους. Τι να κάνει, λοιπόν, κι αυτός; Παράγγειλε ούζο καραφάκι, κι έπιασε κουβέντα με το μαγαζάτορα, ένεκα που ο Θεός τον έκανε άνθρωπο κοινωνικό, πολύ συσχετικό, η μουγκαμάρα κι η περισυλλογή ποσώς δεν του επήγαιναν. Είπε μάλιστα τη γνώμη του δυνατά, να την ακούσει όλος ο κόσμος:
-- Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!
Ακούμπησε το στράτσο στον μπεζαχτά κι άρχισε ν’ αδειάζει το καραφάκι σε δυο νεροπότηρα, προσέχοντας φοβερά στη μοιρασιά, μήπως τυχόν και στάξει κόμπος στο ’να πιότερο από τ’ άλλο. Αφού τέλειωσε τη δίκαιη αυτή κατανομή, πήρε το πρώτο ποτήρι και το ήπιε, ήπιε και το δεύτερο, θαραπάηκαν τα σωθικά του κι άρχισε μεγάλο λακριντί με το μαγαζάτορα. Ένεκα όμως που η παρέα μας βρισκόταν κάμποσο μακριά, δεν έδωσε κανείς μας προσοχή, εξάλλου είχαμε δικές μας κουβέντες να πούμε, πολύ σοβαρές και διόλου ευτράπελες. Πες πως τον αλησμονήσαμε κι αυτόν, και τα σπασμένα μούτρα του, και το στράτσο και το μεθύσι του και το λακριντί του. Όταν, έξαφνα, κουβέντες σε ύφος έντονο τράβηξαν την προσοχή μας:
- Όχι, κύριος, δε θέλουμε το κέρασμά σου!
- Και γιατί, δηλαδής; Εγώ εκινήθην από την ευγενής πρόθεσις...
- Κόβε λόγια και στρι! Πολύ ψείρα μάς γίνηκες!
Η παρεξήγηση συνέβαινε με την άλλη παρέα που ο ερίφης θέλησε να την κεράσει, άγνωστο γιατί. Ίσως που το κρασί τον έκανε πολύ κοινωνικό, πρόθυμο να πιάσει σχέσεις εύκολες και γκαρδιακές με τον πάσα τυχών. Ίσως πάλι και να του γυάλισαν τα κορίτσια, ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Οι μαντράχαλοι όμως πήραν αλλιώς το πράμα, εξ ου κι ο καβγάς –«περικαλώ, κύριος!» και «με το μπαρδόν, δεν είσαστε εν τάξει εν πάση περιπτώσει!». Ο ένας μάλιστα από τους δυο -άνθρωπος ευερέθιστος- σηκώθηκε μια στιγμή, κι είπε λόγια βαριά που προδίκαζαν χειροδικία. Τσίριξαν τα κορίτσια: «Mανώλη! Για τ' όνομα της Παναγιάς!», μπήκε στη μέση κι ο άλλος, ο πλέον ψύχραιμος, και το επεισόδιο θεωρείται λήξαν. Ο ερίφης υποχώρησε κανονικά κατά τον μπεζαχτά, όπου τον τραβούσε από το μανίκι ο ταβερνιάρης αυταρχικότατα:
-- Ήπιες το ούζο σου, Παναγιωτάκη; Πλέρωνε και στρίβε! Όχι ιστορίες στο μαγαζί μου!
Σαν ν' αποφάσισε να ησυχάσει ο Παναγιωτάκης, αλλά για να φύγει, ούτε λόγος! Ήθελε, σώνει και καλά, ν’ ανοίξει την καρδιά του, να πει τον πόνο του, να μιλήσει με άνθρωπο. Κανείς να μην τον θέλει, κανείς να μην καταλαβαίνει, όλοι να τον διώχνουν - τι κακό πάλι αυτό! Σαν τους Χίτες, στον `Αη-Λευτέρη, που παραξήγησαν τα λεγόμενά του και τον κάναν σώσπαστο στο ξύλο. Μα το ξύλο δεν τον ένοιαζε τόσο, όσο η παρεξήγηση.
-- Δεν είμαι κουκουές, εγώ! Είμαι καθώς πρέπει! Πολύ πολύ καθώς πρέπει...
Οι μαντράχαλοι της άλλης παρέας, που το επεισόδιο λήξαν δεν ασχολούνταν πια μαζί του, του ’ριξαν σκοτεινές ματιές. Έκλιναν προς τ’ αριστερά, ως φαίνεται, κι ο λόγος του λεγάμενου τους ξινοφάνηκε. Γίνηκε πρόχειρο διαβούλιο -να τον δείρουν, να μην τον δείρουν- μα δεν πήραν απόφαση, ένεκα που μόλις ξυλοδαρμένος από τους Χίτες ήτανε, έστω και λόγω παρεξήγησης, δε στέκεται να τις φάει κι από τους κουκουέδες. Εξάλλου, ο άνθρωπος είχε πια τα πιο φιλειρηνικά αισθήματα: Ξεδίπλωσε το στράτσο, τράβηξε δυο χταποδάκια που ήταν μέσα, τα καμάρωσε κι εδήλωσε πως έχει κάθε δικαίωμα να τα μαγειρέψει και να τα φάει ποτίζοντάς τα με μπόλικον κράσο, ένεκα που το χταπόδι χωρίς ένα πρώτο κρασί δε μαγειρεύεται, και δίχως ένα δεύτερο δε χωνεύεται. Άρχισε, λοιπόν, μεγάλες συνεννοήσεις με το μαγαζάτορα, να του ψήσει τα χταπόδια, να τα φάει εδώ που βρίσκεται, δηλαδή να τα φάνε παρέα, ένεκα που η μοναξιά κι αυτός δεν συνταιριάζουν, ανέκαθεν ντερμπεντέρης άνθρωπος ήταν. Ο μαγαζάτορας όμως είχε μεγάλες αντιρρήσεις. Των αδυνάτων αδύνατο! Η φουβoύ ήταν πιασμένη με τις γόπες, κατόπι θα τηγάνιζε πατάτες, ύστερα θα έρχονταν η πελατεία και θα παράγγελνε της ώρας πράματα, συκωτάκια, μπαρμπουνάκια, σαγανάκια.
-- Ό,τι άλλο, Παναγιωτάκη μου, αυτό όμως μη μου το ζητάς!
-- Δεν έχω, δηλαδής, το δικαίωμα να φάω κι εγώ ένα μεζέ σαν άνθρωπος -να, τα χταποδάκια μου- και να πιω το κρασί μου, σα φιλήσυχος πολίτης; Εμένα που με βλέπεις, άδικα μ'έδειραν οι Χίτες στον Άη-Λευτέρη. Δεν είμαι κουκουές!
Είχε αρπάξει το μαγαζάτορα από το γιακά και του ξηγούσε περί διά μακρών το πώς γίνηκε η παρεξήγηση με τους Χίτες. Κι επέμενε -ψείρα σωστή- πως δεν ήταν εντάξει, ο μαγαζάτορας, να μην του μαγειρεύει τα χταποδάκια, να φάει ένα μεζέ, να πιει ένα κρασί, και δος του επιχειρηματολογία, φλυαρία και λογοδιάρροια -για ψείρα, ναι, ήταν ψείρα και περίφημη!
-- Δε γίνεται, Παναγιωτάκη μου! του είπε ο άλλος κoφτά. Να πας στην Ευταλία να στα μαγειρέψει. Κι άντε τσαμπούκ τσαμπούκ, άδειαζέ μου το μαγαζί κι έχω δουλειά! Πλακώνει η πελατεία.
Ο ερίφης σώπασε, σα να είδε πως τίποτα πια δε γίνεται, πως έπρεπε να το πάρει απόφαση. Τύλιξε τα χταποδάκια στο στράτσο, τα έβαλε υπό μάλης και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα η αγανάχτηση τον έπνιξε. Γύρισε, το λοιπόν, κι άρχισε καινούρια δημηγορία:
- Στην Ευταλία... Άιντε συ να πεις στην Ευταλία να στα μαγειρέψει! Συ, που δεν είσαι άντρας της... Εγώ, δηλαδή, δεν έχω δικαίωμα να φάω ένα μεζέ, να πιω ένα κρασί;
Αργά κατάλαβε πως μιλούσε στα κούφια, ένεκα που ο μαγαζάτορας είχε αποτραβηχτεί στην κουζίνα. Σήκωσε, το λοιπόν, τους ώμους και τράβηξε πάλι κατά την πόρτα. Φαίνεται όμως πως δε βολούσε η ψυχή του να ξεκολλήσει εύκολ' απ’ το μαγαζί. Περνώντας μπροστά στην παρέα μας κοντοστάθηκε. Ήθελε κουβέντα.
-- Έχει τσιγάρο;
Απόκριση καμιά. Είδαμε τι κολλιτσίδα ήταν, αν του μιλούσαμε ξεκολλημό δε θα ’χε. Αυτός όμως εκεί!
-- Θέλω τσιγάρο.
-- Δεν έχει! του λέει ο Αγλέουρας.
-- Πώς δεν έχει, αφού καπνίζετε!
Ήταν κι αναιδής.
-- Άιντε στο καλό! του λέει ο υποπλοίαρχος, κι άσε μας ήσυχους. Ακούς;
