ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

22 Δεκεμβρίου 2025

Ζώντας το Μυστήριο των Χριστουγέννων κατά τον Άγιο Παΐσιο

 
Ζώντας το Μυστήριο των Χριστουγέννων κατά τον Άγιο Παΐσιο


Άγιος Παΐσιος

Η εορτή των Χριστουγέννων είναι μία από τις σημαντικότερες στιγμές της χριστιανικής πίστης, καθώς σηματοδοτεί τη Γέννηση του Θεανθρώπου Χριστού.

Επιμέλεια- ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Η προσέγγιση του Αγίου Γέροντα Παΐσιου για τη βίωση αυτής της μεγάλης εορτής είναι βαθιά πνευματική και αναδεικνύει τη σημασία της εσωτερικής προετοιμασίας για την πλήρη κατανόηση του θείου αυτού γεγονότος.

Ο Αγιος Παΐσιος εξηγεί ότι για να ζήσουμε το μυστήριο της Γέννησης του Χριστού, πρέπει ο νους μας να είναι στραμμένος στα θεία νοήματα και τα γεγονότα που σχετίζονται με τη μεγάλη αυτή ημέρα. Δεν αρκεί μόνο η εξωτερική συμμετοχή στις εορταστικές ακολουθίες και τα έθιμα. Πρέπει να συμμετέχουμε εσωτερικά, με πνευματική διάθεση, ώστε να γιορτάζουμε αληθινά και ουσιαστικά. 

 Η σημασία της πνευματικής προετοιμασίας

Κατά τον Αγιο Γέροντα, οι χριστιανοί πρέπει να προσεγγίζουν τις εορτές με πνευματική εγρήγορση και όχι απλώς ως κοινωνικές ή κοσμικές εκδηλώσεις. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι το να ζήσει κανείς τις άγιες ημέρες σημαίνει να εστιάσει στα γεγονότα της κάθε γιορτής, αφήνοντας στην άκρη τις πρακτικές προετοιμασίες που πολλές φορές αποσπούν τον νου. Η μελέτη των γεγονότων της Γέννησης, όπως περιγράφονται στα τροπάρια και τις Γραφές, γεμίζει την ψυχή με ευλάβεια και συγκίνηση.

«Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα», λέει ο Γέροντας, «ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι δεν αλλοιώνεται». Με άλλα λόγια, η εσωτερική σύνδεση με το νόημα της Γέννησης του Χριστού αναβαθμίζει την πνευματική ζωή και μας φέρνει πιο κοντά στο θείο. 

 Η Αγρυπνία των Χριστουγέννων

Μια ιδιαίτερη αναφορά του Γέροντα είναι η Αγρυπνία της παραμονής των Χριστουγέννων. Τονίζει ότι αυτή η νύχτα είναι μοναδική και δεν θα έπρεπε να την περνάμε κοιμισμένοι. Φέρνει ως παράδειγμα τους ποιμένες που αγρυπνούσαν στα χωράφια, φυλάγοντας τα πρόβατά τους, και οι οποίοι αξιώθηκαν να δουν τον Χριστό. Η εγρήγορση αυτή, όχι μόνο σωματική αλλά και πνευματική, είναι που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το μέγα μυστήριο της Θείας Ενανθρώπησης.

Η φράση της μητέρας του, «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται», υπογραμμίζει τη σημασία της πνευματικής εγρήγορσης και συμμετοχής στις εορτές. Οι ποιμένες ήταν αυτοί που βίωσαν πρώτοι τη Γέννηση του Χριστού, επειδή είχαν το πνεύμα τους ελεύθερο και ανοιχτό προς το θείο. 

