ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ !

9 Οκτωβρίου 2008

Διονύσιος Σολωμός Ο Εθνικός μας Ποιητής


Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1798, από αριστοκρατική οικογένεια. Το 1808 στάλθηκε στην Ιταλία για σπουδές και σπούδασε νομικά. Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στη Ζάκυνθο με γερή φιλολογική μόρφωση. Εκείνη την εποχή γίνεται δεκτός σε μια φιλολογική οργάνωση όπου αναγνωρίζεται ως στιχουργός.
Στο τέλος του 1828 εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο και εγκαθίσταται στη Κέρκυρα για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1833 ένα σοβαρό οικογενειακό γεγονός τον ταράζει, ο ετεροθαλής αδελφός του δηλώνει στις λιμενικές αρχές την κληρονομιά από τον πατέρα του και τη διεκδικεί.
Όλα τα χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα γιατί, όπως υποστηρίζεται, "δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνηματα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής".
Όταν ο Σολωμός γύρισε από την Ιταλία, έφερε μαζί του ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Αργότερα δημιουργεί αυτοσχέδια σονέτα και τέλος λυρικά ποιήματα.

Το πρώτο εκτενές ποίημα του Σολωμού είναι ο "Ύμνος εις την Ελευθερία" που είναι γραμμένος σε τετράστιχες στροφές.
Ο Σολωμός πέθανε το Φεβρουάριο του 1857 από εγκεφαλική συμφόρηση. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν στην αρχή σε ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.
Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σολωμός ως ποιητής απέκτησε φήμη από τα νεανικά του χρόνια και ότι με το πέρασμα των δεκαετηρίδων το ποιητικό του έργο δεν ξεπεράστηκε.

Ανδρέας Κάλβος



Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792. Η μητέρα του ονομάζονταν Αδριανή. Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Κάλβος, ήταν εθελοντής και αξιωματικός στο βενετικό μισθοφορικό στρατό. Ο Ιωάννης είχε παντρευτεί δύο φορές και αυτό επηρέασε αρνητικά τον Ανδρέα με συνέπεια τα δραματικά του ποιήματα.
Από το φθινόπωρο του 1813 στην Ιταλία γνώρισε τον Ούγο Φωσκόλο και αργότερα ετέθη στην υπηρεσία του ως γραμματικός και αντιγραφέας. Παράλληλα μελέταγε αρχαία κείμενα και ιδιαίτερα νεοκλασική ιταλική λογοτεχνία.
Ο Ανδρέας είχε έντονη και άστατη ερωτική ζωή. Τέλος το 1819 παντρεύτηκε την Αγγλίδα Μαρία Τερέζα Τόμας και απέκτησε μια κόρη. Όμως γρήγορα πέθαναν και οι δύο, μήτερα και κόρη, και έτσι ο Ανδρέας Κάλβος φεύγοντας από την Αγγλία το 1820 κινήθηκε μεταξύ Φλωρεντίας, Ελβετίας και Γαλλίας. 'Ετσι το 1826 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και γνώρισε πολλούς φιλέλληνες και ανατολίτες.
Ύστερα, μετά από πολλά ταξίδια εφυγε από το Ναύπλιο και πήγε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1826. Εκεί έγινε διδάκτορας της φιλοσοφίας και δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία ως το 1828 ως μή μόνιμος καθηγητής.
Στα τέλη του 1852 έφυγε για το Λονδίνο όπου στις αρχές του 1853 παντρεύτηκε τη δασκάλα Καρλότα Αυγούστα Ουάνταμς. Εγκαταστάθηκαν στο Λάουθ του Λινκονσάιρ. Η γυναίκα του ίδρυσε εκεί ανώτερο παρθεναγωγείο και εκεί ο Ανδρέας Κάλβος δίδαξε μαθηματικά και ξένες γλώσσες.
Πέθανε το 1867 και τάφηκε στο Κέντιγκτον. Τα οστά του Κάλβου και της γυναίκας του μεταφέρθηκαν το 1960 στη Ζάκυνθο.
Ο Κάλβος είχε ευαίσθητο και αυστηρό χαρακτήρα και γι aυτό το λόγο έφυγε από την Ιόνιο Ακαδημία και έπεσε σε σχετική απομόνωση το 1841. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την παιδεία του και έτσι πολλοί πιστεύουν πως ήταν αυτοδίδακτος. Επίσης, κατά τον Σεφέρη, ο Κάλβος ήξερε λίγα ελληνικά και περισσότερα Ιταλικά.
Το πρώτο του έργο ήταν η "Ωδή στον Ναπολέοντα" και στη Γενεύη τύπωσε τις πρώτες δέκα ελληνικές του Ωδές το 1824. Επίσης αξίζει να πούμε ότι είχε μυηθεί στην επαναστατική οργάνωση των Καρμπονάρων.
Τέλος, η προσφορά του Ανδρέα Κάλβου στην εκπαίδευση και την πνευματική ζωή ήταν αξιέπαινη. Γράφτηκαν πολλά για τον Κάλβο και την ποίησή του και σήμερα θεωρείται από τους κορυφαίους ποιητές μας.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ο "κοσμοκαλόγερος"


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο και Αγιος των γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου του 1851. Τέσσερις αδελφές κι ένας αδελφός θα είναι η μόνη περιουσία που θα κληρονομήσει από την φτωχή οικογένειά του. Με την αγωνία της Παιδείας ο ίδιος, αν και χωρίς τα μέσα να προχωρήσει, με δυσκολία θα τελειώσει το σχολείο, κι αμέσως μετά, το 1872, θα φύγει για το Αγιον Ορος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα. Ο Παπαδιαμάντης μετά λίγους μήνες θα επιστρέψει στον κόσμο: δεν θεώρησε τον εαυτό του άξιο για το Σχήμα.
Με την επιστροφή του, εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία ποτέ δεν θα αποφοιτήσει. Βγάζει τα προς το ζην του πενιχρού υλικά βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θα μάθει αγγλικά και γαλλικά στα πρώτα χρόνια των σπουδών του. Φίλος και σύντροφός του σ' αυτά τα χρόνια ο λογοτέχνης εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, αργότερα μοναχός. Ο Μωραϊτίδης θα τον φέρει σε επαφή με λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της εποχής, κι ο Παπαδιαμάντης θ' αρχίσει να βλέπει τα έργα του να δημοσιεύονται στον ''Ραμπαγά'', στον ''Νεολόγο'' της Κωνσταντινούπολης, στο ''Μη Χάνεσαι'' και στις εφημερίδες ''Εφημερίς'' και ''Ακρόπολις''. Γρήγορα οι συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες θα αυξηθούν, αλλά, βιοποριστικό του επάγγελμα θα γίνει η δημοσιογραφία κι οι μεταφράσεις. Οι προοπτικές φαίνονται μεγάλες για μια επιτυχή δημοσιογραφική και λογοτεχνική πορεία στην Πρωτεύουσα, όμως αυτό δεν συγκινεί τον ''κοσμοκαλόγερο'', τον μοναχικό και ταπεινό Παπαδιαμάντη. Οι μόνες ώρες που φαίνεται να χαίρεται στην Αθήνα είναι εκείνες που περνάει με τους απλούς καθημερινούς λαϊκούς ανθρώπους, κι εκείνες που ψάλλει στον Αγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι. Δεξιός ψάλτης ο Παπαδιαμάντης, αριστερός ο Μωραϊτίδης, κι ιερέας ο προσφάτως αγιοποιηθείς Αγ. Νικόλαος Πλανάς, ο βιώσας την Ταπείνωση. Πέρα από την δυσκολία του να προσαρμοστεί στην πρωτεύουσα, παθαίνει και ρευματισμούς στα χέρια , με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τη δημοσιογραφική του εργασία. Χωρίς κανέναν οικονομικό πόρο θα επιστρέψει στη Σκιάθο όπου, άρρωστος, θα αφεθεί για λίγο στις φροντίδες των αδελφών του. Θα προειδεί τον θάνατό του, και την δυσκαταποσία των τελευταίων ωρών του, και θα ζητήσει να τον κοινωνήσει ο ιερέας της ενορίας του δύο μέρες πριν. Κοιμήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1911.

Ανδρέας Καρκαβίτσας



Aνδρέας Καρκαβίτσας

Ο Aνδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε το 1865 στα Λεχαινά της Ηλείας και απεβίωσε το 1922 στο Μαρούσι Αττικής. Σε ήλικία 14 χρόνων πηγαίνει στην Πάτρα και αρχίζει γυμνασιακές σπουδές. Το 1883 γράφεται στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζεται με τον Ξενόπουλο, τον Παλαμά, τον Χατζόπουλο. Το 1888 παίρνει το πτυχίο του ενώ ήδη είναι σ' όλους γνωστός —από τα πρώτα διηγήματα του όπου περιέγραφε τη ζωή στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ως "ηθικογράφος".
Σαν έφεδρος ανθυπίατρος φρονίζει να μετατεθεί στο Μεσολόγγι - πατρίδα άλλου διάσημου δημοσιογράφου - λογίου της εποχής-του Στάμου Μπρανιά - όπου του δίνεται η ευκαιρία να μελετήσει από κοντά τη ζωή της Ρούμελης. Το 1891 φεύγει για τη Λάρισσα.
Η απέραντη δυστυχία των τότε Θεσσαλών χωρικών του δίνει το έναυσμα για να γράψει αργότερα το αριστούργημά του "ο Ζητιάνος" που μαζί με τη "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη θεωρούνται τα σπουδαιότερα κοινωνικά μυθιστορήματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Την ίδια χρονιά - το 1891, προσλαμβάνεται σαν υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο "Αθήναι". Αυτό θα του δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει τους θαλασσινούς και να γράψει το εξ ίσου γνωστό έργο του με συλλογή διηγημάτων "Λόγια της πλώρης". Το 1896 κατατάσσεται στον στρατό σαν μόνιμος ανθυπίατρος.
Το 1916 εξορίζεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του τα Λεχαινά γιατί ζώντας όλες τις εξάρσεις και τις δυστυχίες του ελληνικού λαού σ' όλη αυτή την μακροχρόνια περίοδο δηλώνει πως "υπηρετεί την πατρίδα του και όχι κόμματα ή πρόσωπα". Με τη σύλληψη του χάνονται για πάντα τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος του ο "ο Αμαρτωλός". Αρρωσταίνει από φυματίωση και μετά από έξι χρόνια πεθαίνει. Λίγο πρίν (δέκα μέρες) παντρεύεται τη Δέσποινα Σωτηρίου. Τα κόκκαλά του μεταφέρονται στα Λεχαινά.
(Απο τη σελίδα "μαγικό κουτί")