Αυτό δεν του άρεσε, του φίλου. Πήρε αμέσως ύφος κουτσαβάκικο, προκλητικό, μπεχλιβάνικο. Κι αμόλησε την πρόστυχη κουβέντα:
- Επειδή, δηλαδής, έχεις δυόμισι γαλόνια στο μανίκι, μας κάνεις και τον κάργα;
Φως φανάρι πως οι Χίτες του `Αη Λευτέρη δεν είχαν και τόσο άδικο. Μαρτυρήθηκε μοναχός του. Ο υποπλοίαρχος χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Μα ο Αγλέουρας σηκώθηκε, άρπαξε τον Παναγιωτάκη από τις πλάτες και απλά, αυστηρά, θετικά τον έβγαλ’ έξω από το μαγαζί. Τον έβγαλε, δεν τον πέταξε. Όλα γίνηκαν μ’ ευγένεια και κατανόηση, ως αρμόζει να φέρεται κανείς σ' έναν μεθυσμένο, έναν ακαταλόγιστο. Κι αυτός δεν έφερε καμιάν αντίσταση, ψοφοδεής ήταν, μόνο λόγια και τίποτες άλλο. Ανθρωπάκος, που το κρασί τον εχτυπούσε παράξενα, τον έκανε να λέει μπούρδες δίχως να τις συλλογιστεί.
Ο Αγλέουρας εγύρισε και ξανακάθισε στη θέση του. Κέφι δεν είχαμ’ εξαρχής, τώρα το λίγο που είχε απομείνει ξανεμίστηκε κι αυτό. Δεν ήταν να ‘ρθει κι αυτό τ’ αυτοκίνητο, να πάμε στις δουλειές μας! Η νύχτα είχε πέσει πια, ήρθαν πάλι τα σύγνεφα, μαύρισε ο ουρανός διπλό σκοτάδι, το ίδιο κι η θάλασσα. Μόλις έβλεπες τα κατάρτια των καϊκιών ν’ αργοσαλεύουν πέρα δώθε πάνω στο μουντό στερέωμα, σα μετρονόμια που κράταγαν στον άνεμο το ρυθμό των νερών. Πρέπει και να ψιλόβρεχε, εμείς δεν το βλέπαμε, έτσι στο βάθος που καθόμαστε. Μα έρχονταν από το πέλαγο οσμή υγρού νοτιά, μύριζε και το χώμα, μουλιασμένο ως ήταν.
Και να, δεν πέρασαν ούτε τρία λεφτά, και ξαναπαρουσιάστηκε στην πόρτα. Έκανε να μπει πάλι στο μαγαζί, ένεκα που είχε μεθύσι πεισματάρικο, επίμονο, τίποτα δεν τον έκανε ν’ αλλάξει το κέφι του. Μεμιάς όμως όλοι σηκωθήκαμε, η παρέα μας, η άλλη παρέα, ο μαγαζάτορας:
- Πάλι εδώ είσαι; Έξω! Έξω! Φεύγ' από δω! Πήγαινε στο σπίτι σου! Μπεκρούλιακα! Προστυχόμουτρο! Κολλιτσίδα! Ψείρα! Ψείρα!
Αυτό γίνηκε τίμια κι αυθόρμητα, μας είχε φέρει ως εδώ, ο αλιτήριος! Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε. Απόμεινε ασάλευτος, κρατώντας τα τυλιγμένα χταπόδια στο χέρι το ζερβί, κι έριξε ματιά γεμάτη δέος ολοτρόγυρα. Πρέπει τα μούτρα μας να ήσαν τόσο άγρια, που φοβήθηκε.
- Καλά... μουρμούρισε... Καλά! Θα φύγω... Αφού δε με θέλετε... Μα πού να πάω; Πού; Στην Ευταλία; Ένας λόγος είναι αυτός. Ούτε κι αυτή με θέλει, όπως κι εσείς. Κανείς! Κανείς...
Τον έπιασε κάτι σαν παράπονο, κι άπλωσε το χέρι όπου κρατούσε τα χταπόδια:
- Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη... Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος...
Μας κοίταγε και πρόσμενε κατανόηση, σαν άνθρωπος από τους ανθρώπους. Μα μόνο φάτσες παγωμένες αντίκρισε, μάτια γεμάτα σκληράδα και κακία. Κακία ανθρώπινη.
Τότε, κατάλαβε. Κάτι σαν αποκαρδίωση τον έπιασε, όλα έσπασαν εντός του. Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων. Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες. Δεν εμίλησε πια, τίποτα δεν είπε, μα έσμιξε την ψυχή του με τη νύχτα του νοτιά, τη σκέπασε με σύγνεφα, την τύλιξε με πνοές όστριας χειμωνιάτικης. Όσο για μας, ξανασκύψαμε στα ποτήρια, στις εφημερίδες, στις κουβέντες μας, μην καταλαβαίνοντας, μη θέλοντας να καταλάβουμε. Πέρασε έτσι ώρα αρκετή, ίσως και δέκα λεφτά, ίσως και τέταρτο ολόκληρο. Κι όταν ανασήκωσα τα μάτια και κοίταξα την πόρτα, εκεί που είχε καθίσει, δεν τον είδα πια. Είχε φύγει, τράβηξε μέσα στη νύχτα, ποιος ξέρει για πού, να μαγειρέψει τα χταπόδια του, να πιει ένα κρασί, σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος, ακριβώς...
Ήρθε τ’ αυτοκίνητο –καιρός ήταν, επί τέλους! Σηκωθήκαμε όλοι με ανακούφιση και τραβήξαμε κατά την πόρτα. Όχι μόνο που βιαζόμαστε, αλλά και κάτι μάς στενοχώραγε, μάς έπνιγε. Το κέφι μας είχε χαλάσει. Όπως δρασκέλαγα το κατώφλι της πόρτας, πάτησα σ’ ένα πράμα μαλακό, γλυστερό, που παρά τρίχα να πέσω, να τσακιστώ. Πρόφτασα όμως και κρατήθηκ’ από το μάνταλο του θυρόφυλλου, έσκυψα βλαστημώντας, κι είδα πως αυτό που πάτησα ήταν το στράτσο με τα δυο χταπόδια.
-- Ρε παιδιά! είπα, ο ερίφης παράτησε τα χταποδάκια του...
Όλοι απομείναμε σιωπηλοί, κάποιος στοχασμός ανάδευε εντός μας, ήταν φανερό αυτό.
-Μήπως και τον προφτάξουμε... μουρμούρισε ο υποπλοίαρχος.
Κοιτάξαμε πέρα δώθε, ψάξαμε τη νύχτα, με τους προβολείς της φορντ. Τίποτα. Η ακρογιαλιά ξαπλωνόταν ως πέρα σκοτεινή κι ερημική, μόνο κάποιος γάτος τριγυρνούσε κάτω από τη βροχή, ένεκα που κόντευε Γενάρης. Και πάλι απομείναμε δίβουλοι, συλλογισμένοι.
- Τί θα γίνει με τα χταπόδια; ρώτησα
Ο Αγλέουρας σήκωσε τους ώμους.
- Θα τα πάρω να τα φάω εγώ! είπε. Κρίμα να παν χαμένα...
Χαμένα... Με τι προσοχή τα κουβαλούσε ο κακόμοιρος, με τι λαχτάρα πρόσμενε να τα μαγερέψει να τα φάει, να τα ποτίσει με καναδυό ποτήρια! Ναι, να τα γλεντήσει «σαν άνθρωπος», παρέα με τους συνανθρώπους, που θα νιώθαν τον καημό της ψυχής του... Μα οι άνθρωποι -τα θεριά- δεν ένιωσαν, ούτε ήταν βολετό να νιώσουν. Άχρηστα τα χταποδάκια πια, άχθος και βάρος για την απελπισία του. Τα παράτησε στο κατώφλι κι έφυγε και τράβηξε, και πήγε...
Ω, Θεέ μου! Πώς έπλασες τόσο άχαρη τη ζωή, σε τούτονα τον κόσμο;…
 ***************************
Την άλλη μέρα –πάλι με το σούρουπο– στο ίδιο μαγαζί είμαστε μαζωμένοι, πάλι οι ίδιοι άνθρωποι και πάλι τ’ αυτοκίνητο περιμέναμε να’ ρθει να μας πάρει. Ούτε φωνή ούτε κουβέντα. Βαρύθυμες ήσαν οι ψυχές μας, πιότερο κι από τον ουρανό. Ο Αγλέουρας μάλιστα φαινόταν ζαβλακωμένος.
-- Τι έχεις; τον ρώτησα.
-- Εκείνα τα χταπόδια… Εδώ μού έχουν σταθεί.
-- Τα χταπόδια του Παναγιωτάκη; είπε ο μαγαζάτορας που σκούπιζε το τραπέζι με μια πατσαβούρα. Θεός σχωρέσ’ τον! Τόνε βρήκαν σήμερα το πρωί, στα βράχια του κάβου. Όπως ήταν τύφλα χτες το βράδυ, παραπάτησε, φαίνεται, κι έπεσε από ψηλά. Το κεφάλι του γίνηκε λιώμα…
Κανείς μας δεν εμίλησε. Μόνον ο Αγλέουρας σηκώθηκε από την καρέκλα.
-- Πού πας; τον ρώτησα.
-- Πάω να κάνω εμετό… είπε.
Ήταν κατακίτρινος...