 Η Ταπείνωση της Θείας Γέννησης

Ο Αγιος Γέροντας Παΐσιος περιγράφει με συγκινητικό τρόπο τη φτωχική κατάσταση της γέννησης του Χριστού μέσα στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Η Παναγία και ο Ιωσήφ δεν βρήκαν χώρο στα πανδοχεία και κατέληξαν σε μια σπηλιά, όπου ζώα έβρισκαν καταφύγιο. Το βόδι και το γαϊδουράκι με τα χνώτα τους ζέσταναν το Θείο Βρέφος, φανερώνοντας την απόλυτη ταπείνωση και απλότητα που χαρακτηρίζει την έλευση του Σωτήρα στον κόσμο.

Ο Αγιος Γέροντας υπενθυμίζει τη φράση του προφήτη Ησαΐα: «Ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ», υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και τα ζώα αναγνώρισαν το μεγαλείο του Θεού, ενώ πολλοί άνθρωποι παρέμειναν αδιάφοροι. 

Η Χαρά και ο Πόνος της Παναγίας

Ένα από τα μυστήρια της Γέννησης, όπως σημειώνει ο Αγιος Γέροντας, είναι η εμπειρία της Παναγίας, η οποία ζούσε συγχρόνως τη χαρά και τη λύπη. Το τροπάριο που αναφέρεται στη διπλή αυτή κατάσταση της Παναγίας, «χαίρουσα ομοῦ καὶ δακρύουσα», εκφράζει τη θεολογική αλήθεια ότι η μητέρα του Χριστού ένιωθε δέος μπροστά στο μεγαλείο του Υιού της, αλλά και την ανθρώπινη συγκίνηση για το έργο που θα αναλάμβανε ο Χριστός. 

Η Ζωντανή Εμπειρία του Μυστηρίου

Για τον Αγιο Γέροντα Παΐσιο, το μυστήριο της Γέννησης δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός αλλά μια ζωντανή εμπειρία που μπορεί να βιώσει κάθε χριστιανός. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο άνθρωπος πρέπει να στρέψει τον νου του στα λόγια που ψάλλονται: «Μέγα καὶ παράδοξον θαῦμα τετέλεσται σήμερον». Μέσα από τη νοερή εμβάθυνση, ο πιστός μπορεί να ζήσει το «παράδοξον» και να κατανοήσει την άπειρη αγάπη του Θεού που έφερε τη σωτηρία στον κόσμο.

Η ευχή του Γέροντα προς όλους τους χριστιανούς είναι να γίνουν οι καρδιές τους «Άγια Φάτνη», ικανές να δεχθούν το Θείο Βρέφος. Αυτή η εικόνα, πέρα από τη συμβολική της διάσταση, εκφράζει τη βαθύτερη επιθυμία του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό. 

 Το Μήνυμα του Γέροντα για τα Χριστούγεννα

Η διδασκαλία του Αγίου Γέροντα Παΐσιου για τη βίωση των Χριστουγέννων μας καλεί να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που προσεγγίζουμε τις γιορτές. Αντί να εστιάζουμε στις εξωτερικές προετοιμασίες, μας καλεί να στραφούμε στον εσωτερικό μας κόσμο και να ζήσουμε τα γεγονότα πνευματικά.

Με τη νοερά προσευχή, τη μελέτη των Γραφών και την ευλάβεια στις ακολουθίες, μπορούμε να βιώσουμε το μυστήριο της Γέννησης του Χριστού με αυθεντικότητα. Το μήνυμα του Γέροντα Παΐσιου είναι επίκαιρο και μας υπενθυμίζει ότι η πραγματική ουσία των Χριστουγέννων βρίσκεται στη σχέση μας με τον Θεό και στη δυνατότητα να γίνουμε μέτοχοι της θείας χάριτος.

https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/zontas-to-mystirio-ton-christoygennon-kata-ton-agio-pa-sio/

19 Δεκεμβρίου 2025

Χριστουγεννιάτικη ιστορία: Δώρο στον Χριστό !

 Χριστουγεννιάτικη ιστορία: Δώρο στον Χριστό !

Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη.

Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.

Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.

Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.

Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.

Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.

Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;

Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.

Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:

– Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;

Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς …το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:

– Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;

Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.

– Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.

– Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα.

Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;

Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.

– Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.

Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.

– Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.

Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.

– Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!

Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.

– Μα τι έγινε;

– Θαύμα!

– Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!

Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.

Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».

Της Ελένης Χουκ – Αποστολοπούλου
Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»

https://www.vimaorthodoxias.gr/peri-zois/doro-ston-christo-christougenniatiki-istoria/

 

16 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα του λουκάνικου...

 Χριστούγεννα του λουκάνικου

Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος

Χειμώνας, κατοχή, συσσίτια, μπλόκα και εγώ να κάνω καθημερινά ποδαράτο το δρομολόγιο Άγιος Ιωάννης – ποδαράδες για να πάρω 100 δράμια ψωμί, μερικές φορές μάλιστα ήταν τέτοια η πείνα μου που ένα μεγάλο μέρος του το κατανάλωνα πριν το πάω στην μάνα μου, η οποία ποτέ δεν με μάλωνα και πάντα με συγχωρούσε, αν η λέξη ήρωας έχει νόημα, αυτή ήταν η μητέρα μου.

Θυμάμαι έντονα μια παραμονή Χριστουγέννων της μεγάλης πείνας στην Αθήνα. Καθόμουν σκεπτικός και με το στομάχι να παίζει ταμπούρλο στην αυλή του σπιτιού μας, βλέπετε τότε τα σπίτια είχαν αυλές (όχι όπως σήμερα που είναι κουτιά τσιμέντου), στις οποίες μπορούσες να φυτέψεις και κάνα λαχανικό, που μας βοήθησε να επιζήσουμε.

Όπως είπα καθόμουν στο πεζούλι του κήπου και ξαφνικά βλέπω μια γάτα να πηγαίνει στα μουλωχτά συρτά από τον τοίχο, δεν μου έκανε εντύπωση το γατί, αλλά αυτό το οποίο έσερνε, ήταν ένα τεράστιο λουκάνικο, κύριος είδε από που το είχε βουτήξει, το πιο πιθανό είναι από κάποια αποθήκη τροφίμων των κατακτητών. Ε, δεν θα το πιστέψετε, βάζω μια τέτοια φωνή που και εγώ ο ίδιος δεν πίστεψα στην δύναμη της, το φουκαριάρικο το γατί θες σάστισε, θες τρόμαξε, παράτησε το λουκάνικο και πήδηξε τον φράχτη παίρνοντας μαζί και την πείνα του, εγώ όμως άρπαξα το λουκάνικο και το πήγα στην μητέρα μου, τον πατέρα μου τον είχαμε ήδη χάσει, δεν πίστευε η φουκαριάρα στα μάτια της, τέτοιο θεόσταλτο δώρο και παραμονές Χριστουγέννων, ήταν για εμάς ένα θαύμα.

Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί σε ένα ωραιότατό σφουγγάτο και με ότι ψιλολόγια ακόμη υπήρχαν στο σπίτι, να μας προσφέρει η μητέρα μας ένα πλουσιοπάροχο γεύμα. Εκείνη η βραδιά μας έμεινε αξέχαστη, είμασταν ευτυχισμένοι έστω και για λίγο και από τι; Από ένα λουκάνικο !

Αυτή την μικρή περιπέτεια συγγενικού μου προσώπου επέλεξα να σας μεταφέρω και είναι ένα από τα εκατοντάδες περιστατικά, παράδοξα και μη που πέρασε η γενιά του στην κατοχή αυτές τις άγιες μέρες, αλλά και σε όλη την διάρκεια της Γερμανικής σκλαβιάς, για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να ευχόμαστε να μην ξανάρθουν στο λαό μας αλλά και σε κανένα λαό του κόσμου τέτοιες εποχές δυστυχίας και στέρησης.

