ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

21 Ιουνίου 2015

Τρεις Αδελφές...

 Τρεις Αδελφές...


Τρεις αδελφές, τριπλή χαρά,
τρεις αδελφές , τριπλό καμάρι,
κάποια καρδιά, που λαχταρά,
σας βάφτισε, ροδιάς κλωνάρι !

Κι είπα την πρώτη ανοιχτό 
τριαντάφυλλο μ' εκατό φύλλα,
για κάθε φύλλο ξενυχτώ 
μ' απόκρυφην ανατριχίλα !

Στο ίδιο η δεύτερη κλωνί 
είναι μπουμπούκι διπλωμένο, 
κάθε καρδιά γι΄αυτό πονεί, 
κι εγώ ...ν΄ανοίξη περιμένω ! 

Κι η πιο μικρή -Τι να γενώ 
μ΄οσα η καρδιά μου έχει πάθη 
η πιο μικρή-πονώ, πονώ 
η πιο μικρή ήταν τ΄αγκάθι...! 

Ιωάννης Γρυπάρης, από την Σίφνο, 1871 - 1942.

  

20 Ιουνίου 2015

Ύμνος στο γυναικείο σώμα !

Ύμνος στο γυναικείο σώμα !

Του Νίκου Τσούλια
Έχει υμνηθεί όσο οτιδήποτε άλλο στον αιώνα τον άπαντα. Η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική, η τέχνη γεννήθηκαν για να υμνήσουν την ακτινοβολία του. Το φτερούγισμα της σκέψης του ανθρώπου εδώ βρίσκει την ουράνια τελειότητα. Η ονειροπόληση προς το γυναικείο σώμα [i] αγγίζει την πιο βαθιά πραγματικότητα, εδώ δημιουργεί την απόλυτα δική της πραγματικότητα. Η φαντασίωση βρίσκει την καθαρή, την κρυστάλλινη έκφρασή της, γεύεται την απόλυτη δικαίωσή της.
Από τη στιγμή που το γυναικείο σώμα προκαλεί την φοβερή έκρηξη του συναισθήματος νομιμοποιεί την υπεροχή του έναντι κάθε άλλης οντότητας στη φύση και στον πολιτισμό. Στο γυναικείο σώμα ο έρωτας κατοικεί μόνιμα και αδιάλειπτα, της νιότης κάθε όραμα είναι πάντα φεγγοβόλο και ολοζώντανο. Η σύλληψη της πρωτόλειας έννοιας της ομορφιάς στην ιστορία του ανθρώπου έγινε εδώ με έναν τρόπο μαγικό και εντυπωσιακά απλό.
«Ήρθα να δω τον ίσκιο της από το παραθύρι
πριν σβήσει το κερί,
τον ίσκιο απ’ το κεφάλι της την ώρα που θα γείρει 
να γλυκοκοιμηθεί… 
Το φως μου είν’ αβασίλευτο. Γνώρισα την Αγάπη, 
σ’ έζησα πια, ζωή». 

Κ. Παλαμάς 
Η πιο μεγάλη υπόσχεση και προσδοκία που μπορεί να δώσει το φαινόμενο της ζωής, το χωρίς όρια ξεσήκωμα του ερωτικού πόθου και η διέγερση κάθε ζωτικής ικμάδας μορφοποιούνται με τον πιο απελευθερωτικό τρόπο. Η συνεύρεση με το γυναικείο σώμα οδηγεί στον απόλυτο θρίαμβο της οντότητας του αρσενικού [ii]. Τα πάντα διαλύονται. Υπάρχει μόνο η μορφή του έρωτα. Κόσμος και πραγματικότητα ρευστοποιούνται και μετασχηματίζονται σε ένα διάφανο σκηνικό, στο οποίο μόνο τα είδωλα του έρωτα έχουν μορφή και σχήμα, νόημα και αξία.
Ποιος μπορεί να βρει τις αρχέγονες πηγές αυτής της ομορφιάς; Ποιος μπορεί να δώσει μια γενετική εξήγηση στο πανηγύρι των αισθήσεων, στην απόλυτη κυριαρχία των συναισθημάτων; Με ποια γλώσσα μπορεί να εκφραστεί το «ασύλληπτο» από το νου μας;
Ο Τίτος Πατρίκιος θα δώσει το λόγο στην ποίηση. Μόνο εκείνη μπορεί να συναντήσει τις αρχαίες ατραπούς, να ψηλαφίσει τις ταπεινές πηγές που θα γίνουν ποτάμια ορμητικά και παθιασμένα.
«Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
τις δικές του προσταγές γι’ αέναες επιθυμίες
για σμίξιμο και συνταύτιση μ’ ένα άλλο σώμα»…
Με τη θέα και μόνο του γυναικείου σώματος όλα διαλύονται και η πάντα επιμερισμένη σκέψη μας προσηλώνεται απόλυτα στην ιερότητα της ερωτικής φαντασίωσης. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Όχι, «δεν χάνει τα μυαλά του» όποιος βρίσκεται στην περιδίνηση του έρωτα˙ αντίθετα τα βρίσκει. Βρίσκει την πληρότητα του εαυτού του. Γεύεται την απολυτότητα της ζωής του. Συναντάει την ιερότητα του πάθους εκείνου που τον οδήγησε στα μονοπάτια της ανθρωποποίησής του, που μπορεί να του δείξει τους νέους δρόμους για τον εξανθρωπισμό του. Γιατί μόνο ο έρωτας και η αγάπη μπορούν να εκπολιτίσουν τον άνθρωπο. Το σώμα του «γίνεται ένα με το πνεύμα του» – που τόσο βίαια τα έχει χωρίσει ο πολιτισμός -, είναι μια οντότητα, ενιαία και αδιαίρετη, εξυψωμένη και ολοκληρωμένη. Και βρίσκονται σε έκσταση πάθους, σε διέγερση ψυχής. Η ύπαρξή του γίνεται το σύμπαν του. Ο προσωπικός κόσμος γίνεται ο μέγας κόσμος, ο μόνος κόσμος. Όλα τα άλλα λιώνουν γίνονται άμορφα, παίρνουν τη μορφή του φόντου. Τα μόνα δρώντα υποκείμενα είναι του έρωτα τα σώματα.
Δεν υπήρξε ομορφιά πριν από τη δημιουργία του γυναικείου σώματος. Η ομορφιά, ως ιδέα και ως λέξη, γεννήθηκε μαζί με τη γυναίκα. Ο «άλλος παράδεισος» χάθηκε για να κερδηθεί ο παράδεισος της γυναίκας. Μόνο έτσι μπορούσαμε να κερδίσουμε το παιχνίδι του έρωτα. Ας μην μετανιώνουμε. Κάποιοι αφηγούνται την ιστορία λανθασμένα και σκόπιμα, γιατί δεν μπορούν να αγγίξουν την ομορφιά της γυναίκας, γιατί δεν ψυχανεμίζονται στη ζωή τους, γιατί δεν νιώθουν το μεγαλείο της ζωής. Το «προπατορικό αμάρτημα» είναι η ενοχοποίηση του γυναικείου σώματος. Απ’ αυτά τα δεσμά του προπατορικού αμαρτήματος πρέπει να απελευθερωθούμε. Για να βιώσουμε τον παράδεισο του έρωτα!
Και δεν νοείται το γυναικείο σώμα μόνο ως απόλυτη ομορφιά αλλά και ως πηγή ζωής, ως πηγή γέννησης για να μένει η ομορφιά στον αιώνα τον άπαντα, για να παίζει ο έρωτας παιχνίδι με του χρόνου την επιδρομή. Γιατί ο έρωτας είναι άχρονος, ο μόνος αθάνατος. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος θα καλέσει τη μούσα του να της αφηγηθεί τον έρωτά του, τον έρωτα του ανθρώπου…
« Άραγε τί ώρα νάναι δίχως εσένα;
Γιατί κι ο χρόνος φεύγει παράξενα δίχως εσένα.
Κι ο ήλιος φωτίζει παράξενα. Σε ποιον να τον δώσω;
Περίσσεψε ο ήλιος, αγάπη μου, δίχως εσένα…
Κουβεντιάζουμε οι δυο μας μέσα στο άπειρο, αγάπη μου,
φως με φως… ».
Μπορούμε κι εμείς;
[i] Αναφέρομαι στο «γυναικείο σώμα» γιατί θεωρώ ότι εκφράζει το «όλον» της γυναίκας, γιατί σώμα και πνεύμα είναι μια ενιαία και αδιαίρετη οντότητα. Σκεπτόμουνα ότι αν ανέφερα τη λέξη «γυναίκα» αντί των λέξεων «γυναικείο σώμα», θα αλλοίωνα το πραγματικό περιεχόμενο του κειμένου αφού θα φαινόταν ότι υποβαθμίζω την έννοια της γυναίκας. Αν, από την … άλλη πλευρά, αναφερόμουνα στο «γυναικείο πνεύμα», θα ήμουνα εκτός θέματος. Παιχνίδια της γλώσσας, περιορισμοί του …πολιτισμού και των λέξεων!
[ii] Προφανώς η γυναίκα γεύεται το σώμα της και τον έρωτα με εξίσου όμορφο τρόπο…
Τα αποσπάσματα των ποιημάτων τα άντλησα από:
 