Από τη συλλογή διηγημάτων «Το νερό της βροχής».

Το ψευδώνυμο Καραγάτσης προήλθε από το δέντρο πτελέα ή καραγάτσι στο εξοχικό της οικογένειάς του στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, όπου περνούσε τα περισσότερα εφηβικά καλοκαίρια του. Εκεί συνήθιζε να διαβάζει καθισμένος κάτω από ένα καραγάτσι που βρισκόταν στον περίβολο της εκκλησίας του χωριού. Το "Μ." του ψευδωνύμου του προήλθε πιθανότατα από το ρώσικο όνομα "Μίτια" (ρωσική εκδοχή του Δημήτρης), με το οποίο τον αποκαλούσαν φίλοι και συμφοιτητές του, λόγω της μεγάλης του αγάπης για τον Φιοντό Ντοστογιέφκι και ιδιαίτερα για το έργο "Αδερφοί Καραμαζώφ"

 
http://alavastro.blogspot.gr/2011/08/blog-post_1223.html

23 Φεβρουαρίου 2014

Η κυρία Νίτσα !- Μ. Καραγάτσης

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Το κορίτσι με το καπέλο
        Θεόφιλος Χατζημιχαήλ,
      Το κορίτσι με το καπέλο

  Ο Μ. Καραγάτσης έγραψε αυτό το διήγημα το 1928. Στα είκοσί του χρόνια ξεκινούσε με αυτό τη συγγραφική του σταδιοδρομία, γράφοντας με θέμα την πρώτη πλατωνική του αγάπη, τη νεαρή δασκάλα του, κυρία Νίτσα.
 