Δυστυχώς όμως η σημερινή Ελλάδα θυμίζει με τα διάφορα επιδόματα εκείνες τις άγριες ημέρες των συσσιτίων. Με την ευχή όλα αυτά να τελειώσουν γρήγορα και να επανέλθει η φυσιολογική ροή των πραγμάτων στην πατρίδα μας και σε όλο τον κόσμο να επικρατήσει η ειρήνη που δυστυχώς έχει διασαλευθεί.

https://www.olympia.gr/1574859/apopsi/giorgos-venetsanos-christoygenna-toy-loykanikoy/

 

12 Δεκεμβρίου 2025

Τα Χριστούγεννα του κυρ Μανώλη, στην Πόλη!

 Τα Χριστούγεννα του κυρ Μανώλη, στην Πόλη!

Τά Χριστούγεννα στήν Πόλη γιορτάζονται ταπεινά. Καί ὅταν λέμε ταπεινά, ἐννοοῦμε τήν ἀφαίρεση τῆς ἐξωτερικῆς λαμπρότητας καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐσωτερικοῦ κάλλους. Κάτι, τό μή χριστιανικό περιβάλλον, κάτι, ἡ βαριά κληρονομιά τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, ὁδηγοῦν σ᾽ αὐτό τό κατανυκτικό ἦθος.
Ἔτσι θά περνοῦσαν καί τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα γιά τόν κύρ Μανώλη τό λουστραδόρο. Μάστορας στή δουλειά του. Δούλευε μέ μεράκι τά ἔπιπλα, σάν καλλιτέχνης πραγματικός, χωρίς νά βιάζεται καί χωρίς νά λογαριάζει τό κέρδος ἤ τη ζημιά. Ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του ἔπρεπε νά λάμπει «ἡλίου φαεινότερον», ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Καί προσέθετε:
– Προπάντων, ὅμως, προσοχή στό βάθος τῆς λάμψης, μιᾶς καί εἶναι εὔκολο νά λάμπει ἡ ἐπιφάνεια, ἀλλά ἡ ἐπιτυχία βρίσκεται στό πῶς θά ᾽ρχεται τό φῶς.
Τό «βάθος τῆς λάμψης». Αὐτή ἦταν ἡ ἰδεολογία τοῦ κύρ Μανώλη. Μπορεῖ καί νά μήν ἦταν ἡ ἰδεολογία μόνο δική του. Μπορεῖ καί νά μετέφερε πάνω του μία χιλιόχρονη παράδοση πού ἔπλασε τό φῶς στό βάθος κι ἄφησε τήν ἐπιφάνεια στό περιθώριο. Ἡ γυναίκα του, βέβαια, ἡ Πολυξένη, διαφωνοῦσε μ᾽ ὅλα αὐτά.
– Τό μεροκάματο δέν βγαίνει μέ φιλοσοφίες, τοῦ ᾽λεγε. Αὐτό πού κάνεις οὔτε ὁ Θεός δέν τό θέλει. Ὁ Πανάγαθος ὅρισε νά κερδίζουμε τό ψωμί μας με τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας κι ὄχι με τόν ἱδρῶτα τριῶν προσώπων. Ἐκεῖνος θά τό ᾽θελε ἀλλιῶς γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό σένα.