7 Οκτωβρίου 2008

Ανθρωποι και ανθρωπάκια....Νίκος Τσιφόρος



Νίκος Τσιφόρος, "Αριστούργημα σε μοντέρνα γραμμή", 'Aνθρωποι και ανθρωπάκια, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 1974, σσ. 152-156.
Εκείνος ο κύριος είχε εργοστάσιο σαπωνοποιίας.
Η κυρία ήταν απολιφάδι.
Τα σαπούνια εκείνου του κυρίου, τα ρεκλαμάριζαν παντού.
Στην τοιχοκόλληση, στον τύπο, στα ραδιόφωνα, στην τηλεόραση.
Στην τηλεόραση έβγαινε μια τόσο αντιπαθητική μελαχρινή, που δήλωνε με ύφος Οφηλίας, ότι δεν υπάρχει τίποτα τελειότερο από τα σαπούνια "Πλειάδες."
Όποιος έβλεπε τη ρεκλάμα δεν αγόραζε ποτέ Πλειάδες.
Όμως όλα πηγαίνανε καλά.
Η κυρία-απολιφάδι είχε ξεκινήσει από ένα ορεινό χωριό της Θεσσαλίας, με προίκα δική της και με θέα στη θάλασσα, γενική. Δεν είχε τελειώσει όλο το δημοτικό, γιατί στην τελευταία τάξη έβγαλε μαγουλάδες. Έμεινε όμως στο σπίτι και περίμενε να της αγοράσουν ένα πιάνο και να της πάρουν μια δασκάλα της γαλλικής. Δεν της αγοράσανε πιάνο, ήταν πολύ ακριβό. Της αγοράσανε μαντολίνο. Και καμιά δασκάλα της γαλλικής δεν δεχόταν να πάει να κλειστεί σ' ένα χωριό που έστω είχε και θέα προς τη θάλασσα, έτσι άρχισε να μελετάει μόνη της μια 'γαλλική άνευ διδασκάλου', "βου ζ' αβέ λε κανίφ;" "Νο μια ζαι λε κρεγιόν ντε μα τάντ."
Όταν η βιομηχανία σαπώνων "Πλειάδες" έμαθε ότι σ' ένα χωριό του Βόλου υπάρχει μια μεγάλη προίκα, έστω και γνωρίζουσα μαντολίνο, αναστατώθηκε. Προξενήτρες με ψεύτικα δόντια, θείοι απίθανοι, από κείνους που κάνουν μπάνιο κάθε παραμονή Χριστουγέννων και πλένουν τα πόδια τους κάθε Σάββατο δεκαπέντε, φίλοι ένα σωρό κόσμος, έπεσε στη μέση να ενώσει τις Πλειάδες με το μαντολίνο.
Το κακό είναι ότι τα καταφέρανε.
Στην Αθήνα το σκηνικό. Είκοσι χρόνια γάμου, ο χρόνος.
Ρυτίδες. Αρχές φαλάκρας.
Κοιλιές από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη.
Αλλά η βιομηχανία σάπωνες οι Πλειάδες, πήραν τον ανήφορο. Αποδώ και μπρος μιλούσαν για εκατομμύρια και λέγανε ότι το απολιφάδι κατάγεται από αριστοκρατικήν οικογένεια της Θεσσαλίας, εις την οποίαν κυλούσε από την εποχή της Φραγκοκρατίας, το ευγενικό Αννοβέρικο αίμα των Κατσενέλεβόγκεν.
Τα σαλόνια ανοίξανε. Γιατί τα σαλόνια ανοίγουνε πάντα όταν μεταχειρίζεσαι για κλειδί τα εκατομμύρια.
Η κυρία απολιφάδι δεν ήταν κουτή. Ήταν απλώς περιορισμένη πριν παντρευτεί. Το δεύτερο χρόνο του γάμου της έμαθε να καπνίζει, τον τρίτο να λέει "σιλ βου πλαι" και τον τέταρτο να μετράει αγγλιστί μέχρι το δώδεκα. Αποκεί και πέρα τά 'μπλεκε γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει το θερτήν από το θέρτυ.
Στα σαλόνια μιλούνε πάντα για ανώτερα πράγματα.
Το τελευταίο πρι γκονκούρ.
Τις μεγάλες επιτυχίες του φον Κάραγιαν στα επίσημα κοντσέρτα.
Μια βραχνάδα που τώρα τελευταία έχει αγκαλιάσει τις φωνητικές χορδές της Μαρίας Κάλας. Τις τελευταίες πουέντες του Νουρέγιεφ. Τις τιμές των πινάκων του Πικασσό, που επιμένει να ζει, και του Μπρακ, που είχε τη φιλοτιμία να πεθάνει. Την χωρητικότητα μιας θαλαμηγού που λέγεται "Χριστίνα", ένα σωρό τέτοια, τρομερά ενδιαφέροντα, που απασχολούνε την παγκόσμια κοινή γνώμη, δακρυσμένη ακόμη από το θάνατο της Τζούντι Γκάρλαντ και τις άτυχες περιπέτειες μιας πρώην αυτοκρατείρας.
Ε, λοιπόν, το απολιφάδι, που δεν το 'πιανε το μάτι σου εδώ και πέντε χρόνια, είχε γίνει άσος και ήταν ενημερωμένη σ' όλα τα θέματα. Για το ζωγράφο ο Μέγας Δουξ, διάβασε όλες τις κριτικές και ενημερώθηκε στην τεχνοτροπία του. Ο ζωγράφος Μέγας Δουξ ήτανε το θέμα της ημέρας στα μεγάλα τζάκια. Είχε αρχίσει να ζωγραφίζει πεταλούδες. Επειδή όμως οι πεταλούδες είναι ζωγραφισμένες από τη φύση, κανείς δεν του έδινε σημασία. Τότε, άρχισε να πίνει κονιάκ. Ένα βράδυ, τέλεια μεθυσμένος, ζωγράφισε ένα μπουκάλι κονιάκ και ένα σπασμένο ποτήρι.
Ανάμεσα στους κριτικους ήταν και κάποιος που του άρεσε το κονιάκ. Έγραψε λοιπόν ένα διθύραμβο.
Ύστερα έπιασε τον Μέγα Δούκα.
"Δεν μπορώ να σας λέω Κλεφτοκατσικάκη, όπως είναι τ' όνομά σας", του δήλωσε. "Πρέπει να βρείτε ένα όνομα μεγαλειώδες που να κάνει εντύπωση στον κόσμο που αγοράζει έργα τέχνης."
Ήπιανε από ένα κονιάκ διπλό, από κείνο της εντριβής. Το κονιάκ ήτανε δυνατό και τους γέμισε εμπνεύσεις.
"Τι θα λέγατε αν σας βάφτιζα Μέγα Δούκα;" είπε ο κριτικός.
Ο Κλεφτοκατσικάκης το βρήκε βυζαντινά θαυμάσιο.
"Μάλιστα."
Κι άρχισε να ζωγραφίζει άρχοντες πάνω στο Βόσπορο.
Δεν είχε πάει ποτέ, αλλά ο Βόσπορος είναι στενό, αφού αποκεί οι αρχαίοι, περνούσαν τα βόδια τους, άλλωστε έτσι πήρε και τ' όνομά του. "Βοός - πόρος".
Έτσι, εφήρμοσε μια τεχνοτροπία στενόμακρη.
Όλοι είπανε.
"Ένας νέος Ελ Γκρέκο."
Και αρχίσανε να του ζητάνε πίνακες.