Η πρώτη μου αγάπη, ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα, ίσως και πιο πολύ. Αμέσως θα φανταστείτε το αιώνιο ειδύλλιο, του αμούστακου έφηβου και της ώριμης γυναίκας, ή μάλλον χήρας, για να κυνηγήσω με μεγαλύτερη επιτυχία, τις  υπεκφυγές* της φαντασίας σας.
Λοιπόν, όχι. Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ.
Η διαφορά της ηλικίας μας αυτή καθ' αυτή δε θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι το ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση της ηλικίας μου, απέναντι της ηλικίας του διπλανού μου. Δεν μπορούσα όμως να εννοήσω, ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. Χωρίς άλλο έπρεπε να ζούσα πολύ καιρό, είκοσι, τριάντα χρόνια, ξέρω και γώ... [...]
 Ήταν ένα λευκό διάφανο ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. Μια δημιουργία της φαντασίας του Μυσσέ,* και της ρομαντικής πλειάδας. Μια εικόνα του Γκρεζ,* χωρίς αφέλεια όμως. Κάτι το πιο σύγχρονο. Αυτή τη μορφή ίσως τη βρείτε και στον Φραπιέ,* και στον Μπαζίν.* Η Ρόζα* της «Maternelle» ή η Νταβιντέ Μπιρό.* Ήταν δασκάλα. Δασκάλα μου, για να εννοούμαστε.
Επήγαινα στην Τρίτη του δημοτικού, σ' ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη. Δυο τρεις ακακίες και μερικά βρομόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Το χειμώνα το νερό της βρύσης πάγωνε, και η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.
Η κυρία Νίτσα -αυτό ήταν τ' όνομα της πρώτης δασκαλικής μου αγάπης- δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ' αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χειμώνας του κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές του Ολύμπου παγερός, και κοκαλιάζει τους σβόλους στα χωράφια της εριβώλακος* Θεσσαλίας.
Η τάξη μας ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο, και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοί μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δε θα 'ρχόταν η «κυρία».
Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν «αμπάριζα». Ύστερα η «κυρία» διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο, και θα ενοχλούσαν τις «μεγάλες». Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.
Θα πηγαίναμε στο σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Αποκεί θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη·* -είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη «Μαγούλα»* την Ορμάν μαγούλα, όπου θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.
Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζομαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη «θα» πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και κάθε στιλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε* του αλήτικου ονείρου μας, άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.
Θα μου πείτε, πώς θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια, τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γεμάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά, ώστε να μην μπορούν ν' ανακατευτούν, με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής. Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια, αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ ζαγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε.
Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλο άνθρωπο, αλλιώτικο από σας, ξένο, ένα φίλο, ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φρανς* δεν είναι ο «Μικρός Πέτρος». Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ' όνομά του. Θυμηθείτε τα παλιά σας. Είναι σαν μια πνοή καθαρού αέρα.   
Το μάθημα της κυρίας Νίτσας ήταν ιεροτελεστία. Η αδυναμία του εύθραυστου αυτού αναιμικού κοριτσιού, είχε απάνω μας μιάν επιβολή μεγαλύτερη από μιάν πελώρια ευνοϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της, μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της.
Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο της παιδικής ψυχής μου, βγάζω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτήν τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού, και femme fatale.* Μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είχε μια πελώρια χάρη, και μια άδολη,* άθελη γοητεία.
Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση της νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα, είτε τώρα τις ζω, είναι το ίδιο.
Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλε τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της.
Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ' όλη τη χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόντανε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Πού ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δε μας κοιτάει; Μας ξέχασε;
 Το λευκό κεφάλι σηκώνεται. Με είδε, με κοιτάει. Τα μαλλιά της είναι πιο μουντά παρά ποτέ.
- Τι είναι, Γιαννάκη;
 Τι είναι. Μα είναι τόσο πολλά πράματα μυστηριώδη, για τη μικρή ψυχή μας που έπρεπε να τα είχες καταλάβει, αέρινη μικρή δασκάλα. Μέσα στο κάθε παιδί κρύβεται ένας άντρας, ένας άντρας όπως όλοι οι άλλοι, όπως ο όμορφος λοχαγός παραδείγματος χάριν, που περνάει με τ' άλογό του τέσσερις φορές την ημέρα, κάτω από το παράθυρο της τάξης. Αυτό τον κρυμμένο παιδικό άντρα, έπρεπε να τον είχες ανακαλύψει, έπρεπε να τον είχες δαμάσει με τη γυναικεία τέχνη σου. Μα δεν είχες καιρό. Τον δικό σου τον άντρα, τον ώριμο άντρα, τον ανακάλυψες, και αν δε δάμασες αυτόν, δάμασες χωρίς άλλο το άλογό του, γιατί δεν εξηγιέται αλλιώς, πως στεκόταν πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο, σκάβοντας με το πόδι τη γη και χλιμιντρώντας. Εξέχασες τελείως τα παιδιά σου, κακή κυρία Νίτσα.
Η φωνή μου όταν της απαντούσα ήταν κλαψιάρικη.
- Δεν μπορώ να κάνω ψι...
 Το ψι. Ο τύραννος του νεοφώτιστου μαθητή. Ο τρόμος της καλλιγραφίας. Το χεράκι μπερδεύεται και τρέμει όταν αρχίζει να χαράζει το μεγάλο κόμπο, το γόρδιο αυτό δεσμό του ελληνικού αλφαβήτου. [...]
Το τέλος του ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στη μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γιομάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά και από την καρδιά μου.
Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε το λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλια δεν τάραξε την ψυχή μου. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μάς έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο της μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρία κινήματα. Ζει ευτυχισμένη, και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δε μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη...
Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια. 
 
Μ. Καραγάτσης, Ανέκδοτα νεανικά κείμενα,
Βιβλιοπωλείον της Εστίας
    
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5421/

* υπεκφυγές: προσπάθειες διαφυγής * Μυσσέ [Άλφρεντ]: Γάλλος συγγραφέας * Γκρεζ, Φραπιέ, Μπαζίν: Γάλλοι ζωγράφοι * Ρόζα, Νταβιντέ Μπιρό: ζωγραφικά πορτρέτα γυναικών * εριβώλαξ (-ακος): εύφορη * ασετυλίνη: φωτιστικό αέριο * μαγούλα: λόφος * στο φόρτε: στην κορύφωση * Ανατόλ Φρανς: γνωστός Γάλλος συγγραφέας (1844-1924), ο οποίος σε ώριμη ηλικία έγραψε τις παιδικές αναμνήσεις του στο βιβλίο Ο Μικρός Πέτρος (1918) * femme  fatale: μοιραία γυναίκα * άδολη: αγνή
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  

8 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΚΡΗΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ !

Γιάννης Σκαρίμπας

Έτσι καταπώς άφριζαν τα κύματα τού θύμιζαν τη χώρα.