Ὁ κύρ Μανώλης ὅμως δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Πάνω ἀπό ὅλα ἦταν ἡ λάμψη. Ἀλλά τό παράπονο τῆς Πολυξένης τῆς «πολύπαθης», ὅπως ἔλεγε μόνη της γιά τόν ἑαυτό της, ἦταν κι ἄλλο. Ὁ ἄντρας της, ὁ προκομμένος, εἶχε τό ἐργαστήρι κάτω στό Γαλατά, κοντά στόν Ἅγιο Νικόλαο. Τό σπίτι του βρισκόταν στούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, στό Σταυροδρόμι. Ἦταν μία ἀπόσταση πού δέν ἐπέτρεπε στην πληθωρική Πολυξένη νά ἐλέγχει τά συμβαίνοντα στό ἐργαστήρι. Καθώς ἦταν ἀνοικτή καρδιά ὁ κύρ Μανώλης, εἶχε πολλές κοινωνικές σχέσεις μέ ἄλλους μαστόρους τῆς περιοχῆς τοῦ Γαλατᾶ. Τά κουτσόλεγαν στό ἐργαστήρι του, πού εἶχε γίνει χῶρος συζητήσεων, φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν. Ἦταν σάν ἕνα μικρό καφενεῖο, ὅπου οἱ συζητήσεις γιά τά τρέχοντα θέματα ἦταν στήν ἡμερησία διάταξη. Ποιός ψάλτης εἶπε πιό κατανυκτικά τό δοξαστικό τῆς Κυριακῆς; Ποιός δεσπότης τηροῦσε τό περίφημο πολίτικο τυπικό; Ποιά παράδοση ἔφερε νά ψάλλονται δύο καταβασίες τά Χριστούγεννα; Κι ἄλλα πολλά πού ἔβγαζαν πάντοτε τόν κύρ Μανώλη ἔξω ἀπό τόν ρυθμό τῆς δουλειᾶς του. Ἀναγκαζόνταν, τότε, νά δουλέψει ὡς τά μεσάνυχτα γιά νά προλάβει τό χαμένο χρόνο καί μερικές φορές κοιμόταν καί μέσα στο ἐργαστήρι, ἐπειδή ἦταν δύσκολο νά πάει στό σπίτι του, λόγω τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας. Τότε ἦταν πού ἡ Πολυξένη ἔχανε τ᾽ αὐγά καί τά καλάθια ἀπό τά νεῦρα της. Καί μεροκάμματο δέν ἔβγαινε καί ἄντρα δέν εἶχε. Ἔστηνε στήν πόρτα τόν ἄντρα της λέγοντας:
– Θά σέ ξετινάξουν ὅλοι αὐτοί, στήν ψάθα θά πεθάνεις. Καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:
– Μά εἶναι καλά παιδιά καί γιά τό Χριστό μιλᾶμε. Καί μήν ξεχνᾶς πῶς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μέσα τους φῶς, πολύ φῶς. Λίγο νά σταθεῖς μπροστά τους, λίγο νά τούς καλομιλήσεις καί θά βρεθεῖς κατάματα με τό Χριστό. Ἔχουν κι οἱ ἄνθρωποι λάμψη, Πολυξένη μου.
Ἡ Πολυξένη, ὅμως, δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Ἔβλεπε τά παιδιά της, καί τήν ἴδια, νά ζοῦνε φτωχικά. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν δεύτερα.
Ἦταν παραμονή τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Πολυξένη εἶχε ἀπό τό πρωί δώσει τίς ὁδηγίες καί τά διαγγέλματά της στον ἄνδρα της.
– Τό ἀργότερο στίς ὀκτώ τό βράδυ θά εἶσαι στο σπίτι, οὔτε λεπτό καθυστέρηση. Ὅπως γυρνᾶς ἀπό τό Πέρα, ψώνισέ μου κουκουνάρια γιά τή γαλοπούλα, παστουρμά, σουτζούκι, τυρί, κασέρι, καί δύο κιασέδες γιαούρτι γιά νά νιώσουμε κι ἐμεῖς οἱ φτωχοί τή χρονιάρα μέρα.