19 Ιουνίου 2015

Πανάρχαια ἀντιδικία !

Πανάρχαια αντιδικία !


Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα,

και μάλιστα χωρίς να είναι κανείς στην άλλη μεριά

του τραπεζιού-κανείς; αστείοι που είμαστε-

αντίκρυ μου εκεί κάθε νύχτα, στέκεται ο Θεός,

εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω πανουργίες,

θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,

αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο,

λυσσάω που δε μπορώ να βρώ μια υπεκφυγή,

μια διέξοδο...

Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει.

Ανοίγω τότε το παράθυρο και άθελά μου χαμογελώ.

Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδισε με την καινούρια μέρα του.

 ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη

http://www.aganargyroi.gr

18 Ιουνίου 2015

Ενας καφές...σε αναμονή !

Αυτή η ιστορία θα σας ζεστάνει περισσότερο από έναν αχνιστό καφέ μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα...

Δυο άντρες μπήκαν στο καφενείο μιας μικρής πόλης της Ιταλίας, για να πιουν καφέ. Ο ένας ήταν κάτοικος της περιοχής και ο άλλος ήταν φίλος του από την Ρώμη που ταξίδεψε για να τον επισκεφτεί.
Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι, έδωσαν τη παραγγελία τους και περίμεναν τους καφέδες τους όταν πρόσεξαν κάποιον να μπαίνει στο καφενείο και να κατευθύνεται προς το ταμείο.
«Τρεις καφέδες σας παρακαλώ, έναν για έμενα και δυο σε αναμονή» είπε ο άγνωστος άντρας στον ιδιοκτήτη του καφενείου. Πλήρωσε την παραγγελία του, πήρε τον ένα καφέ στο χέρι και βγήκε από την πόρτα.
«Τι ήταν αυτό; Τι σημαίνει καφές σε αναμονή;» γύρισε και ρώτησε με απορία ο άντρας από την Ρώμη τον ντόπιο φίλο του.
«Περίμενε και θα δεις» του απάντησε εκείνος. Πολύ σύντομα οι δυο άντρες είδαν και άλλους ανθρώπους να μπαίνουν στο καφενείο και να παραγγέλνουν καφέδες. 
Δύο κορίτσια παρήγγειλαν τέσσερις καφέδες, δυο δικούς τους και δυο σε αναμονή. Τρεις δικηγόροι ζήτησαν επτά καφέδες, τρεις για αυτούς και τέσσερις σε αναμονή. Η ώρα περνούσε και οι πελάτες του μικρού καφενείου δε σταματούσαν να πληρώνουν πάντα περισσότερους καφέδες απ' όσους έπαιρναν στα χέρια τους. 
Ο άντρας από την Ρώμη έδειχνε να απολαμβάνει τη θέα προς τη μικρή, αλλά πολύ όμορφη πλατεία της πόλης, αλλά μέσα του η περιέργεια για τους «καφέδες σε αναμονή» όλο και μεγάλωνε. 
Ξαφνικά η πόρτα του μικρού καφενείου άνοιξε και πάλι. Αυτή τη φορά ήταν ένας άνδρας ντυμένος με φθαρμένα ρούχα που έμοιαζε με ζητιάνο. Προχώρησε προς τον ιδιοκτήτη του καφενείου και με κουρασμένη φωνή τον ρώτησε: 
«Μήπως υπάρχει καφές σε αναμονή;»
Ήταν τόσο απλό! Οι πελάτες του καφενείου πλήρωναν προκαταβολικά καφέ γι' αυτούς που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν τον δικό τους!
Η παράδοση με τους «καφέδες σε αναμονή» ξεκίνησε στη Νάπολη λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και πολύ σύντομα εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο. Σε αρκετές περιοχές σήμερα μπορεί κάποιος να πληρώσει όχι μόνο καφέ σε αναμονή, αλλά και σάντουιτς ακόμη και ένα ολόκληρο γεύμα! 
Ο συγγραφέας Luciano de Crescenzo, συγγραφέας του «Καφές σε αναμονή: Καθημερινή σοφία σε μικρές γουλιές» γράφει για την προέλευσή του: «Όταν κάποιος άνθρωπος, καλότυχος στη ζωή του, μπει σε μια καφετέρια και παραγγείλει ένα φλιτζάνι καφέ, δεν πληρώνει μόνο ένα, αλλά δύο φλιτζάνια. Με αυτό το τρόπο επιτρέπει σε κάποιον λιγότερο τυχερό συνάνθρωπο του να απολαύσει και αυτός ένα ζεστό ρόφημα εντελώς δωρεάν».

17 Ιουνίου 2015

Ό,τι δίνεις... σου επιστρέφει!!!