Αυτή τη χώρα την Ιτιά, που στέκονταν στο περιθαλάσσιο κατάλευκη κ' ήταν εκείς ο μπάρμπας του –ο Κόκοτας– μαγαζάτορας, κάπελας, κρασοπούλης και φούρναρης. Κ' είχε ψυχογιούς και αξία και όνομα.
Νά, κατ' απ' τα Σάλωνα, μαθές, αυτού που σφάζανε αρνιά και κατ' ακόμα απ' το Χρυσό, που σφάζανε κριάρια. Εκείς, ανάμεσα όπου –ποιός ξέρει πού– σφάζονταν στης Μαρίας την ποδιά τα παλληκάρια.
Ας είν' καλά αυτός που τάξερε τα Σάλωνα –αυτά τα Σάλωνα– και τ' άλλο το Χρυσό – απ' αψηλά φ' της Τρύπης τις κορφές που τάχει ιδωμένα. Κι αυτήν, την Πενταγιώτισα, τη Μαρία, που γι' αυτήν σφάζονταν τα παλληκάρια στη ποδιά της...
 Ά! Χα! τί γιέμορφη π' θα νάταν Θιέ μου! Άσπρη θανάταν σαν το γάλα καψερέ. Θάταν ψηλή, θάταν λιγνή, θάταν γελούσα.
Μαρίγια την νομάτιζαν. Δασκαλοπούλα την λαλάγαν. Όϊ Κατίγκω, όϊ Θυμιούλα, μάηδ' Αγγέλω. Μαρίγια!... Γιατί Μαρία λεν την Παναγιά, Μαρία και δαύτη έλεγαν.
Χάσ'κο ψωμί θα νάτρωγε. Απ' την Ανθήνα ορέ θάτανε, απ' τον Περαίγια. Και στο πεζούλι της –όξ' απ' την πόρτα της– θα καθότουνα, με μιξωτά ουφστάνια και τσιπούνι. Μ' άσπρη ποδιά, κ' ένα γιορντάν από φλωριά...
Και κεις, ένα ένα τα παλληκάρια του χωριού, θα πάγαιναν με λάζα στα χέρια και θανάκοβαν τόνα κατόπι στ' άλλο το λαιμό τους.
Γιατί ;... Έτσι...
Έτσι για να γλέπ' αυτή. Να γλέπ' ορέ το γαίμα στην ποδιά και να χαμογελάει, να χαίρετ' η καρδιά της !...
 . . . Έτσι κι αυτός να πάαινε ήθελε να σφάζονταν ομπρός στα μαύρα μάτια της Σταυρούλας. Αυτηνής πούταν τριταξαδέρφη του κ' ήταν ο σβέρκος της άσπρος σαν το γάλα. Πούταν το μπράτσο της σαν κείνο τ' ασημένιο τής Παναγιάς μες στον Άη-Θύμιο.
Μα μήτε άσπρη ποδιά αυτή φόραε, μήτε και στο κατώφλι της εκάθονταν ποτές της. Μόνο με νια βαρέλα στον ώμο κουβάλαε πάντα νηρό απ' το πηγάδι κι ούλο με τα ζα της είχε πάντα να λέει και να κάνει. Τα έρμα.
Έτσι νια μέρα της είχε ντροχιαστεί νια γίδα γκιώσα πα στ' αλώνι και πλάνταξε το θρασίμ' από το βέλασμα. Αντάμα να την ξεντροχιάσουν πήγαν.
Έσγουψε αυτή να της ξεχουματίσει το παλούκι της και φάνηκαν τα μεσοφόρια της 'πό μέσα. Αυτό τ' αγρίμ' η γκιώσα έφερνε γύρα-γύρα και τους μπερδίκλωσε με την τριχιά της.
Γάνιαξαν απ' το σαλάισμα. Ανακατεύτηκαν τα χνώτα τους, διασταυρώθηκαν οι λοϊσμοί τους.
 Πιάστηκαν κ' οι πλεξούδες της απ' τα κομποσκοίνια του σουρέλου του: «Όρε Γιάν!...» (Και στην γκιώσα λέοντας τα) :
. . . «Άχ ψοφίμ' τ' κιαρατά, άχ πλαντάμ', άχ κλαπατσάρα!...».
Έτσι σγουμένη –προσκυνημένη– η Στραυρούλα ομπρός του, βέλαζε και δαύτη σαν κατσί. Δυό χέρια αυτηνής κι άλλα δυό «τα θ' κάτ'» πάλευαν και ψαχούλευαν το σουρέλο του. Κ' η γίδα γιούρταε κατ' το χωριό για να λακήσει το ρημάδι...
. . . Άει ζωντόβολ' πού θα μ' πας. Άει στρίγγλα, άει τη χτικιάρα...
Τόσα δάχτυλα πασπάτευαν τα σκέλια του, του μάλαζαν τη φύση...
Λύθηκαν τα κομποσκοίνια του, έπεσε και το βρακί του. Άστραψε τ' αλώνι κ' οι ματιές, κοκκίνισε κ' η Σταυρούλα ως τ' αφτιά της. Μιά γλυκιά ταραχή τούς συνδαύλισε τις ιδέες τους, τους ανακάτεψε τους δυό τους. Κάτι ιδέες παράξενες, κάτι νοήματα αμολόητα σε λόγια...
 Πήρε φτερό η Σταυρούλα κ' έφυγε. Δρασκέλισε γοργά τα βράχια και ροβόλησε προς το χωριό –την Άη-Θυμιά– τρεχάτη. Φαίνονταν οι πατούσες της στο φεύγι της, ανεμίζονταν ξωπίσω της τα υφαντά της μεσοφόρια.
Τότες ο Γιάννης ξύπνησε. Τότε τον καψόκαψε η φλόγα. Έτσι με σερνάμενο στόνα του πόδι το σουρέλο του, σαλτάρισε ξαναμένος προς το βράχο. Αψήλωσε σαν πετρίτης στην κορφή του και φούγιαξε σακάτω, κάνοντας τις φούχτες του πιπίνι... Σταυρούλαααα... άρη Σταυρούλαααα...
Την είδε νια στιγμή να στρέφτει το κεφάλι. Κατ' από τ' άσπρο της μαντήλι τού φάνηκε πως τον έφτανε η στράψη των ματιών της. Είδε τα δυό της χέρια –τις παλάμες– φάσκελα, να του τα στέρνει και να φεύγει. Να χάνεται μες στα σπαθόχορτα της άπλας.
 Αυτήν λοιπόν, αυτός αγάπαε...
Πού΄τανε σαν την Πενταγιώτισσα γλυκιά, αυτήν τη Μαρία τη παινεμένη· που την τραγούδαγαν σε πανηγύρια και σε γάμους, που σφάζανε αρνιά για χάρη της στα Σάλωνα και που τα παλληκάρια σφάζονταν στην ποδιά της.
Σα θα μεγάλωνε κι αυτός και μάλλιαζε το στήθος του. Σα θα τράχαινε αντρίκεια και η φωνή του... Σα θάβγαζε μουστάκι... Νά, σα θα το λέγαν οι κούκοι στα βουνά κ' οι πέρδικες στα πλάγια, έτσι νια νύχτα, ένα πουρνό, θα του το λέγαν κι αυτουνού τα παλληκάρια του, πα στις ψηλές ραχούλες. 
Μας πήρ' η μέρα κ' η αυγή
Γιάννη Στελίγκο αρχιληστή...
Γιατί κλέφτης κι αρματωλός θα γίνονταν για χάρη της. Καπετάνος ξακουσμένος..