Ὁ κύρ Μανώλης ἄκουγε τά διαγγέλματα. Δέν μποροῦσε νά κάνει καί κάτι ἄλλο.
– Κρίμα πού ἡ Πολυξένη δέν εἶχε γίνει συνταγματάρχης, σκεπτόταν, θά εἶχε τήν πιό δυναμική στρατιωτική μονάδα, κρίμα στή γυναίκα, πηγαίνει χαμένη μέ μένα τόν κακομοίρη.
Ἀπαντοῦσε ὅμως σταράτα:
– Ναί Πολυξένη μου, ὅλα θά γίνουν ὅπως θέλεις.
Καί πράγματι, ὅλα ἔγιναν ὅπως ἤθελε ἡ Πολυξένη. Στίς 8 ἡ ὥρα ὁ κύρ Μανώλης κατηφόριζε τή μεγάλη κατηφόρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Στό βάθος, στό τέλος τοῦ μεγάλου δρόμου, φαινόταν ἤδη τό σπίτι του. Τότε συνέβη τό ἔκτακτο. Ἐκεῖ, σε κάποιο ἀριστερό στενάκι ὑπῆρχε τό μικρό ταβερνάκι τοῦ Φώτη τοῦ Κάβουρα. Κάβουρα τόν ἔλεγαν λόγῳ τῶν ἀργῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες περπατοῦσε. Καλή καί ἄδολη καρδιά ὁ Φώτης, διατηροῦσε αὐτό τό μικρό κατάστημα, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς καί τά κουτσόπιναν τά βραδάκια. Ἐκεῖνο τό βράδυ, λόγῳ τῆς παραμονῆς, πελατεία δέν ὑπῆρχε, μόνο ἕνας, κι ὁ Φώτης πού περιδιάβαινε μέ τή ματιά του τούς διαβάτες τῆς κατηφόρας. Τότε εἶδε τόν κύρ Μανώλη.
– Γειά σου, Μανώλη, σπάνια σέ βλέπουμε πιά.
– Ναί, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης, οἱ δουλειές βλέπεις.
– Ἔλα νά τά ποῦμε γιά λίγο μέσα.
Ὁ κύρ Μανώλης κοντοστάθηκε. Ἡ Πολυξένη περίμενε στο σπίτι, ἀλλά κι ἡ πρόσκληση ἦταν πρόκληση. Τό σκέφτηκε. Θά καθόταν δέκα λεπτά καί μετά θά συνέχιζε. Δέκα λεπτά δέν ἦταν τίποτε. Μπῆκαν μέσα καί κάθισαν σέ μία γωνιά, μιλώντας γιά τά Χριστούγεννα. Γιά τήν πρωινή λειτουργία. Γιά τά τροπάρια πού θά εἶχε τό τυπικό καί ἄλλα παρόμοια. Εἶχαν σχεδόν ξεχάσει πώς στό κατάστημα ὑπῆρχε κι ἕνας, ὁ μοναδικός, πελάτης. Τόν θυμήθηκαν ὅταν ξερόβηξε, λίγο, λέγοντας σέ σπασμένα Ἑλληνικά:
Θέλω ἕνα ποτήρι ἀπ᾽ τό γλυκό κρασί. Καί σάν νά ἤθελε νά ἁρπάξει τήν εὐκαιρία εἶπε:
– Αὔριο ἐσεῖς οἱ ρωμηοί, ἔχετε μεγάλη γιορτή.
Οἱ δύο μας φίλοι στάθηκαν ἀμήχανοι, μ᾽ ἕναν τοῦρκο πάντα πρέπει νά εἶσαι κουμπωμένος. Ἐκεῖνος, σαν νά κατάλαβε, εἶπε:
Μέ λένε Τζεμίλ, μεγάλωσα σέ ρωμαίικο μαχαλά καί ξέρω κάτι λίγα ἑλληνικά. Εἶμαι μόνος, χωρίς οἰκογένεια, ξωμάχος τῆς ζωῆς. Σᾶς ρώτησα γιά τή γιορτή σας. Τί γιορτάζετε αὔριο;
Φαινόταν τίμιος καί εἶχε καθαρή ματιά. Ἔνιωθες ἐμπιστοσύνη. Ὁ κύρ Μανώλης πῆρε θάρρος.
– Νά, πῶς νά στο πῶ, αὔριο γεννήθηκε ἡ ἀγάπη. Ὁ Τζεμίλ σοβάρεψε πολύ.
– Πῶς γεννιέται ἡ ἀγάπη; Ἔχει πρόσωπο;
