Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας !

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας !
Με Υγεία, Αγάπη και Εργασία !

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

29 Απριλίου 2012

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΑΡΧΑΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ

 Φωτογραφία : Ντινόπουλος Ιωάννης - απο παλαιότερη Πρωτομαγιά. Και ειναι λίγο πρίν απο τη διασταύρωση για Αμαλιάδα,ανάμεσα σε Πανόπουλο και Αγία Τριάδα.

 ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΑΡΧΑΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ

Στο δρυοδράσος της Κάπελης (Φολόης)  επικεντρώνεται για μια ακόμα χρονιά ο εορτασμός της πρωτομαγιάς στα όρια του Δήμου Αρχαίας Ολυμπίας .
Έτσι θα πραγματοποιηθεί η μεγάλη εκδήλωση στο χώρο του πικ-νικ που έχει διαμορφωθεί δίπλα στον εθνικό δρόμο της 111 (Εθνικής οδού που συνδέει την Πάτρα με την Τρίπολη) και συγκεκριμένα μεταξύ των οικισμών Πανόπουλου και Αγίας Τριάδας . Μια ακόμα εκδήλωση στο δρυοδάσος θα πραγματοποιηθεί στην διασταύρωση για το Κούμανι.
Άλλες εκδηλώσεις που έχουν προγραμματιστεί είναι στον Άμπουλα Βασιλακίου και στην Αύρα της Νεράϊδας. 

Η ανακοίνωση ειναι απο το φιλικό ιστολόγιο "Ορεινή Ηλεία"

28 Απριλίου 2012

Τάκης Καρναβάς !

  


ΔΗΜΗΤΡΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΚΑΡΝΑΒΑΣ, γεννήθηκε στις 03-04-1936 στην Κανδήλα της επαρχίας Ξηρομέρου του νομού Αιτωλοακαρνανίας.
Ήταν το πρώτο από τα 4 παιδιά του του Γιώργου και της Βασιλικής το γένος Καπότη από τον Πέρσεβο, τα άλλα τρία ήταν η Σταυρούλα η Ιουλία και η Ειρήνη.
Στην παιδική του ηλικία, έζησε φτωχικά όπως η πλειονότητα των παιδιών εκείνης της εποχής (πόλεμος-εμφύλιος κ.τ.λ). Ασχολήθηκε με αγροτικές δουλειές κυρίως καπνός.
Σε ηλικία 16 χρονών, ξεκίνησε το τραγούδι με μια κομπανία από το χωριό ακολουθώντας τον πατέρα του ο οποίος έπαιζε λαούτο παρέα με τον Κωνσταντίνο Ζώτο ( πατέρας του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΩΤΟΥ, σημερινού δασκάλου λαούτου που έχει διδάξει στα Τ.Ε.Ι. Ιωαννίνων και Άρτας ) σε διάφορα πανηγύρια και γάμους της περιοχής. 

Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα σιγά-σιγά επεκτάθηκε σε Λευκάδα-Πρέβεζα-Άρτα. Είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον διαφόρων οργανοπαιχτών φτασμένων την εποχή εκείνη. Χαρακτηριστικά αναφέρω τον Τουρκοβασίλη από την περιοχή της Πρέβεζας (κλαρίνο) και του Σούκα από την περιοχή της Άρτας (κλαρίνο), οι οποίοι τον προώθησαν στις συγκεκριμένες περιοχές.
Εκείνη την εποχή στην Κανδήλα ζούσε και ο Βασίλης Σαλέας (θείος του γνωστού Βασίλη Σαλέα) όπου μαζί έφτιαξαν ένα δυνατό ντουέτο.
Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα έως τα μέσα του 1950. 


Το 1954 κλέφτηκε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη το γένος Αθανασίου με καταγωγή από το Νυδρί Λευκάδος και Κανδήλα Ξηρομέρου (για την ακρίβεια τον έκλεψε η Αγγέλλω).
Ο γάμος τους έγινε μυστικά όπως ήταν φυσικό,στο ξωκλήσι του Άι Νικόλα λίγο έξω από την Άνω Κανδήλα, κουμπάρος ήταν ο κύριος Σακουφάκης.
Ο Τάκης Καρναβάς απέκτησε με την Αγγέλλω τρία παιδιά, τον Παρασκεύα την Πολυξένη και τον Γιάννη.
Το 1961 τον καλεί στην Αθήνα ο Βασίλης Σούκας, ο οποίος τον γνωρίζει σε διάφορες δισκογραφικές εταιρείες της εποχής.
Έτσι αρχίζει πλέον η μεγάλη καλλιτεχνική του απογείωση.
Συνεργάστηκε με τις εταιρίες ΜΙΝΟΣ-ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ-ΜΙΟΥΖΙΚ ΜΠΟΞ.
Συνολικά στην καριέρα του ηχογράφησε περίπου 45 δίσκους (20 δίσκοι 45 στροφών και 25 δίσκοι 33 στροφών ).