Με τετραπίθαμο σπαθί στη μέση, θάπαιρνε τα βουνά και τα ρουμάνια. Κουμπούρια και γεντέκια μπελαλίδικα, θάσερνε διασταυρωμένα στο σελάχι τ' Ασημαχαρζωμένες και μυριόχρυσες θάσαν κ' οι μανικέττες του στα μπράτσα. Δυό σειρές από χρυσά φλωρία θάσαν οι γονατάρες του στις κάλτσες. Ούλο χάρτζα και τσαπράζα θάταν τα μπισλίκια του. Όλο καμάρ' κι λεβεντιά θάταν κι ατός του μες στα κέδρα...
 Κι όντας η νύχτα θάταν μαύρη στα βουνά κι όντας στους βράχους θάπεφτε το χιόνι, έτσι εκεί στα έρημα και στα σκοτεινά, πρώτος θα να ξεσπάθωνεν αυτός κι από κατόπι στη σειρά τα παλληκάρια τ'...
Θάστραφτε –μέσα στη νύχτα– η ασημένια αρματωσιά του. Σα μιά φλόγα λυγερή θα γλώσσιζε μες στο σκοτάδι του γιαταγανιού του η λάμα. Γραμμή, καταγραμμή θα πάγαιναν –ούλοι μαζί– μ' ολόρθα τα σπαθιά στα χέρια. Σαν φωτεινές κομπότρυπες θα φαίνονταν μες στο σκοτάδι οι τρύπες των ματιών τους.
Ο Καπετάν Γκρης θάταν αυτός, ο Κατσαντώνης, ο Τρομάρας. Στν' Αράχωβα θα τον τραγούδαγαν, στην Κολοπετινίτσα, θα τον κρέναν...
Κ' ενώ στα Σάλωνα θα σφάζανε κριάρια και αρνιά για τη Μαρία, θάσφαζε κι αυτός τα πέντε αδέρφια της Σταυρούλας.
 Αυτά που τον ξυλοφόρτωσαν για χάρη της.
Μωρέ αυτά, με τα μαλαματένια πελεντζίκια τους, με τα πολλά λαγκιόλια, που σειόνταν και λυγιόνταν στο χωριό και πάαιναν στην εκκλησιά αρματωμένα.
Που μόν' αυτά της πιάνανε το δάχτυλο δίχως μαντήλι στο χορό κι αραδαριά της ψάλλαν το τραγούδι.
Με πέντε πόδια στον αέρα, της το κένταγαν, με τ' άλλα πέντε –βεργολυγώντας τα– στον τόπο, της το πλέκαν. Καί μ' άλλα δέκα τα χεράκια τους, απά 'φτή κεφαλή της, της τόκαναν γιρλάντα. Κοιτώντας την και καμαρώνοντας την της το λέγαν.
...Το πως ένας αητός καθέτανε στον γήλιο και ηλιαζέτανε...
Μην λάχει και το νόμιζε για ψέμα, της το βρόνταγαν. Λες την περικάλαγαν να το πιστέψει, της το κρέναν. Στα μάτια την κοιτάζανε.
Κι ως αυτηνής (περδικοστήθας) φλωριών 'νας γαλαξίας τα γιορντάνια λαμποκόπαγαν κι άστραφταν τ' ασημοζουναριού της οι δίδυμοι ντοκάδες – μιά γυροβολιά κατ' απ' τα μπράτσα τους, την έφερναν και μιά του πήδου και του ύψου την σήκωναν. Το πόδι και το πάτι της εταίριαζαν με εκείνα τα αητονύχια –τα νυχάκια του– τα νυχοποδαράκια του, και με την πέ, μωρέ την πέρδικα – την πέρδικα που πιάσανε... (μπάμ! μπάμ! μπάμ!...) να μην τους τη χαλάσουνε, μωρέ τους τη χαλάσανε...
 Μάλιστα...
Του Καραμέρη ανήψι 'ταν αυτός του Αναγνώστη αγγόνι! Γιος του Στελίγκου ήταν μωρέ, τ' αητού, που σκότωσαν με μπαμπεσιά -στο μπλόκο της Τοπόλιας.
Κι αητός κι ο ίδιος θα να γένονταν. Αητός με πήχυ το φτερό και πιθαμής τ' ανύχι. Και η Σταυρούλα η πέρδικα που θάπιανε...
Αυτή, η πετραπετροπαγενάμενη, η λιθολιθαροπατούσα. Όπου εδείπνα με τ' αδέρφια της κι απέ κοιμόταν μοναχή της. Που γλυκοστράφτανε τα μάτια της, που τρέμαν σαν ομίλιε τα βυζά της.
Αψηλά κατ' τ' Άγραφα κατ' τα Τζουμέρκα θαν την τράβαε, αψηλά στα Καρπενήσια. Απά στα Βλάχικα κονάκια θα τους καλοδέχονταν με μηλοστολισμένα φλάμπουρα –και με ζυγιές παιχνίδια– οι τσελιγκάδες.
Εκεί θα τρώγαν αρνάκια τρυφερά, κριάρια σουβλισμένα. Κ' ένα παιδί, εκεί θα να της βάφτιζε να βάλει τ' όνομα της. Κι ως τα σουρπώματα θα βάιζαν γύρα τα δάσα κ' οι πλαγιές –κ' ενώ θ' αχάγαν τα κυπριά γύρα στις στάνες– χρυσές, πυκνές, ετοιμασίες θάκαναν οι τσούπρες στα κονάκια. 
...Θα στρώναν μάλλινα σκουτιά
βελέντζες χλουμισμένες
που τις φαδιοπλουμίσανε
κοπέλλες και κυράδες.
Θα στρώναν πάτους βασ'λικό
και πάτους μαντζουράνα
και πάτους δεντρουλίβανο
να κοιμηθούν αντάμα...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι, μιά μέρα τον ξυλοκόπησεν ο θείγιος του ο Κόκοτας, τον χτύπησε σαν μπάκακα αποχάμω : «Ζαβρακιασμένο... δρωπικιασμένο... μπακανιάρικο!...» του φούγιαξε και τον ξανακλωτσοπάτησε να μάθει... Να ξέρει να μην του πέφτουν τα ποτήρια από τα χέρια του, μήτε να χύνει τα «βιδάνια» στο δρόμο! – να τα φυλάει για–ξύδι–να γίνονταν!... ή για κάναν κουτο-εγγλέζο, ή διακονιάρη!...
Λάκησε κι αυτός κατ' τα βουνά, στην Τρύπη τού Παρνασσού, θα τράβα για αρματωλός και κλέφτης. Ο θειός του ο Καραμέρης, κει λημέριαζε, μ' όλα του –στη σειρά– τα παλληκάρια.
 Έτσι, κι αυτός, καταγραμμής θάστενε κατάραχα και τα θ'κά του. Θα λαμποκόπαγαν στους ντουλαμάδες οι πέντε αράδες τα κουμπιά, οι έξη τα σειρήτια. Το ένα κατόπι τ' άλλου θα πάγαιναν, μ' ολόρθα – ομπρός στις μύτες, τα σπαθιά τους.
Γέρνοντας προς τα πίσω το κορμί, στ' αφτί του κατοπινού, θα να τάλεγε σιγούλια· κ' έτσι από στόμα σ' αφτί τηλεγραφώντας τες, ως τον στερνό θα φτάναν κλέφτη, οι διαταγές του.
 Ο Καπετάν Γκρης θάταν αυτός, ο Κατσαντώνης, ο Τρομάρας! Χάϊ-Χάϊ!... Στα πενταόρια θα τον χόρευαν, στην Πενταγιού θα τον λαλάγαν.
Κ' ενώ στα Σάλωνα θα σφάζαν αρνιά (Μαρία) και στο Χρυσό κριάρια, πα στης Σταυρούλας την ποδιά, κι αυτός θάσφαζε το θείο του τον Κόκοτα...
 