– Γι᾽ αὐτό γεννήθηκε ἀκριβῶς, ἐπειδή ἔχει πρόσωπο καί θέλει νά μᾶς δεῖ κατά πρόσωπο, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης. Καί συνέχισε:
– Ξέρεις; Ἡ ἀγάπη πού γεννήθηκε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ Τζεμίλ ἀντέδρασε.
– Ὁ Θεός οὔτε γεννιέται, οὔτε ἔχει πρόσωπο.
– Φίλε μου Τζεμίλ, εἶπε ὁ κύρ Μανώλης, γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἀγάπη, ἐπειδή καταδέχτηκε νά γεννηθεῖ καί νά μᾶς δεῖ στο πρόσωπό μας, μέσα μας, βαθιά μας. Θέλει νά βρεῖ τη λάμψη πού ἔχουμε μέσα μας καί νά τήν κάνει φωτιά.
Ὁ Τζεμίλ σώπασε. Ἄκουγε μέ προσοχή τόν κύρ Μανώλη. Ὁ Μανώλης, ὁ λουστραδόρος, εἶχε γίνει ὁλόκληρος μια φωτιά πού ἔλαμπε. Σώπασαν καί οἱ δύο. Μετά ἀπό ὥρα ψιθύρισε ὁ Τζεμίλ:
Κι ἀφοῦ ὁ Θεός σας εἶναι ἀγάπη ἐσύ πῶς θά μοῦ τό ἀποδείξεις;
Ὁ Μανώλης μάζεψε τά φρύδια καί εἶπε, ψιθυρίζοντας:
– Νά τ᾽ ἀποδείξω δέν μπορῶ μέ λόγια, ἀλλά μόνο ἄν χρειαστεῖ νά κάνω μιά θυσία γιά σένα, τότε θά τό καταλάβεις.
Ὁ Τζεμίλ εἶπε φωναχτά:
– Κάνε μια θυσία γιά μένα. Θέλω νά καταλάβω τήν ἀγάπη πού γίνεται ἄνθρωπος ἤ μάλλον νά καταλάβω πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔχει τήν ἀγάπη;
Ὁ κύρ Μανώλης δέν σκέφτηκε καί πολύ. Οἱ θυσίες δέν προγραμματίζονται, ἔρχονται ξαφνικά, ἀρκεῖ νά τίς ἀξιοποιήσεις. Κάθισε, ἐκεῖ, στό ταβερνάκι, ὅλη τή νύχτα μέ τόν Τζεμίλ. Δέν ἦταν δά καί τόσο δύσκολο. Κάθε μέρα ξενυχτοῦσε γιά νά φτάσει στη «λάμψη τήν ἐσωτέρα», γιά νά βρεῖ τήν κοινωνία μέ τόν ἄλλο.
Ἔτσι πέρασε ὅλη τή νύχτα καί τό πρωί τράβηξε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο γιά ν᾽ ἀκούσει: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός». Ἕνα ἦταν σίγουρο. Ἐκεῖνο τό βράδυ μέσα στό καπηλειό τοῦ Φώτη ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Πάντοτε ἔτσι γεννιέται, στά ταπεινά καί στά μοναχικά. Γεννιέται ἐκεῖ πού ἡ λάμψη δέν εἶναι ἐξωτερική. Ἔτσι γιόρτασαν τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα στην Πόλη. Ἔτσι πάντα τά γιορτάζουν. Μέ τή φωταυγή ἀχτίδα τοῦ ἐσωτέρου φωτός. Καί μετά ἔρχονται πάντα οἱ Ἡρῶδες. Καί στή διήγησή μας αὐτή, τό μαρτύριο γιά τόν κύρ Μανώλη ἦρθε ἀπό τήν Πολυξένη, τήν πολύπαθη καί κουρασμένη, πού ξεχνοῦσε ὅμως νά καταλάβει τή λάμψη πού εἶχε κοντά της, τόν κύρ Μανώλη, ἕνα ἀκόμη σημεῖο τῆς φανέρωσης τοῦ Κυρίου πάνω στή γῆ.