Η καλλιτεχνική φήμη του ΤΑΚΗ ΚΑΡΝΑΒΑ ξεπέρασε όπως ήταν φυσικό τα Ελληνικά σύνορα.
Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 60, ο Καρναβάς οργανώνει με τεράστια επιτυχία την πρώτη του περιοδεία στο εξωτερικό και συγκεκριμένα σε Γερμανία και Βέλγιο. Αυτό ήταν μόνο η αρχή, οι προτάσεις για εμφανίσεις και πέρα του Ατλαντικού, έπεφταν βροχή.
Οι ξηρομερήτες της Αμερικής, οι Ναυπάκτιοι του Καναδά, οι Μεσολογγίτες της Αυστραλίας και γενικά οι μετανάστες ανά τον κόσμο, Ατολωακαρνάνες και μη αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο και στην φωνή του την αλησμόνητη πατρίδα, [τον πατέρα, την μάνα, τον αδερφό ακόμη και το χωριό τους που έχουν αφήσει πίσω].
Του ζητούσαν να εμφανιστεί στις περιοχές τους στις οποίες το Ελληνικό στοιχείο άκμαζε αλλά και συγχρόνος διψούσε για δημοτικά ακούσματα.
Στην Αθήνα εμφανιζόταν στα μαγαζιά βοσκοπούλα-Ελληνικό γλέντι-Κότζακ. Ελληνική λεβεντιά-Έλατος-Πετροκότσυφας και συνεργάστηκε με ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΟΚΚΩΝΗ (γνωστός και ως κόκκινος) με τον ΒΑΣΙΛΗ ΣΟΥΚΑ, ΒΑΣΙΛΗ ΣΑΛΕΑ, ΜΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΑΔΗ και ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ.
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Μπάρμπα Τάκη ήταν το 1995 στην εμποροπανήγυρη του Αιγίου, εκεί θα κλονιστεί για πρώτη φορά και δυστυχώς σοβαρά η υγεία του, από εγκεφαλικό επεισόδιο που παθαίνει κατά την διάρκεια της ανάπαυσης στο ξενοδοχείο, μετά από μία κουραστική βραδιά.
Αποσύρετε από την ενεργό δράση και επιστρέφει στην γενέτηρά του φανερά καταβεβλημένος, όπου προσπαθεί να αποκαταστήσει την υγεία του.
Το Μάιο του 1999 για δεύτερη φορά στη ζωή του και δυστυχώς μοιραία όπως αποδείχτηκε εμφανίζεται ξανά επιπλοκή στην υγεία του, καρκίνος.


Έτσι στις 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1999 ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΤΑΚΗΣ θα φύγει από κοντά μας, σε ηλικία 63 ετών.
Κηδεύεται στην γενέτηρά του Κανδήλα δημοσία δαπάνη, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον καλλιτέχνη που αφιέρωσε τη ζωή του στη μουσική παράδοση του τόπου μας, και έκανε το χωριό του υπερήφανο.
Στην Αρχαία Ελλάδα η υστεροφημία έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Αυτή καθόριζε το πως θα μνημονεύονται τα έργα και οι μέρες τους, από τους υπόλοιπους.
Πιστεύω ότι για τον Τάκη Καρναβά αυτό θα ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε πραγματικά, μιας και το έργο που άφησε πίσω του είναι αξιομνημόνευτο.
Δυστυχώς το μόνο που δεν μπορεί να καλυφθεί είναι το κενό του.
Ελπίζω να μην σας κούρασα με τα παραπάνω. Πιστεύω όμως ότι άξιζε τον κόπο να μάθουμε κάτι περισσότερο για την ζωή και το έργο του μπάρμπα Τάκη.

Ενα απο τα τραγούδια του:

"Θα βρω παπά αμαρτωλό
για να με μεταλάβει
εμένα που έχω κρίματα
για να με καταλάβει

να με ρωτήσει να του πω
να του ξεμολογήσω
πόσες φορές αγάπησα
και πόσες θα αγαπήσω

θέλω να βρω αμαρτωλό
παπά για να μου μοιάζει
να'χει μαράζι στην καρδιά
κι αγάπη να μοιράζει "

Γράφουν:
Νίκος Δρακόπουλος, Πελαγία Ανδρεοπούλου


24 Απριλίου 2012

Ποιμήν (τσοπάνης) !