Ο Μέγας Δουξ, το μόνο που βαριότανε ήταν να ζωγραφίζει.
'Aλλωστε, το δικαιολογούσε.
"Ποιος τραπεζικός πάει ευχάριστα στην Τράπεζα; ποιος σιδεράς στο σιδηρουργείο του; Όλοι πηγαίνουν υποχρεωτικά."
Και για να αποφύγει την μεγάλη φασαρία από την μια μεριά, και να μην χάσει τις παραγγελίες από την άλλη, έκανε δηλώσεις.
"Θα προχωρήσω στην μοντέρνα τέχνη."
Ο κριτικός, εκείνος που έπινε το κονιάκ, ενθουσιάστηκε.
"Τώρα μπορώ να σου γράφω ό,τι καλύτερο θέλω", είπε. "Γιατί κανένας δεν καταλαβαίνει από μοντέρνα τέχνη και ό,τι να πω θα το παραδεχθεί."
Και καμάρωσε.
"Έχουμε και μια υπογραφή."
Από τότε, ο Πικασσό και ο Μπρακ γίνανε μικρά κουρελάκια μέσα στην απέραντη κουρελού της τέχνης. Ο Μέγας Δουξ απόκτησε όνομα.
Το μόνο δύσκολο ήτανε να δίνουνε ονομασίες στους πίνακες που ζωγράφιζε.
"Θα μεταχειριστιώ λάδι μπλε και άσπρο", είπε ο Μέγας Δουξ "και θα δώσω στην σειρά το όνομα 'Θαλασσινά'."
Ο κριτικός είχε πιει ένα μπουκάλι των τριών αστέρων.
"Να τα πούμε 'ναϊάδες'", είπε πολύ σοβαρός. Πάντα άμα έπινε ολόκληρο το μπουκάλι σοβαρευόταν.
Όλη η φιλότεχνη Αθήνα μιλούσε σε λίγο για τη σειρά 'ναϊάδες'. Δεν προλαβαίνανε να πουληθούν.
Οι σύζυγοι μόνο γκρινιάζανε.
"Μα πάτε και δίνετε του κόσμου τα χιλιάρικα για πίνακες μπλε και άσπρους;"
"Ο Βαν Γκογκ ζωγράφιζε χρόνια ολόκληρα μόνο με κίτρινο και κόκκινο", απαντούσαν οι κυρίες. "Αλλά τι ξέρετε εσείς παραπάνω από τη δουλειά σας;"
Και οι περισσότερες προσέθεταν περιφρονητικά:
"Χωρικέ!"
Όταν το πράγμα παράγινε, ο Μέγας Δουξ άρχισε να αλλάζει χρώμα. Αν του 'πεφτε πολύ κόκκινο και πολύ κίτρινο, φώναζε το φίλο του τον κριτικό - κονιάκ.
"Θα το πούμε ηλιοβασίλεμα στα νησιά του Πάσχα", έκανε συνοφρυωμένος ο κριτικός.
Κατά βάθος προτιμούσε ένα καλοψημένο πασχαλινό αρνί.
Ο πίνακας όμως πουλιότανε.
Για να γίνεις διάσημος, δεν χρειάζεται παρά να σε πιστέψει η ανθρώπινη βλακεία. Αποκεί και πέρα, όλα είναι εύκολα, πετάς ψηλά και ο κόσμος είναι μαζί σου.
Λέμε.
"Τι καλλιτέχνης!"
Ο καλλιτέχνης βαριέται να πλύνει το σβέρκο του αλλά διατηρεί το ύφος του.
Ο Μέγας Δουξ παρήγγειλε μια κατάμαυρη μπέρτα με κόκκινη φόδρα. Κόκκινη της φωτιάς. Έμοιαζε έτσι με Μεφιστοφελή ή με αληθινό Μέγα Δούκα. Όλοι τον σεβόντουσαν εξαιτίας της μπέρτας.
"Θα ράψω κι εγώ μία", είπε ο κριτικός.
Ο Μέγας Δουξ θύμωσε.
"Δεν μπορούμε να μοιάζουμε σαν ακροβάτες του τσίρκου. Ράψε κάτι άλλο."
Κι άρχισε να ζωγραφίζει με πολλά χρώματα, γιατί κατάλαβε ότι βρίσκεται κάτω από την επιρροή του κριτικού και έχανε έτσι την προσωπικότητά του.
Το σαπούνι Πλειάδες παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την εξέλιξη του χρωστήρος του Μεγάλου Δουκός. Η κυρία, πάντα, ήθελε ένα μεγάλο πίνακα για το δυτικό τοίχο του σαλονιού της, αλλά ο κύριος σκεφτόταν ότι είναι τρομερό να θυσιάσει πεντακόσιες κάσες αρωματικό σαπούνι, από κείνο που κάνει ωραίο δέρμα κατά την τηλεόραση, για να πάρουνε μια φουτουριστική μουτζούρα του Μεγάλου Δουκός.
Είναι παρατηρημένο ότι, όταν υπάρχει διαφωνία μεταξύ κυρίου βιομηχάνου και της κυρίας του, υπερισχύει τελικά πάντα, η γνώμη της κυρίας.
Έτσι, ύστερα από συζητήσεις τριών μηνών η κυρία είπε στον ζωγράφο.
"Μαιτρ, θα έρθω στο ατελιέ σας να διαλέξω ένα πίνακα."
Ο Μαιτρ καταχάρηκε. Ήξερε ότι το σαπούνι Πλειάδες πληρώνει πολύ καλά.
Υποκλίθηκε.
"θα σας περιμένω μαντάμ."
Και αράδιασε τα καλύτερα κομμάτια του, τα φώτισε κατάλληλα και περίμενε.
Είχε αγοράσει και πτι φουρ.
Το απολιφάδι έφθανε στην ώρα του. Κάθισε, θαύμασε όλα αυτά τα εξαιρετικά, ο Μέγας Δουξ και ο κριτικός της σερβίρανε τίτλους "Η Λήδα και ο Κύκνος", "Ο Κύκνος χωρίς τη Λήδα", "Η Λήδα χωρίς τον Κύκνο", τέτοια όσα περνούσαν.
Η κυρία Πλειάδες, τα καμάρωνε όλα και ξαφνικά το μάτι της έπεσε σ' ένα τετράγωνο πανί γεμάτο με όλους τους συνδυασμούς των χρωμάτων.
"Αυτό;" είπε.
Ο Μέγας Δουξ πήγε ν' ανοίξει το στόμα του, αλλά ο κριτικός πρόλαβε και του πάτησε το πόδι.
"Αυτό είναι το καλύτερό του κομμάτι. Πώς το είδατε;"
Η κυρία καμάρωσε.
"Ε, έχω μάτι εγώ. Και πώς λέγεται;"
"Πανσπερμία στη Βαβέλ", έκανε ο κριτικός πολύ σοβαρά.
"Μόνο που είναι ακριβούτσικος."
Την κυρία δεν την ενδιέφερε η τιμή. 'Aνοιξε την τσάντα της έβγαλε δυο πακέτα των πενήντα και τά 'δωσε χαμογελώντας.
"Κορνιζάρετέ τα και στείλτε τα σπίτι. Εσείς ξέρετε καλύτερα τι κορνίζα του πάει."
Κι έφυγε κατευχαριστημένη.
"Τώρα τι έκανες;" έφριξε ο Μέγας Δουξ στον κριτικό. "Αυτό είναι το πανί που σκουπίζω τα πινέλα μου."
"Και παρ' όλα αυτά είναι το καλύτερό σου έργο", είπε σοβαρά ο κριτικός.
Και το πίστευε.
Ύστερα και οι δυο μαζί, τραβήξανε μπροστά να πιούνε κονιάκ Μαρτέλ. Εκλε
κτό.