Ό,τι δίνεις...σου επιστρέφει!!! (Μια ιστορία με νόημα)
Ο Γιώργος σχεδόν δεν είχε δει την κυρία, μέσα στο σταματημένο αυτοκίνητο στην λωρίδα έκτακτης ανάγκης. Έβρεχε πάρα πολύ και ήταν νύχτα. Κατάλαβε όμως πως η γυναίκα είχε ανάγκη από βοήθεια. Έτσι σταμάτησε το αυτοκίνητο του και πλησίασε.
Εκείνη σκέφτηκε πως ήθελε να της επιτεθεί, δεν την ενέπνεε εκείνος ο άνδρας, φαινόταν φτωχός και πεινασμένος.
Ο Γιώργος αισθανόταν πως η γυναίκα φοβόταν και της είπε:
"Είμαι εδώ για να σας βοηθήσω, κυρία, μην φοβάστε. Γιατί δεν περιμένετε στο δικό μου αυτοκίνητο για να ζεσταθείτε;
Δεν σας συστήθηκα... με λένε Γιώργο"...
Η κυρία είχε μείνει από λάστιχο και ήταν και ηλικιωμένη. Ενώ συνέχιζε να βρέχει δυνατά, ο Γιώργος γονάτισε πήρε τον γρύλο, τον τοποθέτησε κάτω από την σκασμένη ρόδα και σήκωσε το αμάξι. Άλλαξε την ρόδα και ενώ βίδωνε τα μπουλόνια, η ηλικιωμένη κυρία άνοιξε την πόρτα και έπιασε συζήτηση μαζί του.
Του είπε πως δεν ήταν από την περιοχή, ήταν περαστική από εκεί και δεν ήξερε πως να τον ευχαριστήσει για την πολύτιμη βοήθεια του.
Ο Γιώργος χαμογέλασε ενώ τελείωνε την δουλειά του και σηκώθηκε.
Εκείνη τον ρώτησε πόσα ήθελε για την βοήθεια του. Αλλά ο Γιώργος δεν σκεφτόταν καν τα χρήματα, του άρεσε να βοηθάει τους ανθρώπους. Αυτός ήταν ο τρόπος ζωής του.
Τότε εκείνος της απάντησε: 
"Εάν πράγματι επιθυμείτε να με πληρώσετε, την επόμενη φορά που θα συναντήσετε κάποιον σε δυσκολία, θυμηθείτε εμένα και βοηθήστε εκείνον τον άνθρωπο."
Μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα η κυρία σταμάτησε σε ένα μικρό εστιατόριο, την πλησίασε μια χαμογελαστή σερβιτόρα και της έδωσε μια πετσέτα για να σκουπίσει τα μαλλιά της που είχαν βραχεί από την βροχή.
Η κυρία είδε πως η κοπέλα ήταν έγκυος - σχεδόν προς το τέλος της εγκυμοσύνης - αλλά εκείνη δεν επέτρεπε στην κούραση και στους πόνους να αλλάξουν την συμπεριφορά της και η κυρία έμεινε έκπληκτη από την συμπεριφορά της σερβιτόρας και αναρωτιόταν πως κάποιος που έχει τόσα λίγα στην ζωή μπορεί και δίνει τόσα πολλά σε ένα ξένο;
Τότε θυμήθηκε τον Γιώργο.
Μόλις τελείωσε το φαγητό της, και ενώ η σερβιτόρα είχε πάει να σερβίρει ένα άλλο τραπέζι, η κυρία βγήκε έξω από το εστιατόριο. Η σερβιτόρα αναρωτήθηκε που είχε πάει η κυρία, όταν είδε στο τραπέζι κάτι γραμμένο πάνω στην πετσέτα με ένα "φιλοδώρημα" αρκετά παχύ. 
Η σερβιτόρα δάκρυσε διαβάζοντας εκείνο που η κυρία είχε γράψει:
"Κράτησε τα ρέστα... κάποιος σήμερα με βοήθησε και έτσι και εγώ βοηθώ εσένα. Εάν πραγματικά επιθυμείς να μου επιστρέψεις τα χρήματα, μην σπάσεις αυτή την αλυσίδα αγάπης, απλά βοήθησε κάποιον άλλον."
Εκείνη την νύχτα, τελειώνοντας την δουλειά της, γύρισε πολύ κουρασμένη στο σπίτι, πλησίασε στο κρεβάτι και είδε τον σύζυγο της που κοιμόταν, ξάπλωσε και σκεπτόταν τα χρήματα που της είχε δώσει η κυρία και εκείνο που της είχε γράψει. 
Εκείνη η κυρία πως γνώριζε την ανάγκη χρημάτων που είχε εκείνη και ο σύζυγος της, με το μωρό που επρόκειτο να γεννηθεί όλα ήταν πιο δύσκολα...
Σκεπτόμενη την ευλογία που είχε δεχθεί, χαμογέλασε, ευχαρίστησε τον Θεό και γυρνώντας προς τον σύζυγο της, τον χάιδεψε και του ψιθύρισε γλυκά στο αυτί:
"Όλα θα πάνε καλά... Σε Αγαπώ... Γιώργο!!!"


14 Ιουνίου 2015

ΠΟΥΣΙ -ΑΧΛΑΔΙΝΗ: ΤΟ ΣΟΥΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ ΤΗΣ ΗΛΕΙΑΣ

ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΠΟΥΣΙ
[ 9 - 13 Ιουνίου 1821)
Όπως η Ήπειρος είχε το Σούλι της, έτσι και ο Μωριάς είχε το δικό του, με μια όμως διαφορά. Το Ηπειρώτικο Σούλι το κατοικούσαν χριστιανοί που είχαν αρβανίτικη φύτρα, ενώ αυτό του Μωριά το κατοικούσαν μωαμεθανοί με αρβανίτικη και αυτοί καταγωγή. Το Σούλι του Μωριά ήταν του Λάλα, εκεί στου Μπαστηρά.
Ήταν σημαντική νίκη των Ελλήνων κατά των Λαλαίων, μουσουλμάνων Αλβανών κατοίκων της περιοχής Λάλας της Ηλείας, οι οποίοι αποτελούσαν σοβαρό εμπόδιο για την ευνοϊκή εξέλιξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο.
Δράση των Λαλαίων πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης
Στην περιοχή του Λάλα διέμεναν Αλβανοί, οι πιο φημισμένοι σε πολεμικότητα και ανδρεία, που αποτελούσαν υπολείμματα των Αλβανών επιδρομέων του 1770 στην Ελλάδα. Είχαν δε εγκατασταθεί σε διάφορους συνοικισμούς στην κατάφυτη περιοχή της αρχαίας Φολόης. Με ορμητήριο αυτό οι Λαλαίοι επιχειρούσαν συνεχείς επιδρομές στους κάμπους της Γαστούνης και του Πύργου Ηλείας, εναντίον Ελλήνων και Τούρκων γαιοκτημόνων. καταστρέφοντας και ρημάζοντας κάθε φορά, βάζοντας φωτιά στα χωριά, στα γεννήματα, συνάζοντας τα ζώα, περνώντας τον Αλφειό προς την Αγουλινίτσα και προχωρώντας ακόμα μακρύτερα [1].
Έτσι με τον τρόπο αυτό οι Λαλαίοι είχαν καταστεί οι κυρίαρχοι της Ηλείας και Ολυμπίας. Μάλιστα πολλοί βελήδες της Πελοποννήσου προσπάθησαν κατά καιρούς να τους ταπεινώσουν, ιδιαίτερα ο Βελή Πασάς, αλλά δεν το κατόρθωσαν.[2]
Δράση των Λαλαίων μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης
Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ένα από τα κάστρα της δυτικής Πελοποννήσου, όχι όμως ιδιαίτερα αξιόλογο, που επιχειρήθηκε μία από τις πρώτες πολιορκίες αμέσως μετά τον ξεσηκωμό της Πάτρας ήταν και το κάστρο του Χλεμουτσίου το οποίο άρχισαν να πολιορκούν οι Μωραΐτες κυρίως της Γαστούνης υπό τον Γεώργιο Σισίνη, και του Πύργου Ηλείας, υπό τον Χαράλαμπο Βιλαέτη πιθανώς και με οδηγίες από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό να μην επιτρέψουν στην αποκλεισμένη στο κάστρο ένοπλη φρουρά να διαφύγει προς την Πάτρα, γιατί θα ενίσχυε τους εκεί πολιορκημένους Τούρκους.
Στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 1821, σώμα 400 Λαλαίων, με αρχηγό τον Ραΐπ αγά, πλησίασε το παλιό κάστρο Χλεμούτσι, όπου οι Τούρκοι της Γαστούνης βρίσκονταν αποκλεισμένοι από τις 27 Μαρτίου. Μόλις όμως φάνηκαν οι Λαλαίοι, οι Έλληνες σκόρπισαν. Τότε οι Λαλαίοι έκαψαν και λεηλάτησαν όλη την περιοχή, αναγκάζοντας τους ντόπιους να καταφύγουν στη Ζάκυνθο, ενώ οι Τούρκοι της Γαστούνης έφτασαν ανενόχλητοι στην Πάτρα, όπως είχε προβλέψει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Η διάλυση της πολιορκίας του Χλεμουτσίου ήταν η πρώτη ήττα των Ελήνων μετά την έναρξη της επανάστασης.[3].
Τον Απρίλιο του 1821, οι Λαλαίοι επιχειρούσαν από το ορμητήριό τους συνεχείς επιδρομές εναντίον του Πύργου και της Αγουλινίτσας, σπέρνοντας τον φόβο και προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στους Έλληνες της περιοχής[4].
Αποκλεισμός του Λάλα
Η κατάσταση αυτή αποτελούσε ανοιχτή πληγή στις πλάτες των επαναστατημένων Ελλήνων και θα μπορούσε να είχε ολέθριες συνέπειες στον αγώνα τους. Ο Βιλαέτης, εκπαιδευμένος στον αγγλικό στρατό της Επτανήσου, διείδε τον κίνδυνο απο την παρουσία των Λαλαίων, καθώς θα αποτελούσαν το πολεμικό στήριγμα των ομοθρήσκων Τούρκων της περιοχής. Γι αυτό προχώρησε σε αποκλεισμό των Λαλαίων, προσκαλώντας σε βοήθεια και άλλους οπλαρχηγούς της περιοχής μεταξύ των οποίων και τους Πλαπουταίους.
Οι Έλληνες κάτοικοι της Ηλείας προχώρησαν στην εκτέλεση του τολμηρού σχεδίου αποκλεισμού, στήνοντας στρατόπεδο σε απόσταση τριών ωρών από το Λάλα, στο χωριό Στρέφι, ενώ 100 άνδρες στάλθηκαν ως προφυλακή στο χωριό Λαντζόι, στην πεδιάδα του Λάλα. Τότε οι Λαλαίοι, γεμάτοι έκπληξη από την τολμηρή πράξη των Ελλήνων, επιτέθηκαν με σώμα 1.000 ανδρών εναντίων της ελληνικής προφυλακής, στις 10 Μαΐου 1821. Ο Βιλαέτης, με 100 άνδρες έτρεξε να βοηθήσει την προφυλακή του. Στη μάχη που ακολούθησε, στον μύλο του Σμίλα, οι Ηλείοι αντιστάθηκαν πεισματικά αλλά το ιππικό των Λαλαίων κατάφερε να αποκόψει τον Βιλαέτη ο οποίος μόνο με 15 άνδρες, συνέχισε να πολεμάει ηρωικά μέχρι το τέλος. Ο θάνατος αυτού του ικανού αρχηγού χαιρετίστηκε με κραυγές χαράς από τους Λαλαίους.[5].
Στις 13 Μαΐου, σώμα Γορτυνίων υπό τον Γεωργάκη Πλαπούτα και Φαναριτών υπό τους Λιμπέριο Ζαριφόπουλο και Τζανέτο Χριστόπουλο κατέλαβε ορεινή θέση σε απόσταση 2 ωρών από το Λάλα. Το εγχείρημα ήταν πιθανά καταδικασμένο σε αποτυχία, αν δεν κατέφθαναν εκείνη τη στιγμή δύναμη 500 περίπου Επτανησίων εθελοντών, καθ΄ υπόδειξη του Παλαιών Πατρών Γερμανού. Οι Επτανήσιοι αυτοί, οι οποίοι διέθεταν και 4 κανόνια, ήταν Κεφαλλονίτες, υπό τους Ανδρέα και Κωνσταντίνο Μεταξά, Βαγγέλη Πανά αλλά και Ζακυνθηνοί[5] υπό τον Διονύσιο Σεμπρικό.
Στις 30 Μαΐου, η δύναμη των Επτανήσιων, η οποία είχε εν τω μεταξύ μεγαλώσει λόγω της προσέλευσης αγωνιστών από την Ηλεία και τα Καλάβρυτα, κύκλωσε το Λάλα, καταλαμβάνοντας οχυρές θέσεις γύρω από αυτό. Μια τέτοια ήταν το βουνό Πούσι, μόλις μισή ώρα μακριά. Οι Λαλαίοι συνειδητοποίησαν για πρώτη φορά τη δυσκολώτατη θέση στην οποία βρέθηκαν, όταν είδαν την αριθμητική δύναμη του αντιπάλου και τη στρατιωτική οργάνωση των Επτανησίων, η οποία είχε ήδη εντυπωσιάσει και τους Ελληνες επαναστάτες.[5]
Η μάχη
Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχε αναποφασιστικότητα σχετικά με την τακτική που θα ακολουθούσαν. Οι Επτανήσιοι ήθελαν να επιτεθούν αμέσως, ώστε να μη προλάβουν να προετοιμαστούν οι Λαλαίοι, ενώ οι Πελοποννήσιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία. Όταν όμως κυκλοφόρησε η φήμη ότι οι Λαλαίοι σκέπτονταν να παραδοθούν στους Κεφαλλονίτες, ξέσπασε αναταραχή στο στρατόπεδο των Επτανησίων όπου οι στρατιώτες άρχισαν να απειλούν ότι θα φύγουν. Για να αποτρέψουν αυτό το ενδεχόμενο, οι Επτανήσιοι αρχηγοί αποφάσισαν να στείλουν επιστολή στους Λαλαίους, με προτάσεις ειρηνικής αποχώρησης των δεύτερων και απειλή άμεσης επίθεσης και παράδοσής τους στους εχθρούς τους Πελοποννησίους, σε περίπτωση που δεν την αποδέχονταν. Η επιστολή έφερε την υπογραφή του ανύπαρκτου Μιχαήλ Υψηλάντη, «Κωνσταντινουπολίτη, Γενικού οπλαρχηγού της εκστρατείας» και την προσυπέγραφαν οι αρχηγοί Κωνσταντίνος Μεταξάς, Γεράσιμος Φωκάς, Ανδρέας Μεταξάς, Βαγγέλης Πανάς, Διονύσιος Σεμπρικός, Παναγιώτης Στρούζας, και ο Μιχαήλ Κουτουφάς. Οι Λαλαίοι έστειλαν ως απάντηση «ολίγα κεράσια του Λάλα και δύο ραβανιά δι' αγάπην» και προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο, μη απαντώντας στις προτάσεις, προφασιζόμενοι ότι έλειπαν οι αρχηγοί τους. Τελικά, μετά από δύο ημέρες, απάντησαν ειρωνικά προτείνοντας στους Επτανήσιους να αποχωρήσουν εκείνοι και τότε οι Λαλαίοι, ως φίλοι, θα τους παρείχαν τα μέσα αναχώρησής τους.[6]
Μετά από αυτή την εξέλιξη, οι Έλληνες αποφάσισαν γενική επίθεση από τρία σημεία: Οι Γορτύνιοι με επικεφαλής τον Πλαπούτα και τον Δεληγιάννη, μαζί με τους Ολύμπιους του Χριστόπουλου, θα επιτίθονταν από τα δεξιά, εναντίον της θέσης Μπαστηρά. Οι Ηλείοι και οι Επτανήσιοι, με αρχηγούς τους αδελφούς Μεταξά και τον Πανά, θα επιτίθονταν εναντίον του ίδιου του Λάλα ενώ οι Ηλείοι υπό τον Σισίνη και οι Καλαβρυτινοί του Παναγιωτάκη Φωτήλα θα βάδιζαν προς τα χωριά Δούκα και Λουκίσσα.. Λόγω όμως κακού συντονισμού, επιτέθηκε μόνο το σώμα υπό τον Πλαπούτα, στις 9 Ιουνίου. Οι Λαλαίοι, δίνοντας μεγάλη σημασία στη θέση Μπαστηρά, εξαπέλυσαν εναντίον του σφοδρή αντεπίθεση και το ανάγκασαν να υποχωρήση, ενώ λόγω της σύγχυσης που δημιουργήθηκε και εξαιτίας του καύσωνα, ο Πλαπούτας πέθανε από εγκεφαλική συμφόρηση. Σε αυτή την αψιμαχία σκοτώθηκαν 11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι από την πλευρά των Ελλήνων, ενώ οι Λαλαίοι είχαν μεγαλύτερες απώλειες. Επειδή όμως η απώλεια του Πλαπούτα είχε ως συνέπεια να εγκαταλείψουν οι περισσότεροι άνδρες του τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης με τον Κανέλλο Δεληγιάννη έστειλαν ως αντικαταστάτη τον αδελφό του Δημήτρη Πλαπούτα. Αυτός είχε σημαντικές στρατιωτικές και ηγετικές ικανότητες και κατάφερε να αναπτερώσει το ηθικό των ανδρών του.[7]
Στις επόμενες ημέρες, γίνονταν διάφορες αψιμαχίες χωρίς ξεκάθαρο αποτέλεσμα. Οι Λαλαίοι άρχισαν να σκέφτονται την αποχώρησή τους, έχοντας μάθει για τη στενή πολιορκία της Τριπολιτσάς και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο στρατός του Ομέρ Βρυώνη στη Βοιωτία, ο οποίος είχε σταλεί για να συνδράμει τους Τούρκους της Πελοποννήσου. Έτσι ζήτησαν τη βοήθεια του Γιουσούφ Πασά στην Πάτρα ο οποίος εκστράτευσε προσωπικά, επικεφαλής 1.000 έως 1.500 ανδρών, μεταξύ των οποίων 300 ιππείς (ντελήδες). Όταν η δύναμη αυτή πλησίασε στο Λάλα, στις 11 Ιουνίου, οι Λαλαίοι επιχείρησαν επίθεση από την πλευρά τους, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να βρεθούν ανάμεσα σε δύο πυρά και να δώσουν την ευκαιρία στον Γιουσούφ να μπει στο Λάλα. Μετά από αυτή την ενίσχυση των εχθρών τους, οι Πελοποννήσιοι σκέφτηκαν να μεταφέρουν το στρατόπεδό τους σε απόσταση ασφαλείας, στη Δίβρη. Ωστόσο, οι Επτανήσιοι ήταν αντίθετοι σ' αυτό, ιδιαίτερα ο Ανδρέας Μεταξάς. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να ζητήσουν ενισχύσεις από την Πελοποννησιακή Γερουσία που έδρευε στη Στεμνίτσα.[7]
Αντίθετα με τους Έλληνες, ο Γιουσούφ δεν μπορούσε να περιμένει, καθώς φοβόταν επίθεση στην Πάτρα. Έτσι πήρε την πρωτοβουλία να επιτεθεί πρώτος με στόχο τη διάλυση του στρατοπέδου τους, την αρπαγή των κανονιών τους και την ασφαλή μεταφορά των Λαλαίων στην Πάτρα. Ακολούθησε σκληρή μάχη σώμα με σώμα, στις 13 Ιουνίου στη θέση Πούσι όπου αμύνονταν οι Έλληνες. Από τους Έλληνες διακρίθηκαν οι Ολύμπιοι του Χριστόπουλου, οι οποίοι βρέθηκαν ανάμεσα στο τουρκικό ιππικό του Γιουσούφ και τους Λαλαίους και έχασαν 30 άνδρες, και οι Επτανήσιοι που απέκρουαν με πείσμα τις προσπάθειες του Γιουσούφ να τους πάρει τα κανόνια. Έτσι οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στη μάχη τραυματίστηκαν μαχόμενοι και ο Ανδρέας Μεταξάς με τον Διονύσιο Σεμπρικό.
Αποχώρηση των Λαλαίων
Την επόμενη ημέρα, 14 Ιουνίου, οι Τούρκοι έφυγαν μαζί με τους Λαλαίους για την Πάτρα. Τότε οι Έλληνες μπήκαν στο άδειο Λάλα και το έκαψαν. Κατ΄ άλλη εκδοχή, όπως σημειώνει ο Ν. Πολίτης, η πυρπόληση του χωριού έγινε από τους ίδιους τους Λαλιώτες κατά την αναχώρησή τους «ώστε ελάχιστα απέμειναν προς λαφυραγωγίαν εις τους εισελθόντας ύστερον Έλληνας»[8] Οι Λαλαίοι μπήκαν σε καράβια και αποχώρησαν από την Ελλάδα με προορισμό την Ανατολή.[7]
Συνέπειες
Ήταν μεγάλη η σημασία της ελληνικής νίκης, καθώς οι Λαλαίοι θεωρούνταν «τα καλύτερα ντουφέκια του Μοριά»[7]. Εκτός την ανακούφιση που επέφερε τους γειτονικούς ελληνικούς πληθυσμούς και την αναπτέρωση του ηθικού των Ελλήνων, των οποίων ο αγώνας άρχισε να εδραιώνεται στη ΒΔ. Πελοπόννησο, επέφερε ευνοϊκή εξέλιξη του αγώνα στο κέντρο της Πελοποννήσου και την τελείως διαφορετική στάση των Αλβανών της Τριπολιτσάς.
Για τη συμμετοχή τους στη μάχη, οι Επτανήσιοι διώχθηκαν από την αγγλική Διοίκηση των Ιονίων Νήσων με συλλήψεις, φυλακίσεις και δημεύσεις περιουσιών[7].
Λαογραφία
Σε κάποιες υπερήφανες Λαλιώτισσες, που φέρονταν να 
αιχμαλωτίσθηκαν  μετά τη μάχη αναφέρεται το ακόλουθο 
δημοτικό τραγούδι[8]:
Του Λάλα με τα κρυά νερά, με τοις βαρειές κυράδες
με τοις τραναίς αρχόντισσαις, τοις καλομαθημέναις
που δεν καταδεχόντανε της γης να την πατήσουν,
ποφόρηγαν χρυσά σκουτιά* και κόκκινα σαλβάρια*
και τώρα πως κατάντησαν κοπέλλαις σ΄ τους ραγιάδες!
Φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμέναις*
νά χουν οι Έλληνες νερό, φωτιά να πυρωθούνε.
Και η μιά την άλλη ελέγανε και η μια την άλλη λένε:
-Τι να ν΄ κείνα που φαίνονται, τι να ν΄ κείνα που ερχώνται;
Μήνα ειν΄ μπαϊράκια τούρκικα, μην τάστειλε ο Πασάς μας;
-Δεν είν΄ μπαϊράκια τούρκικα, δεν τάστειλε ο Πασάς μας
παρά είν. μπαϊράκια κλέφτικα, κ΄ είναι των Πλαπουταίων.
Κλαίνε μανούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες
κλαίει και μια χανούμισσα για το μοναχογιό της.
(*) Σκουτιά = ενδύματα
σαλβάρια = φαρδιές βράκες
ζαλωμέναις = φορτωμένες