Ο πίνακας ειναι εργο του Επαμεινώνδα Θωμόπουλου

...Από τα πρώτα επαγγέλματα που επινόησε ο άνθρωπος ήταν αυτό του τσοπάνου. Ο τσοπάνος είναι ο γραφικός τύπος της Ελληνικής υπαίθρου, περήφανος, τολμηρός, ανθεκτικός, που παλεύει με τα λιοπύρια, τα κρύα, τους ανέμους, τα χιόνια και τις βροχές. Είναι ο λεβέντης που τόσο πολύ έχει τραγουδήσει η λαϊκή μας μούσα. Συνήθως αγράμματοι οι περισσότεροι αλλά καλοί οικογενειάρχες, ευλαβείς χριστιανοί και αγνοί άνθρωποι με την πατρίδα κλεισμένη στην ψυχή τους έδιναν πάντοτε το παρόν στους εθνικούς αγώνες.
Η δουλειά τους τραχεία και επίμονη, στα πόδια από το χάραμα που σκαρίζανε μέχρι το νύχτωμα που μαζεύανε τα πράματά τους. Αυτοί έδιναν ζωή στα άγρια ξεροβούνια, λημερνώντας πάνω σε αυτά οδηγώντας τα κοπάδια τους, παρέα με τα σκυλιά τους. Και αχολογούσαν οι λαγκαδιές από τα βελάσματα και τα σφυρίγματα, στον ήχο της φλογέρας και τις γλυκές μελωδίες των κυπροκούδουνων. Τα ρούχα τους ήσαν καμωμένα από υφαντά που ύφαιναν οι γυναίκες τους στον αργαλειό, αλλά και πλεκτά στο χέρι με τη βελόνα. Η κάπα τους μαύρη ή γκρίζα ήταν ο καθημερινός σύντροφός τους, ολοχρονίς. Τα τσαρούχια τους, οι αρβύλες τους, το ταγάρι τους και η ομορφοκεντημένη γκλίτσα τους χάριζαν ιδιαίτερη λεβεντιά και χάρη. 
Σπίτι τους το καλοκαίρι ήταν το γρέκι, πάνω στα ορεινά ξάγναντα, γεμάτο με όλα τα χρειαζούμενα αμόμυλα (τέσες1, κακκάβια, κάδες, τσαντήλες, σκουτιά κλπ.) Ζωή σκληρή! Για να βοσκήσει τα πράματά του ανάμεσα στα κουτρουλιασμένα2 λειβάδια. Να τα ταΐσει στο μαντρί σανό, τριφύλλι, βίκο. Να τα ποτίσει στα κορίτα3. Να τα σταλίσει στη σταλίστρα. Να τα αρμέξει στη στρούγκα. Να τα κουρέψει στον τσάρκο4 και να μαζέψει την κοζά5. Αγώνας να τα ξεγεννήσει, να τυροκομήσει, να … να !!!
Παρ’ όλα αυτά ο ακούραστος και γαλήνιος ποιμενικός κτηνοτρόφος αντιμέτωπος με τα στοιχεία της φύσης μέσα στις κακοτοπιές, ποτέ δε βαρυγκωμούσε. Κρατώντας το σκήπτρο στο ροζιασμένο χέρι – τη γκλίτσα – κυβέρνησε το λαό του ως τα βαθειά γεράματα. Στον κόρφο του είχε τη φλογέρα και στον ώμο του το τράστο6 με το κολατσιό του, το κρασί και το νερό του. Και στο μυαλό του εκτός από τη φαμελιά του, τη βάκρα7, τη σίβα7, τη μπάλια7, τη λιάρα7, το βετούλι, το τραΐ!!!
Μια βουκολική εποχή που ίσως έκλεισε τον κύκλο της!».
******************************
1 Μεταλλικά δοχεία αρμέγματος.
2 «Σημαδεμένα» χωράφια, ώστε να μην τα βοσκήσουν άλλα κοπάδια.
3 Μεταλλικές ή ξύλινες κατασκευές, όπου ποτίζονται ή τρώνε τα ζώα.
4 Χώρος όπου «μένουν» (κυρίως) μόνο τα αρνιά και τα κατσίκια.
5 Μαλλί γίδας.
6 Ταγάρι.
7 Ονομασίες προβάτων (κυρίως), που οι περισσότερες δίνονται ανάλογα με το χρώμα τους).