Η Διοτίμα....Συμπόσιον Πλάτωνος


-->
             
                              
Η Διοτίμα από τη Μαντινεία, συνήθως μνημονεύεται ως ιέρεια, και μας είναι γνωστή από το Πλατωνικό Συμπόσιο. Σ’ αυτό ο Σωκράτης δηλώνει ότι η Διοτίμα ήταν σοφή γυναίκα, που κάποτε κράτησε μακριά από την Αθήνα έναν λοιμό κι ότι αυτή του δίδαξε τα «ερωτικά». Σύμφωνα με μιαν άποψη, πρόκειται για πρόσωπο επινοημένο από το Πλάτωνα, ο οποίος παρουσιάζει το Σωκράτη να μεταφέρει απλώς στους συνομιλητές του όσα η Διοτίμα του αποκάλυψε για την ουσία του Αληθινού Έρωτα, για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι εδώ ο σωκρατικός λόγος παίρνει τη μορφή θετικής διδασκαλίας και όχι, όπως συνήθως, μαιευτικής αναζήτησης. Η Διοτίμα οδηγεί, ως πραγματική ιεροφάντης, τον ανίδεο ακόμη Σωκράτη στη φιλοσοφική και βαθύτερη (μυστική) έννοια της ερωτικής λειτουργίας, ακολουθώντας την πορεία της θρησκευτικής μύησης και φανερώνοντας σ’ αυτόν σχεδόν τελετουργικά τη «θεωρία της ιδέας». Έτσι η πλατωνική άποψη για την ψυχική ταυτότητα του Έρωτα διατυπώνεται με τόνο μυστηριακό, προφητικό, ποιητικό. Ο Έρως για τη Διοτίμα δεν είναι θεός, αλλά «κάτι μεταξύ θνητού και αθάνατου». Γιος της Πενίας και του Πόρου, «είναι κάθε άλλο παρά απαλός και όμορφος» και είναι αιώνια φτωχός επειδή έχει τη φύση της μητέρας του. «Όμως, σύμφωνα πάλι με τη φύση του πατέρα του, δολερά ρίχνει τα δίχτυα του στα ωραία και στ’αγαθά κι είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος κι ορμητικός και φοβερός κυνηγός κι όλο καινούργια τεχνάσματα σκαρώνει, επιθυμητής μα και προμηθευτής της φρόνησης, φιλοσοφώντας σ’ όλη του τη ζωή», όπως κάνουν εκείνοι που βρίσκονται στα μισά του δρόμου ανάμεσα στη γνώση και την αμάθεια. «Ο Έρωτας είναι έρωτας προς το ωραίο» και αγωνίζεται να το κατακτήσει. Όμως η κατοχή του ωραίου δεν αποτελεί παρά ένα μέσο που αποβλέπει σε κάποιο σκοπό, όπως η κατοχή του αγαθού είναι ένα μέσο για την απόκτηση της ευτυχίας. Αναφορικά με τι λοιπόν, το ωραίο αποτελεί αντικείμενο του έρωτα? «Το αντικείμενο του έρωτα, λέει η Διοτίμα, είναι η κυοφορία και ο τοκετός μέσα στην ομορφιά, σωματική και ψυχική»: ο έρωτας-εραστής είναι βασικά δημιουργός τόσο στο πνευματικό όσο και στο φυσικό επίπεδο.
Πλάτων
Συμπόσιον 203c-204b
(Μετάφραση Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: «Το λόγο για τον έρωτα, που κάποτε άκουσα από μια γυναίκα από τη Μαντίνεια, από τη Διοτίμα, που και σ’ αυτά ήτανε σοφή και σ’ άλλα πολλά και στους Αθηναίους κάποτε, που έκαναν θυσίες για ν’ αποτρέψουν την πανώλη, έφερε δέκα χρόνια αναβολή της αρρώστιας – κι αυτή δα είναι που δίδαξε και σ’ εμένα τον έρωτα-το λόγο λοιπόν, που έλεγε εκείνη, θα δοκιμάσω μόνος μου, όπως μπορώ, να σας τον ειπώ ολόκληρο… Μου φαίνεται λοιπόν, πως το πιο εύκολο είναι να τα διηγηθώ με τον τρόπο, που τότε η ξένη εκείνη γυναίκα, ερωτώντας με, μου τα έλεγε. Γιατί κι εγώ σχεδόν κάτι τέτοια έλεγα σ’ αυτήν, σαν αυτά, που τώρα λέγει σε μένα ο Αγάθων, πως ο Έρωτας είναι μεγάλος θεός και πως είναι από τα όμορφα. Κι εκείνη με αντίκρουσε με τα ίδια επιχειρήματα, σαν αυτά, που εγώ τώρα αντικρούω αυτόν, πως ούτε όμορφος είναι κατά τα λεγόμενά μου, ούτε καλός. Και εγώ είπα «πως το λες αυτό Διοτίμα; Άσχημος λοιπόν είναι ο Έρως και κακός;» Και εκείνη είπε «δεν έχεις καλό λόγο να ειπείς; Η νομίζεις, πως ό,τι δεν είναι όμορφο είναι ανάγκη να είναι άσχημο;». Και βέβαια», είπα εγώ. «Και στ’ αλήθεια, ό,τι δεν είναι σοφό είναι άμαθο;» Η δεν έχεις καταλάβει, πως υπάρχει κάτι ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια;» . «Τι είναι αυτό;». «Το να’χεις ορθή γνώμη χωρίς να μπορείς να δώσεις λόγο, δεν γνωρίζεις, είπε εκείνη, πως μήτε γνώση είναι (γιατί άλογο πράγμα πως θα ήταν γνώση;) μήτε αμάθεια; Είναι δα σχεδόν κάτι τέτοιο η ορθή γνώμη, ανάμεσα στη γνώση και στην αμάθεια». «Αληθινά λέγεις», είπα εγώ. – «Μη θέλεις λοιπόν σώνει και καλά, ό,τι δεν είναι όμορφο να είναι άσχημο, μήτε ότι δεν είναι καλό να είναι κακό. Έτσι λοιπόν και για τον Έρωτα, αφού μόνος σου ομολογείς πως δεν είναι καλός μήτε όμορφος, να μη νομίζεις, πως πρέπει για αυτό να είναι άσχημος και κακός, αλλά κάτι ανάμεσα σ’ αυτά, είπε εκείνη. «Και όμως, είπα εγώ, δέχονται όλοι πως είναι μεγάλος θεός». «Εννοείς, είπε, όλους τους ανίδεους ή και εκείνους, που έχουν γνώση;». «Όλους μαζί, βέβαια». Και εκείνη τότε γέλασε «και πως, είπε, Σωκράτη, δέχονται όλοι, ότι είναι μεγάλος θεός, αυτοί που λένε, πως ούτε θεός δεν είναι;». «Ποιοι είναι αυτοί;» είπα εγώ. «Ένας βέβαια, είπε, εσύ και μία εγώ». Κι εγώ είπα «πως το εννοείς αυτό;» Κι εκείνη είπε «πολύ απλά». Πες μου λοιπόν, όλοι οι θεοί δεν δέχεσαι, πως είναι ευτυχισμένοι και όμορφοι; Η θα τολμούσες να ειπείς, πως κάποιος από τους θεούς δεν είναι όμορφος και ευτυχισμένος;». «Εγώ όχι, μα τον Δία», είπα. «Και ευτυχισμένους δα δεν εννοείς όσους έχουν τα καλά και τα όμορφα;». «Βέβαια». «Έχεις όμως ομολογήσει, πως ο Έρως επειδή δεν έχει τα καλά και τα όμορφα επιθυμεί ακριβώς αυτά που δεν έχει». «Το ομολόγησα βέβαια». «Και πως λοιπόν θα ήτανε θεός εκείνος, που του λείπουν τα όμορφα και τα καλά;». «Με κανέναν τρόπο, καθώς φαίνεται». «Βλέπεις λοιπόν, είπε, πως και συ τον Έρωτα δεν τον πιστεύεις για θεό;». «Τι λοιπόν, είπα, να είναι ο Έρως; θνητός;». «Κάθε άλλο». «Αλλά τι τότε;». «Σαν τα προηγούμενα παραδείγματα, είναι, είπε, κάτι ανάμεσα στο θνητό και στο αθάνατο». «Δηλαδή τι, Διοτίμα;». «Μεγάλος δαίμονας, Σωκράτη». Γιατί κάθε δαιμονικό είναι ανάμεσα στο θνητό και το αθάνατο».

Πλάτων
Συμπόσιον 201d-202e
(Μετάφραση Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου)


Επειδή λοιπόν είναι του Πόρου και της Πενίας γιος ο Έρως, βρίσκεται σ’ αυτήν εδώ την κατάσταση. Και πρώτα-πρώτα είναι πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και όμορφος, όπως νομίζουν οι πολλοί, αλλά σκληρός και ακατάστατος και ανυπόδετος και άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώμα, κοιμάται στο ύπαιθρο, στις θύρες και στους δρόμους, έχοντας της μητέρας του τη φύση, πάντα με τη φτώχεια σύντροφος. Και κατά τον πατέρα του πάλι είναι επίβουλος στους όμορφους και στους καλούς, όντας ανδρείος και φιλοκίνδυνος και ολόσφιχτος, κυνηγός δυνατός, πάντα πλέκοντας κάποια σχέδια, κι επιθυμητής της φρόνησης και είναι άξιος να την εύρει, φιλοσοφώντας σε όλη του τη ζωή, δυνατός γοητευτής και φαρμακευτής…Και πάλιν είναι ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια. Γιατί το πράγμα είναι τούτο: από τους θεούς κανένας δεν φιλοσοφεί, μήτε έχει τον πόθο να γίνει σοφός γιατί είναι. Μήτε κανείς άλλος, αν είναι σοφός δεν φιλοσοφεί. Μήτε πάλιν οι ανόητοι φιλοσοφούν, μήτε θέλουν να γενούν σοφοί γιατί αυτό δα είναι η αμάθεια, μη όντας μήτε όμορφος και καλός μήτε φρόνιμος , να νομίζεις, πως σου είναι αυτό αρκετό. Δεν ποθεί λοιπόν εκείνος που δεν πιστεύει, πως του λείπει τίποτα, αυτό που δεν θα πίστευε, πως του λείπει.
Ποιοι λοιπόν είπα εγώ (δηλ. ο Σωκράτης), Διοτίμα, είναι εκείνοι που φιλοσοφούν, αφού δεν είναι μήτε οι σοφοί μήτε οι ανόητοι; Φανερό δα, είπε, είναι τούτο και σε ένα παιδί, πως εκείνοι που βρίσκονται ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, κι απ’ αυτούς δα είναι και ο Έρως. Γιατί η σοφία είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα, κι ο Έρως είναι Έρως για το όμορφο, ώστε είναι ανάγκη ο Έρως να είναι φιλόσοφος…

Πλάτων
Συμπόσιον 203c-204b
(Μετάφραση Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου).

6 Οκτωβρίου 2008

Γίνεται δυστυχής ο άνθρωπος δια της γνώσεως;...




Ηυτυχήσαμεν πλανηθέντες...

Γίνεται τω όντι δυστυχής ο άνθρωπος δια της γνώσεως; και πρέπει άρα να πεινάση η καρδία, δια να τραφή ο νούς, οπως πρέπει να μαρανθή το άνθος, ινα ωριμάση ο σπόρος; Αλυτον μένει και θα μείνη ίσως πάντοτε το πρόβλημα, όσον καταφατικώς και αν απαντώσιν οι ποιηταί, όσον αρνητικώς και αν αποφαίνωνται οι επιστήμονες.