http://koinonil.blogspot.gr/2011/06/1821.html

25 Μαΐου 2015

ΕΣΥ ΠΟΙΟΝ ΕΧΕΙΣ ΔΑΣΚΑΛΟ ;

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ  ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Ε Σ Υ   Π Ο Ι Ο Ν   Ε Χ Ε Ι Σ     Σ Δ Α Σ Κ Α Λ Ο ;



Ο Άγιος Πορ­φύ­ριος (1906-1991) φα­νέ­ρω­σε στην επο­χή μας με πο­λύ δυ­να­μι­κό τρό­πο τη γνή­σια μορ­φή του α­λη­θι­νού αν­θρώ­που. Δί­δα­ξε με έρ­γο και λό­γο. Με τη δι­α­κρι­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρά, τήν ήρε­μη δι­δα­σκα­λί­α και τα ανα­ρίθ­μη­τα θαύ­μα­τά του έγι­νε οδη­γὸς πο­λύ­τι­μος στα δύ­σκο­λα μο­νο­πά­τια της επο­χής μας. 
Συ­νέ­βη κά­πο­τε να τα­ξι­δεύ­ει απο Θεσ­σα­λο­νί­κη για Ά­γιον Ό­ρος. Έφτα­σε όμως στον σταθ­μό λε­ω­φο­ρεί­ων κα­θυ­στε­ρη­μέ­να. Δε βρήκε ει­σι­τή­ριο και αναγ­κά­στη­κε να τα­ξι­δέ­ψει όρ­θιος. Δί­πλα του κα­θόν­του­σαν κά­ποι­οι νε­α­ροί που αστε­ϊ­ζόν­του­σαν με­τα­ξύ τους καὶ γε­λούσαν. Η συμ­πε­ρι­φο­ρά τους εξόρ­γι­σε έναν επι­βά­τη, που δεν κρα­τή­θη­κε και επέ­πλη­ξε τους νε­α­ρούς, επει­δή έβλε­παν όρ­θιο μπρο­στά τους ένα γέ­ρον­τα ιε­ρέ­α και εν τού­τοις συ­νέ­χι­ζαν να κά­θον­ται α­δι­ά­φο­ροι. Πα­ρά την ε­πί­πλη­ξη ό­μως οι νε­α­ροί πα­ρέ­μει­ναν ασυγ­κί­νη­τοι και κα­νέ­νας δεν ση­κώ­θη­κε να δώσει τη θέ­ση του. 

Τό­τε ο ορ­γι­σμέ­νος επι­βά­της ση­κώ­θη­κε και πα­ρα­χώ­ρη­σε τη δι­κή του θέ­ση στον γέ­ρον­τα Πορ­φύ­ριο. Ε­κείνος τον ευ­χα­ρί­στη­σε, αλ­λά δεν δέ­χτη­κε να κα­θί­σει. Τα­ξί­δε­ψε όρ­θιος μέ­χρι την Ἱ­ε­ρισ­σό (δύ­ο ώρες πε­ρί­που). Όταν κα­τέ­βη­καν, ο επι­βά­της τον ρώ­τη­σε για­τί δεν δέ­χτη­κε τη θέ­ση που του πρό­σφε­ρε. 
- Έ­κα­μα μια θυ­σί­α για τα παι­διά, α­πάν­τη­σε ο γέ­ρον­τας. 