21 Απριλίου 2012

Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880 μέσα απ΄τον πίνακα του Ροϊλού !


Γεώργιος Ροϊλός (1867-1928) Οι ποιητές (π. 1919). Λάδι σε μουσαμά, 130 εκ. x 170 εκθεση Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός».
Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Αριστομένης Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γεώργιος Στρατήγης, Γεώργιος Δροσίνης, Iωάννης Πολέμης, Kωστής Παλαμάς και Γεώργιος Σουρής.

Σημείωση δική μου: Οταν "ανακάλυψα" αυτόν τον πίνακα νόμισα οτι βρήκα μια παλιά φωτογραφία δικών μου ανθρώπων . Τύπωσα, λοιπόν ,τον πίνακα και τον φύλαξα μαζί με τις παλιές μου φωτογραφίες , με τον ιδιο σεβασμό και την ιδια αγάπη που αισθάνομαι για τους εξ αίματος προγόνους μου !
Ι.Β.Ν.

16 Απριλίου 2012

Η Λαμπρή !


Γράφει η Βάσω Ζανάκη- Καρατζά

Ακόμα και τώρα που τράνηνα, ο πιο αγαπημένος μου μήνας ειναι ο Απρίλης,γιατί μικρή που ήμουνα στο σχολείο χαιρόμουνα για τις διακοπές, αλλά και γιατί σχεδόν πάντα ηταν ο μήνας της Λαμπρής. Θυμάμαι, θάμουν δε θάμουν 7-8 χρονών, εκείνη τη χρονιά που οι εικόνες της  μου εχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στο μυαλό. Τα δέντρα ολα ανθισμένα, τα κρίνα ολόλευκοι φρουροί στις γωνιές των κήπων, οι σπέντζες, οι μαργαρίτες και ολα τα άλλα αγριολούλουδα στα χωράφια ενα απλωμένο υπέροχο πολύχρωμο χαλί.
Θυμάμαι...παρέες-παρέες τα παιδιά αμολιόμαστε σε κήπους και χωράφια να μαζέψουμε λουλούδια και με γεμάτες αγκαλιές τα πηγαίναμε να στολίσουμε τον Επιτάφιο. Θυμάμαι τη μάννα μου, οταν άνοιξε λιγάκι ο καιρός άρχισε να συγυράει το σπίτι, ξεκάπνισε το τζάκι, καθάρισε το σταχτοφούρνι, έλιωσε χορίδι σε μια λάτα και με μια φουντωτή αγκλαβουτσιά για βούρτσα άσπρισε το χειμωνιάτικο και τη σάλα. Αυτό ηταν ολο-ολο το σπίτι μας συν μια μικρή καμαρούλα.
Θυμάμαι... η αδερφή μου η Γιαννούλα που είχε αναλάβει τη διακόσμηση, έφερε πιλαλώντας απο το μαγαζί του Θύμιου, ενα ρολό χαρτί για να το βάλουμε στον τοίχο. Μαζί με τη Γιαννούλα το ανοίξαμε, το τεντώσαμε και η μάννα μου αντί για κόλλα με λίγο ζυμάρι το κόλλησε στον τοίχο. Τι ωραίο φόντο ηταν αυτό; γεμάτο τριανράφυλλα, ομόρφυνε η σάλα.
-Ελα Βάσιω , λέει η Γιαννούλα, να κρεμάσουμε στη μέση τον καθρέφτη, αριστερά τη φωτογραφία του συγχωρεμένου του πατέρα, δεξιά της αδερφούλας μας που ειχε πάει στον Πύργο και πιό δίπλα τη λάμπα πετρελαίου με το ωραίο γυάλινο λαμπόγυαλο.
Θυμάμαι το κατάλευκο δαντελωτό τραπεζομάντηλο που απλώσαμε στο τραπέζι-το ειχε σιδερώσει η μάννα μου με το σίδερο με τα κάρβουνα-στη μέση βάλαμε το δίσκο με τα ρακοπότηρα και τη μποτίλια με το πίπερμαντ, το ειχαμε για να κεράσουμε κανα μουσαφίρη !
Θυμάμαι... στις δυό γωνιές τα μπαούλα, το ενα γεμάτο με υφαντά Μεσολογγίτικα σεντόνια και λευκά κεντήματα στο βελονάκι, ητανε σκεπασμένο με ωραίο χασέ μπαουλόπανο, στο αλλο είχαμε το γιούκο, κουβέρτες , μπατανίες, αντρομίδια καλοδιπλωμένα το ενα πάνω στο αλλο, φτάνανε μέχρι το πατερό, σκεπασμένο με ενα ριγέ σεντόνι.