  

6 Φεβρουαρίου 2014

Η ΓΟΡΓΟΝΑ- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

 
 Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύ­χτα. Σπάνια νύχτα! πρώτη και τελευταία θαρρώ στη ζωή μου. Τι είχαμε φορτωμένο; Τι άλλο από σιτάρι. Πού πηγαίναμε; Πού αλ­λού από τον Πειραιά. Πράματα και τα δυο που τα έκαμα το λιγότερο είκοσι φορές. Μα εκείνη τη βραδιά ένιωθα τέτοιο πλάκωμα στην ψυχή, που κινδύνευα να λιγοθυμήσω. Δεν ξέρω τι μου έφταιγε· θες η γαληνεμένη θάλασσα, θες ο ξάστερος ουρανός, θες το τσουχτερό λιοπύρι· δεν μπορώ να ειπώ. Μα είχα τόσο βαριά την ψυχή, ήβρεσκα τόσο σαχλοπλημμυρισμένη τη ζωή, που αν με άρπαζε κανείς να με ρίξει στο νερό, «όχι!» δε θα ’λεγα.
Ο ήλιος ήταν ώρα βασιλεμένος. Τα χρυσοπόρφυρα συγνεφάκια, που συντρόφευαν το βασίλεμά του, σκάλωσαν κάπου μαύρα σαν μεγάλες καπνιές. Ο Αποσπερίτης έλαμψε κρυσταλλόχιονο μέσα στα σκούρα. Φάνηκαν ψηλά οι αστερισμοί ένας κι ένας. Τα νερά κάτω πήραν εκείνο το λευκοσκότεινο χρώμα, το κρύο και λαχταριστό του ατσαλιού. Το ναυτόπουλο άναψε τα φανάρια· ο καπετάνιος κατέβηκε να κοιμηθεί· ο Μπούλμπερης έκατσε στο τιμόνι. Ο Μπραχάμης, ο σκύλος μας, κουλουριάστηκε στη ρίζα του αργάτη να ησυχάσει και κείνος.
Εγώ ούτε να ησυχάσω μπορούσα. Ούτε ύπνο ούτε ξύπνο. Δο­κίμασα να πιάσω κουβέντα με τον τιμονιέρη· μα είχε τόση ανο­στιά, που έσβησε σαν φωτιά αναμμένη με χλωρόξυλα. Πήγα να παίξω με το Μπραχάμη· αλλά και κείνος τρύπωσε ακόμη πε­ρισσότερο το μουσούδι στα πόδια του και βαριεστημένος γρίνιασε, σαν να μου έλεγε:
Άφησέ με και δεν έχω την όρεξή σου!
Τότε βαριεστημένος και γω πήγα και ξαπλώθηκα μπρού­μυτα καταμεσής κι έκλεισα στη χούφτα τα μάτια μου. Ήθελα να μη βλέπω τίποτα, να μην αισθάνομαι πως ζω. Και λίγο λίγο σχεδόν το κατόρθωσα. Κάτι ελάχιστο, σαν θαμπό καντηλάκι, ένιωθα να ζει μέσα μου και γύρω το κορμί μου να σμίγει και να χωνεύει μέσα στ’ αναίσθητα σανίδια της κουβέρτας.
Πόσο έμεινα έτσι, δεν ξέρω. Τι μου ήρθε στο νου κι αν μου ήρθε τίποτα, δε θυμούμαι. Άξαφνα όμως άρχισα ν’ ανατριχιάζω· σαν κάποιος μαγνήτης να ερέθιζε τα νεύρα μου, όπως η υγρασία αναγκάζει τα πουλιά στο φλυάρισμα. Κι ευθύς πορ­φυρό κύμα χύθηκε απάνω μου. Πίστεψα πως κολυμπούσα στα αίματα. Και όπως ο κοιμάμενος σε σκοτεινό δωμάτιο αυτόματα ξυπνά στο λαμπρό φως της ημέρας, και γω άνοιξα τα μά­τια μου. Τ’ άνοιξα ή τα ’κλεισα δε θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως έμεινα ακίνητος. Πρώτη μου σκέψη ήταν πως ξύπνησα στο στομάχι κάποιου ψαριού, που ρούφηξε το καράβι μας. Και όμως δεν ήταν στομάχι ψαριού. Ήταν ο ουρανός ψηλά και κά­τω η θάλασσα. Μα όλα, ψηλά και χαμηλά, στρωμένα ήταν με ρούχο κατακόκκινο, κυματιστό, που έβαφε με αβρό φεγγοβόλημα ως και το σωτρόπι της σκάφης μας. Κάπου στα πέρατα της γης πυρκαγιά τίναζε τη λαμπάδα της ψηλά κι έριχνε φοβερούς αποκλαμούς πέρα δώθε. Μα πού το κάμα και πού η αθάλη της; Και τα δυο έλειπαν.
Κάτω στα βάθη του βοριά κάποιο μενεξεδένιο σύγνεφο άπλωσε και τύλιξε γαλαζόχρωμα τ’ αστέρια, τα έκρυψε κάτω από το πυκνό μαγνάδι του. Και παραπάνω τόξο απλώθηκε λευκοκίτρινο κι έχυσε μεσούρανα ποτάμια σκοτεινά και ποτάμια πράσινα, χρυσορόδινα και γλαυκά, λες και ήθελε να βάψει το στερέωμα. Και το τόξο, κινητό σαν ανεμόδαρτο παραπέτασμα, κουνούσε τα κρόσσια εμπρός, άπλωνε τις αραχνοΰφαντες δαντέλλες του και πρόβαινε, όπως η πλημμύρα προβαίνει και σκεπάζει με αφρούς και γλώσσες την αμμουδιά. Τ' αέρινα πο­τάμια έτρεχαν γοργά και φούσκωναν και κυλούσαν πάντα σκο­τεινά ή πράσινα, χρυσορόδινα ή γλαυκά, και σκόρπιζαν αντι­φεγγίσματα ολούθε σαν ηλεκτρικού προβολές χοντρές και αδαπάνητες. Η θάλασσα ακίνητη αντανακλούσε τα τόσα χρώματα και φαίνονταν όλα ξαφνισμένα μέσα στην τόση λάμψη. Μα πε­ρισσότερο ξαφνισμένος ήμουν εγώ. Δεν ήξερα τι να κάμω και τι να συλλογιστώ. Έφτασε, είπα, του κόσμου η συντέλεια. Τέ­τοια όμως συντέλεια μπορούσε να ευχαριστήσει τον καθένα. Η Γη Βούλεται να πεθάνει μέσα στα ροδοκύματα!...