Ο άν­θρω­πος δεν κα­τά­λα­βε τα αι­νιγ­μα­τι­κά του λόγια. Ο Άγιος τό­τε του εξή­γη­σε: 
- Δεν έ­κα­νες κα­λά που μά­λω­σες τα παι­διά. Έκα­μαν βέ­βαι­α μια κα­κή πρά­ξη: Ά­φη­σαν όρ­θιο έναν ηλι­κι­ω­μέ­νο και δεν του πα­ρα­χώ­ρη­σαν α­πο μό­να τους τη θέ­ση, όπως θά ’­πρε­πε. Άν λοι­πόν ση­κώ­νον­ταν όταν τα κα­τσά­δια­σες και κα­θό­μουν ε­γώ στη θέ­ση τους, ή αν δε­χό­μουν τη θέ­ση που μου πρό­σφε­ρες ε­σύ, τα παι­διά δεν θα κα­τα­λά­βαι­ναν την κα­κή πρά­ξη τους. Αν­τί­θε­τα θα ένοι­ω­θαν δι­και­ω­μέ­να, αφού, είτε έτσι είτε αλλιώς, θα είχε τακτοποιηθεί το θέμα. Τώ­ρα ό­μως που έμει­να όρ­θιος και μ’ έβλε­παν μπρο­στά τους τό­σες ώρες, ση­κώ­θη­κε η ίδια η συ­νεί­δη­σή τους απο μέ­σα τους και σι­ω­πη­λά τα κα­τη­γό­ρη­σε για την πρά­ξη τους. Μό­νο έ­τσι μπο­ρεί ο άν­θρω­πος να σω­θεί: όταν δι­ορ­θώ­νε­ται, επει­δή τον κα­τη­γο­ρεί, ό­χι ο άλ­λος απ’ έξω, αλ­λά η συ­νεί­δη­σή του α­πο μέ­σα. 

Ο κα­λύ­τε­ρος οδη­γός δη­λα­δή εί­ναι η συ­νεί­δη­ση. Έ­νας δά­σκα­λος που τον έβα­λε στην καρ­διά του αν­θρώ­που ο Θε­ός. 
Ας έλ­θου­με τώ­ρα και σε σέ­να… 

Βρί­σκε­σαι προ των εξε­τά­σε­ων. Δι­ά­βα­σες, κα­ταρ­τί­στη­κες, ετοι­μά­στη­κες. Απο μι­κρό παι­δί δεν κά­νεις άλ­λη δου­λειά, απ’ το να τρέ­χεις απο δά­σκα­λο σε δά­σκα­λο για να δι­δα­χτείς. Πέ­ρα­σες α­πο πολ­λούς δα­σκά­λους. Πή­ρες μα­θή­μα­τα πολ­λά. 
Ανά­με­σα στους τό­σους δα­σκά­λους που επέ­λε­ξες να σε μορ­φώ­σουν, συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ά­ρα­γε και ο δά­σκα­λος που έβα­λε μέ­σα σου ο Θε­ός; Τί μα­θή­μα­τα σου έδω­σαν οι δά­σκα­λοί σου απ’ το νη­πι­α­γω­γεί­ο μέ­χρι τώ­ρα; Σί­γου­ρα πή­ρες γνώ­σεις πολ­λές. Έ­λα­βες ό­μως και μα­θή­μα­τα αν­θρω­πιάς; 

Κα­λές οι γνώ­σεις. Α­πα­ραί­τη­τες. Μα πιο α­πα­ραί­τη­τα είναι τα μα­θή­μα­τα αν­θρω­πιάς. Που σε κά­νουν όν­τως άν­θρω­πο. Οι γνώ­σεις μό­νο, χω­ρίς μα­θή­μα­τα αν­θρω­πιάς, μπο­ρεί να σε κά­νουν ακό­μα και α­πάν­θρω­πο. Μη­χα­νή. Ρομ­πότ. Ο­λο­θρευ­τή. 
Γι’ αυ­τό χρει­ά­ζε­ται και ο δά­σκα­λος που δι­ο­ρί­ζε­ται α­π’ τον Θε­ό στο σχο­λείο της ψυ­χής σου. Η συ­νεί­δη­ση. Για να σε δι­δά­ξει και κα­λά μα­θή­μα­τα. Να σου δώ­σει και μιάν άλ­λη παι­δεί­α. Να σε ο­δη­γή­σει στα­δια­κά και στους άλ­λους δα­σκά­λους που άφη­σε στο πό­δι του ο Χρι­στός: «Τους ασφα­λείς και θε­ο­φθόγ­γους κή­ρυ­κας», τους σο­φούς α­πε­σταλ­μέ­νους του Θε­ού κά­θε επο­χής, πού εμ­φο­ρού­με­νοι απο θε­ϊ­κό πνεύ­μα, αλή­θεια και α­γά­πη, με­τα­φέ­ρουν μέ­χρι εσέ­να και μέ­να τα «γράμ­μα­τα» και τα «πράγ­μα­τα» του Θε­ού, τον τρό­πο δη­λα­δή για να γί­νου­με οι αλη­θι­νοί άν­θρω­ποι που ο­νει­ρευ­ό­ταν ο Θε­ός, ό­ταν μας έπλα­θε. Σαν τον Ά­γιο Πορ­φύ­ριο. Και αφού ο Θεός διορίζει δασκάλους, ορίζει και εξετάσεις. 

Κά­πο­τε λοι­πόν θα μας εξετάσει και ο Θε­ός. Δεν θά ’θε­λες να πε­ρά­σεις και τότε; Οι τω­ρι­νές σου εξε­τά­σεις, μπρο­στά σ’ ε­κείνες του Θε­ού, είναι μια λε­πτο­μέ­ρεια. Δεν αξί­ζει να επι­κεν­τρώ­νε­σαι μό­νο σ’ αυτές. Κιν­δυ­νεύ­εις για ένα δέν­τρο να χά­σεις το δά­σος. ΔΕν θά ’­ναι κρί­μα; 

Στις εξε­τά­σεις του Θε­ού, μα και σε τού­τες τώ­ρα τις ε­ξε­τά­σεις σου και σε κά­θε καλό εγ­χεί­ρη­μα στη ζω­ή σου, εύχο­μαι νά ’­χεις πάν­τα μια πο­λύ με­γά­λη και 
Κ Α Λ Η Ε Π Ι Τ Υ Χ Ι Α ! 


π. Δημήτριος Μπόκος 

Μάιος 2015 

Σημείωση δική μου: 
Ευχαριστώ θερμά τον πατέρα Δημήτριο από τον Ι.Ν. Αγίου Βασιλείου για το μήνυμα που μου έστειλε, το οποίο έχει επίκαιρη αλλά και διαχρονική σημασία και αξία.. 

Την ευχή σας πάτερ 
Ι.Β.Ν.

23 Μαΐου 2015

Βρήκα τόν Κύριό μας νά «εφημερεύει»..-Ομοτίμου καθηγητού Αγγειοχειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Ω! του θαύματος βρήκα τον Κύριό μας νά «εφημερεύει» (αποστομωτική απάντηση καθηγητή Ιατρικής σέ καυστικά σχόλια «θεολογούντων» !)