Θυμάμαι ...τα σακκάκια, τα φορέματα και τις ρόμπες μας τα κρεμάγαμε στη μεσάντρα και τα σκεπάζαμε με ενα σκουτί να μην σκονίζονται. Στην άλλη μεριά δυό αμπάρια γεμάτα γεννήματα και άλλα τρόφιμα, σρωμένα με πολύχρωμα αντρομίδια, υφασμένα με τα χεράκια της μάννας μου στον αργαλειό, τα ειχαμε για να καθόμαστε απάνου.
Θυμάμαι ...την αδερφή μου τη Γιαννούλα να φέρνει ζαλωμένη κατσοπούρνια για το φούρνο, την ειχε προστάξει η μάννα μου.
Να φτιάξουμε κουραμπιέδες μωρή και αλλίμονό σας, αχρόνιαγα, αν τους κάμετε όπως μια χρονιά, η αδερφή σας η Νίκη που τους έτρωγε απο κάτω, τους ξεγούβωσε και θυμάμαι όταν πήγα να φιλέψω τη Ντίνα του Κουρμπέτη, μου διάλυσε στα χέρια, ντροπιάστηκα...
Θυμάμαι ...τη Μεγάλη Παρασκευή τον ουρανό συννεφιασμένο και το πένθιμο βάρεμα της καμπάνας. Ούλα τα τσορομπίλια πήγαμε τα λουλούδια για να στολίσουμε οι τσούπες τον Επιτάφιο. Βουρλιάζαμε τις μαργαρίτες με ψιλή βελόνα και κλωστή ρουκέλας, ενώ τα μεγαλύτερα αγριολούλουδα και τις βιολέτες με σαμαροβελόνες και κλωστή απο στρήμα. Και το βράδυ, στη περιφορά, με ενα κλεφτοφάναρο στο χέρι, το ιδιο που πηγαίναμε για μπομπόλια...θυμάμαι πως καμαρώναμε γιατί ειχαμε και εμείς προσφέρει.Περάσαμε απο ούλα τα σοκκάκια του χωριού και έβλεπες εξω απο κάθε σπίτι το κεραμύδι με το κάρβουνο και το λιβάνι να θυμιάζει. Πήγαμε και στο νεκροταφείο (ακούραστος ο παπα-Θόδωρος), και καθώς γυρνούσαμε-τη θυμάμαι καλά τούτη τη σκηνή-την πομπή ακολουθούσαν πολλές μα πάρα πολλές κωλοφωτιές, που αναβόσβηναν και χανόντουσαν μέσα το σκοτάδι κάτω στη Γουρουνίτσα.
Θυμάμαι...το Μ.Σάββατο, η μάννα μου η Μπότσαινα, κάθε χρόνο, ετοίμαζε τα πεσκέσια.Εστελνε οπου ειχε υποχρέωση, γιαούρτι, φρέσκο μαλακό τυρί, γάλα, αρνί κ.α. Ετσι την ημέρα εκείνη έκανα πολλά δρομολόγια, άλλοτε με τέσα στο χέρι, άλλοτε με καρδάρα και με αντάλλαγμα φίλεμα και καμιά κουταλιά ζάχαρη, καρύδια...Κάποια φορά, δεν μπορώ να θυμηθώ ποιός...μούδωσε ενα πενηντόλεφτο και αμέσως έτρεξα και αγόρασα  στράκα στρούκα. Την έσκασα και μου φάνηκε οτι πολέμησα και εγώ τον Τούρκο.
Να πάτε στου Κωλοβελένη τ΄αμπέλι να φέρετε μάραθο και χλωρή ρίγανη , για τη μαγειρίτσα, άϊντεστε, ξεκουμπιστείτε, φώναξε η μάννα μου. Κοτάγαμε να μην πάμε; λιγουρευόμαστε και τη μαγειρίτσα..
Θυμάμαι το βράδυ στην Ανάσταση, με το που ειπε ο παπα-Θόδωρος το "Χριστός Ανέστη", πράτ !!! για το σπίτι.(Δεν ειμαστε και οι μόνοι) δεν καρτεριόμουνα, πείναγα, με ειχε κόψει και η νηστεία.
-Μάννα βάλε μου να φάω, δεν κρατιέμαι, τρέχουν τα σάλια μου.
-Προφτάσου τσούπα μου να ρθούν και τα άλλα παιδιά, η Γιανούλα και ο Κώστας να φάμε ούλοι μαζί , χρονιάρα μέρα..
Θυμάμαι...τι μαγειρίτσα ηταν εκείνη; τι νοστημιά;  δύο βαθειά πιάτα κατέβασα, δεν χόρταινα με τίποτα..μετά βαρυστομάχιασα..
Ανήμερα τη Λαμπρή το απόγιομα πήγαμε στην ΑΓΑΠΗ. Ειχαν ερθει και πολλοί Αθηναίοι. Γιόμισε η πλατεία κόσμο, μικροί και μεγάλοι, ούλοι εκεί.
Θυμάμαι.. το θείο μου το Στάθη του Μαρίνη, το Νώντα, το Μίμη και τον Χρύσανθο του παπα-Θόδωρου, τα Μαρκο-Σωτηρόπουλα, τα Θωμόπουλα και πολλά αλλα παιδιά να τραγουδάνε και να χορεύουνε τραγούδια Αγάπης...
Απο το "Γορτυνιακό Λόγο"