Τις ομως θ' αρνηθή, οτι πάσα, και η ελαχίστη γνώσις μας, διαλύει μίαν και μεγάλην πολλάκις πλάνην, και οτι η μεγίστη πάντως πλάνη του τελείου αυτού, αλλά και ατελούς συνάμα όντος, όπερ καλείται ανθρωπος, ειναι η πλάνη της επιγείου ευτυχίας; Ολη μας σχεδόν η ζωή αναλίσκεται και φθίνει εις επιδείωξιν της ευτυχίας ταύτης.
Μόλις ανοίγεται κατάπληκτος προς το φώς του βίου ο δειλός ημών οφθαλμός και βλέπει-νομίζει οτι βλέπει-μακράν, εις τα βάθη του κυανού ορίζοντος της ζωής, λάμπον το φαεινόν της ευτυχίας είδωλον. Μακρύς φέρει εκεί και τραχύς και ανάντης ο δρόμος, τι πειράζει; και τι μας μέλει της οδού το μήκος και η τραχύτης; Είμεθα νέοι, ακμαίοι και σφριγώντες. Γλυκείς, αόριστοι και ανεπίγνωστοι πόθοι ογκούσι τα στήθη μας και θερμή σφύζει εντός της καρδίας ημών άπληστος ελπίς. Εμπρός, εις κατάκτησιν του ωραίου ειδώλου ! Και τρέχομεν γοργοί και ασθμαίνοντες προς την γόησαν εκείνην, την τόσον επαγωγόν και οιωνεί προσμειδιώσαν και καλούσαν ημάς φωτατμίδα.
Πώς; Εφθάσαμεν ηδη τόσον πλησίον της; Ναί ! έν έτι βήμα, και τη συνελάβομεν εις την πρώτην καμπήν της οδού. Εκτείνομεν την χείρα...την εχομεν, την εδράξαμεν !
Οχι, ηπατώμεθα παράδοξον οπτικήν απάτην. Το επίχαρι εκείνο και θέλγον φάσμα ηλλαξε μορφήν και μετέβαλεν οψιν. Ουδ' ειναι πλέον εγγύς ημών, υπο τους δακτύλους μας αυτούς, ως επλανώμεθα πιστεύοντες προ μικρού. Απεμακρύνθη,- υπεχώρησεν εις τα βάθη του ορίζοντος, αλλά φέγγει πάντοτε και προσμειδιά και μας καλεί.
Ειναι πάντοτε η ευτυχία! Και αρχίζει πάλιν ο δρόμος ο τραχύς, και πολλάκις επαναλαμβάνεται, καθ' οσον μεταλλάσσει προ ημών μορφήν η γοητευτική οπτασία.
Αποκάμνομεν πολλάκις τρέχοντες κατόπιν της, προσοχθούμεν ενίοτε, ολισθαίνομεν άλλοτε και πίπττομεν. Αλλά εγειρόμεθα πάλιν ακάματοι και διώκομεν όση δυνάμει το μάγον όραμα, το πάντοτε προσμειδιόν και πάντοτε νέον.
Πάντοτε νέον ! ενώ ημάς κατέφθασεν ηδη βραδυπατούν όπισθεν ημών το γήρας, και ήρχισεν παραλύον των ποδών ημών τα νεύρα. Δεν δυνάμεθα πλέον να τρέξωμεν, αλλά βαδίζομεν εκεί, εκεί πάντοτε, πρός το φωσφορίζον είδωλον ατενώς εστραμμένοι. Βαίνομεν ηδη βραδέως, ολονέν βραδύτερον, συρόμεθα μόλις επι της ατέρμονος οδού, αιμάσσομεν τους πόδας ημών κατά των πετρών της, εξαντλούμεθα, και καταρρέομεν τέλος λιπόθυμοι εν μέσω του δρόμου, μετά το εσχατον, ολιγοδρανές ημών βήμα. Μόλις εχει την δύναμιν το στήθος ημών να εκπνεύση την υστάτην αυτού πνοήν, αλλά το ύστατον όμως και θνήσκον ημών βλέμμα ατενίζει πάντοτε πρός τον απατηλόν εκείνον αντικατοπτρισμόν, τον ακτινοβολούντα εις τα βάθη του ορίζοντος. Ω! αν είχομεν ετι δυνάμεις ! διότι την πλάνην την έχομεν πάντοτε, οσον και αν επλανήθημεν.
Πόσοι ομως εξ ημών αναγνωρίζουσι κατα την τελευταίαν εκείνην και μοιραίαν στιγμήν, οτι πλανηθέντες ηυτύχησαν, οτι αυτή ακριβώς η τοσάκις επαναληφθείσα γοητεία υπήρξεν η ευτυχία των; Πολλοί, οι πλείστοι καταρώνται την μοίραν, οτι τους επλάνησεν, αντι να καταρώνται αυτήν, οτι τους εξήγαγε της πλάνης......
Δεν ενθυμούνται πόσον ηυτύχουν, οτε επίστευον εις ερωτα ψευδή. Ελησμόνησαν, πόσον ησαν ευδαίμονες, οτε υπελάμβανον αρραγή την υπόσαθρον αφοσίωσιν ευγλώτου φιλίας, η ελικνίζοντο υπο των ροδίνων ονείρων της δόξης, η ανέπλατον κενήν μακαρίαν πλούτου και τιμών και μεγαλείων. Ουδέ συλλογίζονται πόσον αρρήτως υπήρξαν δυστυχείς, οτε η σκυθρωπή αλήθεια ανέστη μαύρη προ των οφθαλμών των, αποκαλύπτουσα της γυναικός την προδοσίαν, και του φίλου τον δόλον, και της δόξης τον εμπαιγμόν, και των μεγαλείων την μηδαμινότητα ! ! !

Αλλοι , οι πλούσιοι το πνεύμα, οι περίεργοι , ζητούσι να ανατάμωσι την στιλπνήν πομφόλυγα, ητις περιέπεσε τυχόν εις τας σοφάς αυτών χείρας, και εκρήγνυνται εις αράς και βλασφημίας, οταν εκείνη διαρραγή εις ατμόν και μηδέν, ως αναλύονται εις κλαυθμούς τα νήπια, οταν σπαρράτωσι τα χάρτινά των ανάκτορα, οπως ανεύρωσιν εντός αυτών τον χρυσοστεφή βασιλέα......


Αγγελος Βλάχος 100 χρόνια πρίν....

Απο το προσωπικό μου αρχείο

4 Οκτωβρίου 2008

Περασμένες μου Αγάπες.....Μαίρη Λίντα

Θλίψη...Μαίρη Λίντα

Επιστροφές καταστροφές....Πασχάλης Τερζής

Εχω μια αγάπη.....Πασχάλης Τερζής

Θα τα βροντήξω......Πιτσα Παπαδοπούλου

Δεν ξέρω πόσο σ' αγαπώ......Γιώτα Νέγκα

Οποιος λέει οτι δεν αγάπησε, λέει ψέματα !


Οποιος λέει οτι δεν αγάπησε, λέει ψέματα !
Αλλά κι αν ετσι εχει συμβεί, σίγουρα εχει " φτειάξει"
φανταστικά ερωτικά σενάρια, με πρωταγωνιστή τον εαυτό του
και μάλιστα πάσχοντα....
Γιατι ποιός θα μπορούσε ν' αρνηθή , εστω κι αυτή ,τη μορφή ευτυχίας που "προκύπτει" μέσα απο τον ερωτικό πόνο ! ! !
Ι.Β.Ντινόπουλος

Τα πλοια πεθαίνουν στα λιμάνια....Πόλυς Κερμανίδης

Που 'ναι τα χρόνια.... Νταλάρας

Ασε με στο μεθοκόπι......Νταλάρας

Δεν θέλω τη συμπόνοια κανενός.....Τα παιδιά της Πάτρας

Δώσε μου φωτιά......Δημήτρης Μητροπάνος

Γέλα κυρία μου.....Κώστας Καφάσης

Αγάπη μου επικίνδυνη...Στρ. Διονυσίου

Εψαχνα αδικα να 'βρώ.....Στελιος Καζαντζίδης

Ριξε στο γυαλι φαρμάκι.......Μανώλης Αγγελόπουλος

3 Οκτωβρίου 2008

Γνώση και Ηθος.....Του Κώστα Αβραάμ

( Ανακοίνωση σε Δημόσια Υπηρεσία)