Η «άφιξη» της Αγίας Βαρβάρας

Γράφει ο Παναγιώτης Β. Δημακάκος 
 Ομοτ. Καθ. Αγγειοχειρουργικής
 Πανεπιστημίου Αθηνών 
Ο ευλαβής ελληνικός ορθόδοξος λαός, υπεδέχθη με βουρκωμένα μάτια το ιερό σκήνωμα της Αγίας Βαρβάρας εναποθέτοντας με πίστη και εμπιστοσύνη στον Δωρεοδότη Θεό κάθε προσωπικό του πρόβλημα, πίκρα και δυστυχία. 
Πονεμένοι συνάνθρωποί μας, βαριά νοσούντες καρκινοπαθείς οι ίδιοι ή μέλη της οικογένειάς τους ελπίζουν, αφού η επιστήμη αδυνατεί να αποκαταστήσει πάλι την υγεία τους, στην άνωθεν βοήθεια της Θείας Πρόνοιας, εν προκειμένω της Μεγαλομάρτυρας Αγίας Βαρβάρας. 
Η λαχτάρα των συνανθρώπων μας υπήρξε οφθαλμοφανής και στο Νοσοκομείο «Ο Άγιος Σάββας» και τρανή απόδειξη ήταν η κοσμοσυρροή κατά την υποδοχή και ακολούθως προσκύνηση των ιερών λειψάνων. 
Δυστυχώς, ο αντίπαλος της κοινωνικής προόδου και της ειρήνης, ο διάβολος, νίκησε όπως στην παρακοή των πρωτοπλάστων, κάποιους πολιτικούς, οι οποίοι παραβλέποντες τον πόνο και την ελπίδα τόσων συνανθρώπων μας επιδείνωσαν τον πόνο τους με τις ατυχείς παρατηρήσεις των. 
Η απάντηση προς αυτούς από εμάς όλους τους άλλους χριστιανούς ορθόδοξους συνανθρώπους τους, συνίσταται στο να ευχηθούμε στους ίδιους και τις οικογένειές τους την καλύτερη υγεία. 
Σ’ αντίθετη περίπτωση, σοβαράς ασθένειας παιδιού, μάνας, αδελφού ή πατέρα, ίσως άθελά τους να σηκώσουν τα μάτια ψηλά στον ουρανό ζητώντας σιωπηλά βοήθεια, όταν ενημερωθούν για τον δικό τους άνθρωπο από το γιατρό ότι η ιατρική επιστήμη αδυνατεί να προσφέρει βοήθεια! 
Καταθέτω ότι διακονώ, θεία χάρητι, ως χειρουργός, δεκαετίες τον ανθρώπινο πόνο στο χειρουργικό τραπέζι. 
Κατ’ επανάληψη μέσα στους ψυχρούς τοίχους του χειρουργείου, στην παγωνιά της νύχτας και τη σκοτεινιά του χειμώνα, δίνοντας μάχη όπως ο τελευταίος μαχητής που πιστεύει ακόμη στη νίκη, ενώ πραγματικά ο άρρωστος χάνεται, προσεύχομαι νοερά και παρακαλώ τον Δωρεοδότη Χριστό, ως τελευταία ελπίδα, να μη χάσω τον άρρωστό μου. 
Θα ήτο σοβαρότατη ανθρώπινη αδυναμία να μην ομολογήσω δημοσίως το «απίστευτο» αποτέλεσμα. 
Ω! του θαύματος βρήκα τον Κύριό μας να «εφημερεύει», «σηκώνει ο ίδιος το ακουστικό» και εκτελεί άμεσα εκείνο που κάποιοι δυστυχώς δεν πιστεύουν, ίσως και τώρα να μη πιστεύσουν, χαρίζει κυριολεκτικά πάλι το χαμόγελο της ζωής στον ετοιμοθάνατο συνάνθρωπό μας. 
Όποιος αμφιβάλλει ευρίσκονται στη διάθεση του συγκεκριμένα ονόματα ασθενών με διεύθυνση για προσωπική επικοινωνία μαζί τους, όπως και ευγενική πρόσκληση και σεβασμός ομοίως σε συναδέλφους με αμφιβολίες επί των περιπτώσεων αυτών για κάθε διευκρινιστική περαιτέρω παρέμβαση τους.
Ας επιτραπεί κάτι ελάχιστο ακόμη: ο αιώνιος ελληνικός πολιτισμός, από τους αρχαίους χρόνους, δίδαξε τους λαούς της υφηλίου, σεβασμό στους νεκρούς, πολύ δε περισσότερο Αγίων και στα άγια λείψανα, και η χιλιετηρίδων αυτή παράδοση συνεχίζει ν’ αποτελεί για τον ελληνικό λαό ιερότατο χρέος. 

Πηγή:  

5 Μαΐου 2015

Η Αγία Ειρήνη (5 Μαϊου)

Μια “ασυνήθιστη” ιστορία – Ο βίος της αγίας Ειρήνης (5 Μαϊου)


Η αγία Ειρήνη. Ρωσική κεντημένη εικόνα, 1598-1604.

Κατά τους χρόνους του αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, ο βασιλιάς της πόλεως Μαγεδώνος (στην Περσία), Λικίνιος, είχε μία θυγατέρα εξαιρετικής ομορφιάς, ονόματι Πηνελόπη. Για να την προστατεύσει από την διαφθορά του κόσμου, την είχε κλείσει από την ηλικία των έξι χρόνων σε υψηλό και απροσπέλαστο πύργο, όπου την περιέβαλλε με αφάνταστη πολυτέλεια και ανέσεις. Την υπηρετούσαν δεκατρείς θεραπαινίδες και την μόρφωσή της είχε αναλάβει ένας πάνσοφος γέροντας, ονόματι Απελλιανός. Μία ημέρα, η κόρη είδε ένα περιστέρι να μπαίνει στον πύργο, κρατώντας στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς που ήλθε να αποθέσει πάνω σε ένα χρυσό τραπέζι.
Στο ίδιο μέρος ήλθε κατόπιν ένας αετός να αφήσει ένα στεφάνι από άνθη που κρατούσε στα γαμψόνυχά του, και τέλος ένα αποκρουστικό μαύρο κοράκι έφερε εκεί ένα φίδι. Η Πηνελόπη ρώτησε να μάθει από τον δάσκαλο της την σημασία των σημείων αυτών και εκείνος της εξήγησε ότι έμελλε να λάβει το βάπτισμα, σύμβολο του οποίου ήταν το κλαδί ελιάς, και αφού αντιμετώπιζε κατόπιν δοκιμασίες και θλίψεις θα κέρδιζε τον βασιλικό στέφανο του μαρτυρίου.
Λίγο μετά το όραμα αυτό, ήλθε ένας άγγελος να την κατηχήσει στην χριστιανική πίστη και της έδωσε το όνομα Ειρήνη. Αφού βαπτίσθηκε, η Ειρήνη ανέτρεψε τα είδωλα του πατέρα της και αντιμετώπισε με ανδρική αποφασιστικότητα τις απειλές εκείνου. Έξαλλος ο Λικίνιος, διέταξε να ρίξουν την κόρη του κάτω από τις οπλές άγριων αλόγων, ένα από αυτά όμως στράφηκε εναντίον του βασιλιά και τον ποδοπάτησε. Η προσευχή της θυγατέρας του επανέφερε τον Λικίνιο στην ζωή, και τότε μεταστράφηκε μαζί με πλήθος υπηκόων του, παραιτήθηκε από τον θρόνο και αποτραβήχθηκε στον πύργο, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή του χύνοντας δάκρυα μετανοίας. Ο διάδοχος του στον θρόνο, Σεδεκίας, επιχείρησε να μεταστρέψει την πριγκίπισσα στην ειδωλολατρία. Αντιμετωπίζοντας όμως την επίμονη άρνησή της, διέταξε να την ρίξουν σε έναν λάκκο γεμάτο με φίδια. Με την βοήθεια του Θεού, η Ειρήνη αντεπεξήλθε στην δοκιμασία αυτή, όπως και σε άλλα βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλαν, και έφερε στην αληθινή Πίστη πλήθος ειδωλολατρών.
Ο Σεδεκίας εκθρονίσθηκε από τους εχθρούς του καί ο γιος του Σαβώρ εξεστράτευσε εναντίον τους για να λάβει εκδίκηση. Ο ίδιος και ο στρατός του όμως προσβλήθηκαν από τύφλωση και ακινητοποιήθηκαν. Έξω από την πόλη συνάντησαν την Ειρήνη που τους θεράπευσε, αλλά αυτοί παρέμειναν στην τυφλότητα της ψυχής τους και υπέβαλαν την κόρη πάλι σε μαρτύρια, αναγκάζοντας την να βαδίζει σε μια απόσταση τριών μιλίων φορτωμένη έναν σάκκο άμμο και με τα πόδια τρυπημένα από καρφιά. Αγανακτισμένη από την προσβολή αυτή κατά των αγίων, η γη άνοιξε τότε και κατάπιε πλήθος απίστων. Από τους επιζώντες περισσότεροι από τρεις χιλιάδες μεταστράφηκαν· μόνο ο βασιλιάς έμεινε αμετανόητος και τιμωρήθηκε από άγγελο Κυρίου.
Ελεύθερη πια, η Ειρήνη διέτρεξε την πόλη Μαγεδών κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και οδήγησε στον Χριστό τους περισσότερους κατοίκους. Μετέβη κατόπιν στην πόλη Καλλίνικον, όπου θριαμβεύοντας στα μαρτύρια στα οποία την υπέβαλαν, μετέστρεψε στην πίστη τους κατοίκους συμπεριλαμβανομένου του έπαρχου στον οποίο ο βασιλιάς είχε αναθέσει τον βασανισμό της.
Η φήμη της αγίας έφθασε έως τον βασιλιά των Περσών, Σαβώριο, ο οποίος την συνέλαβε και την αποκεφάλισε. Ένας άγγελος, όμως, την επανέφερε στην ζωή, για να μπορέσει να συνεχίσει την αποστολή της. Κατευθύνθηκε τότε προς την πόλη Μεσημβρία, κρατώντας στο χέρι της ένα κλαδί ελιάς, ως σημείο νίκης επί όλων των δυνάμεων του θανάτου. Αφού βάπτισε τον βασιλιά της περιοχής εκείνης και τους υπηκόους του, επέστρεψε στην πατρίδα της και εν συνεχεία πέρασε από την Έφεσο, όπου έκανε θαύματα αντάξια των Αποστόλων προς επίρρωσιν του κηρύγματός της.
Ολοκληρώνοντας το αποστολικό της έργο, η αγία Ειρήνη πήρε μαζί της τον δάσκαλό της Απελλιανό και έξι μαθητές της και μπαίνοντας σε έναν νεόσκαπτο τάφο τους έδωσε την εντολή να κυλήσουν πίσω της τον λίθο του μνημείου και να επιστρέψουν μετά από τέσσερεις ημέρες. Δύο ημέρες αργότερα ο Απελλιανός ήλθε στον τόπο αυτό και βρήκε τον λίθο μετατοπισμένο και τον τάφο άδειο. Για τον λόγο αυτό πιστεύεται ότι η αγία ανελήφθη στους ουρανούς όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος.

Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος ένατος – Μαϊος, σελ. 61-63)
Πηγή: askitikon.eu

10 Απριλίου 2015

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ...

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ...




Εγκώμια 

«Η ζωή εν τάφω…» 
1. Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.
2. Η ζωή πώς θνήσκεις; πώς και τάφω οικείς; του θανάτου το βασίλειον λύεις δε και το Άδου τους νεκρούς εξανιστάς.
3. Μεγαλύνομέν σε, Ιησού Βασιλεύ, και τιμώμεν την ταφήν και τα πάθη σου, δι ών έσωσας ημάς εκ της φθοράς.
4. Μέτρα γης ο στήσας, εν σμικρώ κατοικείς, Ιησού παμβασιλεύ, τάφω σήμερον, εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών.
5. Ο Δεσπότης πάντων καθοράται νεκρός και εν μνήματι καινώ κατατίθεται, ο κενώσας τα μνημεία των νεκρών.
6. Δακρυρρόους θρήνους επί σε η Αγνή, μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα, ανεβόα˙ Πώς κηδεύσω σε, Υιέ;
7. Προσκυνώ το Πάθος, ανυμνώ την Ταφήν, μεγαλύνω σου το κράτος φιλάνθρωπε, δι’ ων λέλυμαι παθών φθοροποιών.
8. Οίμοι φως του Κόσμου! Οίμοι φως το εμόν! Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν, η Παρθένος θρηνωδούσα γοερώς. 
9. Ανυμνούμεν Λόγε, σε τον πάντων Θεόν, συν Πατρί και τω Αγίω σου Πνεύματι και δοξάζομεν την θείαν σου Ταφήν. 
10.Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε αγνή, και τιμώμεν την ταφήν την τριήμερον του Υιού σου και Θεού ημών πιστώς.


«Άξιον Εστί…»
1. Άξιόν εστί, μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην, τον εν τω Σταυρώ τας χείρας εκτείναντα και συντρίψαντα το κράτος του εχθρού.
2. Άξιόν εστί, μεγαλύνειν σε τον πάντων Κτίστην˙ τοις σοις γαρ παθήμασιν έχομεν, την απάθειαν ρυσθέντες της φθοράς.
3. Όμμα το γλυκύ και τα χείλη σου πώς μύσω Λόγε; πώς νεκροπρεπώς δε κηδεύσω σε; φρίττων ανεβόα Ιωσήφ.
4. Ήλιος φαιδρός, απαστράπτει μετά νύκτα, Λόγε˙ και συ δ’ αναστάς εξαστράψειας μετά θάνατον φαιδρώς ως εκ παστού.
5. Γη σε πλαστουργέ, υπό κόλπους δεξαμενή τρόμω, συσχεθείσα Σώτερ τινάσσεται, αφυπνώσασα νεκρούς τω τιναγμώ.
6. Μύροις σε, Χριστέ, ο Νικόδημος και ο ευσχήμων, νυν καινοπρεπώς περιστείλαντες, φρίξον, ανεβόων, πάσα γη. 
7. Έκλαιε πικρώς, η πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε, ότε εν τάφω εώρακε σε τον άφραστον και άναρχον Θεόν.
8. Ύμνοις σου, Χριστέ, νυν την σταύρωσιν και την ταφήν τε, άπαντες πιστοί εκθειάζομεν, οι θανάτου λυτρωθέντες ση ταφή.
9. Άναρχε Θεέ, συναϊδιε Λόγε και Πνεύμα, σκήπτρα των Ανάκτων κραταίωσον, κατά πολεμίων ως αγαθός. 
10.Τέξασα ζωήν, Παναμώμητε αγνή Παρθένε, παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα και βράβευσον ειρήνην ως αγαθή.
«Αι γενεαί αι πάσαι…»
1. Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
2. Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω σε κηδεύει.
3. Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
4. Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
5. Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
6. Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
7. Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
8. Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
9. Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
10. Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
11.Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.

10 Ιανουαρίου 2015

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ- Ένας αριθμός...

Στο σύντομο αφήγημα του Τσέχωφ «Ένας αριθμός» η δεσποινίς Ιουλία αντιπροσωπεύει τον άβουλο ανθρώπινο τύπο• δεν τολμά να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και συχνά πέφτει θύμα οικονομικής και κοινωνικής εκμετάλλευσης. O Τσέχωφ σκιαγραφεί με απλό και ευτράπελο τρόπο την παθητική ψυχολογία, η οποία χαρακτήριζε σε μεγάλο βαθμό τη γυναικεία συμπεριφορά τα παλαιότερα χρόνια.
Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν... Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια* το μήνα...
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
- Δύο μήνες και πέντε μέρες...
- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα...Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα...Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες...Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό...Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του...Βγάζουμε δύο ρούβλια...Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει...Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε...Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα, μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά...
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε...Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία...τρία, τρία... ένα και ένα... Πάρ' τα...
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα όρθιος και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα ! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
 Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.
Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα, 
μτφρ. Κ. Σιμόπουλος, Θεμέλιο
Σημείωση δική μου:
Κι αν σου έχουν πάρει κάτω από τα πόδια σου, "κύριε" Τσέχωφ, το βασικό σου πάτημα-βάθρο το έδαφος, τη γη -κυριολεκτικά-κάτω από τα πόδια σου, που να πατήσεις και τι να πεις; 
Ας αφήσουν τον κόσμο να πατήσει λίγο στα πόδια του και θα δείτε αν μπορεί να δείξει και να τρίξει τα δόντια του και αν είναι άβουλος ή όχι !
Ι.Β.Ν.