15 Απριλίου 2012

Χριστός Ανέστη ! ! !

«Ανέστη Χριστός εκ νεκρών,

λύσας θανάτου τά δεσμά·

ευαγγελίζου γή χαράν μεγάλην·

αινείτε ουρανοί Θεού τήν δόξαν».


Χριστός Ανέστη!


Αληθώς Ανέστη ! 
Χρόνια Πολλά σε Ολους !
Ι.Β.Ν.

7 Απριλίου 2012

Η ηρωϊκή έξοδος του Μεσολογγίου !

10 Απριλίου 1826: Η ηρωϊκή έξοδος του Μεσολογγίου

Το Μεσολόγγι κήρυξε την Επανάσταση στις 20 Μαΐου 1821. Η πρώτη πολιορκία του ξεκινά στις 25 Οκτωβρίου 1822 και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1822 με σημαντικές απώλειες του εχθρού σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Στις 15 Απριλίου 1825 αρχίζει η δεύτερη πολιορκία από τον Κιουταχή και ύστερα από ασφυκτική πολιορκία ενός έτους και μπροστά στον κίνδυνο της ατιμωτικής σκλαβιάς και του θανάτου από λιμό, αποφασίζεται η Έξοδος της Φρουράς τη νύχτα της 10ης Απριλίου 1826. Από τα 10.500 περίπου άτομα που βρίσκονταν τότε στο Μεσολόγγι, οι 3.500 ήταν οπλοφόροι και ελάχιστοι απ’ αυτούς σώθηκαν ξεφεύγοντας από τον τουρκικό κλοιό μετά την προδοσία του σχεδίου τους. Γυναικόπαιδα και γέροι που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν και έμειναν στην πόλη κλείστηκαν στις μπαρουταποθήκες με τον Καψάλη και τον Δεσπότη Ιωσήφ και βάζοντας φωτιά στο μπαρούτι ολοκλήρωσαν τη θυσία του Μεσολογγίου.
Η νύχτα της Εξόδου θα μείνει για πάντα στην ιστορία σαν σύμβολο εθελούσιας θυσίας στο βωμό της Ελευθερίας.
Η νύχτα αυτή είναι μία από τις ιστορικότερες για την ανθρωπότητα. Το Μεσολόγγι συμβολίζει από τότε την ελευθερία και τον ηρωισμό και έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης πολλών μεγάλων δημιουργών απ’ όλον τον κόσμο (Βύρωνας, Γκαίτε, Ουγκώ, Ντελακρουά, Ντελανσάκ). Εκεί, άφησε την τελευταία τoυ πνoή o Λόρδoς Βύρων πρoσφέρoντας σημαντικές υπηρεσίες στoν Αγώνα των “Ελευθέρων Πoλιoρκημένων”.
Λεπτομέρειες για τη δωδεκάμηνη πολιορκία αντλούνται κυρίως από απομνημονευματογράφους. Βεβαίως και από τα έγγραφα, και ειδικά από την «Aλληλογραφία Φρουράς Mεσολογγίου 1825-26» (ένα «σώμα» από τέσσερις περίπου εκατοντάδες κείμενα, που εκδόθηκαν συγκεντρωμένα το 1963).
«Εσφαξαν ένα γαϊδουράκι…»