Άξαφνα ανατρόμαξα. Κάτω βαθιά, μέσ’ από το μενεξεδένιο σύγνεφο, είδα να προβαίνει ίσκιος πελώριος. Η χοντρή κορμοστασιά, το πυργογύριστο κεφάλι του φάνταζαν Αγιονόρος. Τα δυο του μάτια γύριζαν φωτεινούς κύκλους κι έβλεπαν περή­φανα τον Κόσμο πριν τον κλωτσήσουν στην καταστροφή. Να τος, είπα, ο θεόσταλτος άγγελος, ο χαλαστής και σωτήρας! Τον έβλεπα κι είχα σύγκρυο στην ψυχή. Από στιγμή σε στιγ­μή πρόσμενα σφυρί να πέσει το φριχτό χτύπημα. Πάει τώρα η Γη με τους καρπούς πάει κι η θάλασσα με τα ξύλα της! Ούτε τραγούδια πλιό, ούτε ταξίδια, ούτε φιλιά!
Αλλά δεν άκουσα το χτύπημα. Ο ίσκιος πρόβαινε στα νερά με άλματα πύρινα. Κι όσο γρηγορότερα πρόβαινε, τόσο μί­κραινε η κορμοστασιά του. Και άξαφνα ο θεότρεμος όγκος χιλιόμορφη κόρη στάθηκε αντίκρυ μου. Διαμαντοστόλιστη κο­ρώνα φορούσε στο κεφάλι και τα πλούσια μαλλιά γαλάζια χήτη άπλωναν στις πλάτες ως κάτω στα κύματα. Το πλατύ μέ­τωπο, τ’ αμυγδαλωτά μάτια, τα χείλη της τα κοραλλένια έχυ­ναν γύρα κάποια λάμψη αθανασίας και κάποια πηρηφάνια βα­σιλική. Από τα κρυσταλλένια λαιμοτράχηλα κατέβαινε κι έσφιγγε το κορμί ολόχρυσος θώρακας λεπιδωτός και πρόβαλ­λε στο αριστερό την ασπίδα κι έπαιζε στο δεξί τη Μακεδόνικη σάρισα.
Δεν είχα συνέρθει από την απορία και φωνή γλυκεία, ήρε­μη και μαλακή άκουσα να μου λέει:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο Βασιλιάς Αλέξαντρος;
Ο Βασιλιάς Αλέξαντρος! ψιθύρισα με περισσότερη απορία.
Πώς είναι δυνατό να ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος; Δεν ήξερα τι ρώτημα ήταν εκείνο και τι να της αποκριθώ, όταν η φωνή ξαναδευτέρωσε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Τώρα, Κυρά μου! απάντησα χωρίς να σκεφτώ. Τώρα βασιλιάς Αλέξαντρος! Ούτε το χώμα του δε βρίσκεται στη γη.
Ωϊμέ! κακό που το ’παθα! Η χιλιόμορφη κόρη έγινε μεμιάς φοβερό σίχαμα. Κύκλωπας βγήκε από το κύμα κι έδειξε λεπιοντυμένο το μισό κορμί. Ζωντανά φίδια τα μεταξόμαλλα ση­κώθηκαν περδώθε, έβγαλαν γλώσσες και κεντριά φαρμακερά κι έχυσαν φοβεριστικό ανεμοφύσημα. Το θωρακωτό στήθος και το παρθενικό πρόσωπο άλλαξαν αμέσως, σα να ήταν η Μονοβύζω του παραμυθιού. Τώρα καλογνώρισα με ποιον είχα να κάμω! Δεν ήταν ο Χάρος της Γης, ο χαλαστής και σωτήρας άγγελος. Ήταν η Γοργόνα, τ’ Αλέξαντρου η αδερφή, που έκλεψε το αθά­νατο νερό και γύριζε ζωντανή και παντοδύναμη. Η Δόξα ήταν του μεγάλου κοσμοκράτορα, αγέραστη κι αιώνια σε στεριά και θάλασσα. Και μόνο για Κείνης τον ερχομό έχυσε ο Πόλος το Σέλας του, να στρώσει τον αθέρα με της πορφύρας το χρώμα. Δε ρωτούσε βέβαια για το φθαρτό σώμα, αλλά για τη μνήμη του αφέντη της. Και τώρα στην άκριτη μου απόκριση μανια­σμένη έριξε το χέρι, ένα δασοτριχωμένο και βαρύ χέρι στην κουπαστή, έπαιξε ζερβόδεξα την ουρά της κι έδειξε Ωκεανό τον μαλακό Πόντο.
- Όχι, Κυρά, ψέματα!... τρανοφώναξα με λυμένα γόνατα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά και με φωνή τρεμάμενη ξανα­ρώτησε:
- Ναύτη-καλεναύτη· ζει ο βασιλιάς Αλέξαντρος;
- Ζει και βασιλεύει· απάντησα ευθύς. Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει.
Άκουσε τα λόγια μου καλά. Σα να χύθηκε αθάνατο νερό η φωνή μου στις φλέβες της, άλλαξε αμέσως το τέρας κι έλαμψε παρθένα πάλι χιλιόμορφη. Σήκωσε το κρινάτο χέρι της από την κουπαστή, χαμογέλασε ροδόφυλλα σκορπώντας από τα χείλη της. Και άξαφνα στον ολοπόρφυρον αέρα χύθηκε τραγούδι πολεμικό, λες και γύριζε τώρα ο Μακεδονικός στρατός από τις χώρες του Γάγγη και του Ευφράτη.
Σήκωσα τα μάτια ψηλά και είδα τ’ αέρινα ποτάμια, τα σκο­τεινά και τα πράσινα, τα χρυσορόδινα και τα γλυκά, να σμί­γουν στον ουρανό και να κάνουν Στέμμα γιγάντιο. Ήταν κά­μωμα του καιρού ή μην ήταν απόκριση στο ρώτημα της αθάνατης; Ποιος ξέρει. Μα σιγά σιγά οι αχτίνες άρχισαν να θα­μπώνουν και να σβήνουν μια με την άλλη, λες κι έπαιρνε τα κάλλη μαζί της η Γοργόνα στην άβυσσο.
Τώρα ούτε Στέμμα ούτε Τόξο φαινόταν πουθενά. Κάπου κάπου σκόρπια σύγνεφα έμεναν σταχτιά και κάτωχρα· και μέσα στην ψυχή μου θαμπή και ξέθωρη η πορφύρα της πατρίδας μου.
Με το μπρίκι του καπετάν Φαράση αρμένιζα μισοκάναλα εκείνη τη νύχτα...