Πολλοί πασχίζουν για τη μόρφωση. Ειναι η σύγχρονη θεότητα που χωρίς την κατάκτησή της δε μπορείς να πετύχης άξια στη ζωή. Γι' αυτό , το πρώτο πρόβλημα, το πρώτο αίτημα που μπαίνει στη σημερινή εξελιγμένη μεταπολεμική κοινωνία, ειναι η μεγαλύτερη κατα το δυνατό διεύρυνση των γνώσεων. Με αυτές θα μπορέσης να εμπλουτίσης τον εαυτό σου, ν΄ανεβάσης τη νόησή σου, να επιβληθής στούς γύρω σου, να γίνης αναγκαίος και χρήσιμος, να ωφελήσης και να ωφεληθής. Και η γνώση ξεκινάει απο τη στοιχειώδη σχολική, πλαταίνει με την ανώτερη και τελειοποιείται, υποτίθεται, με την ανώτατη ακαδημαϊκή. 
Χιλιάδες ανθρώπων παίρνουν ενα δίπλωμα, ενα τίτλο ανώτατων σπουδών, γίνονται επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, μηχανικοί, δικαστές, δικηγόροι, γιατροί κλπ. Ειναι το εξ ορισμού άλας της κοινωνίας, τα στελέχη της οργανωμένης ανθρώπινης ομάδας που λέγεται εθνος και κράτος. Δε θα εξετάσουμε το ζήτημα της αρτιότητος της επιστημονικής κατάρτισης ολων αυτών των ανωτέρας μόρφωσης ανθρώπων. Αυτό ανάγεται κύρια στην πληρότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, στην ατομική φυσική αντίληψη του καθενός, στις ανησυχίες του και στις φιλοδοξίες του. 
Εκείνο που ενδιαφέρει, νομίζω, περισσότερο ειναι το κατά πόσο η γνώση, η ευρυμάθεια και η πείρα της ζωής, εχουν καταφέρει παράλληλα με τη σοφία να 'χουν δημιουργήσει και ηθος. Και λέγοντας ηθος, εννοούμε ενα χαρακτήρα σεμνό, ακέραιο, φιλάλληλο, ευγενικό, ανώδυνο κατά το δυνατό, αλλά παράλληλα και ευάρεστο και συμπαθή και σεβαστό στούς "παρακατιανούς" η στους ομοίους μας. 
Ενα θέμα τεράστιο, φλέγον, πάντα επίκαιρο και πάντα δύσκολο. Γιατί δυστυχώς, κι αυτό ειναι βέβαιο, δεν αρκούν οι γνώσεις, δεν αρκεί το "χαρτί" δεν αρκεί το αξίωμα και η κοινωνική θέση του επιστήμονα, για να δημιουργήση και τον ενάρετο χαρακτήρα, το υψηλό ηθος. Εχουμε χτυπητά , εξοργιστικά και απαράδεκτα παραδείγματα κακών, χειρίστων επιστημόνων σε κάθε κλάδο...
Εχουμε εκπαιδευτικούς που καλούνται να διδάξουν στους νέους τη σοφία των γραμμάτων και οι ιδιοι δεν κατάλαβαν ποτέ οτι αυτή δε διδάσκεται με τη βαναυσότητα της συμπεριφοράς η με τον αταχτο ατομικό βίο τους που προκαλεί και απωθεί. Εχουμε δικηγόρους που σπούδασαν το δίκαιο και το τίμιο και στην καθημερινή επαγγελματική τους δραστηριότητα γίνονται οι ιδιοι πρότυπα αδικίας η ανεντιμότητας στη συναλλακτική τους συμπεριφορά. 
Εχουμε γιατρούς που καλούνται να υπηρετήσουν τους συνανθρώπους στο όνομα των ανθρωπιστικών αρχών της Ιπποκράτειας τέχνης και αυτοί μεταβάλλονται σε "παραδομάχους" και κακοποιούς της ευτελέστερης μορφής. Εχουμε δικαστικούς λειτουργούς που υποχρεώνονται απο το νόμο, το σύνταγμα, το αγραφο δίκαιο, να στέκονται υποδείγματα ευθυδικίας, σωφροσύνης, ηπιότητος, ευγένειας και αμεροληψίας , και αυτοί λησμονώντας τα πάντα, μεταβάλλονται σε απαράδεχτους τυρανίσκους, συμπλεγματικούς διαστρεβλωτές κάθε εννοιας αγαθού, πρέποντος και χρηστού.
Εχουμε δημοσίους υπαλλήλους που ορκίζονται να υπηρετούν τίμια και ευσυνείδητα το κράτος και το κοινωνικό σύνολο και αυτοί γίνονται δυσφημιστές και της δημόσιας υπηρεσίας που ασκούν και βασανιστές του λαού που ζητάει τη βοήθειά τους, αφού αυτός τους πληρώνει με το αιμα του και τον ιδρώτα του. Ενας κόσμος ανώτερης , καθ' υπόθεση, μόρφωσης και κοινωνικής θέσης ανθρώπων, αντί να γίνεται το παράδειγμα για μίμηση, γίνεται ο δακτυλοδεικτούμενος στόχος αποστροφής και λοιδωρίας απο τους απλούς, τους "ασοφους" τους κοπιόντες και πεφορτισμένους της σύντομης και σκληρής ζωής. Γιατί ; Γιατί στερείται ήθους. Στερείται απο τη βαθύτερη εκείνη ψυχική καλλιέργεια που κάνει το ανθρώπινο ον μια χαριτωμένη υπαρξη και οχι ενα ανθρωποειδές.
" Ο καλός χαρακτήρας δίνει λαμπρότητα στα νειάτα και βαθύ σεβασμό στα ρυτιδωμένα πρόσωπα και τα γκρίζα μαλλιά. Μοιάζει με την ακροστιχίδα. Διαβάζεται ίσια, ανάποδα, διασταυρωμένα και προσφέρει πάντα το ίδιο πράγμα" λέει κάποιος φιλόσοφος. Και αυτό ακριβώς ειναι το ζητούμενο. Αυτό πρέπει να αποτελή το ιδανικό προς το οποίο οφείλει να τείνη κάθε μορφωμένος και περισσότερο οι επιστήμονες. Για να γίνεται μονάδα αξιόλογη, αγαπητή, παραδειγματική. Για να γίνεται μια ακτινοβόλα εστία ηθικής και κοινωνικής υγείας, ευνομίας και αρετής. Αλλιώς σκορπάει δυσοσμία, αντιπάθεια, σαρκασμό και απαισιοδοξία.
Αφού οι αμόρφωτοι, οι πολλοί και αδικημένοι απο τη φύση, η απο την τύχη και τους εκμεταλευτές τους, γίνονται πολύ σκεπτικιστές και αρνητικοί, οταν κάθε στιγμή σκοντάφτουν σε περιπτώσεις κακών επιστημόνων, αδικων, παραδομάχων, αγενών, υποκριτών και κολάκων. Σκέφτονται οτι αφού εκείνοι δεν κατάφεραν με τη γνώση να γίνουν παραδείγματα αρετής, προς τι αυτοί οι αγράμματοι, να αγωνίζωνται για το δίκαιο, το ανθρωπιστικό, το χριστιανικό επιτέλους που τόσο μυκτηρίζεται και χτυπιέται στην πράξη απο τους "καλλιεργημένους".
Ετσι τα πάντα παίρνουν το δρόμο της φθοράς, της διαφθοράς, του κανιβαλισμού, της χυδαιότητας. Γιατί " δεν ειναι το μυαλό που αξίζει, μα αυτό που το κατευθύνει, ο χαρακτήρας , η καρδιά, οι ευγενικές ιδιότητες και οι προοδευτικές ιδέες" γράφει ο Ντοστογιέφσκυ. Μόνον ο ηθικός χαρακτήρας εχει μεγάλη τη δύναμη να κάνη ενα πράγμα πιστευτό", πίστευε ο Αριστοτέλης. Ενώ η διεστραμένη φύση κι ο κακός χαρακτήρας φέρνουν δυστυχία σ' οποιαδήποτε θέση κι αν βρίσκεται κανείς στον κόσμο, τονίζει ο Κικέρωνας...
 
Απο το προσωπικό μου αρχείο
και την εφημερίδα "Φυσιολάτρης" σελ 191 Σεπτ.-Οκτώβριος 1979
Ι.Β.Ν.

2 Οκτωβρίου 2008

Το χαμένο πορτοφόλι... ΧΑΝΣ ΡΑΙΣΛΕΡ


Η αίθουσα του καφενείου ηταν σχεδόν αδεια. Μόνον δυο τραπεζάκια ησαν κατειλημένα και στο καθένα εκαθόταν ενας κύριος. Εξαφνα, ανοιξε η πόρτα και εμπήκεν ενας τρίτος κύριος, ο οποίος εσπευσε προς το τραπέζι του πρώτου:
 -Ειμαι φοβερά στεναχωρημένος !., ειπε με καταφανή ταραχή στον φίλον του.
 - Τι συμβαίνει;
 -Ενα ατύχημα !
 -Δικό σου η δικό μου ;
 -Δικό μου.
 -Μα τι ακριβώς;
 -Εχασα το πορτοφόλι μου !
 -Με λεφτά ;
 -Ε, βέβαια...Ειχα μέσα δέκα χιλιάδες.
 -Ισως να το...
 Ο σταναχωρημένος κύριος εκούνησε το κεφάλι του, με υφος απελπισμένο:
 -Οχι !...Εψαξα ηδη παντού, αλλά δεν το ευρήκα πουθενά !...Ξέρω, άλλως τε, που το έχασα...
 -Πού;
 -Μέσα στο τράμ !....
 Την στιγμήν εκείνην, εσηκώθηκε ο κύριος από το διπλανό τραπεζάκι. Ηταν καλοντυμένος και εμοιαζε καθώς πρέπει ανθρωπος. Ψηλός, μάλλον αδύνατος, εφορούσε καφέ κοστούμι και , στον λαιμοδέτην του έλαμπεν μια ωραία καρφίτσα απο πλατίναν. Επλησίασε στο τραπεζάκι των δυο άλλων και εχαιρέρησε ευγενέστατα:
 -Με συγχωρείτε, κύριοι, αλλά άκουσα την συνομιλία σας και επειδή, σήμερα το πρωί ακριβώς, ευρήκα στο τράμ ενα πορτοφόλι...
 Ο κύριος που ειχε χάσει το πορτοφόλι του, ανετινάχθη κατασυγκεκινημένος :
 -Πού ειναι;...Μου το δείχνετε παρακαλώ ! Ο αγνωστος εμειδίασε φιλικώς :
 -Μα δεν ειναι τόσο απλά τα πράγματα....." είπε. Καταλαβαίνετε κύριε...Εχω ολην την διάθεσιν να σας επιστρέψω το πορτοφόλι σας. Μόνο...-και αυτό βέβαια δεν σημαίνει έλειψιν εμπιστοσύνης- θα πρέπη για την τάξιν, να μου δώσετε μερικά λεπτομερέστερα στοιχεία, οπως τα ζητούν άλλωστε, και σ' ολα τα αστυνομικά γραφεία, οταν παρουσιάζονται οι κάτοχοι των πραγμάτων, που ετυχε να βρεθούν...
 -Πολύ ευχαρίστως ! Τι θέλετε να σας πώ ;
 -Που και πότε εχάσατε το πορτοφόλι σας;...
 -Στο τράμ της γραμμής 5, λίγο μετά τας 9.
 Ο άγνωστος εκούνησε το κεφάλι του καταφατικώς:
 -Μάλιστα , το βρήκα, λίγο πρίν τας εννιάμιση. Ηταν κάτω απο ενα κάθισμα. Τι χρώμα ηταν το πορτοφόλι σας και τι ειχε μέσα ; Ο "απολέσας" απάντησε αμέσως:
 -Ηταν καφέ, λιγάκι εφθαρμένο, στην δεξιά επάνω γωνία του και ειχεν μέσα δέκα χιλιάρικα, ενα απόκομμα εφημερίδας περί μελισσοκομίας, και μια καρτ-ποστάλ με την αποψι του Δημοτικού Πάρκου. Σας φτάνουν αυτά ;.... Ο άγνωστος κύριος εφάνη να λυπάται ειλικρινώς:
 -Φθάνουν.....Αλλά δυστυχώς, δεν μοιάζει με το δικό σας, το πορτοφόλι που βρήκα: Ειναι μαύρο και περιέχει μόνον 4 κατοστάρικα. Και έβγαλεν, επάνω στο τραπέζι, ενα παμπάλαιο κι αρκετά κουρελιασμένο πορτοφόλι:
 -Δεν πιστεύω να ειναι αυτό ;
 -Οχι....Δεν ειναι !....
 -Κρίμα!....Θα εχαιρόμουν πολύ, αν μπορούσα να σας εξυπηρετήσω....Αλλά....μην απελπίζεσθε ! Υπάρχουν ακόμη τίμιοι άνθρωποι. Ασφαλώς, θα το βρήκε κάποιος εισπράκτωρ η κανένας επιβάτης και θα το παρέδωσε στην Αστυνομία, στο Γραφείο των Απολεσθέντων Αντικειμένων. Γιατί δεν πάτε το απόγευμα ως εκεί;... Νομίζω οτι το Γραφείο ανοίγει στας 4 μ.μ.....Δεν ειναι καθόλου απίθανον να το βρήτε εκεί το πορτοφόλι σας.
 Ολίγον μετά τας 4, ο κύριος, που ειχε χάσει το πορτοφόλι του, κατέφθανε στο Γραφείο των Απολεσθέντων Αντικειμένων:
 -Μήπως σας παρέδωσαν, σήμερα, ενα πορτοφόλι;
 -Πώς ηταν το πορτοφόλι αυτό;
 Ο επισκέπτης το περιέγραψε λεπτομερώς, αλλά το πρόσωπο του υπαλλήλου συνωφρυούτο ολοένα και περισσότερο, καθώς άκουγε την περιγραφήν:
 -Αυτό το πορτοφόλι, ειπε στο τέλος, επεστάφη προ μιάς ώρας !....
 -Επεστράφη;....
 -Μάλιστα!...., εβεβαίωσεν ο αστυνόμος. Ηρθε ενας κύριος και εδήλωσεν, οτι σήμερα το πρωί, ολίγον μετά τας 9, μέσα στο τράμ της γραμμής 5, εχασε ενα πορτοφόλι καφέ, λίγο εφθαρμένο στην επάνω δεξιάν γωνίαν. Και , μιά και το το πορτοφόλι αυτό ειχε, πραγματικώς, ευρεθεί εκεί και ο κύριος μας ειπε επακριβώς το περιεχόμενό του- δέκα χιλιάρικα, ενα απόκομμα εφημερίδος περί μελισσοκομίας και μια κάρτ-ποστάλ με την άποψι του Δημοτικού Πάρκου- δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, οτι αυτός ηταν ο νόμιμος κάτοχός του. Και φυσικά του το έδωσα.......
(Απο το προσωπικό μου αρχείο)
 