Πρώτη πηγή είναι ο N. Kασομούλης (1792-1872). O 29χρονος τότε αγωνιστής μετά την επαναστατική του δράση στη Δ. Mακεδονία, βρίσκεται στο πολιορκημένο Mεσολόγγι. Nα υπενθυμίσουμε ότι ανάμεσα στις 2.701 χειρόγραφες σελίδες, που συγκρότησαν τα τρίτομα «Στρατιωτικά ενθυμήματά» του, που εξέδωσε το 1939 ο Γ. Bλαχογιάννης, βρίσκεται και η απόφαση της Eξόδου. Oταν οι οπλαρχηγοί πήραν την ηρωική απόφαση ομοφώνως «… θεωρούντες ότι εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν…», τη συνέταξε ο εγγράμματος επίσκοπος Pωγών Iωσήφ και την υπαγόρευσε στον Kασομούλη.
«Aπό τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς νά υστερούνται τό ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, ήτις περιέθαλπεν ασθενή καί τόν αυτάδελφόν μου Mήτρον, ετελείωσεν τήν θροφήν της, καί μυστικά, μαζύ μέ δύο φαμελλιαίς Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι πού τό έφαγαν. Tαίς ηύρα οπού έτρωγαν. Eρώτησα πού ηύραν τό κρέας, καί τρόμαξεν η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήτο γαϊδούρι. 
Mία συντροφιά στρατιωτών Kραβαριτών είχεν έναν σκύλον καί, κρυφά καί αυτοί, τόν έσφαξαν καί τόν μαγείρευσαν. Eμαθητεύθη καί τούτο. Hμέραν παρ ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν καί η πρόληψις καί όλα τού να τρώγουν ακάθαρτα, καί άρχισαν αναφανδόν πλέον νά σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια καί ακόμη νά τά πωλούν μιά λίρα τήν οκά οι ιδιοκτήται των καί πού να προφθάσουν: Tρείς ημέραις επέρασαν καί ετελείωσαν καί αυτά τά ζώα… Aρχίσαμεν, περί τάς 15 Mαρτίου, ταίς πικραλήθραις, χορτάρι τής θαλάσσης. Tό εβράζομεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, καί τό ετρώγαμε μέ ξείδι καί λάδι ωσάν σαλάτα, αλλά καί μέ ζουμί από καβούρους ανακατωμένον καί τούτο. Eδόθησαν καί εις τούς ποντικούς, πλήν ήταν ευτυχής όστις εδύνατο νά πιάση έναν. Bατράχους δέν είχαμε κατά δυστυχίαν..».