 https://www.olympia.gr/436775/ellada/ta-christougenna-tou-kyr-manoli-stin-po/

1 Δεκεμβρίου 2025

Ο Πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου

 Ειρεσιώνη-Ο Πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου


Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλίον) είναι κλάδος αγριελιάς (κότινος) στολισμένος με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π., εκτός του μήλου και του αχλαδιού). Ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του λήξαντος έτους και παράκληση συνεχίσεως της γονιμότητας και ευφορίας και κατά το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).

Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν, περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας τις καλένδες (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνος.

Ιδού ένα απόσπασμα από τα κάλαντα :
Η Ειρεσιώνη φέρνει κάθε τι καλό, σύκα και αφράτα ψωμάκια που μας τρέφουν και μέλι γλυκό και λάδι απαλό και ξέχειλους κύλικες με καλό κρασί για να μεθύσει και να κοιμηθεί.

"Τα κλαδιά των δέντρων τα στόλιζαν με άνθη, ταινίες (κορδέλες), έρια (μαλλιά) και μικράς σφαίρας εκ μετάλλου, που παρίσταναν τους πλανήτας, τον Ήλιον και την Σελήνην." Ιστορία της λατρείας του Βάκχου. Χ. Ζανμέρ.
Εκτός από τα κλαδιά της ελιάς, περιέφεραν επίσης και κλαδιά Δάφνης προς τιμήν του Απόλλωνος στα Θαργήλια, εορτή που ετελείτο την Άνοιξη (27 Απριλίου – 26 Μαΐου), όπου πάλι έκαιγαν την παλιά Ειρεσιώνη και κρεμούσαν την νέα έξω από τις πόρτες τους.


 Πρόγονος λοιπόν του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η Ειρεσιώνη, όπου μέσω αυτής μεταδόθηκε το έθιμο του στολισμένου δέντρου στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές, οι οποίοι ελλείψεως ελαιοδένδρων, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που εφύοντο στον κάθε τόπο.
Το έθιμο της Ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό από το θεοκρατικό καθεστώς του Βυζαντίου και απαγορεύτηκε η τέλεσίς του. Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με την μορφή Χριστουγεννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου από τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Όθωνα στην Ελλάδα, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο.
Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο της Ειρεσιώνης υπήρχε πάντα στην ιστορική μνήμη των Ελλήνων, γι αυτόν τον λόγο, το Χριστουγεννιάτικο δένδρο υιοθετήθηκε αμέσως.

(Πηγές : Λεξικό LIDDEL & SCOTT, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, Φινέα Γιορτές Αρχαίων Ελλήνων, περιοδικό ΙΧΩΡ, Γ. Λεκάκης)

Σημείωση : Κότινος = αγριελαία – κοτινάς είναι ο καρπός του κοτίνου.
Κότινος ή Ειρεσιώνη - Κλάδος ελαίας στολισμένος με τούφες λευκού ερίου (μαλλιού) που έδιναν ακριβώς την εντύπωση του "βάμβακος". "Είρια από ξύλου", "δενδρόμαλλον"
Cotton ή coton διεθνώς σημαίνει το βαμβάκι, βαμβακερόν κ.λ.π
Στην Γερμανική είναι Baum-Wolle .Δηλαδή "έριον δένδρου". Ο συνειρμός είναι εκ του Κοτίνου : "είρια από ξύλου".

Πηγή : ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ-ΠΩΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΛΟΓΟ της ΑΝΝΑΣ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-


https://laikiparadosi.blogspot.com/