26 Σεπτεμβρίου 2008

Το ποτάμι....Αντώνης Σαμαράκης



Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο απο διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Οποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο. Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, ολο το τάγμα, και τους τη διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας ! Δεν ήτανε παίξε γέλασε. Ειχανε κάπου τρείς βδομάδες που ειχαν αράξει δώθε απο το ποτάμι. Κείθε απο το ποτάμι ηταν ο εχθρός, οι Αλλοι οπως τους λέγανε πολλοί. Τρείς βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα ομως επικρατούσε ησυχία. Και στις δυό οχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες το δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μέν και οι δέ. Οι πληροφορίες τους ήτανε πως οι Αλλοι είχανε δυό τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιός ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και απο τις δυό μεριές, ηταν εδώ κι εκεί κρυμένα στο δάσος, ετοιμα για πάν ενδεχόμενο. Τρείς βδομάδες ! Πως είχανε περάσει τρείς βδομάδες ! Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο που ειχε αρχίσει εδώ και δυόμισι περίπου χρόνια , άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο. Οταν φτάσανε στο ποτάμι, εκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός ειχε στρώσει. Ανοιξη πιά ! Ο πρώτος που γλίστρησε κατα το ποτάμι ήτανε ο λοχίας. Γλίστρησε ενα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυό σφαίρες στο πλευρό. Δεν εζησε πολλες ωρες... Την αλλη μέρα, δυό φαντάροι τραβήξανε για κεί. Δεν τους ξαναείδε πιά κανένας. Ακούσανε μόνο πυροβολισμούς, και μετα σιωπή. Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας. Ητανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους ειχε φάει η βρώμα. Ειχανε ξεσυνηθίσει ενα σωρό χαρές. Και νά, τώρα, που ειχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή της Μεραρχίας....
 
Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας ! είπε μεσ' απο τα δόντια του εκείνη τη νύχτα. Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε, Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας ! Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Ειδε ενα όνειρο, εναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ητανε: ποτάμι. Ητανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Και αυτός γυμνός στην όχθη, δεν επεφτε μέσα. Σαν να τον βάσταγε ενα αόρατο χέρι. Υστερα το ποτάμι μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Μιά νέα γυναίκα, μελαχροινή, με σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμάνη στο γρασίδι, τον περίμενε. Και αυτός , γυμνός μπροστά της, δεν επεφτε πάνω της. Σαν να τον βάσταγε ενα αόρατο χέρι. Ξύπνησε βαλαντωμένος, δεν ειχε ακόμα φέξει....
 
Φθάνοντας στην οχθη, στάθηκε και το κοίταξε. Το ποτάμι ! Ωστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι ; Ωρες ωρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ' αλήθεια. Μήπως ητανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευθαίσθηση. Ειχε βρεί μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ητανε θαύμα ! Αν ητανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά... Να πρόφταινε να βουτήξει στο ποτάμι, να μπεί στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε. Σ' ενα δέντρο , στην όχθη, αφησε τα ρούχα του, και ορθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Εριξε δυό τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας απο τους δικούς του, και μιά στην αντίπερα οχθη, μην ήτανε κανένας απο τους Αλλους. Και μπήκε στο νερό....
 
Απο τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυό τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδεύσει, απο τη στιγμή αυτή ενοιωσε αλλος ανθρωπος. Σαν να πέρασε ενα χέρι μ' ενα σφουγγάρι μέσα του και να τά ' σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια. Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Εκανε και μακροβούτια... Ηταν ενα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήτανε παρά εικοσιτριών χρονών κι ομως τα δυόμισι τελευταία χρόνια ειχαν αφήσει βαθειά ιχνη μέσα του. Δεξιά κι αριστερά, και στις δυό οχθες, φρτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε απο πάνω του. Μπροστά του, πήγαινε τώρα ενα κλαδί που το εσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το θτάσει μ' ενα μονάχα μακροβούτι. Και τα κατάφερε, Βγήκε απο το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ενοιωσε μια χαρά ! Αλλά την ίδια στιγμή ειδε ενα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακρυά. Σταμάτησε και προσπάθησε να δεί καλύτερα. Και εκείνος που κολυμπούσε εκεί τον ειχε δεί, ειχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν. Ξανάγινε αμέσως αυτός που ητανε και πρωτύτερα: ενας φαντάρος που ειχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που ειχε εναν πολεμικό σταυρό, που ειχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε απο τους δικούς του η απο τους Αλλους. Πως να το καταλάβει ; Ενα κεφάλι εβλεπε μονάχα. Μπορούσε νάναι ενας απο τους δικούς του. Μπορούσε νάναι ενας απο τους Αλλους. Για μερικά λεπτά, και οι δυό τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ενα φτάρνισμα. Ηταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα οχθη. Κι αυτός ομως δεν εχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ' ολη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Ετρεξε στο δέντρο που ειχε αφήσει το τουφέκι του, το αρπαξε. Ο Αλλος ο,τι εβγαινε απο το νερό. Ετρεξε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του. Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ητανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Αλλος ητανε σπουδαίος στόχος ετσι καθώς ετρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μονάχα μέτρα μακρυά. Οχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Αλλος ηταν εκεί, γυμνός οπως ειχε ερθει στον κόσμο. Κι αυτός ηταν εδώ, γυμνός οπως ειχε ερθει στον κόσμο... Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ητανε και οι δυό γυμνοί. Δυό ανθρωποι γυμνοί. Γυμνοί απο ρούχα. Γυμνοί απο ονόματα. Γυμνοί απο εθνικότητα. Γυμνοί απο τον χακί εαυτό τους.. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ενωνε. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Αλλος ειχε γίνει ενας αλλος ανθρωπος τώρα, χωρίς αλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
 
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν ειδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δεί μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν επεσε απο την αντικρινή οχθη η τουφεκιά,... κι αυτός, γονάτισε πρώτα,.... υστερα επεσε.... με το πρόσωπο στο χώμα.....

25 Σεπτεμβρίου 2008

Η παπαδιά..... Σουρής


Η κυρά ενός παπά
ενα διάκο αγαπά
και πολύ μ' αυτόν τα εχει...
και ο αντρας της κοιτά
τα πολλά της χωρατά
και για τουτον πέρα βρέχει..

Επερνούσαν μια χαρά
εως ότου μιά φορά
εγινε παπάς βαρβάτος
και ο διάκος ο αφράτος..

Κι ο παπάς της ο φτωχός
διόλου δεν εφθόνησε
και ο ιδιος μοναχός
τον εχειροτόνησε

Τίγκι, τούγκ ! μεγάλη σχόλη
"Αξιος" φωνάζουν όλοι
νέοι, γεροι και παιδιά,
μα με όλο της το νάζι
"Υπεράααξιος" φωνάζει
τρείς φορές η παπαδιά...