«Πολλοί επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια»
Δεύτερη «ζωντανή» πηγή είναι ο Aρτέμιος Mίχος (1803-1873). O Γιαννιώτης αγωνιστής βρέθηκε στο πολιορκημένο Mεσολόγγι από τον Aπρίλιο του 1825 μέχρι τον επόμενο Iανουάριο. Kρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες και δημοσίευσε με τον τίτλο «Σύντομος περιγραφή εν είδει ημερολογίου των αξιολογοτέρων συμβάντων της B Πολιορκίας του Mεσολογγίου, αρχομένη από 12ης Aπριλίου 1825 και λήγουσα την 25η Iανουαρίου 1826». Στο δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «Tα κατά την πολιορκίαν του Mεσολογγίου αφ ης εποχής, ένεκα των περιστάσεων, έπαυσεν εκδιδομένη η εφημερίς Tα Eλληνικά Xρονικά», εκθέτει και τα γεγονότα της Eξόδου.
«Kανονισθέντος του σχεδίου της εξόδου έκαστος απήλθεν εις την θέσιν του και ήρχισαν αι της εξόδου προπαρασκευαί μεθ όλης της ησυχίας, αλλά και μεθ όλης της δραστηριότητος. Mετ΄αγαλλιάσεως δε έβλεπε τις εις τα πρόσωπα της ηρωικής εκείνης φρουράς ζωγραφισμένον το θάρρος, την απόφασιν και την πεποίθησιν εις την βοήθειαν του Θεού περί της επιτυχίας του μεγάλου έργου το οποίον ετοιμάζοντο να επιχειρήσωσιν. Yπήρχον τότε εν τω φρουρίω έως 300 ασθενείς και πληγωμένοι. Πολλοί εκ τούτων, επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια της ενδόξου πόλεως και ούτω οχυρωθέντες εις τας ισχυροτέρας οικίας να πωλήσωσιν ακριβά το αίμα των…».
«Επέσαμεν εις τα περιχαρακώματα»
Eπιστολή Nότη Μπότσαρη, Kίτσου Tζαβέλα, Φωτομάρα, Δ. Mακρή κ.ά. οπλαρχηγών προς την κυβέρνηση δύο μέρες μετά την Eξοδο.
«Mε την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια και να μας μπάσουν ζαερέν (εφόδια και τροφές) εφθάσαμεν εις την αθλιοτάτην κατάστασιν… Tα καράβια δε τα ελληνικά μίαν φοράν εφάνησαν εις τον λιμένα μας και επειδή ήταν ολίγα, όχι (μόνον) δεν έβλαψαν τον εχθρόν, αλλά και εδιώχθησαν. Kαι επεριμέναμεν οκτώ ημέρας τρώγοντες θαλάσσια χόρτα και πλέον δεν τα ματαείδαμεν. Eφθασε να πεθαίνουν και από εκατόν πενήντα την ημέραν.Δια να μην χαθεί όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν, απεφασίσαμεν να εβγούμεν με έξοδον με τα σπαθιά εις τα χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώσει, πράγμα οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον. Λοιπόν εις τα 10 του παρόντος, το βράδυ τας τρεις ώρας της νυκτός, εκάμαμεν την έξοδον, μέσον τα γεφύρια και επέσαμεν εις τα εχθρικά περιχαρακώματα… Eπλέχθημεν όμως εις τον κάμπον και πολεμούντες ετραβούμαν προς το βουνό. Eβάσταξεν ο πόλεμος εξ ώρας….».
«… Και τότε έδωσε πυρ»
  Tρίτη πηγή είναι ο αγωνιστής Σπυρομήλιος (1800-1880). O αγωνιστής από τη Xιμάρα ήταν ένας από τους λίγους σπουδαγμένους στρατιωτικούς της επανάστασης (10 χρόνων είχε σταλεί στην Iταλία να σπουδάσει στρατιωτικά). Aπό το τέλος του 1825 μαχόταν στο Mεσολόγγι και τον Iανουάριο του 1826 ήταν μέλος της επιτροπής των πολιορκημένων που στάλθηκε στο Nαύπλιο για να ζητήσει ενισχύσεις από την κυβέρνηση. Eπέστρεψε από εκεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να μπει στην πόλη. Παρακολουθούσε την Eξοδο από «το όρος Πεταλά, απ όπου φαίνεται το Mεσολόγγιον». Στα απομνημονεύματά του με τον τίτλο το «Xρονικό του Mεσολογγίου 1825-1826» παραθέτει πληροφορίες από «εξοδίτες».
«Eίδομεν ότι εκαίοντο όλαι αι γύρωθεν του φρουρίου καλύβαι της φρουράς. Πόλεμος εκ μέρους του στολίσκου εις Aνεμόμυλον, πόλεμος ηκούετο εις διάφορα μέρη της πόλεως και τα τουρκικά κανονοστάσια εκανονοβόλουν προς την πόλιν. Tαύτα μας έδιδον να καταλάβωμεν ότι έπεσε το Mεσολόγγιον, ότι οι Tούρκοι εκυρίευσαν το φρούριον κι ότι οι Eλληνες κατέφυγον εις τινα οσπίτια και αντέχουν διά να αποθάνουν πολεμώντας… Eν τοσούτω εντός της πόλεως ο πόλεμος διήρκεσεν τρεις ημέρας. Eπολέμουν εις τα οσπίτια έως ότου είχον πολεμοφόδια και όταν τα ετελείωσαν έδιδον πυρ εις το οσπίτιον και εκαίοντο. O Xρήστος Kαψάλης έβγαζεν τας γυναίκας εις τα παράθυρα διά να τας ιδώσιν οι Tούρκοι και εκ τούτων να παρακινηθώσιν να έμβουν. Aφησεν ούτως ώστ εσυνάχθησαν πλήθος Tούρκων και τότε έδωσε πυρ εις την πυριτααποθήκην, οπού ήσαν τεσσαράκοντα κιβώτια πυρίτιδας και ούτως απέθανεν ενδόξως και αυτός, έσωσεν από την αιχμαλωσίαν και την ατιμίαν τόσας ψυχάς, συνεπιφέρων τον θάνατον και εις πλήθος Tούρκων… Oύτως έπεσε το Mεσολόγγιον μετά δωδεκάμηνον στενήν πολιορκίαν».
Αποσπάσματα εγγράφων από άρθρο του Τάκη Κατσιμάρδου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ημερησία” 8/4/2006 

Πηγή: ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ & ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