24 Σεπτεμβρίου 2008

Η Πατρίδα μας ...Γεώργιος Δροσίνης


«Ξένε που μόνος κι ερημος
σε ξένους τόπους τρέχεις,
πές μου, ποιός ειναι ο τόπος σου
και ποιά πατρίδα εχεις;»
«Τη μακρινη πατρίδα μου
πάντα ποθώ στα ξένα.
εκεί τα χρόνια της ζωής
περνούν ευλογημένα.
εκεί κι ο θάνατος γλυκός,
κι αφού κανείς πεθάνει,
εχει στο μνήμα του Σταυρό,
καντήλι και λιβάνι.
Στ' αγαπημένο μου χωριό
χαρές πάντα και γέλια,
στ' αλώνια τραγουδιών φωνές
ξεφάντωμα στ' αμπέλια.
Κι οταν χορεύει η λεβεντιά
στης Πασχαλιάς τη μέρα,
βροντοκοπά το τύμπανο
και κελαηδεί η φλογέρα.
Στη μακρινή Πατρίδα μου
εχει ευωδιά και χάρη
το ταπεινότερο δεντρί,
το πιο φτωχό χορτάρι.
Στούς κλώνους της αμυγδαλιάς,
σμίγουν ανθοί και χιόνια
και φέρνουνε την ανοιξη
γοργά τα χελιδόνια.
Στων μαγεμένων της βουνών
τα μαρμαρένια πλάγια,
γλυκολαλούν οι πέρδικες
και κλαίει η κουκουβάγια.
Η ασημένια θάλασσα
μ' αφρούς τη περιζώνει
κι ο ουρανός με τ' αστρα του
τη χρυσοστεφανώνει.
Τη μακρινή Πατρίδα μου,
πρίν η σκλαβιά πλακώσει,
τη δόξαζε η παλληκαριά,
τη φώτιζεν η γνώση.
Και τώρα απο τη μαύρη γή,
τη γη τη ματωμένη,
πρόβαλε πάλι η 'λευθεριά
σαν πρώτα αντρειωμένη».
«Φτάνει,.. τη χώρα που μου λές,
τη γνώρισα, την ειδα...
τη μακρινή Πατρίδα σου
εχω κι εγώ Πατρίδα !».

Στον ισκιο μου.... Σουρής


Βρε ισκιε μου γιατί μ' ακολουθείς;
Δε με αφήνεις μόνο μου να τρέχω;
Βρε ισκιε μου, δε πάς να μου χαθείς,
πρέπει κι εσένα σύντροφο να εχω;

Πότε στραβό σε βλέπω πότε ισο,
πότε μακρύ σα σούβλα, πότε νάνο,
τη μια πηγαίνεις μπρός, την αλλη πίσω
σε απαντώ εδώ, εκεί σε χάνω.

Χωρίς να βλέπεις, πιάνεις οτι πιάνω,
με οδηγείς αλλα και σ' οδηγώ.
Και τέλος πάντων κάνεις οτι κάνω
και εισαι αλλος, δεύτερος, εγώ.

Βρε ισκιε μου, γιατί μ΄ακολουθείς;
Βρε ισκιε μου δε πας να μου χαθείς...
Σε απαντώ στο σπίτι και στο δρόμο
και μου γεννάς πολλές φορές τον τρόμο.

23 Σεπτεμβρίου 2008

Περί Δοκιμίων.... Και περί Ερωτος ........


Δοκίμιο σημαίνει απόπειρα λόγου, έκφρασης για συγκεκριμένο θέμα, το οποίο δεσμεύει τη σκέψη και την έρευνα του στοχαστή. Το θέμα που επιλέγει και ο τρόπος που το αναπτύσσει, είναι δηλωτικά της ιδιοσυγκρασίας του συγγραφέα, της ιδιαίτερης συγκινησιακής και διανοητικής του συγκρότησης. Ο δοκιμιογράφος επιχειρεί να αναμετρηθή τελεσίδικα με το ζήτημα που τον τον απασχολεί. Η επιτυχία της αναμέτρησης ειναι ζωτικής σημασίας, και ισοδυναμεί, ενδεχομένως, με την ολοκλήρωση του δοκιμίου, που σημαίνει τη λήξη της περιδίνισης του ζητήματος στο νού του συγγραφέα. 
 
Για τον Ερωτα..

Η σκηνή του θεάτρου οφείλει περισσότερα στον έρωτα απο ό,τι η ζωή του ανθρώπου. Διότι στη σκηνή, ο ερωτας ειναι πάντοτε θέμα κωμωδιών και μερικές φορές τραγωδιών, αλλα στη ζωή προκαλεί πολύ κακό, άλλοτε σα σειρήνα και άλλοτε σα μαινάδα, Παρατηρείται ισως, οτι μεταξύ ολων των μεγάλων και άξιων προσώπων, (των οποίων η μνήμη παραμένει, είτε αρχαία είτε πρόσφατη) δεν υπάρχει ουτε ένας που να τον εχει συνεπάρει ο ερωτας μέχρι τρέλλας. Πράγμα που δείχνει οτι τα μεγάλα πνεύματα και οι μεγάλες ασχολίες κρατούν σε απόσταση, το αδύναμο αυτό πάθος. Θα πρέπει ωστόσο να εξαιρέσετε τον Μάρκο Αντώνιο, τον εξ ημισείας εταίρο του αυτοκρατορικού αξιώματος της Ρώμης, και τον Αππιο Κλαύδιο, τον εκ των Δέκα Νομοθετών. Απο αυτούς, ο πρώτος ηταν πράγματι ανδρας φιλήδονος και χωρίς μέτρο. Ο δεύτερος ομως ηταν αυστηρός και φρόνιμος ανδρας. Και απ' αυτό φαίνεται οτι, εστω και σπάνια, ο έρωτας μπορεί να βρή την είσοδο οχι μόνο σε μία ανοιχτή καρδιά, αλλά επίσης , σε μία καρδιά καλά οχυρωμένη, αν οι φύλακες δεν αγρυπνούν. 


Ειναι φτωχή η ρήση του Επίκουρου: Satis magnum alter theatrum sumus : λές και ο ανθρωπος, φτιαγμένος για το στοχασμό των ουρανών και ολων των ευγενών πραγμάτων, δε θα επρεπε να κάνη τίποτε άλλο, παρα να γονατίζη μπροστά σε ενα μικρό είδωλο, και να κάνη τον εαυτό του υποχείριο, αν και οχι του στόματος (οπως τα ζώα), αλλά των ματιών, που του δόθηκαν για ανώτερους σκοπούς. Ειναι παράξενο, να παρατηρήση κανείς την υπερβολή αυτού του πάθους, και πως αγνοεί και προσβάλλει τη φύση και την αξία των πραγμάτων, με το εξής: το να μιλάη κανείς με διαρκείς υπερβολές, μόνο στον ερωτα δείχνει ταιριαστό. Ουτε περιορίζεται στα λόγια, διότι, ενω εχει ειπωθεί σωστά, οτι ο αρχικόλακας, με τον οποίο ολοι οι μικροί κόλακες συμφωνούν, ειναι ο ιδιος ο εαυτός του ανθρώπου, σίγουρα ο ερωτευμένος ειναι κάτι περισσότερο. Διότι ποτέ δεν υπήρξε υπερήφανος άνδρας, ο οποίος να εχη τόσο παράλογα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, οπως εχει ο ερωτευμένος για το αγαπημένο του πρόσωπο, και γι' αυτό καλώς ειπώθηκε ότι, είναι αδύνατο να ειναι κανείς ταυτόχρονα ερωτευένος και συνετός. Ουτε συμβαίνει αυτή η αδυναμία να γίνεται φανερή μόνο στους αλλους, και οχι στο αγαπώμενο πρόσωπο. Αντίθετα, σε αυτό ακόμη περισσότερο, εκτός κι αν ο ερωτας ειναι αμοιβαίος. Διότι ισχύει ο κανόνας, οτι ο ερωτας πάντα ανταμοίβεται ειτε με ανταπόδοση ειτε με μιά ενδόμυχη και μυστική περιφρόνηση. Ακόμη περισσότερο, λοιπόν, θα έπρεπε οι ανθρωποι να ειναι προσεκτικοί μ' αυτό το πάθος, που δεν ειναι μόνον η αιτία να χάσουν αλλα πράγματα αλλά και το ίδιο αυτό που ποθούν. 

Οσο για τις άλλες απώλειεις, η αφήγηση του ποιητή τις παριστά καλά: εκείνος που προτίμησε την Ελένη, εγκατέλειψε τα δώρα της Ηρας και της Παλλάδος. Διότι, όποιος δίνει υπερβολική αξία στο ερωτικό αισθημα, εγκαταλείπει και τα πλούτη και τη σοφία. Η πλημμυρίδα αυτού του πάθους ερχεται ακριβώς στις ωρες της αδυναμίας, δηλαδή στη μεγάλη ευτυχία η τη μεγάλη κακοτυχία ( αν και το τελευταίο εχει παρατηρηθεί λιγότερο συχνά). Και οι δύο αυτές ωρες διεγείρουν τον ερωτα και τον κάνουν περισσότερο πυρετώδη και συνεπώς αποδεικνύουν πως ειναι τέκνο της αφροσύνης. Κάνουν καλύτερα εκείνοι που, αν δεν μπορούν παρα να αποδεχθούν τον ερωτά τους, τον κρατούν ωστόσο στη σωστή του θέση , και τον αποκόπτουν τελείως απο τις σοβαρές υποθέσεις και πράξεις της ζωής τους. Διότι, μια φορά να αναμιχθή στις δουλειές τους, αναστατώνει την τύχη των ανθρώπων, και τους κάνει να μην μπορούν να σταθούν πιστοί στους σκοπούς τους.

Δεν ξέρω πώς, αλλά οι στρατιωτικοί ειναι επιρρεπείς στον ερωτα: νομίζω, με τον ιδιο τρόπο που ειναι επιρρεπείς στο κρασί, γιατι οι κίνδυνοι συνήθως ζητούν να πληρωθούν με ηδονές. Υπάρχει στη φύση του ανθρώπου μια μυστική τάση και ροπή προς την ανάγκη για τους αλλους, η οποία, αν δεν αναλωθεί σε μερικά πρόσωπα η σε ενα, σκορπίζεται αβίαστα σε πολλούς, και κανει τους ανθρώπους ευσπλαγχνικούς και ελεήμονες, οπως παρατηρούμε μερικές φορές στούς μοναχούς. Η αγάπη μεταξύ των συζύγων γεννάει την ανθρωπότητα, η αγάπη μεταξύ φίλων την τελειοποιεί, αλλά η αχαλίνωτη αγάπη την διαφθείρει και την ευτελίζει...

Francis Bacon